Ζωηφόρος

Οἱ προπορευόµενοι.......

Μνήµη καί βίωµα τῶν παλαιῶν ἐφηµερίων µας

 

Συντροφευμένο τό παλιό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου στόν Πύργο ἀπό τά πυκνοφυτευμένα πεῦκα ἀποτελεῖ κι ἀπομένει μιά ξεχωριστή, συγκινητική θά τήν ἔλεγα, σωματική καί πνευματική ὄαση, μέχρι σήμερα. Καί τό λέω αὐτό μέ τήν ἐμπειρία πού ἔχω, καθώς ξεπέρασα τό μισό αἰῶνα ζωῆς  καί καθώς ἀναλογίζομαι τήν ἀναψυχή, τήν ὁποία πρόσφερε αὐτό τό ξωκκλήσι στόν κουρασμένο καί ὀδυνώμενο ὁδοιπόρο πού ξεκινοῦσε ἀπό τό Λουτράκι, τή Γλώσσα καί τά Κλήματα καί κατευθυνόταν γιά τή Σκόπελο, μέχρι τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960. Γιατί δέν ἦταν καί τόσο εὔκολο ν᾿ ἀνεβεῖς μέ τά πόδια τόν ἀνήφορο καί μάλιστα κάτω ἀπό ἀντίξοες συνθῆκες, μέ βροχή δηλαδή, ἤ μέ χιόνια, ὥστε νά πᾶς στή Χώρα! Τοῦτο δέ, ἐπειδή τό μονοπάτι ἦταν κακοστρατιά, παρ᾿ ὅλο πού τό περπατοῦσαν δεκάδες πόδια καθημερινά, ἀνθρώπων καί ζωντανῶν. Γι᾿ αὐτό καί κούραζε τόν στρατοκόπο πολύ. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ρηγῖνος ἀποτελοῦσε καί ἦταν ἡ παραμυθία τοῦ πληγωμένου ὁδοιπόρου, τοῦ ἄρρωστου, τοῦ ὑπόδικου, τοῦ χρεώστη.

Ἡ παράδοση θέλει νά στάθηκε ἐκεῖ, στή θέση δηλαδή πού εἶναι τό ἐκκλησάκι, ὁ Ἅγιος Ρηγῖνος κατά τήν ἀναζήτηση τοῦ θηρίου, τό ὁποῖο ἐπρόκειτο νά σκοτώσει. Ὡστόσο, τό βάθος αὐτῆς τῆς χαμένης πιά παράδοσης, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἵδρυση καί παρουσία τούτου τοῦ πανάρχαιου ναοῦ –τό σημερινό κτῖσμα εἶναι τοῦ 17ου αἰ. (τό παλαιότερο, πού ἀσφαλῶς θά ὑπῆρχε, πότε, ἄραγε, θεμελιώθηκε;) εἶναι ἐξάπαντος ἄλλο. Πρέπει δέ –κατά τήν ἐκτιμησή μου πάντα– νά σχετίζεται ἡ ἵδρυση τοῦ ναοῦ αὐτοῦ μέ κάποιο θαῦμα πού ἔγινε στό νησί, ἄγνωστο πότε. Ὅπως σχετίζεται ἡ περιοχή “Δρακοντόσχισμα”μέ κάποιο θαῦμα, πού ἀσφαλῶς οἱ Σκοπελίτες ἀγνοοῦσαν, ἀφοῦ μήτε ὁ πολύς Καισάριος Δαπόντες τό ἀναφέρει. Πάντως αὐτό τό παλιό ξωκκλήσι πού παλαιότερα φιλοξένησε στό δίπλα του κελλί κάποιους μοναχούς, ἀνήκει στά ἱερά τοῦ νησιοῦ προσκυνήματα, ὅπου ἡ ψυχή ἀναθάλλει στήν ἐρημία, ἐνῶ ἡ συγκίνηση ἀνάκλησης στό νοῦ τῶν στιγμῶν τῶν παλαιότερων πανηγύρων, τήν Τρίτη τῆς Πεντηκοστῆς –αὐτό μᾶς παραδίδει ὁ Δαπόντες– ἔρχεται νά θυμίσει πρόσωπα ἱερέων ἱερομονάχων, ἐπιτρόπων, προσκυνητῶν, πανηγυριστῶν, τά ὁποῖα μόνο ἡ Μνήμη τοῦ Θεοῦ διασώζει μέ ἀκρίβεια. Ὅπως ἐπίσης καί τῶν ὅσων κατοίκησαν τή γύρω ἀπό τόν Ἅγιο περιοχή, ἔζησαν ἐκεῖ, ἐτελειώθησαν ἐκεῖ καί θάφτηκαν σιμά στόν Ἅγιο. Ποιοί, πόσοι, ποιά ἡ ἰδιότητά τους, ἡ ἡλικία καί τό φῦλο τους; Δέν θά τό μάθουμε ποτέ. Μόνο στό σύθαμπο τῶν ματιῶν τῆς ψυχῆς μας τοῦτες τίς μέρες, τίς προεόρτιες τῶν Χριστουγέννων ἡμέρες, θά τούς παρατηροῦμε μέσα σέ ἕνα σύγνεφο, ὡσάν νά καῖνε θυμίαμα καί ἀνεβαίνει λευκογάλαζο, νά κατευθύνονται στό μισοσκότεινο ναό τοῦ Ἁγίου νά προσκυνήσουν, ν᾿ ἀκούσουν ἴσως καί τήν Ἀκολουθία ἀπό κάποιο ταπεινό Λευΐτη, πού ἀφήνοντας τή Χώρα ἀνέβηκε καί σ᾿ ἐκείνους τούς ξωμερίτες. Γιατί δέν εἶναι δυνατό αὐτά πού ἀναφέρονται στίς Παπαδιαμαντικές τίς σελίδες, κι εἶναι ἐξάπαντος γεγονότα, νά μήν ἔγιναν καί στά δικά μας τά χώματα! Γραφίδα δέ βρέθηκε νά τ᾿ ἀναστήσει. Εἰδεμή θά εἴχαμε ἕνα πλῆθος πληροφοριῶν σχετικῶν μέ τή θρησκευτική συμπεριφορά τῶν προγόνων μας. Ὅμως, στήν ψυχή κάτι φτερουγίζει ἀπό τό ρίγος τῆς μνήμης τοῦ χτές, πού πέρασε ἀφήνοντας μονάχα τήν αἴσθηση παρουσίας κάποιων ταπεινῶν ψυχῶν, οἱ ὁποῖοι  μᾶς παρατηροῦν ἀπό τό ὕψος τοῦ χρόνου καί τήν εὐλογημένη τή Βίγλα τοῦ Θεοῦ.

Τώρα, λοιπόν, ἄς πασχίσουμε νά συλλαβίσουμε τό χρόνο τοῦ χτές μέ τή διάθεση τῆς εὐλαβικῆς τῆς μνήμης, ἀλλά καί τῆς εὐγνωμοσύνης ἀπέναντι στά πρόσωπα ἐκεῖνα τῶν προκατόχων μας, ἱερέων καί ἱερομονάχων, ἐκείνων πού προπορεύτηκαν δηλαδή. Ἔτσι, μέρες προεόρτιες πού εἶναι κι ἡ καταχνιά ἔξω ἀπό τό ξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου κατεβαίνει σιωπηλή μαζί μέ τά μελανιασμένα τά σύγνεφα, καθώς στό μισοσκόταδο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος ξετυλίγεται τό νῆμα τῆς Εὐχαριστιακῆς προσφορᾶς, ἡ μνήμη προσπαθεῖ νά συνδράμει τήν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς μέ τήν ἀνάκληση τῶν ὅσων προπορεύτηκαν στό χῶρο αὐτό καί τόν καθαγίασαν προσφέροντας κι ἐκεῖνοι τά Δῶρα τους, μέ τίς ἴδιες λέξεις, ἴσως στόν ἴδιο τόν ἦχο, μέ μεγαλύτερη εὐλάβεια ἀσφαλῶς, τονίζοντας ἐκεῖνο τό, “τά Σά ἐκ τῶν Σῶν”.

Καθρεφτίζεται στήν ὁσιότητά τους ἡ δική σου ἀναξιότητα· ἀπό τίς ἀρχαῖες τίς πλάκες τοῦ Ἱεροῦ ἀνεβαίνει ἡ ὑγρασία τῶν δακρύων τους καί οἱ ἱκεσίες τῶν προσευχῶν τους, ἐνῶ στούς τοίχους, πού τούς φωτίζει πενιχρά τό μελισσοκέρι-δυστυχῶς τοῦ ἐμπορίου-θαρρεῖς πώς λιτανεύουν οἱ ψυχές αὐτῶν πού ἱερούργησαν, αἰῶνες τώρα, στό χῶρο αὐτό..... Ἄς ἀποπειραθοῦμε νά τούς ἰχνογραφήσουμε. Μέ  διάθεση εὐλάβειας ἀλλά καί εὐγνωμοσύνης, μή γνωρίζοντας πολλές φορές μήτε τά ὀνόματα κάποιων ἀπ᾿ αὐτούς, γιατί  μέ τή σκόνη πού ἄφησε ὁ χρόνος ἐξαφανίστηκαν μέν, ὅμως ὁ καθένας ἀπ᾿ αὐτούς εἶναι βέβαιο, ὅτι ἀποτυπώθηκε στή Μνήμη τοῦ Θεοῦ καί στά κιτάπια τῆς ἄγνωστης Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τῶν λησμονημένων ἐξωκκλησίων μας.  Ἄγνωστο πότε καί πῶς.

Στό θάμβος, λοιπόν, τοῦ χτές συνυπάρχουν τά Πρόσωπα τῶν παλαιῶν ἐκείνων ἱερέων μέ τά σκαμένα πρόσωπα ἀπό τά βάσανα, τούς κόπους καί τήν ὀδύνη. Ἀλλά γιατί ὄχι κι ἀπό τά δάκρυα; Τά δάκρυα πού ἀνέβαιναν στά πληγωμένα τους μάτια ἀπό μιά ψυχή κουρασμένη ἀπό τήν καθημερινή τήν ἀμάχη.

Νά σηκώνεσαι χαράματα, νά βρέχει ἤ νά χιονίζει κι ἐσύ νά πηγαίνεις γιά τό Πανηγύρι, γιά νά λειτουργήσεις, γιά νά στεφανώσεις, νά βαφτίσεις, νά θάψεις.... Πότε μέ τά πόδια, πότε μέ τό φτωχό κι ἀποσταμένο γαϊδου¬ράκι, αὐτό τό μέσον τῆς μετακίνησης, αὐτή τήν ψυχούλα πού ὑπομονετικά ἔφερε στήν πλάτη του μαζί μέ τόν ἱερέα καί τά ἱερά, ὥστε νά τελεστεῖ τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας1.

Ὄχι, δέν ὑπῆρχαν τότε βαλιτσάκια μέ ὅλα τά χρειώδη ὅσον ἀφορᾶ τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας σέ ἐκτός τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ χῶρο. Τά ἱερά τους οἱ παλιοί οἱ παπάδες τά τοποθετοῦσαν σέ ταγάρια· τό ἴδιο καί τά λιτά, καλαγένια δισκοπότηρα καί τά κομψά, καπνισμένα, ὅμως, μπρούτζινα  θυμιατά. Μαζί τους εἶχαν ἐπίσης καί τό ἀπαραίτητο ξυλοκάρβουνο, βγαλμένο ἀπό καμίνι, γιά τό ἄναμμα τοῦ θυμιατοῦ. Καί βάδιζαν ὧρες, γιά φτάσουν στόν προορισμό τους. Μουσκεμένοι, κουρασμένοι, πεινασμένοι κάποτε, περίμεναν μέ τό περίσσευμα τοῦ προσφόρου νά πᾶνε στή φαμίλια τους λίγο ψωμί2 κι ὅ,τι τούς φίλευαν στά καλύβια: τυρί, ἀβγά, φροῦτα...

Οἱ προπορευόμενοι, λοιπόν, τῶν ὁποίωντάὀνόματα ἔχουνγραφεῖ στό βιβλίοτοῦΘεοῦ “διάτήν μαρτυρίαν ἥνεἶχον” (Ἀπ. 6,10). Ἱερεῖς καί ἱερομόναχοι, κάθεἡλικίας καί τάξεως.Αὐτοίεἶναι, ἐκεῖνοιοἱ ὁποῖοι, κάθεφορά πού πηγαίνουμε νάλειτουργήσουμεστά παλιάξωκκλήσια μᾶςἀνοίγουντόδρόμο, παραμερίζοντας τήν καθημερινότητα καί τίςσυννεφιέςτοῦ βίου, πρόςτήν Κατάνυξη, πρόςτόνγλυκασμό τῆςψυχῆς, πρόςτήνἀνόθευτηδοξολογική αἴνεσητοῦὈνόματός Του. Σκύβουμε μπροστά στούς ἴσκιους τους μέ σεβασμό καί εὐχαριστίες, εὐγνωμονώντας τους.

π. Κων. Ν. Καλλιανός

 

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους137, Ἰανουάριος2014

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration