Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Η΄ Κυριακής του Ματθαίου, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο ΧΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΑΚΙΣΧΙΛΙΩΝ

(Ματθ. 14, 14-22)

«Ὅταν φεύγετε ἀπό κοντά μου, δέν ἡσυχάζω», λέει ὁ Χριστός

 

Δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνᾶμε, ὅτι ὅταν ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία λατρεύοντας καί προσκυνώντας τόν Χριστό, δέν ἐρχόμαστε νά τοῦ δώσουμε κάτι, ἀλλά νά τοῦ ζητήσομε καί νά πάρομε κάτι. Καί αὐτό τό «κάτι» εἶναι ἡ ἀγάπη του καί ἡ εὐλογία του. Ἀγάπη καί εὐλογία γιά τόν Θεό εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Ὅπως γιά ἕνα πατέρα, ἡ ἀγάπη του καί ἡ εὐλογία του –ἡ καλή του διάθεση- γιά τό παιδί του, εἶναι τό πρῶτο καί τό κύριο. Καί γιά τόν κάθε ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη πού ἀπολαμβάνει ἀπό τούς ἄλλους, εἶναι τό μεγαλύτερο καί τό οὐσιωδέστερο. Γι’ αὐτό λέμε ἐκείνη τήν ὄμορφη παροιμία: «Ὁ λόγος σου μέ χόρτασε. Τό φαΐ σου φᾶτο». Ὅταν δηλαδή δοκιμάζομε καί συναντᾶμε ἀγάπη οὔτε περιποίηση θέλομε, οὔτε φαΐ, οὔτε πιοτό, οὔτε τίποτε. Γεμίζει ἡ καρδιά. Καί ὅταν γεμίζει ἡ καρδιά, γεμίζει ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος. Στήν Ἐκκλησία ἐρχόμαστε νά ἀπολαύσομε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν τήν ἔχομε καί τήν κερδίζομε, δέν ζητᾶμε τίποτε ἄλλο. Καί ξέρομε ὅτι οἱ ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης Του εἶναι πολλές.

Λέγει ὁ Χριστός λόγια παρήγορα. Λόγια γεμάτα στοργή…

Ὅταν ἕνας τσοπάνης χάσει ἕνα πρόβατο, ἀφήνει τά ὑπόλοιπα πρόβατά του μέσα στό μαντρί καί ψάχνει νά βρεῖ τό χαμένο πρόβατο. Καί ὅταν τό βρεῖ τό παίρνει στόν ὦμο του καί τό φέρνει κοντά στά ἄλλα. Θέλει νά πεῖ, ὅτι αἰσθάνεται ὅτι τοῦ λείπει. Καί γι’ αὐτό ὑποβάλλεται σέ κόπους καί σέ θυσίες.

Καί πάλι ἔλεγε: Ὅταν μιά γυναίκα χάσει στό σπίτι της μέσα μιά δραχμή, ἀναστατώνει ὅλο τό σπίτι, νά τήν βρεῖ. Καί ὅταν τήν βρεῖ χαίρει καί φωνάζει τίς γειτόνισσες καί τίς φιλενάδες της. «Ἐλᾶτε νά χαροῦμε βρῆκα τήν χαμένη μου δραχμή».

Λένε οἱ ἀπόστολοι καί οἱ πατέρες, ἑρμηνεύοντας τά λόγια τοῦ Χριστοῦ:

Δέν μίλαγε γιά πρόβατα. Οὔτε γιά φραγκάκια χαλκωματένια ἤ ἀσημένια. Ἀλλά μιλοῦσε γιά μᾶς, γιά τούς ἀνθρώπους. Κάτω ἀπό τόν τσοπάνη καί ἀπό τήν καλή νοικοκυρά κρύβεται ὁ ἴδιος, ὁ Χριστός. Καί θέλει νά μᾶς πεῖ: «Ὅταν αἰσθανθῶ ὅτι κάποιος ἔφυγε ἀπό κοντά μου, ἐγώ δέν ἡσυχάζω».

Ἐρώτημα: Πῶς χάθηκε ἡ «ἀπολλωμένη δραχμή»;

Ἡ δραχμή, μή ἔχοντας ψυχή, ὄντας χωρίς θέλημα, χάθηκε χωρίς δική της αἰτία. Καί τό πρόβατο, χωρίς λογική καί χωρίς συνείδηση ἀνθρώπινη, γιά τό καλό καί τό κακό, καί αὐτό χάθηκε χωρίς δική του εὐθύνη καί αἰτία. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἕνας πού φεύγει ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ, φεύγει μέ δική του εὐθύνη καί μέ δική του αἰτία. Ὁ ἴδιος φταίει.

Σέ μᾶς, ὅταν κάποιος μᾶς φταίει, μᾶς κάνει καί ἀγανακτοῦμε καί ὀργιζόμαστε. Δέν θέλομε νά τόν βλέπομε μπροστά μας. Καί ὅταν τόν ἰδοῦμε θέλομε νά τόν βρίσομε καί εἰ δυνατόν καί νά τόν τιμωρήσομε. Νά τοῦ δείξομε μέ ὅλους τούς τρόπους πού διαθέτομε, τήν ἀπέχθειά μας. Ἀλλά ὁ Χριστός λέει:

«Ὅταν ἕνας πατέρας θυμώσει πολύ μέ τό παιδί του, τό ἀποπαιδίζει. Τό ἐγκαταλείπει. Τό βγάζει ἀπό τήν ἀγάπη του καί ἀπό τό σπίτι του». Καί συνεχίζει μιλώντας γιά τόν ἑαυτό Του: «Καί ἄν ἀκόμα ἕνας πατέρας ἐγκαταλείψει καί ξεχάσει τό παιδί του· καί μία μητέρα σταματήσει νά ἀγαπάει τό παιδί της σάν μητέρα, καί τό ἀπεχθάνεται καί τό μισεῖ, καί δέν θέλει νά τό δεῖ… ἔστω καί ἄν ὑπάρξει τέτοια περίπτωση, ἐγώ ποτέ δέν θά σᾶς ἐγκαταλείψω καί ποτέ δέν θά σᾶς ξεχάσω».

Τί χειρότερο νά ἔκανε ὁ ἄνθρωπος ἀπό κεῖνα πού ἔκανε ὁ Ἀδάμ μέσα στόν Παράδεισο;

Τί χειρότερο νά κάνει ἀπό ἐκεῖνο πού ἔκανε ὁ Κάιν πού σκότωσε τόν ἀδελφό του;

Τί χειρότερο νά ἔκανε ἀπό τούς ἀνθρώπους τήν ἐποχή τοῦ Νῶε; Πού ξέχασαν Χριστό καί Θεό, καί κοίταζαν μόνο τήν διασκέδασή τους, τό γλέντι τους, τό φαΐ τους καί τό πιοτό τους;

Τί χειρότερο νά ἔκανε ἀπό ἐκεῖνα πού ἔκαναν οἱ Σοδομῖτες;

Παρά ταῦτα ὁ Χριστός λέει: «καί ἄν σᾶς ξεχάσουν ὁ πατέρας σας καί ἡ μητέρα σας, ἐγώ δέν θά σᾶς ξεχάσω ποτέ».

Νά ἐκτιμήσομε τήν ἀγάπη Του

Καί κατέβηκε ὁ Χριστός, ὁ Θεός καί Πατέρας μας στόν κόσμο καί ἔψαξε νά μᾶς βρεῖ. Πῶς ἔψαξε νά μᾶς βρεῖ;

Τρέχοντας συνεχῶς, μιλώντας συνεχῶς γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί δείχνοντας συνεχῶς μέ τά ἔργα του τά καλά καί τά θαύματα τό ἐνδιαφέρον του καί τήν στοργή του, γιά ἐκείνους  πού οἱ ἄνθρωποι τούς ἔχουν περιθωριακούς. Γιά ἕνα δαιμονισμένο, γιά ἕνα παράλυτο, γιά ἕνα λεπρό, γιά ἕνα στραβό. Καί γιά ἐκείνους πού τούς ἔχουμε μόνο γιά τόν τάφο. Γιά ἕνα πεθαμένο. Καί ἀνάστησε πεθαμένους.

Ἔψαχνε νά βρεῖ ἀφορμή νά μᾶς δικαιολογήσει καί νά δείξει τήν ἀγάπη του. Καί πού τήν ἔδειξε τήν ἀγάπη του; Σταυρώθηκε γιά μᾶς. Ἔγινε θυσία γιά μᾶς. Τί τόν ἔκανε τόν Χριστό νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς; Ἕνα μόνο. Ἡ ἀγάπη του. Ἀπό ἀγάπη γιά μᾶς, σταυρώθηκε γιά μᾶς.

Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐσύ ἦλθες στόν κόσμο καί σταυρώθηκες, ὁ Θεός τῆς δόξης γιά μένα τόν ἁμαρτωλό. Γιά νά μοῦ δείξεις τήν ἀγάπη σου. Τό κατάλαβα. Καί ἀφοῦ τό κατάλαβα, σέ ἀγαπῶ καί ἐγώ. Καί θέλω καί ἐγώ, νά σοῦ δείξω τήν ἀγάπη μου. Ἀξίωσέ με, ὅπως ἔχυσες ἐσύ τό αἷμα σου γιά μένα, νά χύσω καί ἐγώ τό αἷμα μου γιά σένα. Ὅπως πέθανες ἐσύ γιά μένα, νά πεθάνω καί ἐγώ γιά σένα.

Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, φεύγει μέ δική του κρίση, μέ δική του γνώμη, μέ δική του ἀπόφαση καί μέ δική του εὐθύνη· γι’ αὐτό καί μέ δική του ἐνοχή. Καί ἔρχεται ὁ Χριστός καί γίνεται θυσία ἀπάνω στό Σταυρό. Καί μέ τό αἷμα του, μᾶς πλένει ἀπό τήν ἐνοχή μας ἀπό τήν εὐθύνη μας, ἀπό τήν ἁμαρτία μας. Ὅμως ἀδελφοί μου, μένει γιά μᾶς ἕνα χρέος. Ποιό εἶναι τό χρέος; Νά ψάχνομε, νά βροῦμε τόν τρόπο, μέσα μας, νά ἀγαπήσομε τόν Χριστό γιά ἐκεῖνα πού μᾶς ἔκανε. Καί νά τοῦ ἀνταποδώσομε καί ἐμεῖς κάτι γιά τήν ἀγάπη του.

Ἄς κάνομε μερικές πικρές ἐρωτήσεις.

Ὁ ἄσωτος υἱός, γιά τόν ὁποῖο μιλάει τό Εὐαγγέλιο, ἦταν τό μικρότερο παιδί ἑνός καλοῦ Πατέρα μαζί μέ τόν ἄλλο τόν πρεσβύτερο γυιό. Φυσικά καί τά δυό, εἶχαν ὅλα τους τά καλά, μέσα στό σπίτι τοῦ πατέρα τους. Ὁ ἕνας πήγαινε καλά, ὁ ἄλλος δέν τοῦ ἄρεσε, ἀλλιῶς τά ἤθελε. Καί ἐπειδή μέσα στό σπίτι τοῦ πατέρα του, δέν θά ἔκανε ἐκεῖνα πού ἤθελε, ξεπόρτησε. Πῶς ξεπόρτησε;

Ἀφοῦ πρῶτα φόρεσε τό προσωπεῖο της ἀναισχυντίας, ὅπως κάνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅταν ξεπορτίζουν ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Πού ντύνονται τήν ἀναίδεια καί τήν ἀναισχυντία. Καί εἶπε στόν πατέρα του: «Πατέρα, ἐκεῖνα πού θά μοῦ ἔδινες καί ἄλλα μερικά πού μοῦ χρωστᾶς φέρτα μου τώρα, γιατί ἐγώ θέλω νά γλεντήσω, μέ τόν δικό μου τρόπο».

Καί τά πῆρε μ’ αὐτό τόν τρόπο, ἔφυγε καί πῆγε νά τά γλεντήσει. Καί γλέντησε. Ἀλλά κάποια ἡμέρα κατάλαβε ὅτι ἡ συμπεριφορά του καί ὁ δρόμος του, ἦταν λαθος. Καί πῆρε τήν ἀπόφαση νά μή καταστραφεῖ μιά γιά πάντα. Ἀλλά νά διορθωθεῖ ἔστω καί μέ λίγη ταπείνωση. Καί ἀποφάσισε νά γυρίσει κοντά στόν Πατέρα του. Πῶς γυρίζει ὁ ἄνθρωπος κοντά στόν πατέρα του;

Τά λέμε ἀδελφοί μου, γιατί ὅλοι μας φταῖμε, ὅλοι μας σφάλλομε, ὅλοι μας κάνομε λάθη. Καί ὁ δρόμος μέ τόν ὁποῖο ὅλοι κάνομε τά λάθη μας εἶναι γνωστός. Νά τό ποῦμε ἁπλά.

-Νά πᾶμε στήν Ἐκκλησία σήμερα Κυριακή;

-Ἔλα μωρέ, τώρα θά λιγωθοῦμε κειπέρα μιά ὥρα ὀρθοστασία. Ἤ ἔστω καί γιά νά ἀκοῦμε καί τά μουρμουρίσματα τοῦ παπά καί τῶν ψαλτάδων. Δέν βαρυέσαι. Κάτσε νά πιοῦμε τόν καφέ μας… Ἤ,

Ἀντί νά πάω στήν Ἐκκλησία, καλύτερα νά βγῶ στό μπαλκονάκι μου, νά πάρω λίγον ἀέρα τώρα καλοκαίρι.

Αὐτά τά λόγια ἀδελφοί μου, αὐτές οἱ σκέψεις οἱ ἐσωτερικές, ἅμα τίς ἀναλύσομε εἶναι λίγη ἀναίδεια ἀπέναντι τοῦ Πατέρα μας τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς;

Εἶναι σάν νά τοῦ λέμε: «Δέν μοῦ χρειάζεσαι. Ἔχω καλύτερο τρόπο νά ἀξιοποιήσω ἐγώ τή ζωή μου, ἀπό ὅτι κοντά σου».

Ποιά εἶναι ἡ σωστή ἀπόφαση;

-Εἶναι Κυριακή! Ὤ Θεέ μου. Θά ρθῶ καί ἐγώ νά σοῦ δείξω γιά λίγο ὅτι σέ ἀγαπάω. Ἐσύ κατέβηκες ἀπό τόν οὐρανό γιά μένα. Καί ἐγώ δέν θά περπατήσω ἀπό τό σπίτι μου, νά ρθῶ στήν Ἐκκλησία σου, κοντά σου, γιά νά σοῦ πῶ ἕνα «εὐχαριστῶ»; «Δόξα νἄχεις Θεέ μου, πού ἔφερες πάλι τήν ὥρα  τῆς προσευχῆς», ὅπως λέει μία εὐχή, μέσα στή λατρεία μας. «Σέ εὐχαριστοῦμε Θεέ μου, πού μᾶς φώτισες καί μᾶς ἔδειξες τό δρόμο καί μᾶς ἔφερες ὅλους ἐδῶ, στήν Ἐκκλησία τήν ὥρα τῆς προσευχῆς. Νά σέ δοξολογήσομε, νά σέ ἐπικαλεστοῦμε, νά σοῦ δείξομε ὅτι σέ ἔχομε Πατέρα καί Κύριό μας».

Εἶναι τόσο μεγάλη αὐτή ἡ θυσία; Ἀξίξει ὅσο ἐκεῖνο πού ἔκανε ὁ Χριστός γιά μᾶς; Ἀξίζει τίποτα μπροστά σ’ ἐκεῖνο πού λέγει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς; Καί τό ἔκανε ἔργο; Πού πέθανε γιά τόν Χριστό;

Ἕνα ἄλλο παράδειγμα.

-Τί εἶναι σήμερα; Παρασκευή. Νηστεύομε.

-Ἔλα τώρα. Δέν πειράζει λίγο τυράκι καί λίγο μεζεδάκι. Τί ἀλλάζει δηλαδή;

-Μά δέν ἀλλάζει τίποτε! Φυσικά μερικές θερμίδες, θά πάρεις καί μερικές βιταμίνες. Ὅπως καί ἄν τίς πάρεις, τί πιά; Μά εἶναι ἕνα «πιά».

-Ἔ, δεῖξε λίγο σεβασμό στόν Χριστό, πού Παρασκευή σταυρώθηκε γιά μᾶς. Καί πές: «Χριστέ μου, ὅτι καί νἆταν νά βάλλω στό στόμα μου, τό καλύτερο μέλι τοῦ κόσμου, πού νά τὄχα μόνο γι' αὐτή τήν ἡμέρα μπροστά μου, καί νά μή τό συναντοῦσα ποτέ πιά, γιά σένα δέν θά τό φάω. Γιατί ἐσύ σταυρώθηκες γιά μένα».

Τί θέλομε νά ποῦμε μ’ αὐτά τά ψιλικατζίδικα; Θέλομε νά ποῦμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά χαλάει ἀπό «ψιλικατζίδικα». Καί ἅμα φτάσει νά χαλάσει καί στά «χονδρικά», τότε, ὦ Θεέ μου, πόση εἶναι ἡ βλάβη! Καί πρέπει νά γυρίσει πολύ πιό δυναμικά κοντά στόν Χριστό.

Πρῶτα νά φᾶνε καί μετά νά φύγουν

Γιά νά μᾶς τό δείξει ἀκόμα περισσότερο ὁ Χριστός, ὅτι κοντά του δέν χάνομε ποτέ, βρέθηκε μᾶς λέει τό σημερινό Εὐαγγέλιο σέ μιά ἔρημο. Ἐκεῖ μαζεύτηκαν ἄνθρωποι πολλοί. Πέντε χιλιάδες ἄνδρες, πολλές γυναίκες, ὁ Θεός ξέρει πόσες. Ἀκούγανε ὅλη τήν ἡμέρα τό λόγο του. Ὄχι ἕνα τεταρτάκι καί νά ἀγανακτοῦνε. Στό τέλος, πᾶνε οἱ μαθητές καί τοῦ λένε:

-Πέσ’ τους νά φύγουν, νά πᾶνε κάπου, θά νυχτώσει. Τί θά γίνουν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι;

Λέει ὁ Χριστός:

-Γιατί νά φύγουν; Πρῶτα νά φᾶνε καί μετά νά φύγουν.

-Τί νά φᾶνε Χριστέ μου;

-Δέν ἔχομε;

-Δέν ἔχομε, λένε. Πέντε ψωμιά καί δύο ψάρια.

Ὄχι ἀντίδωρο, ψιχουλάκι θά ἔπρεπε νά πάρουν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι, ἀπό πέντε ψωμιά.

-Φέρτε τά ἐδῶ καί ἔννοια σας.

Τά πηγαίνουν καί ἀρχίζει ὁ Χριστός καί κόβει. Παίρνουν οἱ ἴδιοι καί μοιράζουν καί τί παράξενο!  Δέν τελειώνουν. Ἔφαγαν ὅλοι, χόρτασαν ὅλοι καί περίσσεψαν περισσότερα. Δώδεκα καλάθια. Περισσότερα ἀπό ἐκεῖνα πού εἶχαν στήν ἀρχή. Πῶς ἔγινε; Ἔγινε μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Γιά μᾶς ἀδελφοί μου, ὑπάρχουν δυσκολίες. Γιά τόν Θεό δέν ὑπάρχει δυσκολία.

Γιά μᾶς ὑπάρχουν ἀδιέξοδα. Γιά τόν Θεό δέν ὑπάρχει ἀδιέξοδο. Κανένα.

Γιατί εἶναι πάνσοφος, πανάγαθος, καί παντοδύναμος.

Γι' αὐτό καί μᾶς διδάσκει μέ τό σημερινό Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός, ὅτι εἶναι χίλιες φορές καλύτερα νά ἐλπίζει ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό, παρά νά δουλεύει σάν βόιδι καί σάν ταῦρος. Παρά νά δουλεύει μέ το σκληρότερο τρόπο. Τόν κόπο καί τή δουλειά τῆς Κυριακῆς, πού ἔπρεπε νά εἶναι ἀφιερωμένη στήν λατρεία τοῦ Θεοῦ, τόν παίρνει ὁ ἀέρας· χάνεται.

Γιατί ὁ Χριστός ἔδωσε στούς ἀνθρώπους νά φᾶνε;

Τούς ἔδωσε νά φᾶνε ψωμί. Γιά τό σῶμα. Θέλοντας νά μᾶς δείξει τήν φροντίδα του, γιά τήν τροφή τοῦ σώματος. Δική του φροντίδα εἶναι. Γιατί εἶναι πατέρας μας, δέν μᾶς ἀφήνει ποτέ ἀνεπιμέλητους, ἀφρόντιστους, μοναχούς μας. Ἀλλά ὁ Χριστός μᾶς διδάσκει, ὅτι δέν εἴμαστε μόνο σῶμα. Ἔχομε καί ψυχή. Δέν ζοῦμε μόνο ἐδῶ. Ἀλλά ἔχομε καί αἰώνια ζωή.

Καί ὅπως μᾶς δίνει τροφή γιά τό σῶμα, μᾶς δίνει καί τροφή γιά τήν ψυχή. Καί ὅπως μᾶς δίνει λογική καί ἐξυπνάδα, γιά νά κυβερνήσομε τήν ζωή μας ἐπάνω στή γῆ, ἔτσι μᾶς δίνει καί πίστη καί τό θέλημά του καί τό λόγο του, γιά νά κυβερνήσομε τήν ζωή μας πρός τήν αἰώνια ζωή.

Καί μᾶς λέγει λοιπόν ὅτι, τροφή γιά τήν ψυχή εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τροφή γιά τήν ψυχή εἶναι ἡ προσευχή, τροφή γιά τήν ψυχή εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ὑπακοή στό λόγο τοῦ Θεοῦ. Καί πάνω ἀπό ὅλα, τροφή γιά τήν ψυχή εἶναι τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ἁμαρτία καί μᾶς δίνει τήν αἰώνια ζωή. Γι’ αὐτό σταυρώθηκε ὁ Χριστός. Γιά νά τό τρῶμε τό σῶμα του «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».

Ἐρώτημα τώρα:

-Πόσες ἡμέρες κάνεις χωρίς φαγητό;

-Ἡμέρες; Μά τί λές;

-Κάνεις ἀπό τό πρωί μέχρι τό μεσημέρι ἀγόγγυστα χωρίς φαγητό; Ἤ ἀρχίζεις καί γκρινιάζεις; Θεία Κοινωνία, τροφή τῆς ψυχῆς σου, ἀπό ποτέ ἔχεις νά πάρεις; Ἀπό πότε; Πόσα χρόνια; Ὅταν ἡ κοιλιά σου σέ κόψει, χαλᾶς τόν κόσμο. Ὅταν ἡ ψυχή κλαίει, καί φωνάζει, ὅτι θέλει κάποια τροφή, φάρμακο ἀθανασίας, τροφή γιά τήν ἀθανασία, τί κάνεις;

Δέν ἔπρεπε νά ὀλιγωροῦμε στό θέμα αὐτό ποτέ καί γιά τίποτα. Ἦρθε ἡ νηστεία τῆς Παναγίας μας. Δεκαπέντε ἡμέρες ἡ Παναγία, νήστευσε γιά τήν ψυχή της. Νά ἔχει καλό θάνατο. Νά τήν πάρει ὁ Χριστός κοντά του. Ἡ Παναγία. Δεκαπέντε ἡμέρες νήστευσε αὐστηρά. Ἐμεῖς πόσες πρέπει νά νηστεύομε;

Τουλάχιστον νά μιμηθοῦμε τήν Παναγία. Νά νηστεύσομε ὅπως ἐκείνη. Καί νά ἀναζητήσομε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Γιά νά θεραπευτοῦμε.

Νά δειχθοῦμε ἔξυπνοι, μέ τό μυαλό πού μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστός. Νά κάνομε τίς δουλειές μας σωστά. Ἀποδοτικά. Κατά προτεραιότητα.

Ἀλλά νά εἴμαστε ἔξυπνοι καί μέ τό φῶς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς τό ἔδωσε ὁδηγό γιά τήν ψυχή μας καί γιά τήν αἰώνια ζωή. Νά κυβερνήσομε καλά τήν πνευματική μας ζωή ἐπάνω στή γῆ, τρέφοντάς την μέ τήν ἐξομολόγηση, μέ τήν τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, μέ τήν προσευχή, μέ τή νηστεία, μέ τά καλά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς καλωσύνης. Καί πρό παντός, μέ ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο ὁ Χριστός εἶπε ὅτι εἶναι πάνω ἀπό ὅλα. Τό σῶμα του καί τό αἷμα του. Μέ τήν Θεία Κοινωνία. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου.

 

Ὁμιλία στή Ράχη στίς 25/7/2004

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration