Ζωηφόρος

“Μίλα Ρωμέϊκα”

 

Τελευταία διάβασα ένα βιβλίο γραμμένο από τον Γιώργο Βαλέτα με τίτλο “της Ρωμιοσύνης” και θα ήθελα να παρουσιάσω με συντομία το πρώτο του κείμενο με τίτλο “η ανάσταση της ρωμηοσύνης”, που γράφηκε πριν πολλά χρόνια και το οποίο είναι χαρακτηριστικό και καθοριστικό του όλου "πνεύματος" του συγγραφέα.

 Λίγα λόγια κατ' αρχάς για τον Γιώργο Βαλέτα. Γεννημένος στην Μυτιλήνη, σπούδασε φιλολογία, εργάσθηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη και υπήρξε συνεργάτης σε διάφορες εγκυκλοπαίδειες, διορίσθηκε καθηγητής στα Γυμνάσια, συμμετείχε στους αγώνες του λαού κατά την κατοχή, στην εθνική αντίσταση και μετά από αυτήν, εξορίστηκε στην Ελ Τάμπα και στα ξερονήσια τρεις περιόδους, απολύθηκε από την υπηρεσία του. Επιμελήθηκε την έκδοση διαφόρων κειμένων των μεγάλων λογοτεχνών, έγραψε, μετέφρασε κείμενα και ως αριστερός υπήρξε συνεργάτης του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.

 Στο κείμενο που θα σχολιάσω με συντομία με τίτλο “η ανάσταση της Ρωμιοσύνης” ερμηνεύει τον όρο και τα γνωρίσματα αυτού που καλούμε ρωμηοσύνη μέσα από τους αγώνες του λαού, αλλά και τα κείμενα διαφόρων ανθρώπων των γραμμάτων και των λογοτεχνών.

 

1. Ορισμός της Ρωμηοσύνης

Σε ένα σημείο του κειμένου του κάνει λόγο για τον όρο Ρωμανία. Γράφει: “Το Βυζάντιο, απ' το οποίο βγήκε ο νέος ελληνισμός λεγόταν Ρωμανία και οι κάτοικοί του Ρωμαίοι”. Αναφέρει μια φράση από το “Χρονικό του Μωρέως”: “Τρία πράματα εχάλασαν τη Ρωμανίαν όλην ο φόβος, η φιλαργυριά και η κενή ελπίδα”. Επίσης, παραθέτει τον λόγο του Μελετίου Πηγά λίγα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως: “Ω άνδρες Αδελφοί, άνδρες Ρωμαίοι... εσείς είσθε το γένος εκείνο το περιφρονημένο των Ρωμαίων το οποίον ποτε εκυρίευσε όλην την οικουμένην με την δύναμιν των αρμάτων. Εσείς είσθε εκείνοι των οποίων οι πατέρες εφώτισαν την οικουμένην. Ω πόλις εσύ, εσύ η Πόλις, η επάνω όρους κειμένη και μη δυναμένη κρυβήναι.... Μη απελπίζου ο λαός του Θεού, το έθνος το άγιον, βλέποντες πώς σε κακουχούσιν, σκληραγωγούσιν οι ασεβείς”. Ακόμη καταγράφει και τον λόγο του Γερμανού Βυζαντινολόγου Κρουμπάχερ ότι το όνομα Ρωμηός διατηρήθηκε σε όλους τους χρόνους της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα, καθώς επίσης μετά τον εξελληνισμό του ρωμαϊκού κράτους “Ρωμαίος εσήμαινε τον ελληνόφωνο πολίτη του ρωμαϊκού κράτους και στο τέλος καθ' ολοκληρίαν τον Έλληνα”.

 

Ο Βαλέτας λέγει ότι η λέξη Ρωμηοσύνη είναι “εξαγιασμένη μέσα σε αγώνες, αίματα και μαρτύρια”, και αυτός ο όρος “εκφράζει ένα απ' τα λαμπρότερα στάδια της μακραίωνης ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, που σε σύγκριση με τα προηγούμενα έχει το προνόμιο και την υπεροχή της λαογέννητης αυτοδυναμίας, που της εξασφαλίζει αντοχή, διάρκεια και αστείρευτο ανανεωτικό δυναμισμό”. “Η Ρωμιοσύνη είναι Ελληνισμός, ο Ελληνισμός όμως δεν είναι Ρωμιοσύνη”. Η Ρωμηοσύνη έχει “δική της ψυχολογία, δική της θρησκεία, δική της γλώσσα, δικό της λαογέννητο πολιτισμό, κρατώντας όσα στοιχεία της χρειαζόταν από την Αρχαιότητα και το Βυζάντιο και διασώζοντας τη συνείδηση της αρχαίας της καταγωγής”.

 

2. Η συζήτηση για τον όρο Ρωμηοσύνη

Κεντρικό σημείο του άρθρου του Βαλέτα είναι η όλη συζήτηση που έγινε μετά την δημοσίευση του βιβλίου του Αργύρη Εφταλιώτη, με τίτλο “ιστορία της Ρωμιοσύνης”, στην δημοτική γλώσσα, το οποίο περιέγραφε την ιστορία κατά την διάρκεια “τού Βυζαντινού Ελληνισμού”, και την συνέχειά του μέσα στην Τουρκοκρατία, μέχρι την επανάσταση του Εικοσιένα.

 

Μετά την δημοσίευση του βιβλίου αυτού ξεσηκώθηκε μια αντίδραση από κύκλους του λεγομένου λογιωτατισμού εναντίον του όρου Ρωμηοσύνη και βεβαίως ανεδείχθησαν και οι υπερασπιστές όχι μόνον του βιβλίου του Αργύρη Εφταλιώτη, αλλά και του όρου της Ρωμηοσύνης.

 

Τρεις μεγάλοι της επιστήμης, ο γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκης, ο ιστορικός Γ. Σωτηριάδης και ο λαογράφος Ν. Πολίτης “ξεσηκώθηκαν για να ρίξουν τη Ρωμιοσύνη απ' το θρόνο που την ανέβασε ο φωτεινός εργάτης της Ιδέας Αργύρης Εφταλιώτης”, αλλά εμφανίσθηκαν και δύο μεγάλοι λογοτέχνες μας που υποστήριξαν τον Εφταλιώτη, όπως θα δούμε στην συνέχεια, ήτοι ο Κωστής Παλαμάς και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.

 

Όπως παρατηρεί ο Βαλέτας, μετά το Εικοσιένα κυριάρχησαν “ο λογιωτατισμός, σαν πνευματικό οικοδόμημα του μεγαλοϊδεατισμού”, αλλά και “τής προγονοπληξίας”, οι οποίοι “κυνήγησαν με πείσμα και τυφλό φανατισμό τόσο τον όρο, όσο και την έννοια της Ρωμιοσύνης”. Με αυτόν τον τρόπο “διασπούσε ανιστόρητα την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, καταργούσε τη ρωμαιοκρατία και το βυζάντιο, αποξένωνε το νέο ελληνισμό από την άμεση καταγωγή του, από τις ρίζες του, που βυθίζονται στα απώτερα βυζαντινά και ελληνιστικά χρόνια”.

 

Μέσα στο “πνεύμα” αυτό ο Χατζιδάκις και ο Σωτηριάδης, καθώς επίσης και αργότερα ο Πολίτης υπεστήριξαν την άποψη ότι το όνομα Έλλην-Ελλάς-Ελληνικός χρησιμοποιούνταν πάντοτε σε όλη τη μακραίωνη ελληνιστική ιστορία και ότι “οι λέξεις Ρωμιός-Ρωμιοσύνη-ρωμέϊκος είναι χυδαιολογίες”.

 

Στις απόψεις αυτές αντέδρασε με δυναμικότητα και επιχειρήματα ο μεγάλος εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, που υποστήριξε την άποψη ότι ο ελληνικός λαός απογύμνωσε το όνομα Ρωμηός από την πρώτη του σημασία και έννοια, όπως αυτό έγινε και με την λέξη Κλέφτης και το χρησιμοποίησε ως όνομά του. Έτσι, τώρα “λεγόμαστε Έλληνες για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά, Ρωμιοί”. Και συνεχίζει στο άρθρο του: “Το όνομα (Ρωμιοσύνη) κάθε άλλο είναι παρά για ντροπή. Αν δεν το περιζώνει αγριλιάς στεφάνι από την Ολυμπία, το ανυψώνει στέμμα ακάνθινο, μαρτύριο και θυμάρι μοσχοβολά και μπαρούτη”. Το όνομα Έλληνας είναι “γιορτάτικο και όνομα” και “κάπως πιο δυσκολορίζωτο από το Ρωμιός”. Ο Κωστής Παλαμάς γράφει: “Ρωμιός και Ρωμιοσύνη δεν είναι και τα δύο παρά τα νέα ονόματα του Έλληνος και του Ελληνισμού”. Η Ρωμιοσύνη, κατά τον Κωστή Παλαμά ήταν η μητέρα που ανέστησε τον νέο ελληνισμό. Και γράφει για την Ρωμιοσύνη σε σχέση με τον ελληνισμό: “ Όμως, κάποιο αγνότερο και πιο βαθύ αίσθημα γλωσσικό, κάτι τι ποιητικό και μουσικά χρωματισμένο, κάτι το φτερωτό, λεβέντικο για μας και ανάλαφρο, που νομίζω δεν τόχει ο ελληνισμός με όλη τη βαρειά του ασάλευτη μεγαλοπρέπεια”. Ο Κωστής Παλαμάς πέρασε το “πνεύμα” της Ρωμηοσύνης και στα ποιήματά του, όπως "ο Δωδεκάλογος του Γύφτου", "η φλογέρα του Βασιλιά" κ.λ.π.

 

Υπερασπιστές του όρου Ρωμηοσύνη ανεδείχθησαν πολλοί λογοτέχνες μας. Μαζί με τον Κωστή Παλαμά υπεράσπισε τον Αργύρη Εφταλιώτη ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο οποίος υποστήριξε την άποψη ότι με τον όρο Ρωμηοσύνη εννοείται ο νέος ελληνισμός που είναι ισοδύναμος με τον αρχαίο κόσμο, αλλά έχει δική του φυσιογνωμία, γλώσσα, θρησκεία, πολιτισμό. Έγραφε ο Ξενόπουλος: ο Εφταλιώτης “θέλει να παρουσιασθώμεν, ότι είμεθα Νεοέλληνες και με το αληθινόν όνομά μας, δηλαδή Ρωμιοί. Θέλει να αφιερωθώμεν αποκλειστικώς εις τας ιδίας μας δυνάμεις, να απαλλαχθώμεν από κάθε αρχαίαν πρόληψιν, από κάθε ανόητον όνειρον, να αναπτύξωμεν ιδίας αρετάς, να καλλιεργήσωμεν την εθνικήν μας γλώσσαν, να γνωρίσωμεν τον εθνικόν μας βίον, να τον εγκολπωθώμεν, να τον αγαπήσωμεν, να απομακρύνωμεν κάθε εμπόδιον από την φυσικήν εξέλιξίν μας και να χωρήσωμεν αναβαπτισμένοι προς την πρόοδον, προς την ζωήν”.

 

Ο Βαλέτας μνημονεύει και άλλους που είχαν το “πνεύμα” της Ρωμηοσύνης, όπως τον Καρκαβίτσα, τον Βλαχογιάννη, τον Παπαδιαμάντη που “ανασταίνουν το λαϊκό ιστορικό στοιχείο, οι δυο πρώτοι το ιστορικό, το Κλέφτικο και Σουλιώτικο και ο τρίτος το θρησκευτικό, το βαθιά λαϊκό με τους πανηγυριώτες και τις μαυρομαντηλούσες, στα φτωχά ξωκκλήσια και στα ρόδινα ακρογιάλια”. Γιατί η δύναμη της Ρωμηοσύνης, κατά τον Βαλέτα, που εκδηλώθηκε στην Τουρκοκρατία, κράτησε την εθνική μνήμη και την εθνική συνείδηση, δημιούργησε θεσμούς και πολιτισμό και θαυματούργησε με το εμπόριο, την ναυτιλία, την κλεφτουριά, το δημοτικό τραγούδι, ιδίως το κλέφτικο. Η Ρωμηοσύνη “είναι η γλώσσα, τα ήθη, η θρησκεία”. Επίσης, μνημονεύει και άλλους ποιητές πεζογράφους, ζωγράφους. Αναφέρεται στην αντίσταση του λαού κατά την Γερμανική κατοχή. Διεξοδικώς δε αναφέρεται στο έργο του Ρίτσου στο οποίο εκφράζεται “η ιδέα της Ρωμιοσύνης, με την έννοια του λαού που αγωνίζεται και δεν λυγά, είναι η δύναμη που το εμπνέει και το καταξιώνει”.

 

3. Τα γνωρίσματα της Ρωμηοσύνης

Σε όλο το κείμενό του ο Βαλέτας περιγράφει τα γνωρίσματα της Ρωμηοσύνης, όπως το είδαμε και σε όσα αναφέραμε πιο πάνω. Είναι τα ήθη και τα έθιμα του λαού, οι παραδόσεις, που σηματοδοτούνται από την ορθόδοξη πίστη και την ελληνικότητα όπως συνδέθηκαν κατά την πορεία των αιώνων.

 

Στην αρχή του κειμένου του γράφει ότι “η βαριά και πολυσήμαντη λέξη "Ρωμιοσύνη" που γεμίζει το στόμα και την ψυχή κάθε έλληνα, είναι η εθνικολαϊκή συνείδηση του Νέου Ελληνισμού. Συμβαδίζει με την Πίστη. Είναι ο εθνισμός στη φυλετική και ψυχική του διάσταση. Ανεβαίνει τους αιώνες με το φωτοστέφανο της αγιοσύνης και την σπάθα της παλληκαριάς, φορτωμένη λαϊκότητα, ιστορία και δόξα, χωρίς ν' αποσταίνει, χωρίς να σταματά, πληθαίνοντας σε κάθε σκαλί της ιστορίας τις δάφνες της και πλαταίνοντας το αγωνιστικό της απολυτρωτικό περιεχόμενο. Η Ρωμιοσύνη είναι η φλεγόμενη βάτος του ελληνισμού, ανάβει, φλογίζει, φωτίζει, λαμπαδιάζει, μα δεν καίεται”.

 

Και προς το τέλος του κειμένου του, αναφερόμενος στην γλώσσα του Ψυχάρη, γράφει ότι η λέξη Ρωμηοσύνη μπορεί να εκφράζη αυτό που δεν μπορεί να εκφράση η λέξη Ελλάδα, έλληνας, ελληνικός. “Κι’ αυτό που δεν μπορεί να εκφράσει είναι το λαϊκό στοιχείο, τη λαϊκή ψυχή, τη λαϊκή συνείδηση, τη λαϊκή ζωή, τη λαϊκή γλώσσα, τη φτωχολογιά, την Παναγιά, την τιμή, το σπίτι, το κριθαρένιο ψωμί, το καπνισμένο τσουκάλι, τη λαϊκή αντίθεση και αγωνιστικότητα μπροστά στο καταστημένο, το επίσημο, το αριστοκρατικό, το καλλιεργημένο, το κοινωνικά αποστασιωμένο και πάνω απ' όλα τον καημό, το πάθος της Ρωμιοσύνης”.

 

Ο Διονύσιος Σολωμός είδε την Ρωμηοσύνη σαν “μητέρα μεγαλόψυχη στον πόνο και την δόξα”. Και ο Κωστής Παλαμάς “τήν χαρακτηρίζει "πολύπαθη" και γεννήτρα της βασίλισσας της ελευθερωμένης δηλαδή Ελλάδας” με το στίχο του: “Κρυμένη στην πολύπαθη τη Ρωμιοσύνη/ σα να ξανοίγω τη βασίλισσα Ελλάδα”.

 

Ο Κωστής Παλαμάς υποστηρίζοντας τον Αργύρη Εφταλιώτη και αντικρούοντας τους αντιπάλους του, μεταξύ των άλλων, για να παρουσιάση την δύναμη της Ρωμηοσύνης χρησιμοποίησε την προτροπή του λαού: “μίλα ρωμαίϊκα”. Κατά τον Πολίτη η φράση αυτή λέγεται για να διακρίνεται η κοινή ελληνική γλώσσα από την αρχαία.

 

Ο Βαλέτας, όμως, αναλύοντας αυτήν την προτροπή του λαού “μίλα ρωμαίϊκα” λέγει τα εξής αξιοπρόσεκτα:

 

“Όταν ο λαός λέγει "μίλα ρωμέϊκα", αναφέρεται όχι μόνον στη γλώσσα, αλλά και στη σαφήνεια, την ειλικρίνεια, την παρρησία (ντομπροσύνη), τη γνησιότητα, την αληθινή και πηγαία χωρίς προσποίηση, επιτήδευση, περιστροφές ακκισμούς ελληνικότητα. Περ' απ' αυτά όμως εκφράζει η πολυσήμαντη, αναντικατάστατη και αμετάφραστη, όπως είπαμε, αυτή λέξη κάτι το ηρωϊκό, το σεπτό και το άγιο, συμβολίζει τη ρίζα και τη φύτρα του νέου ελληνισμού, τις περιπέτειες και τους αγώνες του, τη θέληση του να ζήσει, να δημιουργήσει και να επιβληθή σαν ελεύθερος λαός, μακρυά από κάθε καταναγκασμό και βιασμό αυτής της θελησής του”.

 

Η Ρωμηοσύνη είναι ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, μια ιδιαίτερη παράδοση που συνδέει στενά την Ορθόδοξη πίστη συνδυασμένη με την ελληνικότητα, που δημιουργεί ένα “πνεύμα” και μια δύναμη για να φλογίζει τον άνθρωπο, προκειμένου να αντιδρά ανθρώπινα και θεϊκά σε κάθε δοκιμασία και κάθε πρόβλημα της ζωής του. Αυτό το “πνεύμα” μπορεί να μεταφερθή και να αναγεννήση και άλλους πολιτισμούς.

 

Λέγεται αυτό γιατί μερικοί ισχυρίζονται ότι η Ρωμηοσύνη τελικά μπορεί να καταλήξη και να γίνη ένας ιδιότυπος εθνικισμός. Όμως η Ρωμηοσύνη ως σύνθεση ελληνικότητας και Ορθοδοξίας έχει μέσα της την οικουμενικότητα, αφού τόσο ο Ελληνισμός όσο και η Ορθοδοξία διακρίνονται από το οικουμενικό-καθολικό “πνεύμα” τους. Έτσι, το “πνεύμα” της Ρωμηοσύνης μεταφέρεται και σε άλλους πολιτισμούς, ή μάλλον καλύτερα βοηθά τους ανθρώπους, όπου γης, να αντιμετωπίζουν τα δικά τους προβλήματα με την δύναμη αυτού του “πνεύματος”.

 

Γι' αυτό και αίτημα της εποχής μας πρέπει να είναι : “Μίλα ρωμέϊκα”, δηλαδή λέγε τον λόγο της ειλικρίνειας, της αλήθειας, της ντομπροσύνης, την γλώσσα που ξεπερνά τον θάνατο και την μιζέρια.

 

 

Από το έντυπο της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου «Εκκλησιαστική Παρέμβαση»,

τεύχος 101, Ιούλιος 2004

Πηγή: http://www.parembasis.gr/2004/04_07_01.htm

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

©2005-2016 Zoiforos.gr || Σχεδίαση - Ανάπτυξη Lweb.GR

Login or Register

Register

User Registration
or Cancel