Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της ΙΓ΄ Κυριακής του Ματθαίου, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η Παραβολή των κακών γεωργών

(Ματθ. 21, 33-42)

Ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ

            Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα, εἶναι μιά παραβολή τοῦ Κυρίου. Λέγει ὅτι ἕνας οἰκοδεσπότης -ὁ Θεός- φύτευσε μέσα στόν κόσμο, ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ἕναν ἀμπελώνα. Ἐξέλεξε δηλαδή καί «ἔφτειαξε» ἕναν εὐλογημένο λαό.

 

            Μέσα σ’ αὐτό τό ἀμπέλι, ὁ Θεός, ἔφτειαξε ληνόν, πατητήρι, γιά νά βγάζουν κρασί. Ἔχτισε καί ἕναν πύργο γιά νά τόν φυλάσσει. Τόν ἔφραξε καλά καί τόν ἔδωσε σέ γεωργούς νά ἐργασθοῦν καί νά τοῦ ἀποδώσουν τούς καρπούς του.

            Ὅταν ἦλθε ἡ ἐποχή τῆς συγκομιδῆς, ἔστειλε τούς ὑπηρέτες του, οἱ ὁποῖοι εἶπαν στούς γεωργούς: «Δῶστε μας ἀπό τούς καρπούς, ἐκεῖνο πού ἀνήκει στόν Κύριό μας». Ἀλλά οἱ γεωργοί, ἔπιασαν τούς ὑπηρέτες τοῦ Βασιλέως-οἰκοδεσπότη, τούς ἔδειραν καί τούς κακοποίησαν.

            Ὁ μακρόθυμος οἰκοδεσπότης, ἔστειλε καί ἄλλους δούλους του καί τούς ἔκαναν τά ἴδια.

            Στό τέλος εἶπε: «Θά στείλω τώρα τόν Υἱό μου. Αὐτόν θά τόν ἐντραποῦν».

            Βλέπομε δηλαδή, ὅτι ὁ Θεός δέν ὀργίζεται μέ τήν παληανθρωπιά τῶν ἀνθρώπων, πού ἔπρεπε νά τρέμουν τίς ἐντολές του, ἀλλά μέ εὐσπλαγχνία καί μέ καλωσύνη κάνει μιά ἀκόμη καλή σκέψη. «Θά ἐντραποῦν ὅταν δοῦν τόν Υἱόν μου μπροστά τους».

            Μά αὐτοί ἀντί νά ἐντραποῦν, εἶπαν: «Αὐτός εἶναι ὁ κληρονόμος. Νά τόν σκοτώσομε. Καί ἡ περιουσία θά γίνει δική μας».

Οἱ εὐάρεστες θυσίες

            Ξέρομε ὅτι τό ἀμπέλι αὐτό, ὅπως τό περιγράφει ἡ παραβολή πού ἀκούσαμε εἶναι ὁ ναός τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὁ Θεός τόν περιφρούρησε μέ τίς ἐντολές τοῦ νόμου του. Καί ἔφτειαξε μέσα θυσιαστήριο.

            Τί σημαίνει θυσιαστήριο;

            Καί ποιά εἶναι ἡ εὐάρεστη στό Θεό θυσία;

            Τί ἄλλο ἀπό τό νά «στίβει» ὁ ἄνθρωπος τήν καρδιά του, τόν ἑαυτό του, τά συναισθήματά του, τούς πόθους του, τίς ἐπιθυμίες του, ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του, γιά νά βγάλει ὅτι καλύτερο ἔχει. Καλύτερο ἀπό τίς θυσίες τῶν ἀλόγων ζώων, πού ἄλλωστε ἔχουν καταργηθεῖ, εἶναι νά ἀποδίδει  εὐχαριστία, δοξολογία, προσκύνηση καί θυσία στόν εὐεργέτη Θεό, στόν Δημιουργό του.

            Πού ὄχι μόνο ἔστειλε τόν Υἱόν του νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς ἔξω ἀπό τό ἀμπέλι του, ἀλλά ἐπιπλέον ὑπόσχεται νά μᾶς δώσει δεκαπλάσια, ἑκατονταπλάσια, χιλιαπλάσια στό μέλλον στή Βασιλεία του τήν αἰώνια, ἄν βέβαια ἐργασθοῦμε μέ ζῆλο καί μέ συνέπεια.

            Ὁ ληνός λοιπόν –τό πατητήρι- ἦταν τό θυσιαστήριο τῆς Ἱερουσαλήμ. Καί ἐπήγαιναν οἱ ἄνθρωποι καί προσέφεραν ὅτι ἤθελε ὁ καθένας εἰς δόξαν Θεοῦ.

            Εἶναι γνωστή ἡ ἀφήγηση γιά τήν φτωχή χήρα πού προσέφερε μόνο ἕνα δίλεπτο, τήν στιγμή πού ἄλλοι, πλούσιοι, προσέφεραν μεγάλα ποσά. Ὁ Χριστός εἶπε:

            -Αὐτή ἡ χήρα ἔφερε περισσότερα. Ἦταν μεγαλύτερη ἡ θυσία της. Οἱ ἄλλοι ἔφεραν ἀπό τό περίσσευμά τους, αὐτή τό ὑστέρημά της. Ὄχι «ἀπό τό ὑστέρημά της». «Τό ὑστέρημα της».    Ὅλη της τή ζωή ἔκανε θυσία.

            Ὅλα ὅσα μάζευε σέ ὅλη της τή ζωή...

            Ὁ Κύριος λέει ὅτι τό ἀμπέλι αὐτό, ἦταν ὁ μεγάλος καί ὁ περίφημος ναός τοῦ Σολομῶντος. Μέσα στόν ὁποῖο γινόταν ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί μέσα ἀπό αὐτόν ἐξέχεε ὁ Θεός τήν εὐλογία του καί τήν προστασία του στό λαό του.

Ἀμπελώνας: Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ καθένας μας

            Ὅμως ἀμπέλι καί ἐργάτες τοῦ ἀμπελῶνος τοῦ Θεοῦ, δέν ἦταν μόνο οἱ Ἑβραῖοι. Εἴμαστε καί ἐμεῖς.

            Εἶπε ὁ Χριστός, πῶς ὁ Πατέρας Του ὁ οὐράνιος, ὅταν σκότωσαν οἱ Ἑβραῖοι τόν Υἱόν του ἔξω ἀπό τόν ἀμπελώνα, στόν Γολγοθᾶ, πῆρε τόν ἀμπελώνα καί τόν ἔδωσε σέ ἄλλους γεωργούς, πού θά τοῦ ἀποδώσουν τούς καρπούς του.

            Ποιά ἦταν ἡ τιμωρία τῶν κακῶν γεωργῶν πού σκότωσαν τούς προφῆτες καί τόν Υἱό;

            Ἀπό τότε ὀνομάζονται «συναγωγή τοῦ σατανᾶ».

            Ἡ ἀποστολή τους ἦταν νά εἶναι ἄγγελοι. Νά εἶναι ὅλοι στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ σάν τέκνα τοῦ Ἀβραάμ. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀποστασίας τους, ὀνομάζονται καί εἶναι «συναγωγή τοῦ σατανᾶ». Δηλαδή ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου. Πού κληρονομοῦν μαζί του τήν αἰώνια κόλαση.

            Τόν ἀμπελώνα τόν ἔδωσε ὁ Θεός σέ ἄλλους γεωργούς. Σέ μᾶς.

            Αὐτόν τόν ἀμπελώνα ἐργαζόμαστε στήν Ἐκκλησία του.     Ἀκόμη ἀμπελώνας γιά τόν καθένα μας, εἶναι ὁ ἑαυτός του, ἡ ψυχή του.

            Ἔχομε ὑποχρέωση αὐτόν τόν ἑαυτό μας, νά τόν «στίψομε» στό πατητήρι τῆς ἄσκησης καί τοῦ τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, γιά νά βγάλομε καλό «κρασί». Νά γίνει τί τό κρασί; Προσφορά στό Θεό ὅπως γίνεται τό κρασί τῆς Θείας Λειτουργίας.

            Ὅμως, ἐμεῖς τί κάνομε; Ἀντί νά στίψομε τά πάθη μας,  ἀντί νά ὑποτάξομε τόν ἑαυτό μας, στό νόμο τοῦ Χριστοῦ, παραμερίζοντας τίς κακές μας ἐπιθυμίες, καί τίς κακές μας διαθέσεις, βγάζομε τό συμπέρασμα, ὅτι τό ἀμπέλι, ὁ ἑαυτός μας, μιά καί μᾶς τό ἔδωσε ὁ Θεός εἶναι δικό μας. Καί τό κάνομε ὅτι θέλομε.

            Δικό μου εἶναι τό πόδι. Ὅπου θέλω θά πάω.

            Δική μου εἶναι ἡ διάνοια. Ὅτι θέλω θά σκεφθῶ.

            Δική μου εἶναι ἡ κοιλιά. Ὅτι θέλω θά φάω.

            Δικό μου εἶναι τό στόμα. Ὅτι θέλω θά πῶ.

            Δικά μου εἶναι τά μάτια. Ὅτι θέλω θά κοιτάζω.

            Δική μου εἶναι ἡ καρδιά. Ὅτι θέλω θά ἐπιθυμῶ.

            Καί ἔρχονται οἱ προφῆτες, οἱ ἀπόστολοι, οἱ ἱερεῖς καί φωνάζουν:

            -Δῶσε τούς καρπούς στόν ἰδιοκτήτη καί δημιουργό Θεό.    Καί ἀκούοντας τά κηρύγματα τους πολλοί ἄνθρωποι κλείνουν τά μάτια καί τά ἀφτιά καί... τούς δέρνουν.

Πῶς πέθανε ὁ ἀπόστολος Πέτρος;

Πῶς πέθανε ὁ ἀπόστολος Παῦλος;

            Τούς λιθοβόλησαν καί τούς ἔδειραν. Ποιοί; Ἐκεῖνοι πού ἔπρεπε νά ἔχουν καρδιά καί νοῦ· αὐτιά τά ἔσω καί ἀφτιά τά ἔξω ἀνοικτά, γιά νά ἀκούσουν τόν λόγο τους καί νά ποῦν:

            -Σᾶς εὐχαριστοῦμε. Καί εὐχαριστοῦμε μέ ὅλη μας τήν καρδιά τόν Κύριο πού σᾶς ἔστειλε.

Ξανασταυρώνουμε τόν Υἱό; Πῶς;

            Ὑπάρχει «θυσιαστήριον ἔξω» καί «θυσιαστήριον ἔνδον», τῆς καρδιᾶς. Σ’ αὐτό προσφέρονται εὐάρεστες στό Θεό θυσίες δηλαδή οἱ ἀρετές. Πόσο θά ὠφελούμαστε ἄν ἐξετάζαμε καλά τόν ἑαυτό μας καί φροντίζαμε νά ἀποδίδαμε τέτοιους καρπούς.

            Ἡ Ἐκκλησία εἶναι βέβαια καί πύργος. Γιά νά μᾶς προστατεύει. Κάθε φορά πού αἰσθανόμαστε κίνδυνο, πρέπει τρέχομε στήν Ἐκκλησία. Γιά νά προστατευθοῦμε καί νά περιφρουρηθοῦμε ἀπό τούς ἐχθρούς. Ἀοράτους καί ὁρατούς. Δέν ὑπολογίζομε τούς ἀοράτους ἐχθρούς. Γι’ αὐτό γινόμαστε μέρα μέ τήν ἡμέρα χειρότεροι.

            Ὅταν ὁ οὐράνιος πατέρας εἶδε ὅτι οἱ κακοί γεωργοί δέν σεβάστηκαν τούς ἀπεσταλμένους του, εἶπε:

            -Καί τώρα τί πρέπει νά κάνω; Τούς δούλους μου τούς κακοποίησαν, ἄς στείλω τόν Υἱόν μου.

            Μά οἱ Ἑβραῖοι πῶς φέρθηκαν στόν Υἱό του; Τόν σκότωσαν. Τόν ἐσταύρωσαν.

            Τί κάνομε ἐμεῖς τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ; Ποῦ τόν ἔχομε;            Προσπαθοῦμε μήπως νά τόν βγάλομε ἀπό τή ζωή μας;             Διαφέρει σέ κάτι τό ὅτι τόν ἀπομακρύνομε ἀπό τή ζωή μας ἀπό τό νά τόν σταυρώνομε; Τό ἴδιο δέν εἶναι ἄν τό καλοσκεφθοῦμε;

            Ἡ παραβολή τελειώνει μέ ἕνα ἐρώτημα:

            -Τί θά κάνει ὁ Θεός σ’ αὐτούς τούς ἐργάτες;

            Ἀπάντησαν οἱ φαρισαῖοι:

            -Κακούς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς. Καί τόν ἀμπελώνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς.

            Τί σημαίνει αὐτό;

            Σημαίνει ὅτι ἄν φερθοῦμε ἀνάλογα δέν θά ἔχομε καμία θέση στήν αἰώνια ζωή. Στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

            Κάποτε, κατά τήν Τουρκοκρατία, οἱ Ὀθωμανοί ἔκαναν μεγάλο διωγμό ἐναντίον τῶν τῶν χριστιανῶν. Σέ ὅλη τήν αὐτοκρατορία τους. Ἤθελαν νά σφάξουν ὅσο τό δυνατόν περισσότερους χριστιανούς,  γιά νά μείνει τό κράτος καθαρά ὀθωμανικό. Ἔτσι νά μήν ὑπάρχει περίπτωση νά ἀπαιτήσουν οἱ ἄλλες δυνάμεις σεβασμό τῶν θρησκευτικῶν δικαιωμάτων τῶν χριστιανῶν, οὔτε νά γίνει κάποιο κίνημα ἀπό τούς ὑποδούλους.

            Σέ μιά πόλη συνέλαβαν ἑκατοντάδες χριστιανούς καί τούς ἔθεσαν τό φοβερό δίλημμα:

            Ρωτοῦσαν ἕναν-ἕνα:

            -Πιστεύεις στόν Χριστό; Εἶσαι χριστιανός;

            -Ναί.

            -Τόν ἀρνεῖσαι τόν Χριστό καί γίνεσαι μουσουλμάνος;

            -Ὄχι!

            Μία μέ τό σπαθί καί κάτω.

            Ἀφοῦ ἔσφαξαν ἀρκετές ἑκατοντάδες, ἔφτασαν σέ ἕνα πού  εἶχε δειλιάσει. Ἔτρεμε ὁλόκληρος.

            Τόν ρωτᾶνε:

            -Τόν ἀρνεῖσαι τόν Χριστό καί γίνεσαι μουσουλμάνος;        Θυμόταν τήν μαχαιριά, καί βλέποντας τόν θάνατο εἶπε:

            -Ναί, ναί, τόν ἀρνοῦμαι.

            Τόν ρωτᾶ ὁ Τοῦρκος πού ἦταν ἐκεῖ.

            -Δέν μοῦ λές. Ἄν ἀγαποῦσες τόν Χριστό καί σέ σφάζαμε, ποῦ θά πήγαινες;

            -Στόν Παράδεισο· μέ τούς ἁγίους.

            -Καί τώρα, πές μου, ἅμα πεθάνεις πού θά πᾶς;

            Βούρκωσαν τά μάτια του. Γιατί ὑπάρχει καί ἡ συνείδηση.   Βούρκωσαν τά μάτια του καί κοίταξε μέ ἀγωνία.

            Ἀλλά πρίν προλάβει νά ἀπαντήσει, ὁ Τοῦρκος τοῦ εἶχε δώσει μιά μέ τό γιαταγάνι του, καί τό κεφάλι τοῦ δύστυχου ἀρνητή εἶχε φύγει ἀπό τούς ὤμους του.

Μήν παίρνομε τή ζωή στά ἀστεῖα

            Στήν ἱστορία πού ἀκούσαμε, «ἀπωλέσθηκε κακῶς» ὁ ἀρνητής ἀπό τήν μαχαιριά πού τοῦ ἦλθε ἀπό ἕναν ἄνθρωπο ἄπιστο. Πού εἰρωνευόταν τόν Χριστό καί δέν τόν πίστευε.

            Φυσικά ἡ τιμωρία θά μποροῦσε νά ἔλθει μετά ἀπό χρόνια. Αὐτό δέν ἔχει σημασία.

            Ὅμως τό ἐρώτημα μένει:

            Τί θά κληρονομήσει ὁ ἄνθρωπος πού ἀρνήθηκε τόν Χριστό; Πού τόν ἔβγαλε ἀπό τή ζωή του; Τί τόν περιμένει;

            Ὅταν ἄκουσαν οἱ Ἑβραῖοι τήν κρίση καί τήν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ πού εἶναι: «κακούς κακῶς ἀπωλέσει αὐτούς καί τόν ἀμπελώνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσι τούς καρπούς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν», εἶπαν στόν Χριστό:

            -Μή γένοιτο. Μή γένοιτο. Θεός φυλάξοι. Ποτέ νά μήν γίνει τέτοιο πράγμα.

            Ἀλλά γιά νά μήν γίνει χρειάζεται ἐπιστροφή καί μετάνοια. Χρειάζεται σκέψη σοβαρή. Χρειάζεται ἔλεγχος τοῦ ἑαυτοῦ μας. Χρειάζεται νά μήν παίρνομε τή ζωή στά ἀστεῖα. Γιατί διαφορετικά ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα, θά κυλιόμαστε περισσότερο στήν ἁμαρτία.

            Καί ἡ ἁμαρτία θά μᾶς ἀπομακρύνει ἐντελῶς ἀπό τόν Θεό.

            Ὁ Θεός νά μᾶς δώσει φώτιση, πίστη, δύναμη καί διάθεση νά τηροῦμε μέ δυναμισμό τό θέλημά του καί νά ἀποδίδομε τούς καρπούς.

            Νά τοῦ ἀποδίδομε δηλαδή εὐγνωμοσύνη, εὐχαριστία, δοξολογία, λατρεία, θυσία καί προσφορά. Ἀμήν.-

                              Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 6/9/1998.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration