Ζωηφόρος

«Λυχνία» Απρίλιος 2013

Μηνιαίο Περιοδικό Ι. Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης Αρ. Φύλλου 357 «Λυχνία» Απρίλιος 2013

«ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΤΙΠΟΤΕ!» του Αρχιμ. Ν. Κ.

«ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΗΡΩΑΣ;» του Πρωτ. Δ. Μ.

«Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ» του Αρχιμ. Β. Λ.

«Ο ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΑΜΝΟΣ» του Πρωτ. Δ. Μ.

 

ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΤΙΠΟΤΕ!

            Ὁ γνωστός γάλλος φιλόσοφος Γεώργιος Στάϊνερ (Steiner) παρατηρεῖ:

            -Τό πρόβλημα πού διαπιστώνεται σέ πολλούς διανοούμενους εἶναι οἱ ἐξαιρετικά ἀνησυχητικές συμμαχίες ἀνάμεσα στήν πιό ὑψηλή φιλοσοφία καί τόν δεσποτισμό. Πρόκειται γιά τή γοητεία πού ἀσκεῖ στήν ὑψηλή σκέψη ἡ τυραννία, ἀκόμα καί τό ἀπάνθρωπο!

            Εἶχα πάει καθηγητής στήν Κίνα. Καί ὁ Ζάν-Πώλ Σάρτρ ἐπίσης. Ἐκεῖ, λοιπόν, βρίσκονταν καθηγητές πού τούς εἶχαν σακατέψει στά βασανιστήρια οἱ Ἐρυθροφρουροί· κάποια στιγμή ἔδωσαν κρυφά ἕνα γράμμα στόν Σάρτρ, ὅπου ἔλεγαν: «Πέστε ἐσεῖς κάτι· ἐσεῖς, ὁ Βολταῖρος τοῦ αἰώνα μας, κάντε κάτι». Μερικοί μάλιστα εἶχαν σπουδάσει μέ τόν Σάρτρ στό Παρίσι. Ὁ Σάρτρ στήν ἐπιστροφή του στήν Γαλλία δίνει συνέντευξη τύπου· καί ἐξηγεῖ ὅτι οἱ φλυαρίες γιά δῆθεν ὠμότητες τῶν Ἐρυθροφρουρῶν εἶναι ἁπλῶς προπαγάνδα. Ὅλη του τή ζωή ὁ Σάρτρ ἔλεγε τό ἕνα ψέμα μετά τό ἄλλο γιά τά τυραννικά καθεστῶτα. Δέν ἔχω ἀπάντηση στήν ἐρώτηση σχετικά μ᾿ αὐτή τήν... σχέση στοργῆς: Ἐκλεκτικές συγγένειες ἀνάμεσα στήν ὑψηλή, τήν ἐξαιρετικά ὑψηλή σκέψη καί στήν εὐτέλεια!

            (G. SteinerA. Spire, Ἡ βαρβαρότητα τῆς ἄγνοιας, ἐκδ. Scripta, Ἀθήνα, 2001, σελ. 74).

*            *            *

            Καί ὅμως! Ὑπάρχει ἀπάντηση στήν ἐρώτηση-ἀπορία τοῦ φιλοσόφου! Ἡ παιδεία καί ὁ πολιτισμός μας δέν ἐπαρκοῦν ἀπό μόνα τους, ὡς «ὅπλα», γιά νά πολεμήσουμε ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν μας. Γι᾿ αὐτό ἐπιστῆμες καί τέχνες εὐδοκιμοῦν μιά χαρά στήν σκιά τῶν στρατοπέδων συγκέντρωσης, καί σήμερα!

            Ὑπάρχει τρόπος διόρθωσης; Ναί! Τό βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, εἶπε ὁ Χριστός στούς μαθητές Του:

            -Ἐγώ εἶμαι ἡ ἄμπελος· σεῖς εἶσθε τά κλήματα· ὅποιος μένει ἑνωμένος μέ Ἐμένα καί Ἐγώ μέ αὐτόν, αὐτός κάνει καρπό πολύ· διαφορετικά χωρισμένοι ἀπό ἐμένα, δέν θά μπορέσετε ποτέ νά κάμετε καρπό (Ἰωάν. 15,4-5).

            Δηλαδή: ἡ πραγματοποίηση ὁποιασδήποτε ἀρετῆς, μέ κορυφαία τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, δέν εἶναι δυνατή χωρίς τήν κοινωνία ἀγάπης μέ τόν Χριστό. Ἔτσι ἐξηγεῖται πῶς καί γιατί ἄνθρωποι, διάσημοι κατά κόσμον, ἀλλά χωρισμένοι ἀπό τόν Χριστό, ζοῦν καί ἐνεργοῦν κατά τρόπο ἁμαρτωλό (καί εὐτελῆ!). Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς, ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος: γιά νά μᾶς δώσει τήν ἐξουσία (=τήν δύναμη στήν ἄρρωστη ἀπό τήν ἁμαρτία προαίρεση-θέλησή μας), ἄν θέλουμε, νά γίνουμε παιδιά Του (Ἰωάν. 1,12). Γι᾿ αὐτό χρειάζονται:

  • οἱ ἅγιες καί σωτήριες ἐντολές Του· γιά τό πῶς νά σκεπτόμαστε καί πῶς νά ἐνεργοῦμε·
  • ἡ ἄσκηση τῆς νηστείας καί τῆς προσευχῆς·
  • ἡ  διαρκής  μετάνοια· 
  • καί,  φυσικά, πάνω  ἀπ᾿ ὅλα, ἡ χάρη-εὐλογία τῶν ἁγίων μυστηρίων Του.

            Μόνο κάτω ἀπό αὐτές τίς προϋποθέσεις, θά δοῦμε καλύτερες μέρες καί στήν ζωή τῶν κοινωνιῶν μας. Πρῶτα ἀλλάζει ὁ κάθε ἄνθρωπος ὡς πρόσωπο, μέ τόν δικό του ἀγώνα, καί μετά ἀλλάζει τό πρόσωπο τῆς κοινωνίας ὡς σύνολο.

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

***

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΗΡΩΑΣ;

            Ἡ συγ­γρα­φέ­ας Μαρ­γα­ρί­τα Κα­ρα­πά­νου ἔ­ζη­σε μι­κρὴ στὴ Γαλ­λί­α καί, λό­γῳ τῆς μη­τέ­ρας της, γνώ­ρι­σε τοὺς με­γά­λους καλ­λι­τέ­χνες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, Σάρ­τρ, Κα­μί, Μπο­βου­άρ, Πι­κά­σο. Σὲ μί­α συ­νέν­τευ­ξη ρω­τή­θη­κε: «Αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ γνω­ρί­σα­τε στὴ Γαλ­λί­α σᾶς φαί­νον­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι»; Καὶ ἀ­παν­τᾶ: «Εὐ­τυ­χι­σμέ­νος εἶ­ναι μί­α λέ­ξη ποὺ δὲν τὴν ξέ­ρω. Ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι ποὺ εἶ­χαν κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λαν. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ θαυ­μά­ζου­με εἶ­χαν φερ­θεῖ ἄ­σχη­μα στὰ παι­διά τους. Ὁ Κα­μί, ἂς ποῦ­με, φέρ­θη­κε ἄ­σχη­μα στὸ γιό του. Ὁ Πι­κά­σο ἔ­λε­γε στὴ μα­μά μου: ᾿᾿Για­τί ἔ­χεις τὴν κό­ρη σου μα­ζί σου; Ἐ­γὼ ἔ­χω μί­α κό­ρη ποὺ ζεῖ εἴ­κο­σι λε­πτὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ δὲν τὴν ἔ­χω δεῖ πο­τέ᾿᾿! Ἦ­ταν οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ κό­σμου, δὲν τοὺς ἔ­νοι­α­ζε τί­πο­τα πέ­ραν τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους… Δὲν θὰ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­χα τὴ ζω­ή τους» (Στ. Θε­ο­δω­ρά­κη, Οἱ ἄν­θρω­ποί μου, σελ. 56-57).

            Νὰ λοι­πὸν τί «ὑ­ψη­λὲς» φι­λο­σο­φί­ες ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ με­γά­λα πνεύ­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Δὲν τοὺς ἔ­νοι­α­ζε τί­πο­τα πέ­ραν τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους. Θε­ός τους ἦ­ταν ὁ ἑ­αυ­τός τους. Οἱ ἄλ­λοι, ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Σάρ­τρ, ἦ­ταν ἡ κό­λα­σή τους. Καὶ ἐ­πει­δὴ ὅ­λοι σή­με­ρα ἐ­πι­δι­ώ­κουν αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους, γι᾿ αὐ­τὸ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι ἀ­πο­τε­λοῦν τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ και­ροῦ μας.

Ὅ­μως τί σό­ι ἥ­ρω­ες μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ὅ­σοι ζοῦν ὑ­πο­ταγ­μέ­νοι στὶς ἐ­γω­κεν­τρι­κὲς ἀ­παι­τή­σεις τῆς φύ­σης τους; Λέ­νε οἱ ἅ­γιοι, ὅ­τι τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι ζοῦν ἀ­κό­μα στὸ φυ­σι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σω­στό, κα­λὸ καὶ φυ­σι­κὸ θε­ω­ροῦν ὅ,τι ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ φύ­ση τους. Ποι­ὰ φύ­ση ὅ­μως; Ὄ­χι αὐ­τὴ βέ­βαι­α ποὺ βγῆ­κε «κα­λὴ λί­αν» ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ, ἀλ­λ᾿ αὐ­τὴ ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­κο­ὴ τῶν Πρω­το­πλά­στων. Με­τὰ τὴν πτώ­ση στὴν ἁ­μαρ­τί­α. Μιὰ φύ­ση γε­μά­τη πά­θη καὶ ἐ­πι­θυ­μί­ες πο­νη­ρές, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη στὸν ἐμ­πα­θῆ ἐ­γω­κεν­τρι­σμό. Αὐ­τὰ πλέ­ον θε­ω­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος ὡς κα­λό, ἀ­φοῦ εἶ­ναι φυ­σι­κὰ πράγ­μα­τα κα­τὰ τὴ γνώ­μη του.

Ἔ­τσι λοι­πὸν δὲν κα­τα­νο­εῖ τί νό­η­μα π.χ. ἔ­χει νὰ ἀ­γα­πᾶ, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει νὰ κερ­δί­σει κά­τι. Ὅ­λα περ­νοῦν μέ­σα ἀ­π᾿ τὸ κό­σκι­νο τοῦ ὠ­φε­λι­μι­σμοῦ καὶ τῆς χρη­σι­μο­θη­ρί­ας. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὡς   κα­τ᾿ ἐ­ξο­χὴν ἁ­μαρ­τί­α λο­γί­ζε­ται ὁ ἐ­γω­κεν­τρι­σμός. Ποὺ ὁ­δη­γεῖ τὸν ἄν­θρω­πο σι­γὰ-σι­γὰ σὲ ἀ­παν­θρω­πί­α. Συ­νή­θως τὸν πα­ρο­μοι­ά­ζου­με τό­τε μὲ ζῶ­ο, θε­ω­ροῦ­με κτη­νω­δί­α αὐ­τὴ τὴ στά­ση ζω­ῆς. Καὶ ξε­χνᾶ­με ὅ­τι τὰ ζῶ­α ἔ­χουν κά­ποι­ες συμ­πε­ρι­φο­ρὲς ποὺ ὑ­πε­ρέ­χουν σὲ ἀ­σύγ­κρι­το βαθ­μὸ ἀ­πὸ τὶς δι­κές μας.

Σὲ ἕ­να ἀ­π᾿ τὰ ἐγ­κώ­μια τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου ψάλ­λο­με τὸ ἑ­ξῆς ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο: «Πλη­γω­μέ­νος στὴν πλευ­ρά σου Λό­γε (=Χρι­στέ), ὅ­πως ὁ πε­λε­κά­νος, ἐ­ζω­ο­ποί­η­σες τὰ νε­κρά σου τέ­κνα, στά­ζον­τας πά­νω τους ζω­τι­κοὺς κρου­νοὺς (=τὸ αἷ­μα Σου)». Τί κά­νει δηλ. ὁ πε­λε­κά­νος; Τρυ­πά­ει μὲ τὸ ράμ­φος τὴν πλευ­ρά του καὶ μὲ τὸ αἷ­μα του δί­νει ζω­ὴ στὰ μι­κρά του, ὅ­ταν τὰ δαγ­κώ­σει δη­λη­τη­ρι­ῶ­δες φί­δι. Καὶ αὐ­τή του ἡ ἐ­νέρ­γεια πα­ρα­βάλ­λε­ται, οὔ­τε λί­γο οὔ­τε πο­λύ,  μὲ τὴ σταυ­ρι­κὴ θυ­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ μας.

Μπρο­στὰ σὲ τέ­τοι­ον ἡ­ρω­ι­σμὸ καὶ αὐ­το­θυ­σί­α ποὺ δεί­χνουν, δι­δαγ­μέ­να ἀ­π᾿ τὸν Δη­μι­ουρ­γό τους, τὰ ζῶ­α, ἔ­χου­με τὸ θρά­σος ἐ­μεῖς μὲ τὶς ἐ­γω­κεν­τρι­κές μας συμ­πε­ρι­φο­ρὲς νὰ λε­γό­μα­στε ἥ­ρω­ες; 

Πρωτ. Δ. Μ.

***

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Ὁ ἐν ἁγίοις Πατήρ Ἰου­στῖνος Πόπο­βιτς, στό ὑπέροχο βιβλίο του «Ἄν­θρωπος καί Θεάνθρωπος», παρατηρεῖ ὅτι «χωρίς τήν Ἀνά­σταση τοῦ Χριστοῦ, ὁ κόσμος μας εἶναι μιά χαώδης ἔκθεση ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Χωρίς τήν Ἀνά­στα­ση δέν ὑπάρχει τί­ποτε πιό παράλογο ἀπό αὐτόν τόν κόσμο· δέν ὑπάρχει μεγα­λύ­τερη ἀπελ­πι­σία ἀπό αὐτή τήν ζωή. Δέν ὑπάρχει πιό δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀ­πό τόν ἄν­θρωπο, πού δέν πιστεύει στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν Ἀνά­σταση τῶν νεκρῶν».

Ὅμως ἀκόμη καί οἱ ἄνθρωποι, πού εἶχαν ζήσει κοντά στόν Χρι­στό, ἀ­κόμη καί αὐτοί πού ἀπαρνήθηκαν τά πάντα καί Τόν ἀκο­λού­θη­σαν πιστά τρί­α ὁλόκληρα χρόνια, δέν ἦταν καί τόσο εὔκολο νά πι­στέ­­ψουν στήν Ἀνάστασή Του! Μετά τόν Θάνατο καί τήν Ταφή τοῦ Χρι­στοῦ, τό μυαλό τους εἶχε τόσο θολώσει, πού κιν­δύ­νε­ψαν νά τούς «κα­τα­φά­γῃ τό τῆς ἀπογνώσεως σκότος»!

Δέν εἶναι λίγες οἱ ἀπελπισμένες κραυγές τους, πού μαρτυροῦν γι’ αὐτήν τήν θανάσιμα ἀπειλητική παρουσία τοῦ ‘μηδενός’ μετά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ:

  • «Γιατί εἴσαστε σκυθρωποί;» ρωτάει ὁ Χριστός τόν Λουκᾶ καί τόν Κλε­ό­πα περ­πατώντας μαζί τους πρός Ἐμμαούς. «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε ὅτι Αὐτός πού πρίν ἀπό τρεῖς μέρες σταυρώθηκε, θά ἦταν ὁ Λυτρωτής τοῦ Ἰσρα­ήλ», ἀπάντησαν ἀπογοητευμένοι οἱ μαθητές (Λουκ. 24, 13).
  • Τήν ἴδια μαυρίλα ἔβγαζε ὁ ἀπελπισμένος θρῆνος τῶν Μυρο­φό­ρων, οἱ ὁ­ποῖες, ὅταν ἔφτασαν στόν Τάφο τοῦ Χριστοῦ καί δέν βρῆκαν τό ἄ­χραν­το Σῶμα Του ὀδύρονταν: «Ποιός ἔκλεψε τήν ἐλπίδα μας; Ποιός πῆρε τόν Νεκρό μας; Γιατί νά κλέψουν ἕνα ‘νεκρόν, γυμνόν, ἐσμυρνισμένον’»; (Ἰω. 20, 11).
  • Μέ παρόμοιο ψυχοπλάκωμα οἱ μαθητές, θεωρώντας ὁριστικό τόν χω­ρι­σμό τους ἀπό τόν Νεκρό πλέον Χριστό, ξαναγύρισαν στήν ρουτίνα τοῦ ψα­­ρέ­ματος: «καί πάλιν πλοῖα καί δίκτυα, καί ἄγρα οὐδαμοῦ». Καί δέν μποροῦσαν νά φανταστοῦν ὅτι Αὐτός πού καθόταν στήν παραλία ἦταν ὁ Ἀναστημένος Διδάσκαλός τους (Ἰω. 21).

*    *    *

Ὁ Χριστός ὅμως οὔτε τότε ἄφησε, οὔτε σήμερα ἀφήνει κανένα νά βου­λιάξει στό σκοτάδι τῆς ἀπιστίας καί τοῦ ‘μηδενός’. Τότε, συγκατέβη στόν Θωμᾶ καί τόν κάλεσε ἀκόμη καί νά Τόν ψηλαφήσει, γιά νά πεισθῆ ὅτι ἀλη­θῶς ἀνέ­στη. Περπάτησε τόσο δρόμο πρός Ἐμμαούς καί κάθησε νά φάει μαζί τους, γιά νά τούς ἀνοίξει τά μάτια στό φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Βοήθησε στό ψάρεμα τούς «ἀθυμοῦντας» μαθητάς καί τούς ἔστρωσε τραπέζι στήν παραλία, γιά νά βε­βαι­ω­θοῦν ὅτι «ὁ Κύριός ἐστι». Ἔ­στησε καρτέρι ἔξω ἀπό τήν Δαμασκό γιά νά συ­ναντήσει τόν διώκτη Σαῦλο, καί γιά νά τόν βεβαιώσει αἰσθητά ὅτι «ἀληθῶς ἀ­νέστη»!

Καί σήμερα, ὄχι ἁπλῶς φανερώνεται αἰσθητά μέσα στήν Λατρεία. ἀλλά καί γίνεται ΒΡΩΣΙΜΟΣ καί ΠΟΣΙΜΟΣ μέ τήν Θεία Μετάληψη, χα­ρί­ζοντάς μας τήν δυ­να­τότητα κάθε φορά «νά καταγγέλλουμε τόν Θάνατό Του καί νά ὁμο­λο­γοῦμε τήν Ἀνάστασή Του», ὅπως λέει καί ὁ Μέγας Βασίλειος στήν Θεία Λειτουργία του.

Ἀρχιμ. Β. Λ.

***

Ο ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΑΜΝΟΣ

Ὁ Κύ­ριος ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ ἐ­πι­φέ­ρει τὴ δέ­κα­τη καὶ φο­βε­ρώ­τε­ρη πλη­γὴ στὸν ἀ­με­τα­νό­η­το Φα­ρα­ὼ καὶ τὸ λα­ό του: τὴ θα­νά­τω­ση τῶν πρω­το­τό­κων «ἀ­πὸ ἀν­θρώ­που ἕ­ως κτή­νους». Ταυ­τό­χρο­να ἔ­δω­σε ρη­τὲς ὁ­δη­γί­ες στοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες γιὰ τὸν ἑ­ορ­τα­σμὸ τοῦ πρώ­του τους Πά­σχα. Ἔ­τσι, σύμ­φω­να μ᾿ αὐ­τές, ἡ κά­θε οἰ­κο­γέ­νεια δι­ά­λε­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ ἀρ­σε­νι­κό, ἑ­νὸς ἔ­τους, τέ­λει­ο, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πὸ κά­θε ἐ­λάτ­τω­μα. Τὴ νύ­χτα τῆς ἐ­ξό­δου τους ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτο τὸ ἔ­σφα­ξαν, χω­ρὶς νὰ σπά­σουν κα­νέ­να του κόκ­κα­λο. Μὲ τὸ αἷ­μα του ἄ­λει­ψαν τὶς πόρ­τες τους, ὥ­στε ὁ ὀ­λο­θρευ­τὴς ἄγ­γε­λος νὰ τοὺς προ­σπε­ρά­σει, χω­ρὶς νὰ πει­ρά­ξει τὰ δι­κά τους πρω­τό­το­κα. Τὸ ἔ­ψη­σαν ὁ­λό­κλη­ρο στὴ φω­τιά, για­τὶ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φᾶ­νε ὠ­μὸ ἢ βρα­στό. Τὸ ἔ­φα­γαν βι­α­στι­κά, μὲ ἄ­ζυ­μο ψω­μὶ καὶ πι­κρὰ χόρ­τα, ζω­σμέ­νοι μὲ τὴ ζώ­νη τους, μὲ τὰ σαν­δά­λια στὰ πό­δια τους καὶ τὸ ρα­βδὶ στὸ χέ­ρι τους. Καὶ ὅ­ταν, με­τὰ τὴ φο­βε­ρὴ πλη­γή, δό­θη­κε ἡ ἄ­δεια νὰ φύ­γουν, ὁ λα­ὸς ξε­κί­νη­σε. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ γι­ορ­τὴ τοῦ πρώ­του Πά­σχα, ποὺ θὰ γι­νό­ταν πάν­τα πρὸς τι­μὴν τοῦ Κυ­ρί­ου, γιὰ τὸ πέ­ρα­σμά τους ἀ­π᾿ τὴ δου­λεί­α τῆς Αἰ­γύ­πτου στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς Γῆς τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας.

Ὁ πα­σχά­λιος ἀ­μνὸς τῶν Ἑ­βραί­ων εἶ­ναι ὁ ἀ­με­σώ­τε­ρος τύ­πος τοῦ δι­κοῦ μας Πά­σχα, τοῦ Χρι­στοῦ. Δι­ό­τι Πά­σχα λέ­γε­ται τὸ πα­σχα­λι­νὸ ἀρ­νί. Ὁ Χρι­στὸς λοι­πόν, «ὡς ἐ­νια­ύσιος ἀ­μνός», θυ­σι­ά­ζε­ται ἑ­κου­σί­ως ὑ­πὲρ πάν­των καὶ λέ­γε­ται γι᾿ αὐ­τὸ «Πά­σχα τὸ κα­θαρ­τή­ριον», πα­σχά­λιος δηλ. ἀ­μνὸς ποὺ μᾶς κα­θα­ρί­ζει ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μας. Καὶ ὅ­ταν ψάλ­λου­με «Πά­σχα ἱ­ε­ρόν, και­νόν, ἅ­γιον, μυ­στι­κὸν», ἐν­νο­οῦ­με αὐ­τὸν τὸν νέ­ο πα­σχά­λιο ἀ­μνό, ποὺ περ­νών­τας μας ἀ­π᾿ τὸ θά­να­το στὴ ζω­ὴ μᾶς ἀ­νοί­γει τὶς πύ­λες τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Μὲ ἕ­να λό­γο: «Πά­σχα Χρι­στὸς ὁ Λυ­τρω­τής», δηλ. πα­σχά­λιος ἀ­μνὸς εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, ὁ Λυ­τρω­τής.

Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν τρώ­γε­ται ὁ Χρι­στός, εἶ­ναι δηλ. «βρω­τός», γι᾿ αὐ­τὸ καὶ «ἀ­μνὸς προ­ση­γό­ρευ­ται». Ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀ­μνός, ἄ­μω­μος καὶ τέ­λει­ος, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ κά­θε ἐ­λάτ­τω­μα «ὡς ἄ­γευ­στος κη­λῖδος». «Ὁ δι­κός μας πα­σχά­λιος ἀ­μνὸς εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς ποὺ θυ­σι­ά­σθη­κε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν» (Α΄ Κoρ. 5, 7).

Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς κα­λεῖ­ται ὁ ἀ­μνὸς τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νει πά­νω του τὴν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ κό­σμου (Ἰ­ω. 1, 29). Τὸ αἷ­μα του μᾶς προ­στα­τεύ­ει ἀ­πὸ τὸ θά­να­το (πρβλ. Ἰ­ω. 6, 54), ὅ­πως τὸ αἷ­μα τοῦ σφαγ­μέ­νου ἀρ­νιοῦ στὶς θύ­ρες τῶν Ἑ­βραί­ων ἀ­πέ­τρε­πε τὸν ἄγ­γε­λο τοῦ θα­νά­του. Τὸ αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ χύ­θη­κε «ὑ­πὲρ τῆς τοῦ κό­σμου ζω­ῆς καὶ σω­τη­ρί­ας». Τὸ σῶ­μα του καὶ τὸ αἷ­μα του εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὴ «βρῶ­σις καὶ πό­σις»(Ἰ­ω. 6, 55).  Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι τὸ «ἀρ­νί­ον τὸ ἐ­σφαγ­μέ­νον», ποὺ ἀ­ξί­ζει λό­γῳ τῆς θυ­σί­ας του νὰ βα­σι­λεύ­ει πά­νω σὲ ὅ­λους (Ἀ­ποκ. 5, 12-13).

Αὐ­τὸς ὁ πα­σχά­λιος ἀ­μνός, ὁ Χρι­στός, δὲν μᾶς προ­σφέ­ρε­ται ὅ­μως μό­νο κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Πά­σχα. Σὲ κά­θε Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶ­ναι μό­νο αὐ­τὸς ποὺ προ­σφέ­ρει καὶ ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴ θυ­σί­α, ἀλ­λὰ ταυ­τό­χρο­να εἶ­ναι καὶ «ὁ προ­σφε­ρό­με­νος καὶ δι­α­δι­δό­με­νος» στοὺς πι­στούς. Εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ μᾶς κα­λεῖ: «Λά­βε­τε, φά­γε­τε τὸ σῶ­μά μου» καὶ «πί­ε­τε τὸ αἷ­μά μου». Εἶ­ναι «ὁ πάν­το­τε ἐ­σθι­ό­με­νος καὶ μη­δέ­πο­τε δα­πα­νώ­με­νος, τοὺς δὲ ἐ­σθί­ον­τας ἁ­γιά­ζων». Ἡ κά­θε Θεί­α Λει­τουρ­γί­α λοι­πὸν εἶ­ναι Πά­σχα, ἀ­φοῦ προ­σφέ­ρε­ται σ᾿ αὐ­τὴν ὁ πα­σχά­λιος ἀ­μνός, ὁ Χρι­στός, γιὰ νὰ φα­γω­θεῖ.

Ἐ­σύ; Γι­ορ­τά­ζεις τὸ Πά­σχα τρώ­γον­τας τὸν πα­σχά­λιο αὐ­τὸν ἀ­μνὸ ποὺ λέ­γε­ται Χρι­στός; Κι ἂν ναί, μὲ ποι­ὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις; Καὶ σὲ τί ἀ­πο­βαί­νει ἡ βρώ­ση αὐ­τή; «Εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον ἢ εἰς κρῖ­μα καὶ κα­τάκρι­μα»;

Πρωτ. Δ. Μ.

 

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration