Ζωηφόρος

«Ρανάτωσαν γλυκασμόν τα όρη»

(ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ)

 

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ψυχή είναι σαν περιβόλι ευωδιασμένο. Τα τροπάρια της, τα τραγούδια της, τα λόγια της, τα εικονίσματα της είναι όλα μοσχοβολημένα. Κι' αυτό το μοσχοβόλημα το κληρονόμησε υστερότερα ή ρωμιοσύνη, π' αγαπά τα ευωδιασμένα λουλούδια και τα μυρωδικά της Ανατολής, την κανέλα, τα μοσχοκάρφια, τα μοσχοκάρυδα, περιφρονημένα ως βάρβαρα• από πολλούς ξευγενισμένους δικούς μας.

Οι εκκλησιές και τα ρημοκλήσια ευωδιάζουνε με μιαν εξωτική ευωδιά, από το κερί, το λάδι, το λιβάνι και από τ' αγριολούλουδα του βουνού.

Πολλοί έχουνε την πλανημένη Ιδέα πώς οι βυζαντινοί δεν αγαπούσανε τη Φύση, γιατί τάχα δε ζωγραφίζανε τοποθεσίες σάμπως οι αρχαίοι Έλληνες κάνανε στο μάρμαρο τοποθεσίες και δέντρα; Τα μοναστήρια βρίσκουνται χτισμένα πάντα σε τοποθεσίες εξαίσιες, διαλεγμένα από ανθρώπους πού φαίνεται πώς είχανε πολύ βαθύ αίσθημα της φυσιολατρείας' κ' είτανε ευτυχισμένοι πού ζούσανε μέσα στην ευλογημένη τούτη χώρα, πούνε στολισμένη μ' όλες τις φυσικές χάρες, με βουνά ήμερα π' αγναντεύουνε τα περισσότερα τη θάλασσα, με ακρωτήρια πού ξεπετιούνται προς κάθε μεριά, με κοιλάδες ζωγραφιστές, με βράχους παράξενους, με νησιά που λες κ' είναι ο επίγειος παράδεισος.

Στη μέση στέκεται βουνό δασωμένο από δέντρα και βότανα, το φημισμένο Άγιον Όρος. Είναι φουντωμένο από δέντρα κάθε λογής, καστανιές, έλατα, πυξάρια, κι' από χαμόδεντρα μυριστικά, αγιοκλήματα, μυρσίνες, δάφνες. Στην περιφανή κορφή του, πού στέκεται πάνω από τ' αφρισμένο πέλαγο, φυτρώνουνε σπάνια βότανα πού δε βρίσκουνται σ' αλλά μέρη της γης. Ο οδοιπόρος περπατά σε μονοπάτια ευωδιασμένα από αγνότατα ανθιά, ανάμεσα σε σκοίνους και σε λυγαριές ποτισμένες από δροσερά νερά, πατάει απάνω σ' ένα χαλί ατίμητο, πιο ακριβό κ' άπ' το ρούχο του Σολομώντα, όπως είπε ο Χριστός, ενώ ανάμεσα από τα κλαριά φτερουγίζει τ' αγέρι της θάλασσας, φέρνοντας του την πελαγίσια μοσκοβολιά. «Αγαλλιάσθω έρημος και ανθήτω ως κρίνον».

Από τ΄ Άγιον Όρος ας τραβήξουμε κι' ας πάμε στην άλλη άκρη, στο Μοριά, κει πούναι χτισμένο το βυζαντινό κάστρο του Μυστρά. Μοσκοβολά ο Ταΰγετος με τα μυρίπνοα λουλούδια του και με τα ακατάδεχτα ελατά του, πού δεν κατεβαίνουνε ποτές στον κάμπο, μόνο γεννιούνται και πεθαίνουνε στα καρφοβούνια. Μοσκοβολά και το χωριό του Μυστρά από τις πορτοκαλλιές, ως και τ' αρχαία κτίρια, τα γκρεμισμένα τα κάστρα, τα σπίτια και οί εκκλησιές, και κείνα ευωδιάζουνε σαν αγία λείψανα.

Οι παλαιοί, παρεκτός από τα κοσμήματα πού παραστένουνε μεταμορφωμένα ανθιά κι' αγριοβότανα, στις εκκλησιές δε ζωγραφίζανε πολλά δέντρα μηδέ λουλούδια, τα λίγα δμως πού ζωγραφίζανε, τα βάζανε μόνο εκεί που-πρεπε, εκεί που το ζήταγε η Τέχνη, για τούτο, ένα ψηλόλιγνο κλαράκι, άπονου στο βράχο, ένα αγριοδέντρι φυτρωμένο στο βουνό, σε συνεπέρνει πειότερο από το πλήθος τα λουλούδια πού σωριάζουνε χωρίς μέτρο άλλοι ζωγράφοι, πασκίζοντας μάταια να ευωδιάσουνε τα έργα τους. Αγριολούλουδα και κάτι λιγοστά δέντρα, βάζουνε στη Γέννηση του Χρίστου, -στη Βάπτιση κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, στη Βαϊοφόρο πού σκαρφαλώνουνε τα παιδιά τα δέντρα και κόβουνε τα βάγια, στην Ανάληψη του Χρίστου λίγα εληόδεντρα απάνω στα βράχια, που και που κανένα κυπαρισσάκι, καμμιά βαλανιδιά, κανένα πουρνάρι και λιγοστά αγριολούλουδα, ρείκια, θυμάρια, ανεμώνες, μυρώνια, αγκάθια ανθισμένα και τέτοια. Κι' ο Θεοτοκόπουλος βάζει και κείνος λιγοστά δέντρα κι' άνθια στα έργα του, με πολλή οικονομία, για τούτο κ' η ευωδιά τους στέκεται αλησμόνητη, όπως είναι τα κλαριά πού σκεπάζουνε τους τρεις μαθητές στη Γεθσημανή και τα άϋλα χορτάρια πούνε φυτρωμένα ατό βράχο, τα λουλούδια πώχει βαλμένα μέσα σε μια γλάστρα στον Ευαγγελισμό, κάτι περισσότερα στην Ανάληψη της Παναγίας, λίγον κισσό στον Απόστολο Πέτρο και στη Μαγδαληνή, κι' άλλου κάπου - κάπου. Στο μαρτύριο τ' Άγιου Μαυρικίου, ξεχωρίζουνε απάνου στα βράχια κάτι χορτάρια ανθισμένα, κ' Μνα δέντρο κομμένο με το τσεκούρι, πού αξίζει πειό πολύ παρά ένας λόγγος ολάκερος.

Κλαρί ολοπράσινο βαστάνε στο χέρι οι Μάρτυρες, σαν βραβείο για το μαρτύριο. Ένα άγιο πρινάρι είναι ζωγραφισμένο κοντά στον Άγιο Γιάννη τον Πρόδρομο.

Έμενα όμως περισσότερο με συγκινάνε κείνα τα ταπεινά φυτά πού ζωγραφίζουνε σαν πλουμίδια κοντά στους Αγίους, στα χρόνια της σκλαβιάς, μόνο μ' Μνα χρώμα καφεδί, πού παραστένουνε αγιόκλημα, βάτο, αγριοτριανταφυλλιά (αγρία ροδή) και τέτοια.

Στα σκαλιστά εικονοστάσια και στα προσκυνητάρια πούναι καμωμένα από ξύλο, παραστένουνε πολλά άνθια, περιπλοκάδες και κληματαριές.

Άλλα την πειό ουράνια μυρωδιά τη σκορπάνε τα άνθη της βυζαντινής Υμνωδίας, φυτουργημένα από μεγάλους ποιητές. Εκεί πνέει «το έαρ της αφθαρσίας». Εκεί είναι οι «αμάραντοι στέφανοι», πού αξιώνουνται όσοι μαρτυρήσανε για την πίστη του Χριστού. Εκεί ανθίζουνε τα «μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου».

Η Παναγία είναι το πλέον εύοσμον άνθος της Ορθοδοξίας, σύμβολο της σεμνότητας για τις γυναίκες της Ελλάδας. Στολίζουνε την εικόνα της με δροσερά λουλούδια, όσο πού να φαίνεται μοναχά το μαντηλωμένο γλυκομελάχροινο και μελαγχολικό πρόσωπο της, π' ακουμπά απάνου στο μάγουλο του παιδιού της, και τη θυμιατίζει ο παπάς και να της ψέλνει τους Χαιρετισμούς, πού λες κ' είνε μαδημένα τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα: «Χαίρε το άνθος της αφθαρσίας.— Χαίρε βλαστού αμάραντου κλήμα. — Χαίρε ότι λειμώνα της τρυφής αναβάλλεις. — Χαίρε δένδρον αγλαόκαρπον εξ ου τρέφονται πολλοί΄ χαίρε ξύλον ευσκιόφυλλον, ύφ' ου σκέπονται πολλοί —Χαίρε οσμή της Χριστού ευωδιάς».

Κ' οι ψαλτάδες ψέλνουνε: «Ρόδον το αμάραντον. — Στάχυν η βλαστήσασα τον θείον, — Σε την πλέξασαν τω κοσμώ αχειρόπλοκον στέφανον. — Εκ σου η δρόσος απέσταξε, φλογμόν πολυθεΐας η λύσασα' όθεν βοώμεν σοι: χαίρε ο πόκος ο ένδροσος, ον Γεδεών, Παρθένε, προεθεάσατο. — Άμπελος αληθινή, τον βότρυν τον πέπειρον η γεωργήσασα. — Άνθος το αμάραντον η εξανθήσασα. — Μύρον το ακένωτον».

Τα λουλούδια πού αγαπούσανε πειότερο οι Βυζαντινοί και τ' αγαπάνε κ' οι σημερινοί Έλληνες, όσοι δεν τώχουνε ντροπή, είτανε ο βασιλικός, το τριαντάφυλλο, το γαρύφαλλο, η μυρσίνη, η δάφνη, ο δυόσμος, η μαντζουράνα, το δεντρολίβανο κι' άλλα φυτά του μυστηρίου.

Το εικόνισμα της Παναγίας βρέθηκε μέσα στις μυρσίνες και την είπανε «Μυρτιδιώτισσα». Ο Άγιος Δημήτριος μοσκοβολούσε ο τάφος του στη Θεσσαλονίκη και τον είπανε «Μυροβλήτη». Το μοναστήρι με τα φημισμένα ψηφιά, πούνε κοντά στην Αθήνα, επειδή είτανε χτισμένο μέσα στις δάφνες, το βγάλανε «Δαφνί». Τ' αγία λείψανα αναβρύζανε μύρα. Στη γιορτή του Σταυρού ο παπάς βγαίνει από τ' άγιο Βήμα σαν αρχαίος ιερέας, βαστώντας απάνου στο κεφάλι του το δίσκο με τα λουλούδια κι' υστέρα μοιράζει στο λαό το Χριστολούλουδο. Τον Επιτάφιο τον στολίζουνε με λουλούδια της άνοιξης΄ ο παπάς ραίνει την εκκλησία με άνθη, ψέλνοντας «Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωΐ ελθούσαι». Στην Ανάσταση πάλι, ο παπάς λευκοφορεμένος σκορπά δαφνόφυλλα στα μάρμαρα ψέλνοντας «Ανάστα ο Θεός κρίνων την γήν!».

Πλήθος τροπάρια ευωδιάζουν με την εξωτική μυρωδιά της πίστης. Όσοι έχουνε την ιδέα πώς η Βυζαντινή Τέχνη είναι ξερή έρημο, είναι πλανημένοι. Η Βυζαντινή Τέχνη δεν έχει γλύκες και λιποθυμιές αισθηματικές, κι' ο χαλασμένος Έλληνας αυτά θέλει και δεν τα βρίσκει• ας πάει να βοσκήσει σ' άλλο λειβάδι.

Από τα πολλά τροπάρια της Ορθοδοξίας, σταχολογώ λιγοστά, όσα έρχουνται στο νου μου τώρα :

Στην Αγία Παρασκευή: «Ποίοις ευφημιών άνθεσι στέψωμέν σε, την αγίαν, την βδελυξαμένην τα γήινα και ασπασαμένην τα άφθαρτα;.. .». Στους Άγιους Πατέρας τους εν Νικαία: «Τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου, τα πάγχρυσα στόματα του λόγου». Στη γιορτή του Σταυρού : «Αγαλλέσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα, αγιασθείσης της φύσεως αυτών» και «Μυστικός ει, Θεοτόκε, παράδεισος αγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ύφ' ου το σταυρού ζωηφόρον εν γη πεφυτούργηται δένδρον». Στον Άγιο Συμεών: «Εκ ρίζης αγαθής αγαθός εβλάστησε καρπός». Στη Σταύρωση: «Ο την γην ζωγραφίσας τοις άνθεσιν». Στη 1η Σεπτεμβρίου, πού είναι η αρχή του χρόνου: «Εύλογησον, Κύριε, τον στέφανον του ενιαυτού»• (ο ποιητής παρομοιάζει το γύρο του Χρόνου με στεφάνι από λουλούδια). Στη Γέννηση του Χριστού : «Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και ανθός εξ αυτής, Χριστέ, εκ της Παρθένου ανεβλάστησας εξ όρους, ο εναιτός, κατασκίου δασέως». Στη Γέννηση της Παναγίας: «Ράβδος άνθος φέρουσα» και «Σήμερον εβλάστησε της παρθενίας, η ράβδος εξ ης ανθήσει άνθος», «Η θεία μυροθήκη, το ευώδες μύρον ένδον φέρουσα». «Ωραίος φανείσα γαρ βλαστός, εξήνθησας τω κοσμώ την ζωήν», «Ήνθησε το μήλον το ευώδες», «Της παρθενίας το θείον απάνθισμα». Στην Ύψωση του Σταυρού : «Μυστικός ει, Θεοτόκε, παράδεισος αγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν». Στον Ευαγγελιστή Ιωάννη: «Το φυτόν της αγνείας, το μύρον της ευωδιάς, πάλιν ανέτειλεν ημίν». Των Άγιων Πατέρων : «Ρανάτωσαν γλυκασμόν τα όρη και αγαλλίασιν». Της Αγίας Αικατερίνης : «Και ταύτην τοις επαίνοις, ως άνθεσι, καταστέψωμεν». Στα προ-εόρτια του Ευαγγελισμού, για την Παναγία: «Ως ρόδον κοιλάδων καθαρόν, ως κρίνον εύοσμον». Στους δικαίους : «Δίκαιος ως φοίνιξ ανθίσει και ως η κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται». Της Αγίας Μαρίνας: «Ως αλάβαστρον μύρον το αίμα σου προσενήνοχας τω σω νυμφίω Χριστώ, Μαρίνα αθλοφόρε». Στους ασκητές, όπως στον Άγιο Αντώνιο: «Ταις των δακρύων σου ροαίς της ερήμου το άγονον εγεώργησας». Του Προδρόμου : «Ως άνθη τερπνά του θείου λόγου συμπλέξαντες εγκωμίων τον στέφανον σοι προσάγομεν».

Πολλά βιβλία εκκλησιαστικά έχουνε ονόματα παρμένα από λουλούδια : «Άνθος - Ανθολόγιον - Παράδεισος - Κήπος χαρίτων - Λειμώναριον» και τέτοια.

Αχ ! η Ελληνική ψυχή είναι το έαρ με τα άνθη.

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΣ

Από το περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ(Αφιερωμένα στα Λουλούδια), τεύχος 2, Μάϊος 1940  

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration