Ζωηφόρος

Ζάπλουτοι πρόγονοι και πάμφτωχοι κληρονόμοι

Ὅταν οἱ προπαπποῦδες μας, οἱ ἄξιοι ἀγωνιστές τοῦ ’21, θέλησαν νά ἀγοράσουν τό πολύτιμο ἀγαθό τῆς λευτεριᾶς, κοίταξαν τήν τσέπη τῆς καρδιᾶς τους καί εἶπαν:

«Ἕλληνες, τί καθόμαστε;  Ἔχουμε ὅλα ὅσα πρέπει γιά νά τήν ἀγοράσουμε. Ἀγάπη γιά τήν πατρίδα;  Ἔχουμε! Αἷμα γιά νά σφραγίσουμε τήν γῆ μας; Ἔχουμε! Παιδιά μονάκριβα κι ἀγαπημένα νά τά δώσουμε θυσία στήν Πατρίδα;  Ἔχουμε. Δάκρυ πικρό ἀπό ψυχῆς γιά νά παρακαλέσουμε τήν Παναγιά μας; Ἔχουμε! Ὅμηρο, Λεωνίδα, Σωκράτη καί Μέγα Ἀλέξανδρο; Ἔχουμε! Ἅγιο Μέγα Κωνσταντῖνο, Βυζάντιο καί Μαρμαρωμένο Βασιλιά; Ἔχουμε! Δικέφαλο χρυσαετό γιά νά μᾶς ὁδηγήσει;  Ἔχουμε! Πίστη ἀνυπόκριτον καί ἀληθινή στόν Χριστό, τήν Παναγία καί τούς Ἁγίους μας; Ὄχι μόνον ἔχουμε, ἀλλά αὐτό εἶναι καί ὁλόκληρο τό πουγκί μας, ὁλόκληρη ἡ καρδιά μας πού κλείνει ὅλα τά ἄλλα μέσα της». Κι ἔτσι, οἱ πάμπλουτοι, πνευματικῶς, πρόγονοί μας ἀγόρασαν τό πολυτιμότερο ἀγαθό πού λέγεται λευτεριά καί μᾶς τό προσέφεραν λέγοντάς μας: «Πάρε το, εἶναι τό πολυτιμότερο πού ὑπάρχει! Τό πληρώσαμε ἀκριβά ἀλλά ἄξιζε. Πάρτο καί φύλαξέ το, διότι εἶναι πανάκριβο κι ἄν τό χάσεις θά πρέπει νά πληρώσεις πάλι ἀπό τήν ἀρχή γιά νά τό ἀποκτήσεις. Κι ἀλλοίμονο ἐάν βρεθεῖς φτωχός!».

Σήμερα σχεδόν ὅλοι οἱ  Ἕλληνες, λίγο ἕως πολύ, εἴμαστε πνευματικῶς φτωχοί! Πάμφτωχοι! Καί μάλιστα ἡ φτώχια μας εἶναι τραγική, διότι εἴχαμε ζάπλουτους παπποῦδες, ΟΛΟΙ μας! Εἶναι μετρημένοι στά δάχτυλα αὐτοί τῶν ὁποίων οἱ παπποῦδες ἦσαν φτωχοί. Παραπονιόμαστε γιά τήν φτώχια μας, ἔχοντας ὅμως, ΚΑΤΑΦΑΕΙ τήν περιουσία μας. Ἄλλοι τήν κατασπατάλησαν ὅπως πρόσταζαν οἱ μόδες, ἄλλοι μέ ἀδιαφορία ἐπέτρεπαν στά ἄμυαλα παιδιά τους νά τήν διαχειρίζονται ἐπενδύοντάς την σέ νέες, “μοντέρνες” ἀντιλήψεις καί ἄλλοι στυγνά καί ἐντελῶς συμφεροντολογικά, τήν ἐμπιστευόντουσαν σέ χέρια ξένων γιά νά ἐξαγοράζουν θέσεις καί ἀξιώματα.

Κι ἔτσι, μείναμε πάμφτωχοι μέ ἀδειανή τσέπη καρδιᾶς, νά μᾶς περιγελοῦν τώρα οἱ τριγύρω,  λέγοντας περιπαικτικά: «κοίτα … οἱ  Ἕλληνες»! Κι ἐμεῖς ντρεπόμαστε καί σκύβουμε τό κεφάλι, διότι «ὅποιος ἔχει γρόσια, ἔχει γλῶσσα». Κι ἐμεῖς δέν ἔχουμε μία.

Ὁ παπποῦδες μου ἦρθαν μέ τόν διωγμό ἀπό τήν Μικρά Ἀσία. Πλούσιοι ἐκεῖ, πάμφτωχοι ἐδῶ. Πάμφτωχοι ὅμως, μόνον ἀπό χρήματα. Διότι ὁ πραγματικός τους πλοῦτος δέν βρισκόταν στίς τσέπες τους, ἀλλά στήν καρδιά τους. Ὅπου ἀκριβῶς βρισκόταν καί ὁ θησαυρός τῶν προγόνων τους. Καί αὐτόν τόν πλοῦτο τόν ἄφησαν κληρονομιά στά παιδιά τους, μιλῶντας τους διαρκῶς γιά αὐτά πού εἶχαν κι ἔχασαν, μά ποτέ δέν ξέχασαν καί δέν ἔπαψαν νά προσμένουν. Μιλοῦσαν γιά αὐτά πού εἶχαν φυλαγμένα καλά στήν καρδιά τους. Καί τί εἶχαν, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, φυλάξει; Μά αὐτά πού πῆραν κι ἐκεῖνοι ἀπό τούς γονεῖς τους! Δηλαδή αὐτά πού ἔδωσαν οἱ προπαπποῦδες τους καί γενικά οἱ πρόγονοί μας. Καί τί ἦταν αὐτά; Ἡ πίστη στά ἰδανικά μας, ἡ γενναιότητα, ἡ ἀγάπη πρός τήν πατρίδα, ἡ ἱστορία, ἡ αἴσθηση εὐθύνης γιά τήν διαφύλαξη τῶν χωμάτων στά ὁποῖα ἦταν θαμμένοι οἱ πρόγονοί τους (καί κατ’ ἐπέκτασιν καί δικοί μας πρόγονοι), ἡ πολύτιμη ἀξία τῆς οἰκογένειας, ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, ἡ μόρφωση καί ἡ Παιδεία, τό ὑψηλόν φρόνημα, ἡ σεμνότητα, ἡ ἐν Χριστῷ ἠθική, ἡ αὐτοθυσία, ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον καί βεβαίως πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί στούς Ἁγίους μας. Καί ὅλα αὐτά φαίνονταν ξεκάθαρα σέ ὁλόκληρη τήν βιωτή τους.

Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γονάτιζε μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας (ὄχι γιά τό θεαθῆναι ἀλλά ἐπειδή ἔλιωνε ἡ καρδιά του μπροστά στή Μεγαλόχαρη Θεοτόκο) καί παρακαλοῦσε μέ δάκρυα μέσα ἀπ’ τήν ψυχή του γιά τήν λευτεριά μας. «Δέν εἶμαι οὔτε Ἀγγλόφιλος, οὔτε Γαλλόφιλος. Εἶμαι Θεόφιλος, διότι σάν τόν Θεό κανείς δέν ἀγαπᾶ τήν Ἑλλάδα», ἔλεγε σέ αὐτούς πού τόν ρωτοῦσαν γιά κόμματα. Ὁ διακαής πόθος  τοῦ λεβέντη Ἕλληνα Στρατηγοῦ ἦταν ἡ λευτεριά τοῦ Γένους καί τῆς πατρίδας μας, μόνο πού, γι’ αὐτόν, πατρίδα ἦταν ὁλόκληρη ἡ Ρωμανία, μέ κέντρο τήν Πόλη. Πρίν ἀπό κάθε μάχη προσευχόντουσαν ὅλα τα παλικάρια τελειώνοντας μέ τό «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ» τόν ὁποῖο ὕμνο ἤξεραν ὅτι ἦταν ὁ πρῶτος Ἐθνικός Ὕμνος τῆς Ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας μας, τῆς Ρωμανίας. Κρατοῦσαν τίς Σαρακοστές, Τετάρτες, Παρασκευές, ἀσχέτως τῆς ταλαιπωρίας τους καί τῆς νηστικομάρας τους στίς πολυήμερες μάχες καί νήστευαν διότι ἦταν Χριστιανοί. Ὁ Μιαούλης ὅταν ἀρρώστησε βαριά ἀρνήθηκε νά φάει κρέας ἤ νά πιεῖ γάλα, ἐπειδή ἦταν Μεγάλη Σαρακοστή, κι ἔπινε μόνο ροφήματα γιά νά δυναμώσει. Ὁ Κανάρης ἀπέθεσε τό δάφνινο στεφάνι πού τοῦ ἔδωσαν οἱ συμπολῖτες του, στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τά παλλικάρια ἀποχαιρετοῦσαν τά παιδιά τους καί τήν γυναῖκα τους, ξέροντας ὅτι ἴσως ἦταν ἡ τελευταία φορά πού ἀγκάλιαζαν τά ἀγαπημένα τους πρόσωπα καί πήγαιναν νά ριχτοῦν μέ αὐτοθυσία στή μάχη. Οἱ γυναῖκες καί οἱ μάνες τους, ἔπνιγαν τόν φόβο καί τήν στεναχώρια μέσα στήν ὑπερηφάνεια καί τήν προσευχή, ἀλλά καί στήν σκέψη ὅτι ὁ ἄντρας τους ἤ ὁ γιός τους, πηγαίνει γιά νά ἐξαγοράσει μέ τό αἷμα του ἤ καί τήν ζωή του, τήν ἐλευθερία τῆς πατρίδας. Οἱ μπουρλοτιέρηδες πρίν ἀναχωρήσουν ἔψελναν τήν παράκληση τῆς Παναγίας μας καί στήν ἀκτή κατά τήν ὥρα τῆς ἐπιβίβασης στίς βάρκες, τό «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ» κι ἔτσι ξεκινοῦσαν πρός τόν θάνατο. Τά παιδιά περπατοῦσαν μέ τό φόβο τοῦ Τούρκου μέσα στό σκοτάδι καί τίς ἐρημιές γιά νά φτάσουν στό ράσο τοῦ παπᾶ καί νά μάθουν γράμματα, τά «Ἅγια Γράμματα».  Ὁ Καραϊσκάκης ξεψυχοῦσε ἀλλά δέν ἔλεγε ποιός τόν πυροβόλησε γιά νά μήν πιαστεῖ διχόνοια καί χαθεῖ ἡ ἐπανάσταση. Ὁ Παπαφλέσσας μέ τήν αὐτοθυσία του καί τήν γενναιότητα τῶν παλικαριῶν του, ἀναβίωσε τόν Λεωνίδα, ἑνώνοντας ἔτσι τά ἰδεώδη τῶν ἀρχαίων προγόνων μας μέ τά ἴδια ὑψηλά ἰδεώδη τῶν νεωτέρων προγόνων μας, τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ ’21.

Αὐτά καί πάμπολλα ἄλλα ἦταν ἡ ἀμύθητη περιουσία τῶν παππούδων μας πού φύλαγαν στό θησαυροφυλάκιο τῆς ψυχῆς τους, τά ὁποῖα καί μᾶς ἄφησαν κληρονομιά μαζί μέ τό πολύτιμο ἀγαθό τῆς ἐλευθερίας.Ἤλπιζαν ὅτι αὐτά τά ἀτίμητα θά τά φυλάγαμε καί θά τά αὐγατίζαμε καί θά τά προσφέραμε κι ἐμεῖς μέ τήν σειρά μας στά δικά μας παιδιά. Κι αὐτό θά τούς γέμιζε χαρά καί ὑπερηφάνεια. Περίμεναν ὅτι ἀπό ψηλά θά ἔβλεπαν τούς μακρινούς ἀπογόνους τους νά τούς εὐχαριστοῦν καί μέ ἕνα τρισάγιο γιά τίς ψυχές τους νά δείχνουν ὅτι ἀναγνωρίζουν τήν μεγάλη θυσία πού ἔκαναν. Πόσο ἄραγε εἶναι ἀναπαυμένες οἱ ψυχές τους; Πόσο ἱκανοποιημένοι αἰσθάνονται πού βλέπουν τούς ζητιάνους ἀπογόνους τους νά μήν ἔχουν τίποτε νά ἀφήσουν κληρονομιά στά παιδιά τους; Πόσο ἀπογοητευμένοι εἶναι ἄραγε ἀπό τά φερσίματά μας; Τί λόγο θά δώσουμε στό Θεό γιά τήν ἀδιαφορία μας καί τήν περιφρόνησή μας στίς θυσίες ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων καί τί θά ἀκούσουμε ἀπό Αὐτόν; … Ἕνα πάντως εἶναι σίγουρο! Πώς κάποια στιγμή, θέλουμε δέν θέλουμε, θά τό μάθουμε, καί τότε θά εἶναι πολύ ἀργά!

Ἀναστάσιος Μυρίλλας

 

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους139, Ἔτος2014

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration