Ζωηφόρος

Του Οσίου Πατρός ημών Γρηγορίου του Θεολόγου - Λόγος ΛΗ, εις τα Θεοφάνια, δηλαδή εις τα Γενέθλια του Σωτήρος

ΛΟΓΟΣ ΛΗ’

ΕΙΣ ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΙΑ,

ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ1

 

        Ο Χριστός γεννάται, ας τον δοξάσετε˙ ο Χριστός έρχεται από τους ουρανούς, ας τον προϋπαντήσετε˙ ο Χριστός ευρίσκεται επί της γης, ας υψωθήτε. «Δοξολογήσατε τον Κύριον, όλη η γη»,2 και, δια να τα είπω και τα δύο με μίαν λέξιν, ας ευφρανθούν οι ουρανοί και ας νιώση αγαλλίασιν η γη δια τον ουράνιον ο οποίος έγινεν επίγειος. Ο Χριστός εσαρκώθη, νιώσατε αγαλλίασιν από χαράν και τρόμον. Από τρόμον εξ αιτίας της αμαρτίας˙ από χαράν  εξ αιτίας της ελπίδος. Ο Χριστός εγεννήθη από την Παρθένον. Γυναίκες, παραμένετε παρθένοι δια να γίνετε μητέρες του Χριστού. Ποίος δεν αποδίδει λατρείαν εις εκείνον ο οποίος υπήρχεν απ΄ αρχής; Ποίος δεν δοξολογεί εκείνον ο οποίος ενεφανίσθη τώρα τελευταία;3

            Πάλιν διαλύιται το σκοτάδι,4 πάλιν εμφανίζεται το φως. Πάλιν η Αίγυπτος τιμωρείται με σκότος,5 πάλιν ο ισραηλιτικός λαός φωτίζεται με στήλην πυρός.6 Ο λαός ο οποίος κάθεται εις το σκότος άς ίδη το λαμπρόν φως7  της κατανοήσεως των θείων μυστηρίων. «Τα παλαιά έχουν περάσει˙ ιδού, τα πάντα έχουν γίνει νέα».8  Το γράμμα υποχωρεί ενώ το πνεύμα αναδεικνύεται. Αι σκιαί απομακρύνονται και έρχεται εις την θέσιν των η αλήθεια.9  Ο τύπος του Μελχισεδέκ εκπληρώνεται.10  Ο αμήτωρ γίνεται απάτωρ. Ήτο αμήτωρ προηγουμένως και τώρα γίνεται απάτωρ.11 Οι φυσικοί νόμοι καταλύονται. Ο ουράνιος κόσμος πρέπει να συμπληρωθή. Ο Χριστός διατάζει˙ ας μην αντιστεκώμεθα. «Όλοι οι λαοί ας χειροκροτήσετε»12  επειδή εγεννήθη εις ημάς παιδίον, μας εδόθη υιός, εις τους ώμους του οποίου ευρίσκεται η εξουσία (διότι εξυψώνεται μαζί με τον σταυρόν)13 και ο  οποίος ονομάζεται «αγγελιαφόρος μεγάλης θελήσεως»14 (της θελήσεως του Πατρός). Ο Ιωάννης ας βροντοφωνήση: «ετοιμάσατε τον δρόμον του Κυρίου»15 Και εγώ θα διαλαλήσω την σημασίαν της ημέρας: Ο άσαρκος παίρνει σάρκα. Ο Λόγος ενώνεται με την ύλην. Ο αόρατος γίνεται ορατός. Εκείνος τον οποίον δεν ημπορούσε να εγγίση κανείς, ημπορεί να ψηλαφηθή. Ο άχρονος αποκτά αρχήν. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου, «ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ήτο χθές, είναι σήμερον και θα παραμείνη ο ίδιος εις τους αιώνας».16 Οι Ιουδαίοι ας σκανδαλίζωνται. Οι Έλληνες ας ειρωνεύωνται και οι αιρετικοί ας κουράζωνται με τας φλυαρίας των. Θα τον πιστεύσουν, όταν θα τον ίδουν να ανέρχεται εις τον ουρανόν. και αν όχι τότε, οπωσδήποτε όταν θα τον ίδουν να έρχεται από τους ουρανούς και να κάθεται ως κριτής.

            Αυτά όμως αργότερα. Σήμερα η πανήγυρις, είναι τα Θεοφάνια, δηλαδή η Γέννησις. Διότι λέγονται και τα δύο, επειδή δι’ ένα και το αυτό πράγμα υπάρχουν δύο ονόματα. Διότι ο Θεός εφανερώθη εις τους ανθρώπους δια  της γεννήσεως. Και υπήρχε μεν πρίν, και υπήρχε πάντοτε, προερχόμενος από τον πάντοτε υπάρχοντα, πάνω από κάθε αιτίαν και λογικήν (επειδή δεν υπήρχε λόγος ανώτερος από τον Λόγον), αλλά μετά έλαβε σώμα προς χάριν μας, δια να μας χαρίση την ευτυχή ύπαρξιν, εκείνος ο οποίος μας έδωσε την ύπαρξιν, ή, καλύτερα, δια να μας επαναφέρη με την σάρκωσίν του εις την ευτυχή ύπαρξιν από την οποίαν είχαμε απομακρυνθή εξ αιτίας της κακίας μας. Και εις μεν την εμφάνισιν δίδεται το όνομα Θεοφάνια, εις δε την γέννησιν, Γενέθλια.

            Αυτό είναι δι’ ημάς το νόημα της πανηγύρεως και αυτό εορτάζομεν σήμερα: Τον ερχομόν του Θεού προς τους ανθρώπους, δια να έλθωμεν να κατοικήσωμεν κοντά εις τον Θεόν, ή δια να επανέλθωμεν (διότι έτσι νομίζω ότι είναι σωστότερον να ειπωθή), δια να ενδυθώμεν τον νέον άνθρωπον, αφού εγκαταλείψωμεν τον παλαιόν. Και όπως έχομεν αποθάνει μαζί με τον Αδάμ17, έτσι ας ζήσωμεν μαζί με τον Χριστόν, ας γεννηθώμεν μαζί του, ας συσταυρωθώμεν και ας ταφώμεν μαζί του, δια ν’ αναστηθώμεν με την ανάστασίν του. Διότι πρέπει να υπομείνω την αντίστροφον πορείαν, η οποία οδηγεί εις το αγαθόν. Και όπως από τα πιο ευχάριστα ήλθαν τα δυσάρεστα, έτσι και από τα δυσάρεστα να επανέλθουν τα πιο ευχάριστα. «Διότι εκεί όπου ηυξήθη σημαντικά η αμαρτία, εκεί εδόθη πλουσιοπάροχα και η χάρις».18  Και αν η γεύσις19  επέφερε την καταδίκην, δεν εδικαίωσε, πολύ περισσότερον το πάθος του Χριστού; Ας εορτάζωμεν επομένως όχι με δημοσίας πανηγύρεις, αλλά κατά τρόπον θεϊκόν. Όχι κατά τρόπον κοσμικόν, αλλά κατά τρόπον υπερκόσμιον. Όχι τα ιδικά μας, αλλά περισσότερον τα του Κυρίου. Όχι τα σχετικά με την ασθένειαν, αλλά τα σχετικά με την θεραπείαν. Όχι τα της δημιουργίας, αλλά τα της αναδημιουργίας.

             Πώς θα γίνη δε αυτό; Μη στολίσωμεν τα προπύλαια,20 μη δημιουργήσωμεν χορούς, μη στολίσωμεν τους δρόμους, μη χορτάσωμεν τα μάτια μας, μη τέρψωμεν την ακοήν μας με μελωδίας, μην κάνωμεν θηλυπρεπή την όσφρησίν μας, μη διαφθείρωμεν την γεύσίν μας, μην επιτρέψωμεν εις την αφήν να ευχαριστηθή, εις τας ευκόλους αυτάς εισόδους της αμαρτίας, ας μη δείξωμεν αδυναμίαν εις ένδυμα μαλακόν και πλούσιον, του οποίου το κυριώτερον χαρακτηριστικόν είναι το ότι είναι άχρηστον, ας μη φορτωθώμεν με πολυτίμους λίθους και με αστραφτερό χρυσάφι, ας μη μεταχειρισθούμε βαψίματα, τα οποία κάνουν ψεύτικον το φυσικόν κάλλος και τα οποία έχουν εφευρεθή δια να καταστρέψουν την εικόνα. Ας μην παραδιδώμεθα εις γλέντια και οινοποσίας, με τας οποίας γνωρίζω ότι είναι συνυφασμένα και σαρκικά όργια,21 επειδή τα κακά μαθήματα προέρχονται από τους κακούς διδασκάλους, ή, καλύτερα, επειδή από κακόν σπόρον κακός βλαστός θα φυτρώση. Ας μην ετοιμάσωμεν παλαιά στρώματα δια να προσφέρωμεν εις την γαστέρα μας προσκαίρους ηδονάς. Ας μη δοκιμάσωμεν τα κρασιά τα οποία αναδίδουν μυρωδιά από άνθη, τα περίτεχνα κατασκευάσματα των μαγείρων, την πολυτέλειαν των αρωμάτων. Ας μη μας προσφέρουν η γη και η θάλασσα την πολύτιμον κοπριά των. Διότι έτσι ξέρω εγώ να αποκαλώ την πολυτέλειαν. Ας μη προσπαθούμεν να ξεπεράση ο ένας τον άλλον εις την ακολασίαν. Διότι ακολασία δι’ εμέ είναι κάθε τι περιττόν και περισσότερον από ό,τι χρειαζόμεθα. Και αυτά να συμβαίνουν όταν άλλοι, οι οποίοι προέρχονται από τον ίδιον πηλόν με μας και από την ιδίαν ένωσιν, πεινούν και έχουν ανάγκην.

            Αλλά αυτά μεν ας τα αφήσωμεν εις τους Έλληνας22  και εις τους ελληνικούς κομπασμούς και εις τας ελληνικάς πανηγύρεις. Αυτοί αποκαλούν θεούς, όντα τα οποία ευφραίνονται από την τσίκναν των σφαγίων κατά τας θυσίας, και εν συνεχεία λατρεύουν τους θεούς αυτούς με φαγοπότια, επειδή είναι πονηροί δημιουργοί και ιερείς και πιστοί πονηρών δαιμόνων. Εμείς δε οι οποίοι προσκυνούμεν τον Λόγον, ακόμη και αν θα πρέπει να απολαύσωμεν κάτι, ας το απολαύσωμεν με την λογικήν και τον θείον νόμον και με αφηγήσεις αναφερομένας και εις άλλας αλλά και εις την σημερινήν πανήγυριν, δια να είναι αρμόζουσα η απόλαυσις και να μην απομακρύνεται από εκείνον ο οποίος μας έχει συγκεντρώσει δια να πανηγυρίσωμεν. Ή μήπως θέλετε (επειδή εγώ είμαι σήμερα εκείνος ο οποίος θα σας κάνη το τραπέζι) να ομιλήσω εγώ εις σας, τους καλούς φιλοξενουμένους, όσον ημπορώ καλύτερα και πρόθυμα, δια να γνωρίσετε πως ημπορεί ο ξένος να θρέψη τους εντοπίους, ο κάτοικος του αγρού τους κατοίκους της πόλεως, εκείνος ο οποίος απέχει από απολαύσεις εκείνους οι οποίοι απολαμβάνουν, και ο πτωχός και χωρίς ιδικήν του στέγην εκείνους οι οποίοι διακρίνονται δια τον πλούτόν των; Θα αρχίσω δε με τα εξής: Καθαρίσατε προς χάριν μου και τον νουν και την ακοήν και την διάνοιαν, όσοι εντρυφάτε εις αυτά τα πράγματα (επειδή ο λόγος αναφέρεται εις τον Θεόν και είναι θείος), δια να αναχωρήσετε αφού θα έχετε εντρυφήσει πραγματικά εις εκείνα τα οποία δε τελειώνουν ποτέ. Θα είναι δε ο λόγος μου πλήρης αλλά και συνάμα πολύ σύντομος, εις τρόπον ώστε, ούτε να σας λυπήση με τας ελλείψεις του, ούτε και να γίνη ανιαρός εξ αιτίας του κορεσμού, τον οποίον τυχόν θα σας έφερε.

             Ο Θεός υπήρχε μεν πάντοτε, και υπάρχει, και θα υπάρχη23, ή, καλύτερα, υπάρχει πάντοτε. Διότι το «υπήρχε» και «θα υπάρχη», είναι τμήματα του χρόνου και της φθαρτής φύσεώς μας. Ο όρος όμως «ο υπάρχων» εκφράζει το αιώνιον, και με αυτόν αυτοτιτλοφορείται όταν εμφανίζεται εις τον Μωϋσή επάνω εις το όρος.24  Διότι έχει συγκεντρώσει και διατηρεί όλην την «ύπαρξιν», η οποία ούτε άρχισε ποτέ ούτε και θα λήξη ποτέ, ωσάν κάποιος απέραντος και απεριόριστος ωκεανός ουσίας, ο οποίος ξεπερνά κάθε έννοιαν και του χρόνου και της φύσεως, και ο οποίος ημπορεί να σκιαγραφηθή κάπως μόνον με τον νουν. Και από αυτόν πάλιν μόνον πολύ αμυδρά και περιωρισμένα, όχι από την ουσίαν του αλλά από εκείνα τα οποία βρίσκονται γύρω του,25  δια να σχηματισθή από την συγκέντρωσιν των διαφόρων εξωτερικών φαινομένων μία κάποια εικόνα της αληθείας, η οποία χάνεται προτού προλάβωμεν να την κρατήσωμεν, και εξαφανίζεται προτού ημπορέσωμεν να την συλλάβωμεν με τον νουν. Η εικόνα δε αυτή λάμπει εις τον νουν μας, και μάλιστα μόνον όταν αυτός είναι καθαρός, όπως η αστραπή η οποία διαρκεί ελάχιστα. Νομίζω δε (ότι γίνεται αυτό) από την μια μεριά μεν δια να πορσελκύη με εκείνο το οποίον ημπορεί να γίνη κατανοητόν (διότι το τελείως ακατανόητον απογοητεύει και εξουδετερώνει κάθε διάθεσιν προσεγγίσεως), από την άλλην δε δια να προκαλή τον θαυμασμόν με το ακατανόητον˙ με τον θαυμασμόν να δημιουργή περισσότερον πόθον, με τον πόθον να καθαρίζη, και με την κάθαρσιν να κάνη τον νουν μας θεόμορφον. Αφού γίνωμεν δε τέτοιοι, τολμώ να το είπω, να συναναστρεφώμεθα με το θείον ωσάν συγγενείς. Ο Θεός να ενώνεται και να επιτρέπη να τον γνωρίσουν θεοί, και μάλιστα τόσον πολύ, όσο γνωρίζει κιόλας εκείνους τους οποίους γνωρίζει. Είναι λοιπόν άπειρον το θείον και δυσκολονόητον. Το μόνον δε το οποίον είναι κατανοητόν απ’ αυτό είναι το ότι είναι άπειρον,26  έστω και αν θα νομίζη κάποιος ότι είναι απλής φύσεως ή καθ’ ολοκληρίαν ακατανόητον, ή τελείως κατανοητόν. Διότι πώς θα επιθυμήσωμεν κάποιον ο οποίος είναι απλός από την φύσιν του; Η απλότης λοιπόν δεν αποτελεί την φύσιν του, όπως και εις τα σύνθετα την φύσιν των δεν αποτελεί μόνον το ότι είναι σύνθετα.

            Επειδή δε το άπειρον εξετάζεται από δύο πλευράς, από την αρχήν δηλαδή και το τέλος (διότι ό,τι ξεπερνά τα όρια αυτά και δεν περιορίζεται μέσα εις αυτά είναι άπειρον), όταν μεν στραφή ο νους προς το ουράνιον βάθος,27   επειδή δεν έχει που να σταθή δια να στηρίξη τα εξωτερικά γνωρίσματα με τα οποία αντιλαμβάνεται τον Θεόν, ονομάζει το άπειρον και το αδιέξοδον το οποίον προκύπτει από αυτά άναρχον. Όταν δε στραφή προς τα επίγεια και τα μέλλοντα, το ονομάζει αθάνατον και άφθαρτον. Όταν δε εξετάση τα πάντα, το ονομάζει αιώνιον. Διότι αιών δεν είναι ούτε χρόνος, ούτε κάποιο τμήμα του χρόνου (διότι δεν μετράται). Αλλά ό,τι είναι δι’ ημάς ο χρόνος, ο οποίος μετράται με την περιφορά του ηλίου,28  αυτό είναι δια τα αιώνια ο αιών, ο οποίος επεκτείνεται μαζί με τα όντα, ωσάν κάποιο χρονικόν κίνημα και διάστημα. Εις αυτά λοιπόν ας αρκεσθή η τωρινή μου φιλοσοφική ενασχόλησις με τον Θεόν. Διότι δεν υπάρχει χρόνος δι’ αυτά, επειδή εκείνο το οποίον έχομεν να εξετάσωμεν είναι η οικονομία29  και όχι η θεολογία. Όταν δε είπω Θεόν, εννοώ τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Και η θεότις ούτε διαχέεται πέρα απ΄ αυτά, δια να μην παραδεχθώμεν πολλούς θεούς, ούτε περιορίζεται εις ένα απ’ αυτά, δια να μην κατηγορηθώμεν ότι δεχόμεθα πτωχήν θεότητα, και να μην μας είπουν είτε ιουδαΐζοντας εξ αιτίας της μονοθεΐας, είτε ελληνίζοντας εξ αιτίας της πολυθεΐας. Διότι και εις τα δύο υπάρχει το ίδιον κακόν, έστω και αν ευρίσκεται μέσα εις αντίθετα πράγματα. Έτσι λοιπόν τα Άγια των Αγίων, τα οποία δεν αποκαλύπτονται ούτε εις τα ίδια τα σεραφείμ, και τα οποία δοξάζονται με τον τρισάγιον ύμνον,30  συγκεντρώνονται εις μίαν αρχήν και μίαν θεότητα, πράγμα το οποίον έχει εξετάσει κατά τρόπον άριστον και υψηλόν και κάποιος άλλος από τους πριν από ημάς.31

            Επειδή όμως δεν ήτο τούτο αρκετόν εις την αγαθότητα,32  το να κινήται μόνον με την σκέψιν της, αλλά έπρεπε να διασκορπισθή το αγαθόν και να εξαπλωθή, εις τρόπον ώστε να γίνουν περισσότερα τα ευεργετούμενα (διότι αυτό αποτελεί απόδειξιν της απείρου αγαθότητος), κατ’ αρχήν μεν δημιουργεί με την σκέψιν τους αγγέλους και τας ουρανίους δυνάμεις. Και η σκέψις της γίνεται έργον το οποίον συμπληρώνεται από τον Λόγον και ολοκληρώνεται από το Πνεύμα. Και έτσι εδημιουργήθησαν δεύτεραι λαμπρότητες, υπηρέται της πρώτης λαμπρότητος, τας οποίας πρέπει να θεωρήσωμεν είτε νοερά πνεύματα, είτε πυρ κατά κάποιον τρόπον άϋλον και ασώματον, είτε ως κάποιαν άλλην φύσιν, η οποία να ταιριάζη όσον το δυνατόν περισσότερον προς τα λεχθέντα. Θέλω μεν να είπω ότι δεν ημπορούν να κινηθούν προς το κακόν, και ότι μόνον προς το καλόν ημπορούν να βαδίσουν, επειδή ευρίσκονται γύρω από τον Θεόν και φωτίζονται πρώται απ’ αυτόν (διότι ο φωτισμός των επιγείων αποτελεί δεύτερον φωτισμόν). Με αναγκάζει όμως να θεωρήσω και να είπω, ότι δεν είναι ακίνητοι αλλά μόνον δυσκίνητοι,33 ο Εωσφόρος, ο οποίος ωνομάσθη έτσι εξ αιτίας της υπερηφανείας του, και αι δυνάμεις αι  οποίαι απεστάτησαν υπό την αρχηγίαν του, αι οποίαι εδημιούργησαν το κακόν με την απομάκρυνσιν από το καλόν και το επροκάλεσαν και εις ημάς.

            Έτσι λοιπόν και δια τον λόγον αυτόν εδημιουργήθη από αυτόν ο νοητός κόσμος, εις τρόπον ώστε να ημπορώ εγώ να εξετάζω τα πράγματα αυτά, καταμετρώντας με τον μικρόν λόγον μεγάλα πράγματα. Επειδή δε τα πρώτα ήταν καλά35  δι΄ αυτόν, εννοεί (και δημιουργεί) δεύτερον κόσμον, υλικόν και ορατόν (αυτός δε ο κόσμος είναι το οργανωμένον σύστημα και σύνολον του ουρανού και της γης και των μεταξύ αυτών ευρισκομένων, αξιέπαινον με δια την τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, αλλά ακόμη πιο αξιέπαινον εξ αιτίας του ταιριάσματος και της αρμονίας η οποία δημιουργείται απ’ όλα αυτά, τα οποία ταιριάζουν το ένα με το άλλο και όλα μεταξύ των, δια να συμπληρώσουν το ένα αρμονικόν σύνολον) δια να αποδείξη ότι ημπορεί να φέρη εις την ύπαρξιν όχι μόνον φύσιν ομοίαν προς αυτόν αλλά και τελείως διαφορετικήν από αυτόν. Διότι είναι μεν όμοια προς την Θεότητα τα πνευματικά όντα, τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνον με τον νουν, αλλά ταυτοχρόνως είναι τελείως διαφορετικά τα όντα τα οποία γίνονται αντιληπτά με τας αισθήσεις, και ακόμη περισσότερον διαφορετικά απ’ αυτά είναι εκείνα τα οποία είναι τελείως άψυχα και ακίνητα. «Αλλά τί μας ενδιαφέρουν αυτά;», θα ημπορούσε να είπη κάποιος από τους πολύ φιλεόρτους και ενθουσιώδεις πιστούς. «Σπηρούνισε το πουλάρι, δια να φθάσωμεν εις το τέρμα».36  «Μίλησέ μας δια την εορτήν και δι’ εκείνα δια τα οποία έχομεν συγκεντρωθή σήμερα». Αυτό λοιπόν και θα κάμω, έστω και αν άρχισα κάπως από υψηλότερα πράγματα, επειδή με παρακινούσεν ο πόθος και με παρέσυρεν η ρύμη του λόγου.

             Ο νούς μεν λοιπόν και η αίσθησις, τα οποία διεχωρίσθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπον το ένα από το άλλο, παρέμειναν το καθένα μέσα εις την φύσιν των και έφεραν εντός των το μεγαλείον του δημιουργού Λόγου, σιωπηλοί εγκωμιασταί και μεγαλόφωνοι κήρυκες του μεγαλουργήματος. Δεν υπήρχε δε ακόμη κράμα και από τα δύο, ούτε κάποια ένωσις των αντιθέτων, δέιγμα ανωτέρας σοφίας και της ποικιλίας των φύσεων, ούτε ήτο γνωστός όλος ο πλούτος της αγαθότητος. Επειδή δε ο δημιουργός Λόγος αυτό ακριβώς το πράγμα ήθελε να δείξη, και να παρουσιάση ένα όν από την ένωσιν και των δύο (της αοράτου δηλαδή και της ορατής φύσεως), εδημιούργησε τον άνθρωπον. Και αφού έλαβε μεν από την ύλην, η οποία υπήρχεν ήδη, το σώμα, και αφού έβαλεν εις αυτό την πνοήν του (την οποίαν ο λόγος ορίζει ως νοεράν ψυχήν και εικόνα του Θεού), τον έστησεν επί της γης ωσάν δεύτερον κόσμον, κατά κάποιον τρόπον, μέγαν μέσα εις την μικρότητά του, ωσάν άλλον άγγελον, ωσάν μικτόν προσκυνητήν, φύλακα της ορατής κτίσεως και ιερουργόν της αοράτου, βασιλέα των ευρισκομένων επί της γης και κυβερνώμενον ταυτοχρόνως από τον ουρανόν, επίγειον και ουράνιον, προσωρινόν και αθάνατον, ορατόν και εννοούμενον, ευρισκόμενον εις το μέσον μεταξύ ταπεινότητος και μεγαλείου˙ τον ίδιον πνεύμα και σάρκα. Πνεύμα προς χάριν του και σάρκα δια να ημπορή να εξυψώνεται. Το μεν ένα δια να ζη και να δοξάζη τον ευεργέτην, το δε άλλο δια να υποφέρη, να ενθυμήται και να διαπαιδαγωγήται από το πάθος του, επιδιώκων να ανυψωθή προς το μεγαλείον. Όν το οποίον διαμένει μεν εις την γην, αλλά μεταβαίνει εις άλλον κόσμον, και ωσάν τέλος του μυστηρίου γίνεται θεός από την επιθυμίαν του προς αυτόν. Διότι εις αυτό, κατά την γνώμην μου, οδηγεί η μετρία λάμψις της αληθείας, η οποία παρουσιάζεται εις την γην, εις το να ίδωμεν δηλαδή και να αισθανθώμεν την λαμπρότητα του Θεού, η οποία θα μας διαλύση και θα μας συνθέση πάλιν κατά τρόπον ακόμη πιο ένδοξον.37

            Και τον ετοποθέτησεν εις τον παράδεισον (όποιος και αν ήτο ο παράδεισος αυτός), αφού τον ετίμησε με το αυτεξούσιον, δια να ανήκη το αγαθόν εις εκείνον ο οποίος θα το επιλέξη όχι ολογώτερον από όσον εις εκείνον ο οποίος του έδωσε τα σπέρματα του αγαθού, τον έκανε γεωργόν αθανάτων φυτών, δηλαδή των θείων εννοιών, και των απλουστέρων και των τελειοτέρων, γυμνόν εξ αιτίας της απλότητος και της χωρίς πονηρίαν ζωής, και χωρίς κανένα κάλυμμα και πρόβλημα. Διότι τέτοιος έπρεπε να είναι ο πρώτος άνθρωπος. Και του δίνει τον νόμον ως αντικείμενον του αυτεξουσίου. Ο δε νόμος ήτο η εντολή από ποία φυτά ημπορούσε να φάγη και ποία δεν θα έπρεπε να αγγίξη. Εις αυτά δε ανήκε το δένδρον της γνώσεως, το οποίον ούτε εφυτεύθη από την αρχήν με κακόν σκοπόν, ούτε απηγορεύθη από φθόνον (ας μη φθάσουν μέχρις εκεί αι γλώσσαι των εχθρών του Θεού, και ας μην μιμηθούν τον όφιν!). Αλλά ήτο μέν καλόν εάν το εδοκίμαζε κανείς εις τον κατάλληλον καιρόν (διότι το δένδρον, κατά την άποψίν μου, ήτο η θέα του Θεού, την οποίαν ημπορούσαν να πλησιάσουν χωρίς να κινδυνεύουν μόνον εκείνοι οι οποίοι είχαν τελειοποιηθή με την άσκησιν), αλλά δεν ήτο καλόν δια τους αδοκιμάστους ακόμη και τους πιο λαιμάργους ως προς την επιθυμίαν, όπως η σκληρά τροφή δεν είναι ωφέλιμος δι’ εκείνους οι οποίοι είναι ακόμη αδύνατοι και έχουν ανάγκην από γάλα. Αφού δε εξ αιτίας του φθόνου του διαβόλου και της παρακινήσεως της γυναικός, η οποία υπέκυψεν σαν πιο αδύνατη και τον παρεκίνησε και αυτόν σαν η πιο κατάλληλη δι’ αυτό (αλλοίμονον εις την αδυναμίαν μου! διότι η αδυναμία του προπάτορος είναι και ιδική μου), ελησμόνησε μεν την εντολήν, η οποία του είχε δοθή, και ενικήθη από την προσωρινήν γευστικήν δοκιμήν˙ και έτσι εξεδιώχθη αυτομάτως από το δένδρον της ζωής, από τον παράδεισον και από τον  Θεόν εξ αιτίας της κακίας του, και ενεδύθη με δερμάτινα ενδύματα (πιθανόν με την πιο βαρειά σάρκα, την φθαρτήν και αντίθετον).38   Και σαν πρώτο αποτέλεσμα αντιλαμβάνεται την καταισχύνην του και κρύβεται από τον Θεόν. Κερδίζει, βεβαίως, κάτι απ΄ αυτό: το ότι γίνεται θνητός και το ότι διακόπτεται η αμαρτία, δια να μην γίνη αθάνατον το κακόν, και έτσι η τιμωρία αποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι εγώ έτσι πιστεύω ότι τιμωρεί ο Θεός.

             Αφού δε ετιμωρήθη προηγουμένως δια τα πολλά αμαρτήματα (από τα οποία εφύτρωσεν η ρίζα της κακίας) από διαφόρους αιτίας και κατά διαφόρους χρόνους, με τον λόγον, τον νόμον, τους προφήτας, τας ευεργεσίας, τας απειλάς, τας τιμωρίας, τας πλημμύρας, τας πυρκαϊάς, τους πολέμους, τας νίκας, τας ήττας, τα σημεία από τον ουρανόν, τα σημεία από τον αέρα, την γην και την θάλασσαν, με τας ανελπίστους μεταβολάς ανθρώπων, πόλεων και λαών, πράγματα τα οποία αποσκοπούσαν εις το να εξαφανισθή η κακία, έχει ανάγκην τελικά από κάποιο ισχυρότερον φάρμακον δια τας φοβερωτέρας ασθενείας, τας αδελφοκτονίας δηλαδή, τας μοιχείας, τας επιορκίας, τας ανωμάλους επιθυμίας και το χειρότερον και μεγαλύτερον από όλα τα κακά, την ειδωλολατρίαν και την μετατόπισιν της προσκυνήσεως από τον δημιουργόν εις τα δημιουργήματα. Επειδή δε είχεν ανάγκην από μεγαλυτέραν βοήθειαν, του δίδεται και τέτοια. Ήταν δε ο ίδιος ο Λόγος του Θεού ο προαιώνιος, ο αόρατος, ο μη δυνάμενος να περιορισθή, ο ασώματος, η αρχή η προερχομένη από την αρχήν, το φως το προερχόμενον εκ του φωτός, η πηγή της αθανασίας και της ζωής, το αντίγραφον του πρωτοτύπου κάλλους, η αναλλοίωτος σφραγίς, η απαράλλακτος εικών, ο όρος και ο Λόγος του Πατρός. Αυτός εισέρχεται εις την ιδίαν την εικόνα του,39  ενδύεται με σάρκα προς χάριν της σαρκός και με ψυχήν πνευματικήν προς χάριν της ψυχής μου, καθαρίζων έτσι το όμοιον με το όμοιόν του. Και γίνεται κατά πάντα, εκτός από την αμαρτίαν, τέλειος άνθρωπος.40 Γεννηθείς με από την Παρθένον, της οποίας και η ψυχή και το σώμα είχε καθαρισθή προηγουμένως από το Πνεύμα (διότι έπρεπε μεν και να τιμηθή η γέννησις, αλλά και να προτιμηθή η παρθενία), παραμείνας δε Θεός μετά την πρόσληψιν της ανθρωπίνης φύσεως. Γενόμενος εν από τα δύο αντίθετα, από την σάρκα δηλαδή και το Πνεύμα, από τα οποία το μεν ένα έκαμε το άλλο Θεόν, ενώ το άλλο έγενε Θεός.41  Ώ πόσον αξιοθαύμαστος είναι η νέα  ένωσις! Ώ πόσον παράδοξος είναι η σύνθεσις! Ο υπάρχων δημιουργείται, ο αδημιούργητος πλάθεται, και ο απεριόριστος περιορίζεται δια μέσου της νοεράς ψυχής, η οποία μεσιτεύει εις την θεότητα και δια μέσου της υλικής φύσεως της σαρκός. Εκείνος ο οποίος δίδει τον πλούτον, γίνεται πτωχός˙ διότι γίνεται πτωχός κατά το ότι παίρνει την σάρκα μου, δια να γίνω εγώ πλούσιος με την θεότητά του. Εκείνος ο οποίος είναι γεμάτος αδειάζει˙ διότι αδειάζει από την δόξα του δι’ ολίγον καιρόν, δια να γευθώ εγώ την πληρότητά του. Ποίος είναι ο πλούτος της αγαθότητος; Ποίον είναι το μυστήριον το οποίον με περιβάλλει; Έλαβα την θείαν εικόνα και δεν την εφύλαξα. Παίρνει την σάρκα μου, και δια να διατηρήση την εικόνα, αλλά και δια να κάμη αθάνατον την σάρκα. Έρχεται εις δευτέραν συνάφειαν πολύ πιο παράδοξον από την πρώτην, καθόσον, τότε με έδωσε το καλύτερον, τώρα δε παίρνει το χειρότερον.42  Αυτό είναι ακόμη πιο ταιριαστόν εις τον Θεόν, αυτό είναι, δι’ όσους διαθέτουν κρίσιν, ακόμη πιο υψηλόν.

             Τί θα μας είπουν δι’ αυτά οι συκοφάνται, οι πικρόχολοι ελεγκταί  της θεότητος, οι κατήγοροι εκείνων τα οποία επαινούνται, οι σκοτεινοί εν σχέσει προς το φως, οι αστοιχείωτοι εν σχέσει προς την σοφίαν, εκείνοι χάριν των οποίων απέθανεν ο Χριστός χωρίς να ζητήση αντάλλαγμα, τα αχάριστα δημιουργήματα, τα πλάσματα του πονηρού; Κατηγορείς τον Θεόν δια την ευεργεσίαν του; Τον κατηγορείς ως μικρόν επειδή εταπεινώθη προς χάριν σου; Τον κατηγορείς επειδή είναι ο καλός ποιμήν, ο οποίος δίδει την ψυχήν του δια τα πρόβατα,43  πού ήλθε προς το πρόβατον το οποίον είχε χαθή,44  επάνω εις τους λόφους και τα βουνά εις τα οποία ελάτρευες τους θεούς,45  και αφού το βρήκε το σήκωσε επάνω εις τους ώμους του, επάνω εις τους οποίους εσήκωσε και τον σταυρόν, και το  επανέφερεν εις την ουρανίαν ζωήν και το έβαλε μαζί με εκείνα τα οποία είχαν μείνει εκεί; Τον κατηγορείς επειδή ήναψε λύχνον, την ιδίαν την σάρκα του, και εσκούπισε την οικίαν (καθαρίζων τον κόσμον από την αμαρτίαν) και ανεζήτησε την δραχμήν, την εικόνα δηλαδή του Θεού, η οποία είχε καταχωνιασθή από τα πάθη, και επειδή συγκεντώνει δια την εύρεσιν της δραχμής τας φιλικάς προς αυτόν δυνάμεις, τας οποίας είχε μυήσει και εις το μυστήριον της σωτηρίας και τας κάνει μετόχους της χαράς του; Τον κατηγορείς επειδή τον λύχνον, ο οποίος ετοιμάζει τον δρόμον, και ο οποίος ετοιμάζει εις τον Κύριον λαόν εκλεκτόν και καθαρίζει και προετοιμάζει δια το Πνεύμα με το ύδωρ,46  τον ακολουθεί το υπέρλαμπρον φως, την φωνήν την ακολουθεί ο Λόγος και τον οδηγόν του νυμφίου ο νυμφίος; Δι’ αυτά κατηγορείς τον Θεόν; Δι’ αυτά τον θεωρείς κατώτερον, επειδή βάζει εις την μέσην του την ποδιάν και πλύνει τα πόδια των μαθητών του47  και δείχνει τον καλύτερον τρόπον να υψωθή κανείς, δηλαδή την ταπείνωσιν; Επειδή ταπεινώνεται χάριν της ψυχής η οποία έχει κυρτώσει προς τα κάτω, δια να ανυψώση μαζί του εκείνο το οποίον κλίνει προς τα κάτω από την αμαρτίαν; Πώς δε δεν τον κατηγορείς δια το ότι γευματίζει με τελώνας48 και εις τας οικίας τελωνών, και ότι κάνει μαθητάς του τελώνας, δια να κερδίση και αυτός κάτι; Τί δηλαδή; Την σωτηρίαν των αμαρτωλών. Ωσάν να ημπορούσε κανείς να κατηγορήση τον ιατρόν, επειδή σκύβει με κατανόησιν επάνω εις τας πληγάς, και ανέχεται την δυσωδίαν, δια να δώση την υγείαν εις εκείνους οι οποίοι ασθενούν, ή εκείνον ο οποίος από ευσπλαγχνίαν σκύβει επάνω από τον βόθρον δια να βγάλη απ’ εκεί το ζώον το οποίον έχει πέσει49  μέσα, όπως λέγει ο νόμος.

             Απεστάλη μεν, αλλά ως άνθρωπος (επειδή ήτο διπλούς την φύσιν), επειδή και ένιωσε κούρασιν και επείνασε και εδίψασε και εδάκρυσε κατά τους φυσικούς νόμους. Εάν δε εστάλη και ως Θεός, τί σε ενοχλεί αυτό; Την θέλησιν50  του Πατρός, από τον οποίον προέρχεται, και τον οποίον τιμά ως αρχήν άχρονον, να την θεωρής ως αποστολήν, και να μην πιστεύης ότι είναι κάτι το αταίριαστον δια Θεόν. Επειδή λέγεται και ότι έχει παραδοθή, αλλά έχει γραφή επίσης ότι έχει παραδώσει τον εαυτόν του. Και ότι έχει αναστηθή από τον Πατέρα και έχει αναληφθή, αλλά και ότι έχει αναστήσει τον εαυτόν του και ότι θα έλθη πάλιν. Εκείνα προέρχονται από την θέλησιν του Πατρός, αυτά από την δύναμίν του. Συ δε τα μεν πρώτα τα θεωρείς μειωτικά, τα δε άλλα, τα οποία εξυψώνουν, τα παραβλέπεις. Και το ότι μεν έπαθε, το υπολογίζεις. Το ότι δε έπαθε με την θέλησίν του, δεν το αναφέρεις. Τι παθαίνει ακόμη και τώρα ο Λόγος! Από άλλους μεν τιμάται ως Θεός και ταυτίζεται με αυτόν, από άλλους δε περιφρονείται, επειδή είναι άνθρωπος, και χωρίζεται από τον Θεόν. Εναντίον ποίων να οργισθή περισσότερον; Ή, καλύτερα, ποίους να συγχωρήση; Εκείνους οι οποίοι ενώνουν λανθασμένα, ή εκείνους οι οποίοι χωρίζουν; Διότι και εκείνοι έπρεπε να διαχωρίζουν και τούτοι να ενώνουν˙ οι μεν με τον αριθμόν, οι δε με την Θεότητα.51  Εμποδίζεσαι από την σάρκα;52  Αυτό κάνουν και οι Ιουδαίοι. Μήπως τυχόν τον ονομάζεις και Σαμαρείτην;53  την συνέχειαν όμως δε θα την αναφέρω.54  Δεν πιστεύεις εις την Θεότητα; Αυτό δεν συμβαίνει ούτε με τους δαίμονας. Δύστυχε, πόσο πιο άπιστος είσαι ακόμη και από τους δαίμονας, και πόσο πιο αχάριστος από τους Ιουδαίους! Εκείνοι την ονομασίαν του Υιού την εθεώρησαν ως έκφρασιν ισοτιμίας,55  διότι δεν εγνώριζαν ακόμη τον Θεόν ο οποίος τον είχε στείλει. Διότι επίστευαν μόνον αφού επάθαιναν. Συ δε δεν δέχεσαι ούτε την ισότητα, ούτε και αναγνωρίζεις την Θεότητα. Θα ήταν καλύτερα δια σε να είσαι περιτετμημένος και να ευρίσκεσαι υπό την επήρειαν του δαίμονος, δια να εκφρασθώ κατά τρόπον αστείον, παρά να κατέχεσαι από πονηρίαν και αθεΐαν, ενώ είσαι υγιής και απερίτμητος.

             Μετ’ ολίγον δε θα ίδης τον Ιησούν να καθαρίζεται εις τον Ιορδάνην56  όπως καθαρίζομαι και εγώ, ή, καλύτερα, να εξαγνίζη με την κάθαρσίν του τα νερά (διότι δεν είχεν ανάγκην καθαρισμού εκείνος ο οποίος σηκώνει την αμαρτίαν του κόσμου), και να ανοίγουν οι ουρανοί, να μαρτυρή δι’ αυτόν το όμοιόν του Πνεύμα, να δέχεται πειρασμούς και να τους νικά, να υπηρετήται από αγγέλους και να θεραπεύη κάθε ασθένειαν και κάθε αδυναμίαν, να δίδη ζωήν εις τους νεκρούς (πράγμα το οποίον είθε να συνέβαινε και εις σε ο οποίος έχεις νεκρωθή από την αμαρτίαν), να εκδιώκη τους δαίμονας, άλλοτε μεν ο ίδιος, άλλοτε δε δια μέσου των μαθητών του. Και να τρέφη με ολίγα ψωμιά χιλιάδας ανθρώπων, να περιπατή επάνω εις την θάλασαν, να προδίδεται, να σταυρώνεται και να σταυρώνη μαζί την αμαρτίαν μου. Να προσφέρεται θυσία σαν αμνός και να πορσφέρη θυσίαν σαν ιερεύς, να θάπτεται σαν άνθρωπος και να ανασταίνεται σαν Θεός, να ανεβαίνη εν συνεχεία εις τους ουρανούς δια να επιστρέψη με όλην του την δόξαν. Πόσαι εορταί υπάρχουν κάθε ημέραν δι’ εμέ από τα μαρτύρια του Χριστού! Σκοπός δε μοναδικός όλων αυτών είναι η τελειοποίησις και η αναδημιουργία μου και η επιστροφή μου εις την αρχικήν κατάστασιν του Αδάμ.

             Τώρα δε δέξου μαζί μου την κυοφορίαν και σκίρτησε από χαράν, αν όχι όπως ο Ιωάννης από την κοιλίαν,57  τουλάχιστον όπως ο Δαβίδ μετά την τοποθέτησιν της κιβωτού εις την θέσιν της.58  Και να σεβασθής την απογραφήν,59 χάρις εις την οποίαν εγράφης εις τους ουρανούς˙ και να σεβασθής την γέννησιν χάρις εις την οποίαν ελύθης από τα δεσμά της γεννήσεως˙ και να τιμήσης την μικράν Βηθλεέμ, η οποία σε επανέφερεν εις τον παράσεισον˙ και να προσκυνήσης την φάτνην, χάρις εις την οποίαν, ενώ δεν είχες την καθοδήγησιν του λογικού, ετράφης από τον Λόγον. «Γνώρισε, όπως ο βους, τον κύριόν σου», σου παραγγέλει ο Ησαΐας,  «και όπως ο όνος το παχνί του κυρίου του»60. Αν είσαι από τους καθαρούς, οι οποίοι σέβονται τον νόμον και ασχολούνται με το να επαναλαμβάνουν σαν μηρυκαστικά τους λόγους του και είναι επιδέξιοι εις την προσφοράν θυσιών, ή αν είσαι από εκείνους οι οποίοι ήσαν κάποτε ακάθαρτοι και δεν είχαν δικαίωμα να φάγουν από τα άγια, ούτε να θυσιάσουν, και ανήκαν εις την μερίδα των ειδωλολατρών, τρέξε μαζί με τον αστέρα και φέρε δώρα μαζί με τους μάγους, χρυσόν ωσάν εις βασιλέα, λίβανον ωσάν εις Θεόν και σμύρναν ωσάν εις νεκρόν, ο οποίος απέθανε προς χάριν σου. Δόξασε μαζί με τους ποιμένας, ύμνησε μαζί με τους αγγέλους, γίνου χορός δοξολογίας μαζί με τους αρχαγγέλους. Ας είναι η πανύγυρις κοινή δια τας ουρανίους και δια τας επιγείους δυνάμεις. Διότι πιστεύω ότι και εκείναι αγάλλονται και πανηγυρίζουν μαζί μας σήμερα, εφόσον είναι φίλοι του ανθρώπου και του Θεού, όπως τας παρουσιάζει ο Δαβίδ να ανεβαίνουν μετά το πάθος μαζί με τον Χριστόν, να τον προϋπαντούν και να παρακινή η μία την άλλην να ανοίξουν τας πύλας.61

             Ένα πράγμα να μισήσης από όσα σχετίζονται με την γέννησιν του Χριστού, τον φόνον των νηπίων από τον Ηρώδην˙ ή, καλύτερα, και αυτήν να την σεβασθής ως θυσίαν συνομήλικον με τον Χριστόν, η οποία προσφέρεται πριν από την θυσίαν του νέου σφαγίου. Αν φεύγη εις την Αίγυπτον, φύγε και συ μαζί του. Είναι καλόν να φεύγης μαζί με τον Χριστόν όταν διώκεται. Αν παραμένη πολύ εις την Αίγυπτον και λατρεύεται σωστά εκεί, κάλεσέ τον από την Αίγυπτον. Πέρασε χωρίς μομφήν από όλας τας ηλικίας και τας δυνάμεις του Χριστού, ως μαθητής του Χριστού. Καθαρίσου, κάμε περιτομήν, αφαίρεσε το κάλυμμα που έχεις από την δημιουργίαν. Ύστερα δίδαξε εις το ιερόν, διώξε απ΄ εκεί τους εμπορευομένους τον οίκον του Θεού, άφησε να σε λιθοβολήσουν, αν θα πρέπει να το πάθης. Γνωρίζω καλά, ότι θα ξεφύγης ανάμεσα απ’ αυτούς οι οποίοι σε λιθοβολούν ωσάν Θεός. Διότι ο Λόγος δεν λιθοβολείται. Αν σε οδηγήσουν εμπρός εις τον Ηρώδην, μην του δώσης απάντησιν εις τα περισσότερα. Θα σεβασθή την σιωπήν σου περισσότερον από όσον θα σεβασθή τους πολλούς λόγους των άλλων. Αν σε μαστιγώσουν, ζήτησε να εκτελέσουν ολόκληρη την ποινήν. Φρόνισε να γευθής χολήν, πιές ξύδι, ζήτησε εμπτυσμούς, δέξου κτυπήματα και ύβρεις, στεφανώσου με τα αγκάθια του δυσκόλου δρόμου του Θεού, ενδύσου το κόκκινο ένδυμα, δέξου το καλάμι, άφησε να σε προσκυνήσουν εκείνοι οι οποίοι ειρωνεύονται την αλήθειαν. Τέλος, σταυρώσου μαζί με τον Χριστόν, νεκρώσου μαζί του, κατέβα πρόθυμα μαζί του εις τον τάφον, δια να αναστηθής και μαζί του, δια να δοξασθής και να βασιλεύσης μαζί του, βλέπων, όσον είναι δυνατόν και όπως ημπορείς να τον ιδής, τον Θεόν ο οποίος προσκυνείται και λατρεύεται ως Τριάς, και ο οποίος ευχόμεθα να φανερωθή καθαρά και εις ημάς τώρα, όσον είναι αυτό δυνατόν δια τους αιχμαλώτους εις την σάρκα, δια της χάριτος του Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών, εις τον οποίον ανήκει η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.         Ωρισμένοι κώδικες έχουν τον τίτλον «Εις την αγίαν του Χριστού γέννησιν» ή «Εις την κατά σάρκα γέννησιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Ο τίτλος ακούγεται σήμερα κάπως παράξενα επειδή έχει επικρατήσει να λέγεται «Θεοφάνια» η Βάπτισις του Σωτήρος, εξ αιτίας της εμφανίσεως κατ’ αυτήν των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Εις την αρχαίαν όμως ανατολικήν Εκκλησίαν η Γέννησις και η Βάπτισις συνεωρτάζοντο, ως γίνεται ακόμη και σήμερα εις μόνην την Αρμενικήν Εκκλησίαν. Πλείονα περί του ζητήματος τούτου βλέπε εις Θρησκευτικήν και Ηθικήν Εγκυκλοπαιδείαν, τόμ. 6, στ. 360-363.

2.         Το τμήμα αυτό του λόγου απετέλεσε την πηγήν της εμπνεύσεως του ποιητού του κανόνος των Χριστουγέννων, ο οποίος και το εχρησιμοποίησε κατά λέξιν. Η τελευταία δε φράσις («άσατε τω Κυρίω πάσα η γη») ανήκει εις τον Ψαλμόν 95, στ. 1.

3.         Είναι φανερόν ότι με τας ερωτήσεις αυτάς ο Θεολόγος αναφέρεται αντιστοίχως εις την θείαν και την ανθρωπίνην φύσιν του Θεανθρώπου.

4.         Με την γέννησιν του Κυρίου, όπως και κατά την δημιουργίαν του κόσμου με την δημιουργίαν του φωτός, το οποίον διέλυσε το σκότος το ευρισκόμενον «επάνω της αβύσσου» (Γέν. 1, 2).

5.         Έξ. 10, 21.

6.         Έξ. 13, 21.

7.         Πρβλ. Ησ. 9, 2.

8.         Β’. Κορ. 5, 17.

9.         Το «γράμμα» και η «σκιά» αναφέρονται εις τον «Νόμον» τον Μωσαϊκόν, ενώ το «πνεύμα» και η «αλήθεια» εις την νέαν πραγματικότητα η οποία ενεφανίσθη εις τον κόσμον με την Γέννησιν του Σωτήρος.

10.        Ψαλμ. 109, 4. Ο Μελχισεδέκ υπήρξε ένας από τους «τύπους» της Παλαιάς Διαθήκης δια τον Χριστόν. Περί του Χριστού δε ως ιερέως «εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» ομιλεί εν εκτάσει η «Προς Εβραίους» επιστολή (κεφ. 5, στ.6, και 10, κεφ. 6, στ. 20 και κεφ. 7).

11.        Ο Χριστός ως Θεός δεν είχε μητέρα διότι εγεννήθη υπό του Πατρός, ενώ ως άνθρωπος δεν είχε πατέρα διότι συνελήφθη και ετέχθη υπό της Παρθένου «άνευ σποράς», ως ψάλλει και ο υμνωδός της Εκκλησίας μας. Ως Θεός ήτο αμήτωρ και ως άνθρωπος απάτωρ.

12.        Ψαλμ. 46, 1.

13.        Ο Ησαΐας βλέπει τον Χριστόν να φέρη εις τους ώμους τον σταυρόν, το σύμβολον της δυνάμεως και της νίκης του κατά του Σατανά, πράγμα το οποίον διασαφηνίζει ο Θεολόγος λέγων «τω σταυρώ συνεπαίρεται».

14.        Ησ. 9, 5.

15.        Ματθ. 3, 3.

16.        Εβρ. 13, 8.

17.        Εξ αιτίας της παρακοής, του λεγομένου «Προπατορικού αμαρτήματος».

18.        Ρωμ. 5, 20.

19.        Ο Θεολόγος υπονοεί ενταύθα την «βρώσιν του απηγορευμένου καρπού» η οποία επέφερε την πτώσιν των πρωτοπλάστων και κατέστησεν αναγκαίον («εδικαίωσε») το «παθείν τον Χριστόν».

20.        Ο Γρηγόριος αρχίζει ν’ απαριθμή τας πράξεις τας οποίας πρέπει ν’ αποφύγουν οι πανηγυρίζοντες, δια ν΄ εορτάσουν, όπως είπε πααραπάνω, κατά τρόπον θεϊκόν και υπερκόσμιον. Από την απαρίθμησιν δε αυτήν σχηματίζεται μία από τις όψεις τας οποίας επαρουσίαζαν και τότε αι πανηγύρεις, η κοσμική δηλαδή και αρνητική.

21.        Πρβλ. Ρωμ. 13, 13.

22.        Υπό την ονομασίαν «Έλληνες» νοούνται, ως γνωστόν, οι ειδωλολάτραι, οι μη Χρηστιανοί, οι άλλως και «εθνικοί» η «έθνη» καλούμενοι.

23.        Τους λόγους τούτους του Θεολόγου αντιγράφει κατά λέξιν ο υμνογράφος των στιχηρών των Αίνων της Πεντηκοστής, αποδίδων αυτούς εις το Άγιον Πνεύμα: «Το Πνεύμα το Άγιον ην μεν αεί, και έστι και έσται…»

24.        Όταν ο Θεός ενεφανίσθη εις τον Μωϋσή επί του όρους Χωρήβ με την μορφήν της καιομένης βάτου και τον ηρώτησεν ο Μωϋσής ποίον είναι το όνομά του, του απεκρίθη με τους λόγους: «Εγώ ειμι ο ών» (Έξ. 3, 14).

25.        Ίσως το χωρίον τούτο του Θεολόγου να απετέλεσε την βάσιν από την οποίαν εξεκίνησεν ο ομώνυμός του Γρηγόριος Παλαμάς δια να εκθέση συστηματικά την διάκρισιν μεταξύ αοράτου θείας ουσίας (κατ’ αυτόν) και ορατών θείων ενεργειών («περί αυτόν»).

26.        Το χωρίον αυτό το έχει χρησιμοποιήσει κατά λέξιν ο ιερός Δαμασκηνός εις την Έκθεσιν της ορθοδόξου πίστεως.

27.        «Είς τα παρελθόντα» όπως σχολιάζει ένα χειρόγραφον εις το περιθώριον. Το σχόλιον συνάγεται λογικά και από το «τα εξής» (τα μέλλοντα) που ακολουθεί.

28.        Ο Θεολόγος εδέχετο το κρατούν τότε γαιοκεντρικόν σύστημα, κατά το οποίον ο ήλιος εκινείτο γύρω από την γην.

29.        Το σχέδιον της σωτηρίας του ανθρώπου δια της ενσαρκώσεως του Λόγου. Ο όρος αυτός εχρησιμοποιείτο από τους Πατέρες δια το τμήμα της θεολογίας το αναφερόμενον εις την σωτηρίαν, ενώ «θεολογία» απεκαλείτο η περί Θεού διδασκαλία γενικώτερα.

30.        Βλέπε την σχετικήν όρασιν του Ησαΐου (κεφ. 6, στ. 2 ε.) εις την οποίαν περιγράφεται η λατρεία του Θεού υπό των Σεραφείμ με τον ύμνον «άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ».

31.        Ο Θεολόγος αναφέρεται κατά πάσαν πιθανότητα εις τον Μέγαν Αθανάσιον, οοποίος ησχολήθη διεξοδικώτατα και εφιλοσόφησε «κάλλιστά τε και υψηλότατα» τα περί του Θεού εις τα κατά των Αρειανών έργα του.

32.        Αγαθότητα και μάλιστα «άκραν» αποκαλεί ο Θεολόγος τον Θεόν κατά την συνήθειαν των Πατέρων να χρησιμοποιούν ως ονόματα του Θεού τας ιδιότητάς του.

33.        Προς το κακόν.

34.        Εωσφόρος = ο φέρων την αυγήν, δηλαδή το φως. Ο Εωσφόρος ωνομάσθη έτσι ακριβώς εξ αιτίας της λαμπρότητάς του, όπως λέγει και ο Θεολόγος. Μνημονεύεται το πρώτον εις τον Ησαΐαν (14, 12) άλλ’ επεκράτησε να λέγεται Σατανάς από το εβραϊκόν ρήμα «σατάν» («αντιδικώ», «διώκω», ιδίως ως κατήγορος).

35.        Ο Γρηγόριος αναφέρεται εις το «και είδεν ο Θεός ότι καλόν» ύστερα από κάθε δημιούργημα κατά την αφήγησιν της Γενέσεως (κεφ. 1).

36.        Η νύσσα ήτο πάσσαλος εις τον ιππόδρομον από τον οποίον ξεκινούσαν ή εις τον οποίον ετερμάτιζαν τα άλογα. Η φράσις αυτή («κέντει τον πώλον περί την νύσσαν») θα ημπορούσε να σκανδαλίση αρκετούς πιστούς εις ένα σημερινόν κήρυγμα, και όμως την εχρησιμοποίησεν ο Θεολόγος. Πόσα θα είχε να κερδίση το κήρυγμα σήμερα αν εστρέφετο προς τους Πατέρας, αντί να αντιγράφη ξένα προς την ορθόδοξον παράδοσιν πρότυπα, όπως πολύ συχνά συμβαίνει. Εικόνες από την καθημερινήν ζωήν και μία λεπτή αίσθησις χιούμορ είναι κάτι το οποίον συναντούμε συχνά εις τους λόγους όχι μόνον του Θεολόγου, αλλά και του Χρυσοστόμου και άλλων Πατέρων.

37.        Με τους λόγους αυτούς υπονοεί ο Γρηγόριος την δημιουργίαν («συνδήσαντος») δια της ενώσεως σώματος και ψυχής, τον θάνατον («λύσοντος») και τέλος την κατά την μέλλουσαν κρίσιν επανένωσιν ψυχών και σωμάτων.

38.        Προς το αγαθόν. Το «αντίτυπος» δηλώνει αντίθεσιν, ηθελημένην αντίδρασιν.

39.        Τον άνθρωπον τον πλασθέντα «κατ’ εικόνα και ομοίωσίν» του.

40.        Εβρ. 4, 15.

41.        Η θεία φύσις «εθέωσε» (έκαμε Θεόν) την ανθρωπίνην, ενώ η ανθρωπίνη «εθεώθη» (έγινε Θεός).

42.        Κατά την δημιουργίαν έδωσε το «κατ’ εικόνα» ενώ κατά την γέννησιν παίρνει την σάρκα.

43.        Ιω. 10, 11.

44.        Βλέπε την παραβολήν του απολωλότος προβάτου και της απολεσθείσης δραχμής εις τον Λουκάν 15, 4 – 10.

45.        Ωσ. 4, 13.

46.        Ο Θεολόγος αναφέρεται ενταύθα εις τον Ιωάννην τον Πρόδρομον και Βαπτιστήν.

47.        Ιω. 13, 4.

48.        Λουκά 5, 27 ε.

49.        Δεύτερον. 22, 4, όπου όμως αναφέρεται ζώον «πεπτωκός εν τη οδώ». Περί προβάτου πεσόντος εις «βόθυνον» αναφέρει ο Κύριος εις την ομιλίαν του περί της αργίας του Σαββάτου κατά την θεραπείαν του εξηραμένην έχοντος την χείρα (Ματθ. 12, 11). Ο Θεολόγος κάνει εδώ συνδυασμόν των δύο χωρίων.

50.        «Ευδοκία» είναι η βούλησις, η θέλησις του Θεού δια την σωτηρίαν του ανθρώπου, η οποία επραγματοποιήθη δια της ενανθρωπήσεως του Κυρίου.

51.        Ο Θεολόγος εννοεί την διάκρισιν των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος και την ένωσιν Θεού και ανθρώπου εν τω προσώπω του Λόγου και στρέφεται κατά των αρνουμένων την τριαδικότητα του Θεού και την ένωσιν της θείας και ανθρωπίνης φύσεως.

52.        Σε εμποδίζει δηλαδή η ανθρωπίνη φύσις, την οποίαν προσέλαβεν ο Λόγος, δια να τον δεχθής ως Θεόν

53.        Ιω. 8, 48: «απεκρίθησαν ούν οι Ιουδαίοι και είπον αυτώ˙ ου καλώς λέγομεν ημείς ότι Σαμαρείτης εί συ…;».

54.        Αναφέρεται προφανώς ο Θεολόγος εις την συνέχειαν του προηγουμένου χωρίου (Ιω. 8, 48): «… και δαιμόνιον έχεις;», την οποίαν δεν ήθελε καν να αναφέρη επειδή την θεωρούσε μεγάλην ασέβειαν.

55.        «Προς αυτούς» θα έπρεπε να συμπληρώσωμεν. Ότι δηλαδή ο Κύριος ως «υιός»  Πατρός τον οποίον αγνοούσαν ήταν μόνον άνθρωπος όπως και αυτοί. Οι Ιουδαίοι επειδή αγνοούσαν τον Πατέρα, όπως λέγει αμέσως παρακάτω ο Γρηγόριος, και όπως είπε και ο ίδιος ο Κύριος («ούτε εμέ οίδατε ούτε τον πατέρα μου»˙ Ιω. 8, 19), εθεωρούσαν τον Κύριον άνθρωπον όμοιον προς αυτούς.

56.        Ματθ. 3, 13.

57.        Ματθ. 1, 41.

58.        Β’ Βασ. 6, 12 ε.

59.        Λουκά 2, 1  ε

60.        Ησ. 1, 3

61.        Ψαλμ. 23, 7 και 9.

***

Το πρωτότυπο κείμενο

ΛΟΓΟΣ ΛΗ’

ΕΙΣ ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΙΑ,

ΗΓΟΥΝ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

            Χριστός γεννάται, δοξάσατε˙ Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε˙ Χριστός επί γης, υψώθητε. «Άσατε τω Κυρίω, πάσα η γη»˙ και, ίν’ αμφότερα συνελών είπω, Ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί, και αγαλλιάσθω η γη, δια τον επουράνιον, είτα επίγειον. Χριστός εν σαρκί, τρόμω και χαρά αγαλλιάσθε. Τρόμω, δια την αμαρτίαν˙ χαρά, δια την ελπίδα. Χριστός εκ Παρθένου˙ γυναίκες παρθενεύετε, ίνα Χριστού γένησθε μητέρες. Τίς ού προσκυνεί τον απ΄ αρχής; Τίς ού δοξάζει τον τελευταίον;

            Πάλιν το σκότος λύεται, πάλιν το φως υφίσταται. Πάλιν Αίγυπτος σκότω κολάζεται, πάλιν Ισραήλ στύλω φωτίζεται. Ο λαός, ο καθήμενος εν σκότει της αγνοίας, ιδέτω φως μέγα της επιγνώσεως. «Τα αρχαία παρήλθεν˙ ιδού γέγονε τα πάντα καινά». Το γράμμα υποχωρεί, το πνεύμα πλεονεκτεί. Αι σκιαί παρατρέχουσιν, η αλήθεια επεισέρχεται. Ο  Μελχισεδέκ συνάγεται˙ ο αμήτωρ απάτωρ γίνεται˙ αμήτωρ το πρότερον, απάτωρ το δεύτερον. Νόμοι φύσεως καταλύονται. Πληρωθήναι δει τον άνω κόσμον. Χριστός κελεύει˙ μη αντιτείνωμεν. «Πάντα τα έθνη κροτήσατε χείρας», «ότι παιδίον εγεννήθη ημίν υιός και εδόθη ημίν, ου η αρχή επί του ώμου αυτού (τω γαρ σταυρώ συνεπαίρεται), και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής (της του Πατρός) Άγγελος». Ιωάννης βοάτω˙ «Ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου». Καγώ βοήσομαι της ημέρας την δύναμιν: Ο άσαρκος σαρκούται. Ο Λόγος παχύνεται. Ο αόρατος οράται. Ο αναφής ψηλαφάται. Ο άχρονος άρχεται. Ο Υιός του Θεού Υιός ανθρώπου γίνεται, «Ιησούς Χριστός, χθές και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας». Ιουδαίοι σκανδαλιζέσθωσαν. Έλληνες διαγελάτωσαν, αιρετικοί γλωσσαλγείτωσαν. Τότε πιστεύσουσιν, όταν ίδωσιν αυτόν εις ουρανόν ανερχόμενον. Εί δε μη τότε, άλλ’ όταν εξ ουρανών ερχόμενον, και ως κριτήν καθεζόμενον.

              Ταύτα μεν ύστερον. Τα δε νύν Θεοφάνια, η πανήγυρις, είτουν Γενέθλια˙ λέγεται γαρ αμφότερα, δύο κειμένων προσηγοριών ενί πράγματι. Εφάνη γαρ Θεός ανθρώποις δια γεννήσεως˙ το μεν ών, και αεί ών εκ του αεί όντος, υπέρ αιτίαν και λόγον (ουδέ γαρ ήν του Λόγου λόγος ανώτερος)˙ το δε, δι’ ημάς γενόμενος ύστερον, ίν’ ο το είναι δους, και το εύ είναι χαρίσηται˙ μάλλον δε, ‘ρεύσαντας ημάς από του εύ είναι δια κακίαν, προς αυτό πάλιν επαναγάγη δια σαρκώσεως. Όνομα δε, τω φανήναι μεν Θεοφάνια, τω δε γεννάσθαι, Γενέθλια.

              Τούτό εστιν η πανήγυρις, τούτο εορτάζομεν σήμερον˙ επιδημίαν Θεού προς ανθρώπους, ίνα προς Θεόν ενδημήσωμεν, ή επανέλθωμεν (ούτω γαρ ειπείν οικειώτερον), ίνα τον παλαιόν άνθρωπον αποθέμενοι, τον νέον ενδυσώμεθα. Και ώσπερ εν τω Αδάμ απεθάνομεν, ούτως εν τω Χριστώ ζήσωμεν, Χριστώ και συγγεννώμενοι, και συσταυρούμενοι, και συνθαπτόμενοι, και συνανιστάμενοι. Δει γαρ με παθείν την καλήν αντιστροφήν. Και ώσπερ εκ των χρηστοτέρων ήλθε τα λυπηρά, ούτως εκ των λυπηρών επανελθείν τα χρηστότερα. «Ού γαρ επλεόνασεν η αμαρτία, υπερπερίσσευσεν η χάρις». Και εί η γεύσις κατέκρινε, πόσω μάλλον το Χριστόν παθείν εδικαίωσεν; Τοιγαρούν εορτάζωμεν, μη πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς˙ μη κοσμικώς, άλλ’ υπερκοσμίως˙ μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου, μάλλον δε τα του Δεσπότου˙ μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας˙ μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως.

            Έσται δε τούτο πώς; Μη πρόθυρα στεφανώσωμεν, μη χορούς συστησώμεθα, μη κοσμήσωμεν αγυιάς, μη οφθαλμόν εστιάσωμεν, μη ακοήν καταυλήσωμεν, μη όσφρησιν εκθηλύνωμεν, μη γεύσιν καταπορνεύσωμεν, μη αφή χαρισώμεθα, ταις προχείροις εις κακίαν οδοίς, και εισόδοις της αμαρτίας, μη εσθήτι μαλακισθώμεν, απαλή τε και περιρρεούση, και ης το κάλλιστον αχρηστία, μη λίθων διαυγείαις, μη χρυσού περιλάμψεσι, μη χρωμάτων σοφίσμασι ψευδομένων το φυσικόν κάλλος, και κατά της εικόνος εξευρημένων˙ μη κώμοις και μέθαις, οίς κοίτας και ασελγείας οίδα συνεζευγμένας˙ επειδή κακών διδασκάλων κακά τα μαθήματα, μάλλον δε πονηρών σπερμάτων πονηρά τα γεώργια. Μη στιβάδας υψηλάς πηξώμεθα σκηνοποιούντες τη γαστρί τα της θρύψεως. Μη τιμήσωμεν οίνων τους ανθοσμίας, οψοποιών μαγγανείας, μύρων πολυτελείας. Μη γη και θάλασσα την τιμίαν ημίν κόπρον δωροφορείτωσαν˙ ούτω γαρ εγώ τιμάν οίδα τρυφήν. Μη άλλος άλλον ακρασία νικάν σπουδάζωμεν. Ακρασία γαρ εμοί, παν το περιττόν και υπέρ την χρείαν˙ και ταύτα πεινώντων άλλων και δεομένων, των εκ του αυτού πηλού τε και κράματος.

              Αλλά ταύτα μεν Έλλησι παρώμεν, και ελληνικοίς κόμποις, και πανηγύρεσιν˙ οι και θεούς ονομάζουσι κνίσσαις χαίροντας, και ακολούθως το θείον τη γαστρί θεραπεύουσι, πονηροί πονηρών δαιμόνων, και πλάσται και μυσταγωγοί και μύσται τυγχάνοντες. Ημείς δε, οίς Λόγος το προσκυνούμενον, κάν τι δέη τρυφάν, εν λόγω τρυφήσωμεν, και θείω νόμω, και διηγήμασι, τοις τε άλλοις, και εξ ών η παρούσα πανήγυρις˙ ίν’ οικείον η το τρυφάν, και μη πόρρω του συγκαλέσαντος. Ή βούλεσθε (και γαρ εγώ σήμερον εστιάτωρ υμίν) εγώ τον περί τούτων παραθώ λόγον τοις καλοίς υμίν δαιτυμόσιν, ως οίόν τε δαψιλώς τε και φιλοτίμως, ίν’ ειδήτε, πως δύναται τρέφειν ο ξένος τους εγχωρίους, και τους αστικούς ο άγροικος, και τους τρυφώντας ο μη τρυφών, και τους περιουσία λαμπρούς, ο πένης τε και ανέστιος; Άρξομαι δε εντεύθεν˙ και μοι καθήρασθε, και νούν, και ακοήν, και διάνοιαν, όσοι τρυφάτε τα τοιαύτα (επειδή περί Θεού, και θείος ο λόγος), ίν’ απέλθητε τρυφήσαντες όντως τα μη κενούμενα. Έσται δε ο αυτός πληρέστατός τε άμα και συντομώτατος˙ ως μήτε τω ενδεεί λυπείν, μήτε αηδής είναι δια τον κόρον.

             Θεός ήν μεν αεί, και έστι, και έσται˙ μάλλον δε έστιν αεί. Το γαρ ήν, και έσται, του καθ’ ημάς χρόνου τμήματα και της ‘ρευστής φύσεως˙ ο δε «ών» αεί, και τούτο αυτός εαυτόν ονομάζει, τω Μωϋσεί χρηματίζων επί του όρους. Όλον γαρ εν εαυτώ συλλαβών, έχει το «είναι», μήτε αρξάμενον, μήτε παυσόμενον, οίόν τι πέλαγος ουσίας άπειρον και αόριστον, πάσαν υπερεκπίπτον έννοιαν, και χρόνου και φύσεως, νω μόνω σκιαγραφούμενος και τούτω λίαν αμυδρώς και μετρίως, ούκ εκ των κατ’ αυτόν, άλλ’ εκ των περί αυτόν, άλλης εξ άλλου φαντασίας συλλεγομένης, εις εν τι της αληθείας ίνδαλμα, πριν κρατηθήναι φεύγον και πριν νοηθήναι διαδιδράσκον. Τοσαύτα περιλάμπον ημών το ηγεμονικόν, και ταύτα κεκαθαρμένον, όσα και όψιν αστραπής τάχος ούχ ισταμένης. Εμοί δοκεί ίνα τω ληπτώ μεν έλκη προς εαυτό (το γαρ τελέως άληπτον, ανέλπιστον και ανεπιχείρητον), τω δε αλήπτω θαυμάζηται, θαυμαζόμενον δε ποθήται πλέον, πουθούμενον δε καθαίρη, καθαίρον δε θεοειδείς απεργάζηται. Τοιούτοις δε γενομένοις, ως οικείοις ήδη προσομιλή, τολμά τι νεανικόν ο λόγος. Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος, και τοσούτον ίσως, όσον ήδη γινώσκει τους γινωσκομένους. Άπειρον ούν το θείον και δυσθεώρητον˙ και τούτο πάντη καταληπτόν αυτού μόνον, η απειρία, καν τις οίηται το απλής είναι φύσεως, ή όλον άληπτον είναι, ή τελέως ληπτόν. Τί γαρ όν απλής εστι φύσεως, επιζητήσωμεν; Ού γαρ δη τούτο φύσις αυτώ η απλότης˙ είπερ μηδέ τοις συνθέτοις, μόνον το είναι συνθέτοις.

              Διχή δε του απείρου θεωρουμένου, κατά τε αρχήν και τέλος (το γαρ υπέρ ταύτα, και μη εν τούτοις, άπειρον), όταν μεν εις τον άνω βυθόν ο νους αποβλέψη, ούκ έχων όποι στη και απερείσηται ταις περί  Θεού φαντασίαις, το ενταύθα άπειρον και ανέκβατον, άναρχον προσηγόρευσεν˙ όταν δε εις τα κάτω και τα εξής, αθάνατον και ανώλεθρον˙ όταν δε συνέλη το παν, αιώνιον. Αιών γαρ, χρόνος, ούτε χρόνου τι μέρος (ουδέ γαρα μετρητόν). Άλλ’ όπερ ημίν ο χρόνος, ηλίου φορά μετρούμενος, τούτο τοις αϊδίοις αιών, το συμπαρεκτεινόμενον τοις ούσιν, οίόν τι χρονικόν κίνημα και διάστημα. Ταύτά μοι περί Θεού πεφιλοσοφήσθω τανύν. Ουδέ γαρ υπέρ ταύτα καιρός, ότι μη θεολογία το προκείμενον ημίν, άλλ’ οικονομία. Θεού δε όταν είπω, λέγω Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος˙ ούτε υπέρ ταύτα της θεότητος χεομένης, ίνα μη δήμον θεών εισαγάγωμεν˙ ούτε εντός τούτων οριζομένης, ίνα μη πενίαν θεότητος κατακριθώμεν, ή δια την μοναρχίαν ιουδαΐζοντες, ή δια την αφθονίαν ελληνίζοντες. Το γαρ κακόν εν αμφοτέροις όμοιον, καν εν τοις εναντίοις ευρίσκηται. Ούτω μεν ούν τα Άγια των Αγίων, α και τοις σεραφίμ συγκαλύπτεται και δοξάζεται τρισίν αγιασμοίς, εις μίαν συνιούσι κυριότητα και θεότητα˙ ό και άλλω τινί των προ ημών πεφιλοσόφηται κάλλιστά τε και υψηλότατα.

            Επεί δε ούκ ήρκει τη αγαθότητι τούτο, το κινείσθαι μόνον τη εαυτής θεωρίας, άλλ’ έδει χεθήναι το αγαθόν και οδεύσαι, ως πλείονα είναι τα ευεργετούμενα (τούτο γαρ της άκρας ήν αγαθότητος), πρώτον μέν εννοεί τας αγγελικάς δυνάμεις και ουρανίους˙ και το εννόημα έργον ήν, Λόγω συμπληρούμενον και Πνεύματι τελειούμενον. Και ούτως υπέστησαν λαμπρότητες δεύτεραι, λειτουργοί της πρώτης λαμπρότητος˙ είτε νοερά πνεύματα, είτε πυρ οίον άϋλον και ασώματον, είτε τινά φύσιν άλλην ότι εγγυτάτω των ειρημένων, ταύτας υποληπτέον. Βούλομαι μεν ειπείν, ότι ακινήτους προς το κακόν, και μόνην εχούσας την του καλού κίνησιν, άτε περί Θεόν ούσας και τα πρώτα εκ Θεού λαμπομένας (τα γαρ ενταύθα, δευτέρας ελλάμψεως). Πείθει δε με, μη ακινήτους αλλά δυσκινήτους, και υπολαμβάνειν ταύτας και λέγειν, ο δια την λαμπρότητα Εωσφόρος, σκότος δια την έπαρσιν και γενόμενος και λεγόμενος, αι τε υπ’ αυτόν αποστατικαί δυνάμεις, δημιουργοί της κακίας τη του καλού φυγή και ημίν πρόξενοι.

             Ούτω μεν ούν ο νοητός αυτώ, και δια ταύτα υπέστη κόσμος, ως εμέ γουν περί τούτων φιλοσοφήσαι, μικρώ λόγω τα μεγάλα σταθμώμενον. Επεί δε τα πρώτα καλώς είχεν αυτώ, δεύτερον εννοεί κόσμον υλικόν και ορώμενον (και ούτός εστι το εξ ουρανού και γης, και των εν μέσω σύστημά τε και σύγκριμα, επαινετόν μεν της καθ’ έκαστον ευφυΐας, αξιεπαινετώτερον δε της εξ απάντων ευαρμοστίας και συμφωνίας, άλλου προς άλλο τι καλώς έχοντος, και πάντων προς άπαντα, εις ενός κόσμου συμπλήρωσιν), ίνα δείξη, μη μόνον οικείαν εαυτώ φύσιν, αλλά και πάντη ξένην υποστήσασθαι δυνατός ών. Οικείον μεν γαρ Θεότητος αι νοεραί φύσεις, και νω μόνω ληπταί˙ ξένον δε παντάπασιν όσαι υπό την αίσθησιν, και τούτων αυτών έτι πορρωτέρω, όσαι παντελώς άψυχοι και ακίνητοι˙ Αλλά τι τούτων ημίν, τάχα αν είποι τις των λίαν φιλεόρτων και θερμοτέρων; Κέντει τον πώλον περί την νύσσαν. Τα της εορτής ημίν φιλοσόφει, και οίς προκαθεζόμεθα σήμερον. Τούτο δη και ποιήσω, και εί μικρόν άνωθεν ηρξάμην, ούτω του πόθου και του λόγου βιασαμένων.

            Νούς μεν ούν ήδη και αίσθησις, ούτως απ΄ αλλήλων διακριθέντα, των ιδίων όρων εντός ειστήκεισαν, και το του δημιουργού Λόγου μεγαλείον εν εαυτοίς έφερον, σιγώντες επαινέται της μεγαλουργίας και διαπρύσιοι κήρυκες. Ούπω δε ήν κράμα εξ αμφοτέρων, ουδέ τις μίξις των εναντίων, σοφίας μείζονος γνώρισμα και της περί τας φύσεις πολυτελείας˙ ουδέ ο πας πλούτος της αγαθότητος γνώριμος. Τούτο δη βουληθείς ο τεχνίτης επιδείξασθαι Λόγος, και ζώον εν εξ αμφοτέρων (αοράτου τε λέγω και ορατής φύσεως) δημιουργεί τον άνθρωπον˙ και παρά μεν της ύλης λαβών το σώμα, ήδη προϋποστάσης, παρ’ εαυτού δε πνοήν ενθείς (ο δη νοεράν ψυχήν και εικόνα Θεού οίδεν ο λόγος) οίόν τινα κόσμον δεύτερον, εν μικρώ μέγαν, επί της γης ίστησιν, άγγελον άλλον, προσκυνητήν μικτόν, επόπτην της ορατής κτίσεως, μύστην της νοουμένης, βασιλέα των επί γης, βασιλευόμενον άνωθεν, επίγειον και ουράνιον, πρόσκαιρον και αθάνατον, ορατόν και νοούμενον, μέσον μεγέθους και ταπεινότητος˙ τον αυτόν πνεύμα και σάρκα˙ πνεύμα δια την χάριν, σάρκα δια την έπαρσιν˙ το μεν, ίνα μένη και δοξάζη τον ευεργέτην˙ το δε, ίνα πάσχη, και πάσχων υπομιμνήσκηται και παιδεύηται, τω μεγέθει φιλοτιμούμενος˙ ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον, και πέρας του μυστηρίου, τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον. Εις τούτο γαρ εμοί φέρει το μέτριον ενταύθα φέγγος της αληθείας, λαμπρότητα Θεού και ιδείν και παθείν, αξίαν του και συνδήσαντος και λύσοντος και αύθις συνδήσοντος υψηλότερον.

             Τούτον έθετο μέν εν τω παραδείσω (όστις ποτέ ήν ο παράδεισος ούτος) τω αυτεξουσίω τιμήσας, ίν’ η του ελομένου το αγαθόν ούχ ήττον ή του παρασχόντος τα σπέρματα, φυτών αθανάτων γεωργόν, θείων εννοιών ίσως, των τε απλουστέρων και των τελεωτέρων, γυμνόν και απλότητι και ζωή τη ατέχνω, και δίχα παντός επικαλύμματος και προβλήματος. Τοιούτον γαρ έπρεπεν είναι τον απ΄αρχής. Και δίδωσι νόμον, ύλην τω αυτεξουσίω. Ο δε νόμος ήν εντολή, ών τε μεταληπτέον αυτώ φυτών, και ου μη προσαπτέον. Το δε ήν το  ξύλον της γνώσεως, ούτε φυτευθέν απ’ αρχής κακώς, ούτε απαγορευθέν φθονερώς ( μη πεμπέτωσαν εκεί τας γλώσσας οι θεομάχοι, μηδέ τον όφιν μεμείσθωσαν). Αλλά καλόν μεν ευκαίρως μεταλαμβανόμενον (θεωρία γαρ ήν το φυτόν, ως η εμή θεωρία, ής μόνοις επιβαίνειν ασφαλές τοις την έξιν τελεωτέροις), ου καλόν δε τοις απλουστέροις έτι και την έφεσιν λιχνοτέροις, ώσπερ ουδέ τροφή τελεία λυσιτελής τοις απαλοίς έτι και δεομένοις γάλακτος. Επεί δε φθόνω διαβόλου και γυναικός επηρεία, ήν τε έπαθεν ως απαλωτέρα, και ήν προσήγαγεν ως πιθανωτέρα (φεύ της εμής ασθενείας! Εμή γαρ η του προπάτορος), της μεν εντολής επελάθετο της δοθείσης και ηττήθη της μικράς γεύσεως˙ ομού δε του της ζωής ξύλου και του παραδείσου και του Θεού δια την κακίαν εξόριστος γίνεται και τους δερματίνους αμφιέννυται χιτώνας (ίσως την παχυτέραν˙ σάρκα και θνητήν˙ και αντίτυπον)˙ και τούτο πρώτον γινώσκει την ιδίαν αισχύνην και από Θεού κρύπτεται. Κερδαίνει μεν τι κανταύθα˙ τον θάνατον και το διακοπήναι την αμαρτίαν ίνα μη αθάνατον  η το κακόν. Και γίνεται φιλανθρωπία η τιμωρία. Ούτω γαρ εγώ πείθομαι κολάζειν Θεόν.

            Πολλοίς δε παιδευθείς πρότερον αντί πολλών των αμαρτημάτων (ών η της κακίας ‘ρίζα εβλάστησε) κατά διαφόρους αιτίας και χρόνους, λόγω, νόμω, προφήταις, ευεργεσίαις, απειλαίς, πληγαίς, ύδασιν, εμπρησμοίς, πολέμοις, νίκαις, ήτταις, σημείοις εξ ουρανού, σημείοις εξ αέρος, εκ γης, εκ θαλάττης, ανδρών, πόλεων, εθνών ανελπίστοις μεταβολαίς, ύφ’ ών εκτριβήναι την κακίαν το σπουδαζόμενον ήν, τέλος, ισχυροτέρου δείται φαρμάκου επί δεινοτέροις τοις αρρωστήμασιν, αλληλοφονίαις, μοιχείαις, επιορκείαις, ανδρομανίαις, το πάντων έσχατον των κακών και πρώτον, ειδωλολατρίαις, και τη μεταθέσει της προσκυνήσεως από του πεποιηκότος επί τα κτίσματα. Ταύτα επειδή μείζονος εδείτο του βοηθήματος, μείζονος και τυγχάνει. Το δε ήν αυτός ο του Θοεύ Λόγος ο προαιώνιος, ο αόρατος, ο απερίληπτος, ο ασώματος, η εκ της αρχής αρχή, το εκ του φωτός φώς, η πηγή της ζωής και της αθανασίας, το εκμαγείον του αρχετύπου κάλλους, η μη κινουμένη σφραγίς, η απαράλλακτος εικών, ο του Πατρός όρος και Λόγος˙ επί την ιδίαν εικόνα χωρεί, και σάρκα φορεί δια την σάρκα, και ψυχή νοερά δια την εμήν ψυχήν μίγνυται, τω ομοίω το όμοιον ανακαθαίρων. Και πάντα γίγνεται, πλην της αμαρτίας, άνθρωπος˙ κυηθείς μεν εκ της Παρθένου, και ψυχήν και σάρκα προκαθαρθείσης τω Πνεύματι (έδει γαρ και γέννησιν τιμηθήναι και παρθενίαν προτιμηθήναι)˙ προελθών δε Θεός μετά της πορσλήψεως. Εν εκ δύο των εναντίων, σαρκός και Πνεύματος˙ ών το μεν εθέωσε, το δε εθεώθη. Ώ της καινής μίξεως! Ώ της παραδόξου κράσεως! Ο ών γίνεται και ο άκτιστος κτίζεται και ο αχώρητος χωρείται, δια μέσης ψυχής νοεράς μεσιτευούσης Θεότητι και σαρκός παχύτητι. Και ο πλουτίζων πτωχεύει˙ πτωχεύει γαρ την εμήν σάρκα, ίν’ εγώ πλουτήσω την αυτού Θεότητα. Και ο πλήρης κενούται˙ κενούται γαρ της εαυτού δόξης επί μικρόν, ίν΄ εγώ της εκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τίς ο πλούτος της αγαθότητος; Τί το περί εμέ τούτο μυστήριον; Μετέλαβον της εικόνος και ούκ εφύλαξα˙ μεταλαμβάνει της εμής σαρκός, ίνα και την εικόνα σώση και την σάρκα αθανατίση. Δευτέραν κοινωνεί κοινωνίαν, πολύ της προτέρας παραδοξοτέραν˙ όσω τότε μεν του κρείττονος μετέδωκε, νύν δε μεταλαμβάνει του χείρονος. Τούτο του προτέρου θεοειδέστερον˙ τούτο τοις νουν έχουσιν υψηλότερον.

             Προς ταύτα τί φασιν οι ημίν οι συκοφάνται, οι πικροί της Θεότητος λογισταί, οι κατήγοροι των επαινουμένων, οι σκοτεινοί περί το φως, οι περί την σοφίαν απαίδευτοι, υπέρ ών Χριστός δωρεάν απέθανε, τα αχάριστα κτίσματα, τα του Πονηρού πλάσματα; Τούτο εγκαλείς Θεώ, την ευεργεσίαν; Δια τούτο μικρός, ότι δια σε ταπεινός; Ότι επί το πλανώμενον ήλθεν ο ποιμήν ο καλός, ο τιθείς την ψυχήν υπέρ των προβάτων, επί τα όρη και τους βουνούς, εφ΄ ών εθυσίαζες, και πλανώμενον εύρε, και ευρών επί των ώμων ανέλαβεν, εφ’ ών και το ξύλον, και λαβών επανήγαγεν επί την άνω ζωήν, και αναγαγών τοις μένουσι συνηρίθμησεν; Ότι λύχνον ήψε την εαυτού σάρκα και την οικίαν εσάρωσε (της αμαρτίας τον κόσμον αποκαθαίρων) και την δραχμήν εζήτησε, την βασιλικήν εικόνα συγκεχωσμένην τοις πάθεσι, και συγκαλεί τας φίλας αυτώ δυνάμεις επί τη της δραχμής ευρέσει και κοινωνούς ποιείται της ευφροσύνης, ας και της οικονομίας μύστιδας πεποίητο; Ότι τω προδρόμω λύχνω το φως ακολουθεί το υπέρλαμπρον, και τη φωνή ο Λόγος, και τω νυμφαγωγώ ο νυμφίος, κατασκευάζοντι Κυρίω λαόν περιούσιον και προκαθαίροντι επί το Πνεύμα δια του ύδατος; Ταύτα εγκαλείς τω Θεώ; Δια ταύτα υπολαμβάνεις χείρονα, ότι λεντίω διαζώννυται και νίπτει τους πόδας των μαθητών και δείκνυσιν αρίστην οδόν υψώσεως, την ταπείνωσιν; Ότι δια την συγκύπτουσαν χαμαί ψυχήν ταπεινούται, ίνα και συνανυψώση το κάτω νεύον υπό της αμαρτίας; Εκείνο δε πώς ού κατηγορείς, ότι και μετά τελωνών εσθίει και παρά τελώναις, και μαθητεύει τελώνας, ίνα και αυτός τι κερδάνη; Τί τούτο; Την των αμαρτωλών σωτηρίαν˙ εί μη και τον ιατρόν αιτιώτό τις, ότι συγκύπτει επί τα πάθη, και δυσωδίας ανέχεται, ίνα δω την υγίειαν τοις κάμνουσι˙ και τον επικλινόμενον βόθρω δια φιλανθρωπίαν, ίνα το εμπεπτωκός κτήνος, κατά τον νόμον, ανασώσηται.

             Απεστάλη μεν,  άλλ’ ως άνθρωπος (διπλούς γαρ ήν), επεί και εκοπίασε και επείνησε και εδίψησε και ηγωνίασε και εδάκρυσε νόμω φύσεως. Εί δε και ως Θεός, τί τούτο; Την ευδοκίαν του Πατρός αποστολήν είναι νόμισον, εφ’ όν αναφέρει τα εαυτού, και ως αρχήν τιμών άχρονον, και του μη δοκείν είναι αντίθεος. Επεί και παραδεδόσθαι λέγεται, αλλά και εαυτόν παραδεδωκέναι γέγραπται˙ και εγηγέρθαι παρά του Πατρός και ανειλήφθαι, αλλά και εαυτόν ανεστακέναι και ανεληλυθέναι πάλιν. Εκείνα της ευδοκίας, ταύτα της εξουσίας. Συ δε τα μεν ελαττούντα λέγεις, τα υψούντα δε παρατρέχεις˙ και ότι μεν έπαθε, λογίζη˙ ότι δε εκών, ου πορστίθης. Οία πάσχει και νύν ο Λόγος! Υπό μεν των, ως Θεός, τιμάται και συναλείφεται˙ υπό δε των, ως σάρξ ατιμάζεται και χωρίζεται. Τίσιν οργισθή πλέον; Μάλλον δε τίσιν αφή; Τοις συναιρούσι κακώς ή τοις τέμνουσι; Και γαρ κακείνους διαιρείν έδει και τούτους συνάπτειν˙ τους μέν τω αριθμώ τους δε τη Θεότητι. Προσκόπτεις τη σαρκί; Τούτο και Ιουδαίοι. Ή και Σαμαρείτην αποκαλείς; Και το εξής σιωπήσομαι. Απιστείς τη Θεότητι; Τούτο ουδέ οι δαίμονες. Ώ και δαιμόνων απιστότερε και Ιουδαίων αγνωμονέστερε! Εκείνοι την του Υιού προσηγορίαν ομοτιμίας φωνήν ενόμισαν˙ ού τοι τον ελαύνοντα Θεόν ήδεσαν. Επείθοντο γαρ εξ ών έπασχον. Συ δε ουδέ την ισότητα δέχη, ουδέ ομολογείς την Θεότητα. Κρείττον ήν σοι περιτετμήσθαι και δαιμονάν, ίν’ είπω τι και γελοίως, ή εν ακροβυστία και υγιεία διακείσθαι πονηρώς και αθέως.

            Μικρόν μεν ούν ύστερον όψει και καθαιρόμενον Ιησούν εν τω Ιορδάνη την εμήν κάθαρσιν˙ μάλλον δε αγνίζοντα τη καθάρσει τα ύδατα (ού γαρ δη αυτός εδείτο καθάρσεως, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου), και σχιζομένους τους ουρανούς και υπό του συγγενούς Πνεύματος μαρτυρούμενον και πειραζόμενον και νικώντα, και υπό αγγέλων υπηρετούμενον και θεραπεύοντα πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν, και ζωοποιούντα νεκρούς (ως όφελόν γε και σε τη κακοδοξία νενεκρωμένον), και δαίμονας απελαύνοντα, τα μεν δι’ εαυτού, τα δε δια των μαθητών. Και άρτοις ολίγοις τρέφοντα μυριάδας, και πεζεύοντα πέλαγος, και προδιδόμενον, και σταυρούμενον και συσταυρούντα την εμήν αμαρτίαν˙  Ων αμνόν προσαγόμενον και ως ιερέα προσάγοντα, ως άνθρωπον θαπτόμενον και ως Θεόν εγειρόμενον, είτα και ανερχόμενον και ήξοντα μετά της εαυτού δόξης. Πόσαι μοι πανηγύρεις καθ’ έκαστον των του Χριστού μυστηρίων! Ών απάντων κεφάλαιον εν η εμή τελείωσις και ανάπλασις και προς τον πρώτον Αδάμ επάνοδος.

            Νυνί δε μοι δέξαι την κύησιν και προσκίρτησον˙ ει και μη ως Ιωάννης από γαστρός άλλ’ ως Δαβίδ επί τη καταπαύσει της κιβωτού. Και την απογραφήν αιδέσθητι, δι’ ήν εις ουρανούς εγράφης˙ και γέννησιν σεβάσθητι, δι΄ήν ελύθης των δεσμών της γεννήσεως˙ και την Βηθλεέμ τίμησον την μικράν, ή σε προς τον παράδεισον επανήγαγε˙ και την φάτνην προσκύνησον, δι’ ήν, άλογος ών, ετράφης υπό του Λόγου. Γνώθι «ως βους τον κτησάμενον», Ησαΐας διακελεύεταί σοι, «και ως όνος την φάτνην του κυρίου αυτού». Εί των καθαρών τις εί και από τον νόμον και μηρυκισμόν αναγόντων του λόγου, και προς θυσίαν επιτηδείων˙είτε των ακαθάρτων τέως και αβρώτων και αθύτων και της εθνικής μερίδος. Μετά του αστέρος δράμε και μετά Μάγων δωροφόρησον, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν, ως βασιλεί, και ως Θεώ, και ως δια σε νεκρώ. Μετά ποιμένων δόξασον, μετά αγγέλων ύμνησον, μετά αρχαγγέλων χόρευσον. Έστω κοινή πανήγυρις ουρανίων και επιγείων δυνάμεων. Πείθομαι γαρ κακείνας συναγάλλεσθαι και συμπανηγυρίζειν σήμερον, είπερ εισί φιλάνθρωποι και φιλόθεοι, ώσπερ ας Δαβίδ εισάγει μετά το πάθος συνανιούσας Χριστώ και προσυπαντώσας και διακελευομένας αλλήλαις την των πυλών έπαρσιν.

             Εν μίσησον των περί την Χριστού γένναν, την Ηρώδου παιδοκτονίαν˙ μάλλον δε και ταύτην αιδέσθητι, την ηλικιώτιν Χριστού θυσίαν, του καινού σφαγίου προθυομένην. Αν εις Αίγυπτον φεύγη, προθύμως συμφυγαδεύθητι. Καλόν τω Χριστώ συμφεύγειν διωκομένω. Αν εν Αιγύπτω βραδύνη, κάλεσον αυτόν εξ Αιγύπτου, καλώς εκεί προσκυνούμενον. Δια πασών όδευσον αμέμπτως των ηλικιών Χριστού και δυνάμεων, ως Χριστού μαθητής. Αγνίσθητι, περιτμήθητι, περιελού το από γενέσεως κάλυμμα. Μετά τούτο δίδαξον εν τω ιερώ, τους θεοκαπήλους απέλασον˙ λιθάσθητι, αν τούτο δέη παθείν˙ λήση τους βάλλοντας, εύ οίδα, φεύξη και δια μέσου αυτών, ως Θεός. Ο Λόγος γαρ ού λιθάζεται. Αν Ηρώδη προσαχθής, μηδέ αποκριθής τα πλείω. Αιδεσθήσεταί σου και την σιωπήν πλέον ή άλλων τους μακρούς λόγους. Αν φραγελλωθής, και τα λειπόμενα ζήτησον. Γεύσαι χολής, δια την γεύσιν˙ όξος ποτίσθητι, ζήτησον εμπτύσματα, δέξαι ΄ραπίσματα, κολαφίσματα˙ ακάνθαις στεφανώθητι τω τραχεί του κατά Θεόν βίου˙ περιβαλού το κόκκινον, δέξαι κάλαμον, προσκυνήθητι παρά των παιζόντων την αλήθειαν. Τέλος συσταυρώθητι, συννεκρώθητι, συντάφηθι προθύμως, ίνα και συναναστής και συνδοξασθής και συμβασιλεύσης, Θεόν ορών όσον εστί, και ορώμενος, τον εν Τριάδι προσκυνούμενόν τε και δοξαζόμενον, όν και νύν τρανούσθαι ημίν ευχόμεθα, όσον εφικτόν τοις δεσμίοις της σαρκός, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ

ΛΟΓΟΙ

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟΙ – ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΚΟΙ

Η/Υ επιμέλεια, Σοφίας Μερκούρη

Πηγή: http://www.orp.gr/?p=1624

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration