Ζωηφόρος

Επιστρέφουμε στις καλένδες;

ΣτήΡωµαϊκή ἐποχή, στήνἔναρξη κάθε µῆνα, ὁ Ποντίφηκας καλοῦσε ἐπίσηµα ἀπό τό Καπιτώλιοτήνέα σελήνηνάἔρθη, λέγοντας τήφράση: “Calojunonovelia”.

Ἔτσι, οἱἀρχέςτῶν µηνῶνὀνοµάστηκαν καλένδες. ΣηµειωτέονὅτιοἱἝλληνες –πούδένεἶχαν Ποντίφηκα νά καλεῖτήνέα σελήνη– ἀντίγιά καλένδεςεἶχαν νουµηνίες, δηλ.ἁπλᾶνέο µῆνα. Ἀπό ἐκεῖ προέρχεται καί ἡ φράση πού λέµε µέχρι σήµερα: παρέπεµψε τό θέµα “εἰς τάς καλένδας”. Οἱ Ρωµαῖοι χρησιµοποιοῦσαν αὐτή τή φράση γιά χρέη, λέγοντας “εἰς τάς ἑλληνικάς καλένδας ἐξοφλεῖν” (“adgracascalendassolvere”) ἐννοῶντας, δηλαδή, ποτέ, ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες δέν εἶχαν καλένδες.

Μετά τήν ἵδρυση τῆς Νέας Ρώµης καί τήν ἐξέλιξη τῆς ἀνατολικῆς Ῥωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας σέ χριστιανικό κράτος, Καλένδες, ὀνοµάστηκαν οἱ ἑορτές τῆς πρώτης Ἰανουαρίου οἱ ὁποῖες κράτησαν ὅλα τά “ἐθνικά” (εἰδωλολατρικά) στοιχεῖα τους. Ἑνώθηκαν µάλιστα µέ τά Βρουµάλια, τή γιορτή δηλαδή τῶν πιστῶν τοῦ Μίθρα, τοῦ θεοῦ–ἥλιου, τοῦ ὁποίου τά γενέθλια γιόρταζαν στίς 25 Δεκεµβρίου, δηλώνοντας ὅτι ὁ θεός–ἥλιος θά νικήση ἀκόµη καί τό βαθύ σκοτάδι τῆς µεγαλύτερης νύχτας τοῦ χρόνου καί θά ξαναφέρει στούς ἀνθρώπους τό φῶς.

Ἀκόµη καί ἡ χριστιανική κοινωνία τῆς ἀνατολικῆς Ῥωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας δέν µπόρεσε νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά βαθειά ριζωµένα παγανιστικά ἔθιµα, παρ’ ὅλο πού ἡ Ἐκκλησία, πολύ σοφά ἀντικατέστησε τά “γενέθλια” τοῦ ψεύτικου θεοῦ, µέ τή Γέννηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ–Λόγου. Ἔτσι, ἡ ΣΤ΄ Οἰκουµενική Σύνοδος, τό 622, ἀναγκάστηκε στόν 62ο Κανόνα της, νά καταδικάσει αὐτά τά ἔθιµα: «Τάς οὕτω καλουµένας Καλάνδας καί τά λεγόµενα Βοτά καί τά καλούµενα Βρουµάλια καί τήν ἐν πρώτῃ Μαρτίου (τά Ῥωµαϊκά µατρονάλια) ἐπιτελουµένην πανήγυριν, καθάπαξ ἐκ τῆς τῶν πιστῶν πολιτείαςπεριαιρεθῆναι βουλόµεθα».

Γιατί, ἄραγε, τό ἔκανε αὐτό ἡ Ἐκκλησία; Γιατί δέν θέλει νά χαίρονται οἱ ἄνθρωποι; Δέν θέλει νά γιορτάζουν; Δέν θέλει νά ἀνταλλάσουν δῶρα καί ἐπισκέψεις –ἀπό τότε ὑπῆρχε αὐτή ἡ “καταναλωτική” συνήθεια, δέν εἶναι σύγχρονη ἀποκλειστικότητα– καί νά τραγουδοῦν καί νά χορεύουν καί νά ἀλληλοθαυµάζονται, νά ἀλληλογοητεύονται καί νά ἐρωτεύονται; Γιατί –ἐπιτέλους πιά!– ἡ Ἐκκλησία δέν ἀφήνει ἥσυχους τούς ἀνθρώπους νά διασκεδάσουν καί νά χαροῦν, ἀλλά πρέπει νά ἀνακατεύεται σ’ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς τους, ἀκόµα καί τίς πιό ἰδιαίτερες καί τίς πιό ξεκούραστες;

Ἄν σέ ἄλλες ἐποχές ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτούς τούς “λογισµούς” ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ἦταν δύσκολο νά δοθεῖ, στή δική µας ἐποχή, ἡ δικαίωση τῶν προειδοποιήσεων καί τῶν ἀπαγορεύσεων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, νοµίζω, πανηγυρικά κραυγαλέα.

Οἱ εἰδωλολάτρες καί στίς γιορτές τους καί στή λατρεία τους ἔδειχναν τό ἦθος τους καί ταὐτόχρονα, διαµόρφωναν τό ἦθος τους. Οἱ ψεύτικοι θεοί, ἔφεραν τήν ἀνθρωπότητα –καί τούς φιλοσόφους καί τούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους τό ἴδιο– σέ ἀδιέξοδο καί δυστυχία. Ἡ χρονική περίοδος πού εἶναι γνωστή σάν “τέλος τῆς Ῥωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας”, µέχρι δηλαδή νά σταθεροποιηθεῖ σάν κοσµοκράτορας ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἦταν µιά ἐποχή, πού οἱ ζωές τῶν ἀνθρώπων ἦταν βουτηγµένες στό φόβο, τήν καθηµερινή βαναυσότητα καί βία, τήν καταπάτηση τῶν νόµων καί ἀπό τίς “παράνοµες” συµµορίες, ἀλλά καί ἀπό τούς “δυνατούς” πού θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους πάνω ἀπό τούς νόµους καί τίς ἐξουσίες. Οἱ παραδοσιακές ρωµαϊκές ἀρετές εἶχαν χαθεῖ. Οἱ οἰκογένειες ἦταν διαλυµένες. Τά αἰσθήµατα εἶχαν παγώσει. Τό κέρδος, ὁ ὑπολογισµός ἡ ἀπάτη, τό ψέµµα καί ἡ προδοσία κάλυπταν ὅλες τίς σχέσεις καί ὅλες τίς κοινωνικές τάξεις.

Καί ἡ κουρασµένη καί ἀπελπισµένη ἀνθρωπότητα στράφηκε στήν νέα θρησκεία γιά νά βρεῖ τή λύτρωση καί τή χαρά. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία πάσχισε –καί πασχίζει– νά δείξει στούς ἀνθρώπους τό νέο ἦθος, τή νέα ζωή, πού θά τούς ἐλευθέρωνε ἀπ’ τήν κατάθλιψη καί τήν ἀπόγνωση τῆς παλιᾶς τους ζωῆς. Καί οἱ κανόνες καί τά “µή”, αὐτό τό νόηµα εἶχαν καί ἔχουν. Νά ποῦν στούς ἀνθρώπους: θέλετε νά διώξετε τό βάρος καί τήν ἀπελπισία καί τῆς προσωπικῆς καί τῆς κοινωνικῆς ζωῆς σας; Νά πῶς θά φύγει.

Οἱ ἄνθρωποι ὅµως, ἀντί νά δοῦν µέ εὐγνωµοσύνη αὐτά τά µαθή-µατα τῆς Ἐκκλησίας, ἄρχισαν τά “παζάρια” καί τίς “ἐκπτώσεις”. Καλή ἡ νέα ζωή, ἀλλά νά κρατήσουµε καί “κάτι τίς” ἀπ’ τήν παλιά;

Καί παζαρεύοντας, νοσταλγῶντας λίγο- λίγο µικρά κοµµατάκια ἀπό τό παγανιστικό ἦθος καί προσπαθῶντας νά πείσουµε τούς ἑαυτούς µας ὅτι ἡ προσοχή πού µᾶς συνιστᾶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑπερβολική καί ἀναχρονιστική, φτάσαµε στίς µέρες µας. Ὁ κύκλος γύρισε καί πάλι στίς  εἰδωλολατρικές γιορτές, τά πανηγύρια, τόν καταναλωτισµό καί τά ὄργια, ἀλλά σέ πολύ µεγαλύτερη κλίµακα αὐτή τή φορά, ἀφοῦ ἡ ἀνθρωπότητα “ὡρίµασε” σέ ἐφευρετικότητα καί δικαιολογίες.

Καί τό ἦθος µας, διαµορφώθηκε καί πάλι, παγανιστικό. Ἡ “χαρά” µας ἔξαλλη, ἡ θλίψη ἄγρια, ἡ βία καί ἡ βαναυσότητα καθηµερινή, τό ψέµµα καί ἡ ἀπάτη τόσο φυσικά, ὅσο ἡ ἀναπνοή µας.  Κι ἐνῶ καυχόµαστε γιά τή «φωτισµένη» καί «ἐλεύθερη» ἐποχή µας, γιά τήν πρόοδο τῆς ἐπιστήµης καί γιά τήν ἰσότητα τῶν πολιτῶν τῶν κοινωνιῶν µας, ὅ,τι βλέπει καί ἀκούει κανείς εἶναι πόλεµοι, δυστυχία, θάνατοι, ἀγριότητα. Ἀλλά καί στίς «προοδευµένες» κοινωνίες –µέσα στίς ὁποῖες κατατάσσεται καί ἡ δική µας– ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει πόλεµος καί πού οἱ νόµοι περιφρουροῦν –ὑποτίθεται- µέ κάθε λεπτοµέρεια τήν ἀσφάλεια καί τήν περιουσία καί τήν ἐλευθερία καί τά προσωπικά δεδοµένα τῶν πολιτῶν, µήπως τό ἦθος εἶναι καλύτερο; Δέν ὑπάρχει ἐγκληµατικότητα; Δέν ὑπάρχει ἐξαπάτηση, ἀρπαχτικότητα, φθόνος, συκοφαντία, ἀπιστία; Σέ τί ἐπίπεδο εἶναι οἱ προσωπικές καί οἱ οἰκογενειακές σχέσεις, ἀκόµα καί στόν τόπο µας, πού φηµιζόταν γιά τούς ἀνοιχτόκαρδους καί φιλόξενους ἀνθρώπους του; Οἱ δεσµοί ἔσπασαν. Οὔτε οἰκογένειες, οὔτε φιλίες, οὔτε καλωσύνη, οὔτε αὐταπάρνηση. Μία ἀνθρωπότητα θηρίων, πού ὁ πιό δυνατός, τρώει τόν πιό ἀδύνατο.

Εἴµαστε εὐχαριστηµένοι τώρα; Τώρα πού ἀγνοήσαµε τήν Ἐκκλησία καί τά ἐνοχλητικά της “µή”, γίναµε καλύτεροι; Πιό χαρούµενοι; Λύσαµε τά προβλήµατά µας;

Ἄς τό σκεφτοῦµε αὐτό τό χρόνο πού ἀρχίζει. Κι ἄν εἴµαστε εὐχαριστηµένοι, ἄς συνεχίσουµε τό ταξίδι µέ τά πανιά ἀνοιχτά. Ἄν δέν εἴµαστε, ἄς παραδεχτοῦµε ὅτι “πήραµε τή ζωή µας λάθος” κι ἄς τήν ἀλλάξουµε.

Νινέττα Βολουδάκη

ninetta1.blogspot.com

 

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους137, Ἰανουάριος2014

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration