Ζωηφόρος

Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ μας εἰς τὴν Βυζαντινὴν ἁγιογραφίαν

Ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴν ἀναστάσιμη περίοδο σκεφθήκαμε νὰ παρουσιάσουμε στὴν ἀγάπη σας ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέση μὲ τὸν περίοδο αὐτὴ καὶ ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας στὴν βυζαντινὴ ἁγιογραφία, ὅπως τὰ πίστευε, ὅπως τὰ δίδασκε ὁ ἀείμνηστος Φώτιος Κόντογλου, ποὺ ἦταν σπουδαῖος, κορυφαῖος ἁγιογράφος τῆς ἐποχῆς μας καὶ ἐπίσης ἐξαίρετος λογοτέχνης.

 

Ὁ Κόντογλου ἦταν ἀνέκαθεν πιστὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἐστράφη ὁλοκληρωτικῶς στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Πέρυσι γιορτάσαμε τὰ ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὴ γέννησή του καὶ τριάντα ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Ἐγεννήθη τὸ 1895 καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1965 σὲ ἡλικία ἑβδο μῆντα ἐτῶν περίπου. Κάπου ἀναφέρει σὲ μιὰ ἀφιέρωση τοῦ βιβλίου του στὴν αὐστηρὴ μορφὴ τοῦ Γάλαμου, ποὺ ἦταν ἡγούμενος καὶ φαίνεται ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τὸν ἐπηρέασε βαθύτατα στὴν πνευματικὴ ζωή. Πάντοτε ἦταν πιστὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅπως σᾶς εἶπα, ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα καὶ μετὰ ἰδίως νομίζω ἀπὸ τὸ 1940 καὶ μετὰ ἤ λίγο νωρίτερα στρέφεται μὲ πολὺ ἀγάπη πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία μας καὶ αὐτὸ κάποιοι ἄπιστοι καὶ ἄθεοι τῆς ἐποχῆς ὁμότεχνοί του τὸ χαρακτήρισαν ὅτι πλέον ὁ Κόντογλου πῆρε ἐσφαλμένο δρόμο, ἔχασε τὸ δρόμο του καὶ τώρα ἀσχολεῖται μὲ τὰ κονισαλέα συναξάρια, δηλαδὴ τὰ συναξάρια τὰ γεμᾶτα σκόνη, ποὺ δὲν τὰ διαβάζει κανείς, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἠσχολήθη μὲ τὰ τιμιώτερα τῆς πίστεώς μας καὶ ἔδωσε μιὰ πολὺ μεγάλη ὤθηση στὴν παράδοσή μας γενικὰ καὶ εἰδικώτερα στὴν βυζαντινὴ εἰκονογραφία παρ᾽ ὅλο ὅτι ἐδιώχθη, ἐταλαιπωρήθη, δὲν εἶχε Ἐκκλησία νὰ ἁγιογραφήση, ἄλλοι ἐπιτήδειοι ἄνθρωποι εἶχαν καὶ μιὰ καὶ δύο καὶ περισσότερες Ἐκκλησίες, φυσικὰ αὐτὰ δὲν τὸν ἐπηρέασαν μέχρι τελευταίας πνοῆς.

Ἐπὶ ἕνα διάστημα ἦταν συνεργάτης τοῦ ἐπισήμου ὀργάνου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ περιοδιοῦ «Ἐκκλησία». Στὸ περιοδικὸ λοιπὸν «Ἐκκλησία» στὸ τεῦχος 1-15 Μαΐου, σὰν τώρα δηλαδὴ τὸ 1956 ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια δημοσίευσε ἕνα περισπούδαστο θὰ λέγαμε ἄρθρο, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸν τίτλο:«Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ Ἁγιογραφίᾳ». Ἀλλὰ τὸ κείμενο αὐτὸ μᾶς τὸ ἔδωσε καὶ ἔχει δημοσιευθῆ καὶ ἀργότερα καὶ εἰς τὸν «Ο.Τ.» καὶ ὁ Κόντογλου ἔβαλε ἕνα ἄλλο τίτλο μὲ τὰ γράμματά του ποὺ λέγει «Ἡ Βυζαντινὴ Εἰκονογραφία», δηλαδὴ δίνει καὶ ἕνα γενικώτερο νόημα τῆς βυζαντινῆς εἰκονογραφίας καὶ τῆς ἀξίας της, τῆς σημασίας της καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀναπτύσσει καὶ τὸ εἰδικώτερο αὐτὸ θέμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας στὴν ἁγιογραφία. Ὑπάρχουν πάρα πολλὲς ὡραῖες εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως, γιὰ τὶς ὁποῖες τώρα πολλοὶ ἐρίζουν κατὰ κάποιο τρόπο, ἰδίως μεταξὺ τῶν παλαιοημερολογιτῶν ἔχει ξεσπάσει μία θύελλα καὶ διεσπάσθησαν παρατάξεις μεταξύ των νομίζοντας ὅτι αὐτὴ ἡ εἰκονα ποὺ εἶναι ἡ δογματικὴ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ἡ εἰς Ἅδου Κάθοδος δὲν εἶναι ὀρθόδοξη εἰκόνα.

Εἶναι νὰ λυπᾶται κανεὶς δι᾽αὐτὴ τὴν παρανόηση καὶ παρεξήγηση, ποῦ φθάσανε οἱ ἄνθρωποι νὰ κάνουν καὶ σχίσματα μεταξύ τους δηλαδή, καὶ τουλάχιστον νὰ εἶχαν δίκιο καλὰ καὶ νὰ μὴ ἔχουν δίκιο καὶ νὰ μαλώνουν καὶ νὰ χωρίζωνται σ᾽ ἕνα θέμα ποὺ εἶναι πολὺ σωστὸ καὶ ἀκριβὲς καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχη αὐτὴ ἡ αἵρεση.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ χρειαζόμεθα καὶ ἐμεῖς μιὰ πυξίδα κατὰ κάποιον τρόπο καὶ μιὰ βοήθεια στὴν ἑρμηνεία καὶ τὴν ἐξήγηση τῆς εἰκόνος γι᾽αὐτὸ πήραμε ὡς ὁδηγό μας τὸν ἀείμνηστο Φώτιο Κόντογλου καὶ πιστεύω θὰ μᾶς χειραγωγήση ἀσφα λῶς στὸ σωστὸ δρόμο.

Βέβαια μὲ τὴ Χάρη τοῦ Κυρίου ἔχουν γραφῆ καὶ πάρα πολλὰ ἄλλα ἔργα, ὁ ἴδιος εἶχε μεταφράσει τὸ βιβλίο τοῦ Λεωνίδα Οὐσπένσκι «Ἡ εἰκόνα, λίγα λόγια γιὰ τὴν δογματικὴ ἔννοιά της», ποὺ εἶναι πάρα πολὺ ὡραῖο καὶ εἶναι, μπορῶ νὰ σᾶς πῶς, μιὰ δεύτερη δημιουργία. Ὅτι εἶχε γράψει ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκι, ἦταν φίλος του Ρῶσος στὸ Παρίσι, ἁγιογράφος καὶ καθηγητής, ὁ Κόντογλου τὸ ἐπεξέτεινε, ἔβαλε σχέδια καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἐπίσης ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία ἔχουμε ἕνα πολὺ ὡραῖο βιβλίο: «Ὁ μυστικὸς κόσμος τῶν βυζαντινῶν εἰκόνων», σὲ δύο τόμους τοῦ κ. Χρήστου Γκότση, θεολόγου καὶ ἐδῶ ἔχει καὶ τὴν ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῆς Ἀναστάσεως μὲ ὡραία ἐξήγηση, διδακτικοῦ χαρακτήρα. Εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως, ὅπως εἴπαμε, δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Σταυρονικήτα καὶ εἶναι ἔργο τοῦ Θεοφάνους τοῦ Κρητός, περίφημη εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Ἱ. Μονῆς τῆς Χώρας στὸ Καχριὲ Τζαμὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ εἶναι ἴσως ἡ ὡραιότερη, ἀλλὰ καὶ ἄλλες εἰκόνες.

Ὁ Φώτιος λοιπὸν ἑρμηνεύοντας τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως μᾶς λέγει: (Ο.Τ. ἀρ. φύλ. 51, Ἀπρίλιος 1965):«Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ζωγραφίζεται εἰς τὴν ὀρθόδοξον ἁγιογραφίαν μὲ τὴν πνευματικὴν ἀναγωγήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει γενικῶς εἰς τὴν ἱερὰν αὐτὴν καὶ λειτουργικὴν τέχνην. Ἐν αὐτῇ πᾶν εἰκονιζόμενον διὰ σχημάτων καὶ χρωμάτων καθίσταται πνευματικὸν κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸ πνευματικὸν ἡ χριστιανικὴ θρησκεία καὶ ὄχι ἡ κατὰ κόσμον σοφία.

Ἀντιθέτως, ἡ θρησκευτικὴ εἰκονογραφία τῆς Δύσεως εἶναι τελείως ἄμοιρος τοιαύτης πνευματικότητος καὶ εἶναι ἁπλῶς μιὰ τέχνη ἀναπαραστατική, θέτουσα εἰς ἑαυτὴν ὡς σκοπὸν νὰ ἀναπαραστήση, διὰ τῆς ἀποδόσως κατὰ φυσικόν, τεχνιτὸν τρόπον τῶν στοιχείων τοῦ φυσικοῦ κόσμου, (ὅπως εἶναι εἰς τὸν φυσικὸν κόσμον), ἕν ἱερὸν πρόσωπον ἤ μίαν σκηνὴν ἐμπνευσμένην ἀπὸ τὰ ἱερὰ βιβλία καὶ διὰ τῆς τοιαύτης ἀναπαραστάσεως ἐπιδιώκει νὰ συγκινήση τὸν θεατήν. (Εἰς τὴν δυτικὴν λοιπὸν ἁγιογραφίαν ὑπάρχει τὸ φυσικὸν καὶ προσπαθεῖ μὲ αὐτὴν τὴν ἀναπαράστασιν νὰ συγκινήση τὸν θεατήν). Καὶ λέγω θεατὴν καὶ ὄχι προσκυνητήν, διότι οἱ τοιοῦτοι ζωγραφικοὶ πίνακες θεῶνται, (τοὺς βλέπομε καὶ τοὺς ἔχομε διὰ στολισμόν), ἐνῶ αἱ λειτουργικαὶ εἰκόνες προσκυνοῦνται (ἄλλο τὸ θέαμα ἄλλο ἡ προσκύνησις). Εἰς τοὺς πίνακας τῆς εἰκονογραφικῆς τέχνης τῆς Δύσεως τὴν πνευματικότητα τὴν ἔχει ἀντικαταστήσει ἡ κοινὴ συναισθηματικότης καὶ ἔτσι ἀντὶ τῆς κατανύξως, τὴν ὁποίαν προκαλοῦν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ χριστιανοῦ αἱ λειτουργικαὶ εἰκόνες καὶ γενικῶς αἱ λειτουργικαὶ τέχναι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ θρησκευτικοὶ πίνακες τῆς Δύσεως, προκαλοῦν ἁπλῶς συγκίνησιν, ὅπως λ.χ. ἕνα δραματικὸν ἔργον παριστώμενον ἐπὶ σκηνῆς θεάτρου.

The Resurrection fresco, Pinacoteca Comunale, Sansepolcro, Piero della Francesca, 1463Δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγον, (δηλαδὴ εἰς τὴν δύσιν ἔχομεν ἁπλῶς συγκίνησιν, ἐνῷ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν μας ἀπὸ μίαν κατανυκτικὴν εἰκόνα προκαλεῖται κατάνυξις) οἱ πίνακες τῶν ζωγράφων τῆς δυτικῆς θρησκευτικῆς τέχνης, ὅπως π.χ. τῆς Ἰταλικῆς Ἀναγεννήσως, χρησιμεύουν ὡς πρότυπα διὰ τὴν κατασκευὴν κινηματογραφικῶν ταινιῶν, ποὺ ἔχουν κάποιο θρησκευτικὸν θέμα, ὅπως εἶναι τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ, τὰ μαρτύρια τῶν Χριστιανῶν εἰς τὸ Κολοσσαῖον καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπόθεσις καὶ ἡ συναισθηματικὴ πλοκὴ λαμβάνεται ἐπίσης ἀπὸ λογοτεχνικὰ ἀναπαραστατικὰ ἔργα, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ ἔργο Κβό Βάντις (Quo vadis) (ἑνὸς πολωνοῦ συγγραφέως).

Ἡ λειτουργικὴ εἰκονογραφία ἡ ἄλλως ὀνομαζομένη ἁγιογραφία ἤ βυζαντινὴ ζωγραφική, ὑπερέχει τῆς ἄλλης τῆς ἀναπαραστατικῆς θρησκευτικῆς ζωγραφικῆς, ὅσον ὑπερέχει τὸ Εὐαγγέλιον ἀπέναντι τῶν συγγραμμάτων τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως, ὅσον ὑπερέχει τὸ πνεῦμα, ἀπέναντι τῆς ὕλης, ὅσον ὑπερέχει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι τῆς ἐν τῷ κόσμῳ τούτου ἀνέσεως.

Κατὰ ταῦτα ἡ Ἀνάστασις τοῦ Σωτῆρος παρίσταται, εἰς τὴν ἡμετέραν ὀρθόδοξον ἁγιογραφίαν κατὰ τρόπον θεολογικόν, ἐν λειτουργικῇ εἰκόνι, ἡ ὁποία προκαλεῖ κατάνυξιν τοῦ χριστιανοῦ καὶ ὄχι τὴν συγκίνησιν καὶ τὴν τέρψιν τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῆς Ἀναστάσεως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἡ διὰ χρωμάτων καὶ σχημάτων ἔκφρασις καὶ διατύπωσις τῶν αὐτῶν ἱερῶν ἐννοιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζονται διὰ τοῦ λειτουργικοῦ λόγου καὶ τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς εἰς τὸ ἐξαίσιον τροπάριον τοῦ Πάσχα: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος». (Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ λέμε εἰς τὴν ὑμνωδίαν μας καὶ εἰς τὴν ὑμνολογίαν μας αὐτὸ θέλει νὰ μᾶς μεταδώση καὶ ἡ ὀρθόδοξος εἰκονογραφία μας).

Εἰς τὸ μέσον παρίσταται ὁ Κύριος ἐν μεγάλῳ σχήματι κραταιὸς λυτρωτής, εἰς στάσιν βιαίαν μὲν ἀλλὰ ὄχι παράφορον, σύρων ἐκ τῶν μνημάτων τοὺς πρωτοπλάστους τὸν Ἀδάμ διὰ τῆς δεξιᾶς χειρὸς καὶ τὴν Εὔαν διὰ τῆς ἀριστερᾶς. (Αὐτὸ φαίνεται καλλίτερα, εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Καχριὲ Τζαμί). Οἱ ἄχραντοι πόδες Του διὰ σφοδρᾶς κινήσεως καταπατοῦν τὸν θάνατον, («θανάτῳ θάνατον πατήσας») στένοντα καὶ τρέμοντα ἐντὸς ζοφεροῦ ἄντρου. (Τὸ ἄντρον αὐτὸ εἶναι ὁ Ἅδης καὶ ἐδῶ καὶ ὁ θάνατος καταπατεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸν μας) καὶ καταπλακωμένον κάτωθεν τῶν σιδηρῶν καὶ ἀκαταλύτων πυλῶν αὐτοῦ (οἱ πύλες τοῦ Ἅδου τώρα τὸν ἔχουν πλακώσει, τὸν ἔχουν καταπατήσει τὸν θάνατον. Τὶ πλάκες λοιπὸν τὶς ἔσπασε ὁ Χριστός μας. Καὶ τώρα πατεῖ ὁ Κύριος ἐπάνω σ᾽αὐτὲς τὶς πλάκες, ποὺ ἔχουν διαλυθῆ πλέον). Ἐντὸς τοῦ σκοτεινοῦ βαράθρου παριστῶνται συμβολικῶς μοχλοὶ θραυσμένοι, κλεῖθρα, κλεῖδες, ἁλύσεις, καρφιὰ ἐσκφεδονιζόμενα ὡς δι᾽ ὑπερφυοῦς τινος ἐκρήξεως (Βρύει γεμᾶτο ἀπὸ κλειδιά, καρφιά, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶχε, διὰ νὰ κλείνη τοὺς ἀνθρώπους μέσα εἰς τὸν ἅδη).

Τὸ πρόσωπον τοῦ Λυτρωτοῦ εἶναι αὐστηρόν, ἀλλὰ ἡ αὐστηρὰ ἔκφρασις αὐτοῦ εἶναι συγκερασμένη μετὰ πραότητος καὶ μεγαθυμίας. Εἰς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας φέρει τοὺς τύπους τῶν ἥλων, τὰ φοβερὰ σημεῖα ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ κραταιὰ νίκη τοῦ ἐπὶ τοῦ κάτωθεν τῶν αἱμασσόντων ἀχράντων ποδῶν κατακειμένου θανάτου. (Διὰ του σταυρικοῦ Του θανάτου ἐπάτησε τὸν θάνατον). Ὁ Κύριος εἶναι περιβεβλημένος κυανοῦν εὐρύπτυχον ἱμάτιον μετὰ χρυσοειδῶν μαρμαρυγῶν, τὸ ὁποῖον κυματίζει ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς Αὐτοῦ εἰς τὸν καινὸν (τὸν καινούργιον) καὶ πανεφρόσυνον ἀέρα τῆς παλιγγενεσίας.

Ἐκ δεξιῶν παρίστανται οἱ ἐν τῷ Ἅδῃ καθειργμένοι δίκαιοι καὶ πατριάρχαι (ὅλοι ὅσοι περίμεναν αὐτὴν τὴν εὐλογημένην ἡμέραν) οἱ πρὸ αἰώνων θανόντες, ὁ Ἐνώχ, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσῆς, ὁ Ἠλίας, ὁ Δαυΐδ, ὁ Σολομὼν καὶ ἄλλοι ἐκτείνοντες τὰς χεῖρας πρὸς τὸν Λυτρωτὴν εἰς σχῆμα ἱκεσίας, ἐξ ἀριστερῶν δὲ παρίσταται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ὑποδεχόμενος τὸν Κύριον ἐν τῷ Ἅδῃ ὡς ὑπεδέχθη Αὐτὸν καὶ πρότερον σαρκωθέντα ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ζωγραφίζεται οὕτω ἐν τῇ εἰκόνι τῆς Ἀναστάσεως κατὰ τὸ ρῆμα τοῦ ὑμνωδοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι μετὰ τὴν ἀποτομὴν αὐτοῦ μετέβη «καὶ τοῖς ἐν Ἅδη πιστοῖς προάγγελος» τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Παρ᾽ αὐτὸν ἵστανται ὁ δίκαος Ἄβελ νεαρὸς ποιμήν, κρατῶν εἰς τὴν χεῖραν του τὴν ποιμενικὴν ράβδον καὶ μετ᾽ αὐτοῦ καὶ ἄλλοι δίκαιοι ἀπ᾽ αἰῶνος εὐαρεστήσαντες τῷ Θεῷ χαίροντες ὅλοι καὶ ἀγαλλόμενοι (περίμεναν αὐτὴν τὴν εὐλογημένην ἡμέραν).

Ἐκ τῆς περιγραφείσης εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἁγιογραφία ἐκφράζει διὰ τοῦ ζωγραφικοῦ τρόπου ὅ,τι ἀκριβῶς ἐκφράζει ἡ ὑμνωδία διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς ψαλμωδίας καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν λειτουργικὸν τρόπον. (Καὶ ἔτσι ἁγιάζονται καὶ τὰ μάτια μας καὶ τὰ αὐτιά μας. Τὰ μάτια μας μὲ τὶς ἅγιες εἰκόνες, τὰ αὐτιά μας μὲ τὸν ὕμνον, μὲ τὸν λόγον). Τὰ ἔργα τῶν λειτουργικῶν τεχνῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας εἶναι ὑπομνήματα εἰς τὰ ἱερὰ κείμενα ἀφορῶντα τὰ μὲν ἔργα τῆς ἁγιογραφίας εἰς τὴν ὅρασιν, τὰ δὲ ἔργα τῆς ὑμνωδίας εἰς τὴν ἀκοὴν καὶ ἔτσι ἁγιάζοντα τὰς αἰσθήσεις τοῦ πιστοῦ καὶ καθιστῶντα ταύτας ὄργανα πνευματικά.

Ἡ Ἀνάστασις εἰκονίζεται ἀκρι βῶς ὅπως ψάλλεται εἰς τὰ τροπάρια τοῦ Πάσχα, ἰδίως δὲ εἰς τὸ πασίγνωστον παρ᾽ ἡμῖν «Χριστός Ἀνέστη». Ἀλλὰ καὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα θέσπέσια τροπάρια τοῦ Πάσχα ἐνυπάρχει ἡ περιγραφεῖσα εἰκών τῆς Ἀναστάσεως, ὅπως λ.χ. εἰς τὰ ἀκόλουθα σταχυολογήματα ἐκ τῆς πασχαλινῆς ὑμνογραφίας: «Σύμβολα τῆς ταφῆς σου παρέδειξας τὰς ὁράσεις πληθύνας. Νῦν δὲ τὰ κρύφιά σου θεανδρικῶς διετράνωσας καὶ τοῖς ἐν Ἅδη, Δέσποτα, οκ ἔστιν Ἅγιος πλήν σου, Κύριε, κραυγάζουσιν«. «Ὁ Ἅδης, Λόγε, συναντήσας σοι ἐπικράνθη, βροτὸν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς μώλωψι καὶ πανσθενουργόν, τῷ φρικτῷ τῆς μορφῆς δὲ διαπεφώνηκεν». «Βασιλεύει, ἀλλ᾽ οὐκ αἰωνίζει, ἅδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν. Σὺ γὰρ τεθεὶς ἐν τάφῳ, κραταιέ, ζωαρχικῇ παλάμῃ, τὰ τοῦ θανάτου, κλεῖθρα διεσπάραξας, καὶ ἐκήρυξας τοῖς ἀπ᾽ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι, λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σῶτερ, γεγονὼς νεκρῶν πρωτότοκος», «Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, καὶ συν έτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ, καὶ τριήμερος ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς, ἐξανέστης τοῦ τάφου».

Ἀτυχῶς, ἐπεκτράτησε καὶ παρ᾽ ἡμῖν νὰ ζωγραφῆται ἡ λαμπροφόρος Ἀνάστασις ὄχι κατὰ τὴν ὀρθόδοξον ἁγιογραφικὴν παράδοσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἥκιστα θρησκευτικὴν παράστασιν τῶν πινάκων τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς ὁποίους παρίσταται ὁ Χριστὸς ἐξερχόμενς τοῦ μνήματος γυμνὸς ὡς ἀθλητὴς καὶ κρατῶν διὰ τῆς χειρὸς σημαίαν. Ἀναπαρίσταται δηλαδὴ ἡ Ἀνάστασις, ὅπως τὴν ἐφαντάσθη ὁ ζωγράφος ὅτι θὰ συνέβη περίπου αὕτη, ἐὰν εὑρίσκετο πρὰ τὸ μνημεῖον ἀνθρώπινος ὀφθαλμὸς διὰ νὰ τὴν ἴδη (ἀλλὰ δὲν κατάλαβαν τίποτε, οὐκ ἤσθοντο οἱ φυλάσσοντες πότε ἀνέστη ὁ Κύριος). Τοιουτοτρόπως ἡ Ἀνάστασις κατέστη θέαμα ἐξωτερικὸν καὶ οὐχὶ μυστήριον ὑποτυπούμενον διὰ λειτουργικοῦ τρόπου».

Σᾶς εἶπα ὅτι εἶναι κρῖμα πολλὲς ψυχὲς νὰ ταλαιπωροῦνται μὲ αὐτὴ τὴν ἐσφαλμένη ἑρμηνεία ἤ ἐξήγηση τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἥσυχοι ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ὀρθός, ὁ ὀρθόδοξος τρόπος καὶ ὄχι μόνο στὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ σὲ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν ὑπάρχει κάτι τὸ θεατρικὸ καὶ τὸ τεχνιτὸ στὴν Ἐκκλησία μας, ἀλλὰ τὸ κατανυκτικό, τὸ μυσταγωγικό, τὸ ἀναγωγικό. Δι᾽ αὐτὸ ὅταν κανεὶς νηστεύη, προσεύχεται, μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, προετοιμάζει θαυμάσια νὰ ζήση αὐτὰ τὰ ἅγια μυστήρια.

Θὰ ἤθελα πάλι νὰ πῶ ἕνα λόγο διὰ τὴν κρίση τὴν ὁποία διανύουμε, ἀλλὰ θὰ πρέπη ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως πολὺ νὰ μᾶς παρηγορῆ καὶ νὰ μὴ μᾶς ἐπηρεάζουν ὅλα αὐτὰ τὰ λυπηρὰ καὶ τὰ δυσάρεστα. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἐμεῖς δὲν ἐπηρεαζόμεθα εἴτε ἀπὸ τὰ δυσάστερα εἴτε ἀπὸ τὰ εὐχάριστα καὶ λέγει ἕνα θεολογικὸ σχόλιο ὅτι στὶς εἰκόνες ὄχι μόνο τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ γενικώτερα φανερώνεται σαφῶς ὅτι μέσα σὲ ὅλες τὶς δοκιμασίες καὶ ἐναλλαγὲς ἡ χώρα τῶν ζώντων γιὰ τὴν ὀρθόδοξο Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ αὐτὸ παρουσιάζει πάντοτε ὁ ἀληθινὸς ἁγιογράφος.

Ὁ Κύριος ἔρχεται ὡς νικητής, θριαμβευτὴς καὶ ὅ,τι καὶ νὰ γίνη ἐκεῖνος θὰ κερδίση. Αὐτὸ δίνει μεγάλη παρηγορία στοὺς πιστούς· ὁ Ἀναστὰς Κύρος καὶ πάλι θὰ νικήση μὲ ὁ,τιδήποτε καὶ ἄν συμβῆ σὲ ἀντιξοότητες κ.λπ.

Μακάρι νὰ ἔχουμε ἡσυχία, μάκαρι νὰ ἔχουμε εἰρήνη καὶ νἄμαστε ἀπερίσπαστοι στὴν λατρεία καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄν δὲν συμβαίνη αὐτὸ πάλι, ὅπως εἴπαμε ἐμεῖς δὲν φοβώμαστε, μόνο νὰ κάνουμε τὸν ἀγῶνα μας, τὸν πνευματικό μας ἀγῶνα καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ παρουσιάσω στὴν ἀγάπη σας μία ἐπιστολή, ποὺ μᾶς ἦρθε μόλις προηγουμένως, καὶ εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ ἄν κατηργήθη ὁ διάβολος ἤ ὁ θάνατος. Ὑπάρχει μία ἐπιστολὴ στὸν «Ο.Τ.» καὶ κάποιος προτείνει νὰ ἀλλάξῃ ἡ ἀρχὴ καὶ νὰ μὴ λέμε, ὅπως λέμε τὸ σωστὸ «ὁ τὸν θάνατον καταπατήσας καὶ τὸν διάβολον καταργήσας», ἀλλὰ νὰ τὸ λέμε «ὁ τὸν θάνατον καταργήσας καὶ τὸν διάβολον καταπατήσας», καὶ τοῦ ἀπαντᾶ ὁ σεβαστὸς πατήρ:« δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πραγματα, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ θάνατον καταπατήσας, ὅπως λέμε στὸ «Χριστός Ἀνέστη» καὶ «τὸν διάβολον καταργήσας» καὶ ἐπάνω σ᾽αὐτὸ θὰ ἦταν πολὺ οἰκοδομητικὸ ἔτσι νὰ κλείσουμε νομίζω ἀπόψε, πῶς κατηργήθη ὁ διάβολος. Ὁ θάνατος ὑπάρχει, θὰ καταλυθῆ μιὰ ἡμέρα ὡς ἔσχατο τέλος στὴ Δευτέρα Παρουσία, ἀλλὰ ὁ διάβολος πραγματικὰ ἔχει καταργηθῆ, πῶς; Δὲν ἔχει δυνατότητα νὰ ἐνεργήση στὴν προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς ἄν ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἐπιτρέψη.

Αὐτὸ μέγα μέγα θέμα στὴν ἐξομολόγηση· «Πάτερ κινδυνεύουμε, μοῦ ἔχουν κάνει μάγια, μοῦ ἔχουν κάνει ἐκεῖνο» καὶ τρέμουν οἱ ἄνθρωποι πάνω σ᾽ αὐτό, ἀλλὰ ὁ διάβολος δὲν ἔχει δύναμη, ἔχει καταργηθῆ, μόνον ὅταν τοῦ δώσουμε ἐμεῖς δικαιώματα, ὅταν ἁμαρτάνουμε, τότε ἔχει δικαιώματα ἐπάνω μας ὁ διάβολος. Ὅταν μετανοοῦμε, ὅταν ἐξομολογούμεθα, ὅταν κοινωνοῦμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, δὲν ἔχει δικαιώματα ἐπάνω μας, ἔχει καταργηθῆ. Παράδειγμα τρανὸ ἡ Παναγία μας, ἡ ὁποία ὅσο ἔζησε στὴ γῆ δὲν ἐπέτρεψε στὸν διάβολο νὰ ἐνεργήση στὴν προαίρεσή της, οὔτε ἴχνος ἁμαρτωλοῦ λογισμοῦ καὶ γι᾽ αὐτὸ εἶναι γιὰ μᾶς ἡ ζωντανὴ ἀπόδειξη καὶ ἐπιβεβαίωση τῆς καταργήσεως τοῦ διαβόλου.

Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ὁ σπουδαῖος ἀγώνας ποὺ ἔχουμε, ἀφοῦ μάθαμε ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως νὰ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς σωστοὶ Ἀναστάσιμοι ἄνθρωποι, ὅταν ἀγωνιζώμεθα καὶ προσπαθοῦμε νὰ καταργήσουμε τὸν διάβολο καὶ νὰ μὴ ἔχη τίποτε ἐπάνω μας καὶ αὐτὸ θὰ συμβῆ, ὅπως ἔγινε στὸ Πάναγνο Πρόσωπο τῆς Παναγία μας, ποὺ ἀγωνίστηκε καὶ δὲν ἐπέτρεψε τὸν παραμικρὸ κακὸ λογισμό.

Εἴθε ὁ Ἀναστὰς Κύριος, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων μας, οἱ εὐχὲς τῶν σεβαστῶν πατέρων, τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου καὶ ὅλων τῶν πατέρων νὰ εἶναι μαζί μας.

Τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Π.Ο.Ε. (Κάνιγγος 10), Δευτέρα, Μάϊος 1996 (μετὰ τὸ Πάσχα).

Ορθόδοξος Τύπος,18/04/2014

Πηγή: http://aktines.blogspot.gr/2014/04/blog-post_3945.html

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration