Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Η΄ Κυριακής του Ματθαίου, Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Πρωταρχικό ἡ σωστή τοποθέτηση

Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία μέ τό στόχο νά προσκυνήσομε τόν Κύριο. Καί νά τοποθετήσομε ἀπέναντί του, τόν ἑαυτό μας.             Εἴμαστε λοιπόν ὑποχρεωμένοι, πρίν ἔλθομε στήν Ἐκκλησία καί ὅταν εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία νά κάνομε τόν λογισμό:

Τί εἶναι ὁ Χριστός; Τί εἶναι ὁ Πατέρας μας;

Τί εἴμαστε ἐμεῖς;

Ποιά σχέση ἔχομε μαζί του;

Εἶναι κάτι ἀνάλογο μέ αὐτή πού ἔχομε μέ ἕνα συγγενή μας; Μέ τόν δήμαρχο; Μέ κάποιον συμπολίτη;

Ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ τόν Χριστό;

            Ἄν δέν τοποθετήσομε σωστά τό μυαλό μας καί τήν καρδιά μας ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τότε οὔτε ξέρομε τί ζητᾶμε στή ζωή μας, οὔτε τί πρέπει νά ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό· οὔτε ποτέ εἴμαστε σωστοί ἀπέναντί του.

Ἡ σωστή τοποθέτηση εἶναι:

            Ὁ Θεός εἶναι Δημιουργός τοῦ κόσμου καί δημιουργός δικός μας. Ὁ κόσμος ὅλος καί ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἕνα κομμάτι ἀπό τό ἔργο του, ἀπό τήν περιουσία του, ἀπό τά δικά του.

Ἐμεῖς, ὅλοι μαζί καί ὁ καθένας χωριστά, εἴμαστε κάτι πού τό ἔφτειαξε καί τό δημιούργησε. Κάθε ἄνθρωπος, ὑπάρχει γιατί τό θέλει ὁ Θεός καί θά ὑπάρχει ὅσο Αὐτός τό θέλει.

Σέ ἕνα μόνο ἔχει ἄνεση καί ἐλευθερία:

Ἔχει ἐλευθερία συνειδήσεως καί μπορεῖ, ὁ κάθε  ἄνθρωπος, νά τοποθετεῖται ἀπέναντί Του θετικά ἤ νά Τόν ἀρνεῖται.

Νά τοῦ λέγει: «σέ ἀναγνωρίζω καί σέ πιστεύω». Ἀλλά καί νά τοῦ λέει: «σέ ἀγνοῶ». Ἤ ἀκόμη περισσότερο: «σέ ἀποστρέφομαι καί σέ μισῶ. Δέν θέλω οὔτε νά σέ θυμᾶμαι».

Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἡ ἁγιότερη καί ἱερότερη σκέψη πού κάνει ὁ ἄνθρωπος,  μέσα στίς τόσες πού περνᾶνε ἀπό αὐτό τό ὄργανο πού μᾶς χάρισε ὁ Θεός καί λέγεται μυαλό καί σκέψη, εἶναι νά σκεπτόμαστε τί εἶναι ὁ Θεός καί τί εἴμαστε ἐμεῖς ἀπέναντί του.         Καί συνεπῶς, πῶς πρέπει νά τόν βλέπομε, πῶς νά τοῦ φερόμαστε, πῶς νά τόν παρακαλοῦμε, πῶς νά αἰσθανόμαστε ὅταν εἴμαστε σέ δύσκολες περιστάσεις. Καί πῶς νά τοῦ μιλᾶμε.

Ὅταν διαβάζομε τό ἅγιο Εὐαγγέλιο δηλαδή τόν λόγο του, βρίσκομε ἐκεῖ μέσα, λέει ἕνας ἅγιος, τά μυστικά τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στό Εὐαγγέλιο, μᾶς λέει ἐκεῖνα πού θέλει. Ἐκεῖνα πού εἶναι τά κατάλληλα γιά μᾶς, ἐκεῖνα πού ἀπαιτεῖ ἀπό ἐμᾶς.  Τό κάθε εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα εἶναι ἕνα μικρό ἔναυσμα γιά τέτοιες σκέψεις.

Εἶναι ἀπό τό δικό μου χέρι

Λέει τό σημερινό Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Χριστός ἦταν σέ μιά ἐρημική περιοχή καί ἔκανε κήρυγμα. Πέρασε ἡ ὥρα καί φυσικά, χρειάστηκε κάτι νά φᾶνε οἱ ἄνθρωποι πού ἦταν γύρω του.

Καί ὁ Χριστός εἶπε στούς μαθητές του:

-Τί ἔχετε ἐδῶ; Φέρτε τα νά τά δῶ.

Τοῦ πῆγαν πέντε ψωμιά καί δύο ψάρια. Ὁ Χριστός τά εὐλόγησε τά ἔκοψε κομμάτια καί εἶπε:

-Μοιρᾶστε στόν κόσμο νά φᾶνε.

Ἦταν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι χωρίς τίς γυναῖκες καί τά παιδιά. Ἔφαγαν ὅλοι καί χόρτασαν. Τί σημαίνει αὐτό;

Γιά μᾶς, δέν γίνονται τέτοια πράγματα.

Ἔχομε πέντε ψωμιά; Αὐτά εἶναι!

Δυό ψάρια; Αὐτά εἶναι!

Πόσοι μποροῦν νά φᾶνε; Λίγοι! Μετρᾶ ἕνας χριστιανός, μετρᾶ καί ἕνας ἄθεος, ἐξ  ἴσου τούς βγάζουν. Γιατί εἶναι ζήτημα πιάτου.

Μά ὁ Χριστός λέει:

-Δῶστε τους νά φᾶνε. Εἶναι ἀπό τό δικό μου χέρι.

Ἐκεῖνος πού ἔφτειξε τήν γῆ καί τό σιτάρι, ἔχει τήν δύναμη νά φτειάχνει τσουβάλια σιτάρι, φούρνους ψωμί, τόννους ψωμί καί χιλιάδες ψάρια.

«Καί ἔφαγον πάντες καί ἐχορτάσθησαν».

Κάθε φορά πού ὁ Θεός κάνει κάτι, ἐνεργεῖ κάτι, ἐμεῖς στεκόμαστε μέ τά χέρια σταυρωμένα. Καί μέ τόν νοῦ μας στή σκέψη ὅτι ὁ Παντοδύναμος ὁ Θεός πού ἔφτειξε τήν γῆ, ὁλόκληρο τόν κόσμο καί ἐμᾶς, ἐπειδή ἔτσι  τό θέλησε, ἀπό τήν καλωσύνη του, μπορεῖ νά φτειάξει καί ὅτι ἄλλο θέλει. Καί νά τά ρυθμίσει ὅλα ὅπως θέλει.

Λίγο πιό κάτω λέει τό Εὐαγγέλιο, ὅτι οἱ ἀπόστολοι μπῆκαν σ’  ἕνα καραβάκι καί ξανοίχτηκαν στή θάλασσα. Μά τούς ἔπιασε μιά τρικυμία, πού δέν εἶχαν ξαναδεῖ τέτοιο πράγμα.

Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά κάνομε τίποτε. Μπροστά σέ ἕνα τσουνάμι καί σέ μιά θύελλα, αἰσθανόμαστε ἐντελῶς ἀδύναμα ἀνθρωπάκια. Ὅμως ἐκεῖνος πού προηγουμένως ἔφτειαξε ψωμί καί ἔφαγαν πέντε χιλιάδες ἄνδρες, περπατοῦσε πάνω στά νερά τῆς θάλασσας καί θέλησε μάλιστα  νά προσπεράσει τό ἑτοιμόροπο καραβάκι τῶν μαθητῶν.

Τί φανερώνουν αὐτά τά θαύματα;

Ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ εἶναι πάνω ἀπό τά δικά μας ἀδιέξοδα καί ἀπό τά κύματα πού μᾶς καταποντίζουν. Πάνω ἀπό τήν γῆ, πάνω ἀπό τούς προϋπολογισμούς, πάνω ἀπό τούς ἀνέμους, πάνω ἀπό ὅλα ὅσα ὑπάρχουν.

Καί πάνω ἀπό τήν πραγματικότητα.

Ὅπως ἦταν πάνω ἀπό τήν πραγματικότητα, ὅτι μέ πέντε ψωμιά ἔφαγε πλῆθος κόσμου καί περίσσευσαν δώδεκα κοφίνια. Πέντε χιλιάδες ἦταν μόνο οἱ ἄνδρες, «ἐκτός γυναικῶν καί παιδίων», οἱ γυναῖκες καί τά παιδιά μπορεῖ νά ἦταν περισσότεροι, ὅπως συμβαίνει συνήθως καί σήμερα στίς Ἐκκλησίες καί στά κηρύγματα.

Ὄχι μόνο τούς προϋπολογισμούς

Τί σημαίνει αὐτό;

Σημαίνει ὅτι ἅμα πιστεύσω στό λόγο τοῦ Θεοῦ, ἅμα παίρνω ἀπό τό χέρι του, μπορῶ νά κάνω κάποια πράγματα πού δέν τά σηκώνει οὔτε ἡ φύση, οὔτε τό φρόνημα τοῦ κόσμου. Μπορῶ νά πῶ, λέει ὁ Χριστός, στό ὅποιο «βουνό» «περπᾶτα» καί νά περπατήσει.

Στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν περιπτώσεις πού περπάτησαν βουνά. Εἶναι γνωστό τό θαῦμα πού ἔκανε ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἰωακείμ. Εἶπε στό βουνό «περπᾶτα» καί περπάτησε. Τό ἔκανε γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Γιά νά μήν σφάξουν οἱ Μουσουλμᾶνοι τόν λαό τοῦ Θεοῦ.

Τό ζητούμενο εἶναι ὅταν βρισκόμαστε μπροστά στό ἀδιέξοδο καί ἡ ἀνθρώπινη λογική λέει: «Ὄχι. Ἐδῶ δέν ὑπάρχει λύση», νά μή ξεχάσομε τόν Χριστό καί θυμηθοῦμε μόνο τούς προϋπολογισμούς καί τά... κύματα. Μή ποῦμε:

-Θεέ μου, τί γίνεται τώρα;

Γιατί τότε τί παθαίνομε;

Θά λέγαμε μέ ἁπλά λόγια:

Ἀποσυνδέεται ἡ σκέψη μας ἀπό τόν Θεό καί συνδέεται μέ τήν γῆ. Δεσμεύεται στόν ἑαυτό μας καί στίς ἀνάγκες μας.

Καί ἀφοῦ ἀποσυνδεθοῦμε ἀπό τόν Θεό μένομε φτωχοί, μόνοι, καί καταποντιζόμαστε.

Γιατί αὐτή εἶναι ἡ δύναμη μας. Ἡ δύναμη πού μπορεῖ νά ἔχει ἕνα μόριο τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ μέσα στόν κόσμο. Ἔστω καί ἄν μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεός νά δημιουργοῦμε μέ τό μυαλό μας, καί νά ρυθμίζομε μερικά πράγματα.

Ἀλλά μέσα στόν κόσμο εἴμαστε ἕνα χαλικάκι. Ἕνα τίποτε.  Καί παρά τά ἐπιτεύγματά μας, σέ τελική ἀνάλυση αὐτό μένομε. Πετᾶμε στά οὐράνια, συνδεόμαστε καί ἐπικοινωνοῦμε μέ Αὐστραλία καί Ἀμερική σέ χρόνο μηδέν μά τελικά πεθαίνομε καί ἐμεῖς, ὅπως πέθανε ὁ Ἀδάμ καί ὅπως πέθανε ὁ κάθε ἀπόγονός του· μέ τόν ἴδιο τρόπο.

Καί κρεμόμαστε στό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Γι’ αὐτό ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία καί κάνομε παρακλήσεις στό Θεό, νά μήν ὑπολογίσει τά λάθη καί τίς ἁμαρτίες μας, νά τά ἀνεχθεῖ, νά τά κατανοήσει καί νά τά συγχωρήσει μέ τήν μεγάλη του καλωσύνη.

Εὐεργεσία τό ξυπνητήρι

Τί μᾶς λένε αὐτά;

Μᾶς λένε, ὅτι ἡ ἀξία μας εἶναι νά εἴμαστε συνδεδεμένοι μέ τόν Θεό σωστά. «Μετρᾶμε» τόσο περισσότερο, ὅσο πιό πολύ σκεπτόμαστε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ δημιουργός μας, πού μᾶς ἀγάπησε τόσο, ὥστε ἔστειλε τόν Υἱόν του στόν κόσμο γιά μᾶς. Γιά νά μᾶς δείξει πόσο μᾶς ἀγαπάει, καί πόσο πονάει γιά τήν σωτηρία μας. Γιά νά μάθομε νά τόν ἐμπιστευόμαστε.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλές φορές σκεπτόμαστε πολύ ἄσχημα, ρηχά, καταστρεπτικά· γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τούς ἄλλους. Γι’ αὐτό ἡ μεγαλύτερη σύνεση εἶναι νά θυμόμαστε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ εὐεργέτης μας, πού σταυρώθηκε γιά μᾶς καί συνεπῶς κάνει τά πάντα γιά μᾶς, γιά νά μή μᾶς ἀφήσει νά χαθοῦμε.

Μᾶς δίνει καθημερινά πολλές εὐκαιρίες γιά νά ξυπνήσομε.

Μιά εὐεργεσία μεγάλη, ἡ μεγαλύτερη, εἶναι ὁ λόγος του.

Ἡ δεύτερη εἶναι τό καμπανάκι πού ἔχει βάλει μέσα μας. Ἡ συνείδηση. Καί φυσικά ἡ καμπάνα τῆς Ἐκκλησίας.

Λέει μιά εὐχή πού διαβάζομε στίς πρωινές μας προσευχές ὅτι ὁ Χριστός χτυπάει ἕνα κουδουνάκι. Τί κουδουνάκι εἶναι αὐτό; Ξυπνητήρι νά ξυπνήσομε. Καί τί μᾶς λέει;

-Ἐλᾶτε, στήν Ἐκκλησία.

-Τί νά κάνομε;

-Νά ἀποσυνδεθοῦμε λίγο ἀπό τόν κόσμο πού μᾶς διαλύει, πού μᾶς κάνει καί ξεχνᾶμε τόν ἑαυτό μας καί τόν Θεό· καί ἐκεῖ νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας. Νά τόν τοποθετήσομε ὅπως πρέπει μπροστά στό Θεό. Καί νά τοῦ ζητήσομε μέ τήν ταπείνωση πού πρέπει καί μέ τήν ἀγάπη πού πρέπει συγχώρηση καί ἔλεος.

Δέν τελειώνουν τά βάσανα. Πῶς ὅμως ξεπερνιοῦνται;

Ἀδιέξοδα καί προβλήματα θά ὑπάρχουν πάντοτε.

Τό θέμα εἶναι πῶς ξεπερνιοῦνται.

Ἀπάντηση:

-Μέ τήν ταπείνωση!

Ποιά εἶναι ἡ ταπείνωση;

Νά ἔχομε τό θάρρος νά λέμε:

-Μπροστά στό Θεό, δέν εἶμαι τίποτε. Εἶμαι ἕνα πλασματάκι. Παρότι μπορῶ νά ζῶ αἰώνια, χάρη στήν ἀγάπη, στήν καλωσύνη καί στό αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πού τό πρόσφερε θυσία στό Γολγοθά γιά μᾶς.

Ἡ μεγαλύτερη ἐξυπνάδα εἶναι νά προσκυνοῦμε καί νά παρακαλοῦμε τόν Κύριο:

«Γένοιτο Κύριε, τό ἔλεός σου ἐφ’ ἡμᾶς καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπί σέ».

Βοήθησέ μας, νά σέ ἀγαπᾶμε, νά σέ πιστεύομε καί νά σέ ἀκολουθοῦμε ὅσο πιό πολύ μποροῦμε στή ζωή μας.

Αὐτό εἶναι τό μεγάλο... μυστικό τῆς ζωῆς καί τῆς σωτηρίας.

Ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε μυαλό, σύνεση, τήν Ἁγία Γραφή, ὅλα τά ἀγαθά του.

Ἄν τά ἀξιοποιήσομε θά εἴμαστε πραγματικά συνετοί ἄνθρωποι. Νά τά ἀξιοποιήσομε, ὅπως ἀξιοποιοῦμε τό ψωμί γιά νά γινόμαστε εὔρωστοι, καί τά φάρμακα γιά νά γινόμαστε καλά.

Στόν χῶρο τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας βρίσκονται ὅλα τά μέσα πού μᾶς κάνουν ὑγιεῖς καί δυνατούς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μᾶς βοηθοῦν, νά τοποθετούμαστε σωστά ἀπέναντι ὅλων τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς μας.

Ἄς τά ἐκμεταλλευτοῦμε. Ἀμήν.-

 

Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στόν Μύτικα Πρεβέζης στίς 9/8/2011.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration