Ζωηφόρος

«Λυχνία» Ιούλιος 2006

Μηνιαίο Περιοδικό Ι.Μ.Νικοπόλεως & Πρεβέζης Αρ. Φύλλου 276 Ιούλιος 2006

«ΖΕΣΤΗ ΚΑΙ ΚΡΥΟ» του Ἀρχιμ. Γρηγορίου Λίχα

«ΜΗΝ ΠΑΡΑΣΥΡΕΣΘΕ!» του Στέργιου Ν. Σάκκου

«ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ... ΣΕ ΜΕΓΑΛΟΥΣ» του Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

«ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΣΟΥ, ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΨΩΜΙ» του Ἀρχιμ. Β.Λ

 

ΖΕΣΤΗ ΚΑΙ ΚΡΥΟ

 

Ἕ­νας εὐ­θυ­μο­γρά­φος προ­τε­ί­νει νά κά­νου­με τή ζωή μας Κόλαση, ὁ­πό­τε λό­γῳ τῆς ἐ­κεῖ ζέ­στης (τῆς Κόλασης), θά μπο­ρέ­σου­με νά ἐ­ξι­σορ­ρο­πή­σου­με κά­πως τό μελ­λον­τι­κό κρύ­ο τῶν πα­γε­τώ­νων, πού προβλέπουν οἱ ἐπιστήμονες!

 

Ὅ­μως,

 

Ποι­ός θέ­λει τήν ζω­ή του κό­λα­ση;

 

Ποι­ός θέ­λει ἀ­φεν­τι­κό τόν Δι­ά­βο­λο;

 

–Ἀ­σφα­λῶς, κα­νέ­νας.

 

*       *       *

 

Κάθε ἄν­θρω­πος πού ἔ­χει ἀ­κο­ύ­σει τά λό­για τοῦ Χρι­στοῦ καί τά βι­ώ­νει συ­νει­δη­τά, ὁ­πωσ­δή­πο­τε θά ἔ­χει γευ­θεῖ προ­σω­πι­κά καί τή ζε­στα­σιά, πού φέρ­νει στίς καρ­δι­ές ἡ χρι­στι­α­νι­κή ἀ­γά­πη. Ἔ­τσι δέν θά συμ­βι­βα­σθεῖ πο­τέ μέ ἄλ­λα «μέ­σα θέρ­μαν­σης». Ἀλ­λά θά φρον­τί­ζει ὁ ἴ­διος, ζε­στα­ί­νον­τας τούς συ­ναν­θρώ­πους του, νά ζε­στα­ί­νει καί τήν δι­κή του καρ­διά. Ἀ­φοῦ ἀ­πό ἐ­κεῖ ἐκ­πο­ρε­ύ­ον­ται καί ξε­κι­νοῦν οἱ πιό σφο­δροί πα­γε­τῶ­νες. Καί ἐ­πη­ρε­ά­ζουν καί ψυ­χρα­ί­νουν τίς σχέ­σεις καί τίς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τῶν συγ­χρό­νων ἀν­θρώ­πων, ρυθ­μί­ζον­τας αἰ­σθή­μα­τα, συ­ναι­σθή­μα­τα, συμ­πε­ρι­φο­ρές, τήν ὅ­λη ζωή μας. Καί ἡ κα­τά­στα­ση τῆς ψυ­χρό­τη­τας θά ἐ­πι­δει­νώ­νε­ται συ­νέ­χεια. Μήπως σ᾿ αὐ­τούς τούς πα­γε­τῶ­νες πρέ­πει νά στρέ­ψου­με πρώ­τι­στα τήν προ­σο­χή μας;

 

*       *      *

 

Ἀλ­λ᾿ ἄς δοῦ­με μιά πραγ­μα­τι­κή ἱ­στο­ρί­α, πού ἀ­να­φέ­ρει τό ψυ­χω­φε­λέ­στα­το πα­τε­ρι­κό βι­βλί­ο, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται «Γε­ρον­τι­κόν». Μι­λά­ει γιά τό: πῶς ἀν­τι­με­τώ­πι­σε αὐ­τό τό «δι­πλό ζέ­στα­μα» (τοῦ συ­ναν­θρώ­που μας καί τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας) ἕ­νας εὐ­λα­βής ἄν­θρω­πος. Καί –τό σπου­δαι­ό­τε­ρο: πῶς ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τήν ἐ­νέρ­γειά του αὐ­τή ὁ Χρι­στός.

 

Ἦ­ταν χει­μώ­νας μέ πο­λύ κρύ­ο. Ἕ­νας φι­λό­χρι­στος ἄν­θρω­πος πή­γαι­νε στή δου­λειά του. Στό δρό­μο συ­νά­ντη­σε ἕ­ναν δυ­στυ­χῆ με­θυ­σμέ­νο, πού ἦ­ταν γυ­μνός καί κρύ­ω­νε πολύ· ἔτρεμε. Τόν λυ­πή­θη­κε ἀ­πό τήν καρ­διά του ὁ κα­λός αὐ­τός ἄν­θρω­πος καί τοῦ χά­ρι­σε τό παλ­τό του (πράγ­μα πο­λύ­τι­μο τό­τε!). Ὁ μπε­κρῆς ὅ­μως πο­ύ­λη­σε με­τά ἀ­πό λί­γο τό παλ­τό αὐ­τό, προ­κει­μέ­νου νά ἐ­ξα­σφα­λί­σει τό κρα­σί του. Τό ἔ­μα­θε ὁ κα­λός ἄν­θρω­πος καί λυ­πή­θη­κε πο­λύ.

 

-Τί βγῆ­κε; συλ­λο­γι­ζό­ταν. Ἔ­κα­να κα­λά πού τό ἔ­δω­σα ἤ ὄ­χι; Μήπως θά ἔπρε­πε νά εἶχα ἀ­γνο­ή­σει τή γύ­μνια; Ἐ­ξάλ­λου, ποι­ός μ’ ἔ­βλε­πε;

 

Καί ἐνῶ ἀ­να­λο­γι­ζό­ταν αὐ­τά, τόν πῆ­ρε ἕ­νας ἐ­λα­φρός ὕ­πνος. Καί τό­τε ἐμ­φα­νί­ζε­ται στό ὄ­νει­ρό του ὁ Χρι­στός, φο­ρώ­ντας τό ροῦ­χο, ὁ εὔ­σπλα­χνος αὐ­τός ἄν­θρω­πός μας πού εἶχε δώσει στόν μεθυσμένο. Καί τοῦ λέ­ει μέ γλυ­κύ­τη­τα:

 

-Μή λυ­πᾶ­σαι! Τό βλέ­πεις; Τό ροῦ­χο πού ἔ­δω­σες στόν μπεκρῆ, τό φορῶ Ἐγώ!...

 

*       *       *

 

«Ὅ­ποι­ος ἐ­λε­εῖ κά­ποι­ον φτω­χό, δα­νε­ί­ζει τόν ἴ­διο τόν Θεό» (Πα­ροιμίαι 19,17)!

 

Ἔτσι πα­ίρ­νουν ὅ­λα νό­η­μα! Ὅ­ταν γί­νον­ται στό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί γιά τόν Χρι­στό.

 

Ἀρχιμ. Γρηγορίου Λίχα

 

 (Ἀπό τό βιβλίο του - ἔκδοσή μας

 

ΧΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ, σελ. 32-33)

 

Στέργιου Ν. Σάκκου

 

Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

 

ΜΗΝ ΠΑΡΑΣΥΡΕΣΘΕ!

 

            Ἄριστος ψυχολόγος καί παιδαγωγός ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τούς Κορινθίους νά ἀπέχουν ἀπό τίς κακές συναναστροφές. Εἶναι κανόνας παιδαγωγικός, ἀποδεδειγμένος σέ πάμπολλες περιπτώσεις: «Φθείρουσιν ἤθη χρηστά ὁμιλίαι (=συνανασροφές) κακαί.

 

            Ὄχι μόνο τά παιδιά ἀλλά καί οἱ ὥριμοι δέν μποροῦμε νά μένουμε ἀνεπηρέαστοι ἀπό τό καλό ἤ κακό περιβάλλον. Κι ὅταν αὐτό εἶναι ἄθεο καί ἀντίθεο, ἀλλοίμονο! Ἔτσι ἐξηγεῖται πῶς καί σήμερα τόσοι χριστιανοί, ἐνῶ ἀποδέχονται τήν ὀρθόδοξη πίστη μας, γιορτάζουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ὁμολογοῦν ὅτι Αὐτόν πιστεύουν, ἀπιστοῦν στήν διαβεβαίωσή του ὅτι θά ἀναστηθοῦν τά νεκρά σώματά μας. Ὅπως ὁρισμένοι Κορίνθιοι, ἐπηρεάζονται καί αὐτοί ἀπό ἄθεες ὑλιστικές θεωρίες, πού δυστυχῶς εἶναι τόσο διαδεδομένες!

 

            Προσοχή! Φωνάζει ὁ Παῦλος. Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί βρίσκονται σέ πλάνη, ἔχουν «ἀγνωσία Θεοῦ». Ἔχουν τή δυνατότητα νά κάνουν κτῆμα τους τό «γνωστόν τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 1,19), ὅ,τι φανερώνει ὁ Θεός ἀπό τόν ἑαυτό του στόν ἄνθρωπο. Αὐτοί ὅμως ἀδιαφοροῦν. Τούς ἐνοχλεῖ ὁ Θεός, δέν θέλουν νά ἀποκτήσουν τή θεογνωσία. Γι᾿ αὐτό δέν γνωρίζουν τόν Θεό. Πρέπει νά ντραποῦν γιά τήν τακτική τους καί νά μετανοήσουν!

 

(Ἀπό τό βιβλίο του «Οἱ νεκροί δέν χάθηκαν», ἐκδόσεις «Χριστιανική Ἐλπίς», σελ. 78-79)

 

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ... ΣΕ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

 

            Πέρυσι ἡ Μητρόπολή μας ἐξέδωκε τό βιβλίο Η ΑΓΙΑ ΞΕΝΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ  (σελ. 110).

 

            Σέ αὐτό ἔχουν καταχωρηθῆ πολλά θαύματα τῆς ἁγίας σέ μικρούς συνήθως ἀνθρώπους. Δέν εἶναι φυσικά τά μόνα. Οὔτε θά μείνουν τά μόνα. Γιατί οὔτε ὁ Θεός γερνάει, οὔτε οἱ ἅγιοι· ἐκεῖνοι πού βρῆκαν τήν αἰώνια ζωή κοντά Του. Οὔτε γερνᾶνε. Οὔτε ξεπέφτουν.

 

            Ἐδῶ, τώρα, θά παραθέσουμε ἕνα θαῦμα πού ἔγινε σέ ἕναν ... πολύ μεγάλο τοῦ κόσμου τούτου. Στόν τσάρο τῆς Ρωσσίας Ἀλέξανδρο Γ᾿ (1881-1897).

 

*            *            *

 

            Γύρω στά τέλη τοῦ 1874, καί ἐνῶ ἀκόμη ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν διάδοχος τοῦ πατέρα του αὐτοκράτορα τῆς Ρωσσίας Ἀλεξάνδρου Β᾿ (1856-1881), ἀρρώστησε βαρειά· καί ἡ κατάστασή του ὅλο καί χειροτέρευε. Τόσο, πού ὅλο του τό περιβάλλον εἶχε πέσει σέ βαθειά κατάθλιψη. Καί περίμενε τόν θάνατό του μέ σφίξιμο στήν καρδιά.

 

            Τότε ὅμως ἡ σύζυγός του Μαρία Θεοδώροβνα, γυναίκα εὐσεβέστατη, πού τώρα τελευταία ἀνακηρύχθηκε ἁγία ἀπό τήν Ρωσσική Ἐκκλησία, ἄκουσε νά γίνεται λόγος γιά τήν ἁγία Ξένη. Καί ζήτησε νά πάει στόν τάφο της νά τήν ἐπικαλεσθῆ γιά τόν ἄρρωστο σύζυγό της. Ἕνας ἀξιωματοῦχος τῶν ἀνακτόρων τότε τῆς πρόσφερε ἕνα πανάκι μέ λίγο χῶμα ἀπό τόν τάφο τῆς ἁγίας. Καί τῆς συνέστησε νά τό βάλει κάτω ἀπό τό προσκέφαλο τοῦ ἄρρωστου.

 

            Ἡ Μαρία τό δέχθηκε μέ πίστη καί εὐγνωμοσύνη καί τό ἐχρησιμοποίησε ὅπως τῆς εἶχε ὑποδειχθῆ. Καί τό ἴδιο βράδυ εἶδε τήν ἁγία Ξένη σέ ὅραμα μπροστά της. Καί ἡ ἁγία τῆς εἶπε:

 

            -Μή φοβᾶσαι. Ὁ σύζυγός σου θά γίνει καλά. Καί τό παιδί πού ἔχεις στήν κοιλιά σου θά γεννηθῆ αἰσίως. Θά εἶναι κοριτσάκι. Νά τοῦ βάλεις τό ὄνομά μου: Ξένη. Καί νά τό ξέρεις: Αὐτή ἡ Ξενούλα, θά φυλάξει τό σπίτι σας ἀπό πολλά κακά.

 

            Αὐτά εἶπε ἡ ἁγία. Καί ἐξαφανίσθηκε.

 

*            *            *

 

            Ἀλλά ὅλα βγῆκαν ἀληθινά. Τήν ἄλλη ἡμέρα ὁ Ἀλέξανδρος «σηκώθηκε» ὑγιής. Καί ἡ Μαρία στίς 25 Μαρτίου τοῦ 1875 γέννησε κορίτσι. Ἡ πρόρρηση τῆς ἁγίας, τότε πού ἡ ἰατρική δέν μποροῦσε νά κάμει καμμιά σχετική πρόβλεψη, βγῆκε ἀληθινή.

 

            Καί ἡ Ξένη ἔγινε μιά θαυμάσια γυναίκα, πού ὀμόρφηνε μέ τίς ἀρετές της τήν αὐτοκρατορική οἰκογένεια. Καί ὁ Θεός ξέρει ἀπό τί κακά τήν ἐφύλαξε.

 

[Ἁπό τό περιοδικό «Πραβοσλαβνάγια Ρούσ (Ὀρθόδοξη Ρωσσία) τ. 1797 (2006) σελ. 12-13.]

 

ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΣΟΥ, ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΨΩΜΙ

 

            Ὁ ἀμερικανός συγγραφέας Τζέι Μάκ Ἴνερνι στό βιβλίο του «Φῶτα Ὁλόφωτα – Πόλη Μεγάλη» μέ ἐμπνευσμένο τρόπο ‘κουρελιάζει’ τούς μύθους τῆς δῆθεν ‘ἐλεύ­θε­ρης’ καί δῆθεν ‘γλυκιᾶς’ ζωῆς τῆς σύγχρονης νεολαίας στήν Νέα Ὑόρκη. Τό βιβλίο τελειώνει μέ μιά σκηνή, πού λέει πολλά:

 

            Ὁ πρωταγωνιστής σέρνει τά πόδια του γιά τό σπίτι του, Κυριακή πρωί, μετά ἀπό ἕνα διήμερο πάρτυ, πλούσιο σέ ἀλκοόλ καί ναρκωτικά. Πεινάει σάν λύκος, για­τί ἔχει νά φάει ἀπό τήν Παρασκευή τό βράδυ. Παρ’ ὅλη τήν αἱμορραγία στήν μύ­τη, πλησιάζοντας σέ κάποιο φοῦρνο, μυρίζεται φρέσκο ψωμί. Ζητιανεύει λίγο ψω­μί, ἀφοῦ οἱ τσέπες του εἶναι ἀδειανές. Τελικά τοῦ πετᾶνε λίγο ψωμί, ἀφοῦ τοῦ πά­ρουν τό μόνο πρᾶγμα κάποιας ἀξίας πού ἔχει ἐπάνω του: τά γυαλιά του!... Ἀρχί­ζει νά τρώει μέ βουλιμία. Ἡ πρώτη μπουκιά κολλάει στό στόμα του καί πνίγεται.

 

            Καί ὁ  συγγραφέας καταλήγει μέ τήν φράση: «Θά πρέπει νά φάει πιό ἀργά. Θά πρέπει νά τά μάθει ὅλα ἀπό τήν ἀρχή».

 

*    *    *

 

            Στίς 8 Ἰουλίου γιορτάζουμε τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Προ­κο­πίου. Πρίν γίνει Χριστιανός, ὡς νεαρός στήν Ἀντιό­χεια, γλεντοῦσε τήν ζωή του. Εἶχε γίνει ἀξιωματικός, ἀφοῦ ἡ μαμά του «λάδωσε» μέ πολύ χρυ­σά­φι τόν βασιλιά. Καί αὐτός, τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ βασιλιά, κυνηγοῦσε τούς Χριστιανούς. Μόνο πού, ἐπειδή – σάν μαμόθρεφτο - δέν ἄντεχε τήν ζέστη τῆς ἡμέρας, ἔβγαινε γιά καταδίωξη τήν νύχτα...

 

            Κάποια νύχτα, ἔξω ἀπό τήν Ἀπάμεια τῆς Συρίας εἶχε μιάν ἀπροσδόκητη συνάν­τηση. «Σκόνταψε» μπροστά σ’ Ἑκεῖνον πού κυνηγοῦσε! Τοῦ φανερώθηκε ἕνας φωτεινός Σταυρός. Καί ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Χριστοῦ νά τοῦ συστήνεται: «Ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ἐσταυρωμένος, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ»!

 

Τότε ὁ νεαρός εἰδωλολάτρης ξύπνησε! Καί ὅταν «μυρίστηκε» ὅτι βρῆκε «τόν Ἄρτον τόν Ζῶντα τόν ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ καταβάντα», ἔδωσε ὅ,τι εἶχε καί δέν εἶχε ...γιά νά Τόν ἀγοράσει! Πῶς; Ἔδωσε κατ’ ἀρχήν ἕνα μεγάλο ποσό, γιά νά φτιάξει ἕνα ὁλόχρυσο Σταυρό. Ἔτσι ἔβγαλε ἀπό τά μάτια του τά παραμορφωτικά «γυαλιά» τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας, Πέταξε τά «γυαλιά», πού τόν τύφλωναν καί δέν τόν ἄφηναν νά ἰδῆ καθαρά τό ἀληθινό Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Καί κοιτώντας τόν Σταυρό ἄρχισε νά συνειδητοποιεῖ

 

  τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιά τούς ἀνθρώπους·

 

  καί τήν ὀλέθρια δύναμη τῆς ἁμαρτίας.

 

Καί μέ τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ ἀπαρνήθηκε, ὄχι μόνο τίς ἐπίγειες ἡδονές, ἀλλά καί τό ἴδιο τό σῶμα του. Ὑπέφερε φρικτά μαρτύρια γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Καί μετά τόν ἀποκεφάλισαν ἔξω ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης.

 

*    *    *

 

              Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού καταλαβαίνει ὅτι τά πάθη του εἶναι τά χειρότερα παραμορφωτικά «γυαλιά», πού τόν ἐμποδίζουν νά ἰδῆ καθαρά τόν Χριστό καί νά δεχθῆ τόν λόγο Του.

 

              Ἀκόμη πιό μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού κατάλαβε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ζωή τοῦ κόσμου. Καί ὅτι μόνον Αὐτός εἶναι ὁ Ζωντανός Ἄρτος, πού μπορεῖ νά χορτάσει τόν ἄνθρωπο καί νά γεμίσει τήν καρδιά του.

 

              Τρισμακάριος – τέλος - εἶναι ἐκεῖνος, πού θυσιάζει τά πάντα, γιά νά μπο­ρεῖ νά τρέφεται συνεχῶς μέ τόν Ἄρτο τῆς Ζωῆς, μέσα στόν Μυστικό Δεῖπνο τῆς Θείας Λειτουργίας.

 

Ἀρχιμ. Β.Λ

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration