Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της ΣΤ΄ Κυριακης του Ματθαίου, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

(Ματθ. 9, 1-8)

Καί ὅμως προτιμοῦσε νά φάει ξύλο

 

Ἀκούσαμε στό ἅγιο Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος μας, θεράπευσε ἕνα παραλυτικό. Ἀφοῦ προηγουμένως ἔκανε… ἀνάλυση, γιά τόν ἴδιο τόν ἄρρωστο καί γιά τούς παρισταμένους ὅτι ἡ ἀσθένεια του εἶχε αἰτία τήν ἁμαρτία. Καί ὅτι χρειαζόταν καί ἦταν ἀπαραίτητο ὁ ἄνθρωπος νά θεραπευθεῖ ὄχι μόνο σωματικά ἀπό τήν ἀσθένεια, τήν παράλυση τοῦ σώματος, ἀλλά καί πνευματικά ἀπό τήν παράλυση τῆς ψυχῆς, ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἀπό τήν ὑποδούλωση στό κακό.

   Ὅταν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι πού ἦταν ἐκεῖ, ἄκουσαν ὅτι εἶναι συμφερότερο γιά τόν ἄρρωστο αὐτό νά τοῦ πεῖ ὁ Χριστός, ὅτι εἶναι συχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου, ἀπό τό νά τοῦ πεῖ, γίνε καλά καί πήγαινε στό σπίτι σου, ἄρχισαν νά διερωτῶνται: «Ποιός εἶναι αὐτός πού μπορεῖ νά συγχωρήσει ἁμαρτίες;»

   Βέβαια τότε οἱ ἄνθρωποι δέν τό ἤξεραν. Σήμερα ὅμως μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου πού ἔσπειρε στόν κόσμο ὁλόκληρο, τό φῶς τοῦ κόσμου, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ξέρομε ὅλοι ὅτι ὁ Θεός καί συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί ἔχει δώσει τή δύναμη εἰς τούς ἱερεῖς του νά συγχωροῦν τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ὅταν πᾶνε καί ἐξομολογηθοῦν. Γιατί εἶπε: «ἄν τινῶν ἀφεῖτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινῶν κρατεῖτε κεκράτηνται». Ὅσα δέσετε ἐπί τῆς γῆς, εἶναι δεμένα στόν οὐρανό καί ὅσα λύσετε ἐπί τῆς γῆς εἶναι λυμένα στόν οὐρανό.

   Ὅταν σκεφθεῖ κανείς τί φοβερό πράγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία, ὅ,τι καί ἄν χρειάζεται νά κάνει τό θεωρεῖ μικρό, προκειμένου νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό βάρος της. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος αὐτό δέν τό ἔχει καταλάβει, τότε προτιμάει τήν ἁμαρτία, καί μένει μέ τήν ἁμαρτία καί δέν θέλει νά πατήσει οὔτε στήν Ἐκκλησία, οὔτε πολύ περισσότερο στόν πνευματικό.

   Μιά φορά κάποιος κληρικός ρώτησε ἕναν ἄνθρωπο, πόσο καιρό ἔχει νά ἐξομολογηθεῖ. Τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἔχει νά ἐξομολογηθεῖ ἀπό παιδί. Γιατί σκεπτόμενος ὁρισμένες ἁμαρτίες του, γιά τίς ὁποῖες ντρεπόταν, δίσταζε. Ὅλοι ξέρομε ὅτι ἡ συνείδηση ἐλέγχει βαθύτατα, διότι δέν ὑπάρχει ποτέ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νά μήν ἔχει αἴσθηση τοῦ κακοῦ. Ὁρισμένα μάλιστα ἄσχημα ἔργα, δέν τά «καταπίνει» ἡ συνείδηση μας ποτέ.

Γι' αὐτό λοιπόν ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἀπάντησε στόν κληρικό:

-Μοῦ εἶναι πολύ δύσκολο νά ἐξομολογηθῶ.

Τοῦ λέει ὁ παπάς:

   -Τί προτιμᾶς; Νά φᾶς ἑκατό ξυλιές ἀπό ἕναν βασανιστή, ἤ νά πᾶς νά πεῖς τίς ἁμαρτίες σου αὐτές σέ ἕναν παπά;

   Ἀπάντησε:

   -Θά προτιμοῦσα νά μοῦ ἔδινε ὄχι ἑκατό, ἀλλά διακόσια χτυπήματα ὁ βασανιστής, παρά νά πάω νά πῶ τέτοιες ἁμαρτίες πού ἔχω κάνει στόν παπά.

   Εἶναι φοβερό νά κρύβεται τό κακό μέσα στόν ἄνθρωπο. Καί ἀκριβῶς αὐτή ἡ μαρτυρία δείχνει πόσο εἶναι ἀπαραίτητο νά τό βγάλομε ἀπό τήν ψυχή μας. Γιατί ἡ ἁμαρτία εἶναι παράλυση ψυχῆς, πιό χειρότερη καί πιό ἐπικίνδυνη ἀπό τήν παράλυση τοῦ σώματος. Ἀφοῦ κάνει τόν ἄνθρωπο ἀνάλγητο στό κακό.

Ἄν τώρα ντρέπομαι, φαντάσου τότε

   Διαβάζομε στούς βίους τῶν ἁγίων. Ἦταν τήν ἐποχή τῶν διωγμῶν ἕνας ἐπίσκοπος στήν Περσία, πού λεγόταν Συμεών (Ἑορτάζεται στίς 17 Ἀπριλίου) . Εἶχε μαθητή, δηλαδή πνευματικό τέκνο, ἕναν ἄνθρωπο καλό καί πιστό, πού  λεγόταν Γοθαζάτ.

   Μιά ἡμέρα ὁ Γοθαζάτ πρόδωσε τόν Χριστό γιά νά πάει στά ἀνάκτορα τοῦ βασιλιά τῶν Περσῶν, νά πάρει μεγάλο ἀξίωμα. Ἀφοῦ πῆρε τό ἀξίωμα καί εἶχε γίνει πιά ὑπουργός ἄς ποῦμε, ἔγινε διωγμός, ἔπιασαν τόν ἐπίσκοπο Συμεών καί τόν ὁδηγοῦσαν στό μαρτύριο. Ἐνῶ βάδιζε, συναντήθηκε ὁ δεσπότης, ὁ ἅγιος Συμεών, μέ τό πρώην πνευματικό του τέκνο, τό Γοθαζάτ,  προδότη τώρα τοῦ Χριστοῦ, ἀρνησίχριστο, γιά κοσμικά μεγαλεῖα. Γιά ἁμαρτίες. Γιά κάτι τό ἐπίγειο.

   Ὅταν τόν εἶδε ὁ Γοθαζάτ, ἐπειδή ἦταν ἄνθρωπος πού εἶχε μάθει  νά ἀγαπάει, νά σέβεται, νά τιμᾶ καί νά εὐλαβεῖται τόν ἅγιο ἐκεῖνο ἄνθρωπο, τόν Συμεών, ξεχνώντας τί εἶχε κάνει, ἔτρεξε νά τοῦ βάλει μετάνοια καί νά τόν χαιρετήσει. Χωρίς νά προβληματίζεται γιά τό ὅτι εἶχε ἀρνηθεῖ τόν Χριστό. Ἀλλά ὁ Συμεών, γύρισε τό κεφάλι του ἀλλοῦ καί ἔκανε πώς δέν τόν εἶδε. Γιατί σκέφτηκε μέσα του: «Τί σχέση ἔχω ἐγώ μέ τόν ἀρνησίχριστο; Τί σχέση ἔχω ἐγώ μέ τόν ἠθελημένο προδότη τοῦ Χριστοῦ;»

   Ὁ Γοθαζάτ, ἐκείνη τήν στιγμή συνταράχτηκε βαθειά καί ἔκανε τήν σκέψη: «Ἄν τό ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ἀπέστρεψε τό πρόσωπό του ἀπό ἐμένα, μέ τάραξε τόσο πολύ, ὅταν θά ἔλθη ἡ ἡμέρα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, καί ὁ Χριστός θά ἀποστρέψει τό πρόσωπό του ἀπ' ἐμοῦ τί ταραχή θά μέ πιάσει τότε;

Καί ἄν τώρα πού ἡ ἁμαρτία μου ἔγινε φανερή ἐνώπιον ἑνός ἀνθρώπου θνητοῦ, τόν ἔκανε νά αἰσθανθεῖ τέτοια ἀηδία, ἀπέναντί μου, τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας ἡ πανάχραντη Θεοτόκος, καί οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί οἱ μάρτυρες, ἐκεῖνοι πού ἔχυσαν τό αἷμα τους γιά τόν Χριστό, τί ἀηδία θά αἰσθανθοῦν γιά μένα;

Καί τότε, ποιός δέν θά ἀποστρέψει τό πρόσωπό του ἀπό ἐμένα;»

   Καί μέ αὐτές τίς σκέψεις ξαναγύρισε στήν πίστη στόν Χριστό, δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανός καί μαρτύρησε.

Τί μᾶς λέει αὐτό τό περιστατικό;

Ἑκατό, διακόσιες ξυλιές, τίς προτιμᾶμε, παρά νά πᾶμε νά ἐξομολογηθοῦμε καί νά ποῦμε τίς πράξεις μας ἐνώπιον ἑνός ἀνθρώπου συμπαθοῦς, τοῦ ἱερέως, γιά νά καθαρισθεῖ ἡ ψυχή μας ἀπό τήν παράλυσή της. Ἀλλά ἄν ἐπιμείνομε σέ μία τέτοια ἁμαρτωλή κατάσταση, σέ μιά τέτοια νοοτροπία, αὐτό πού προσπαθοῦμε νά ἀποφύγομε, τήν λίγη ντροπή δηλαδή, προτιμώντας τίς διακόσιες ξυλιές, θά τό ὑποστοῦμε σέ πολύ μεγαλύτερο βαθμό ὄχι ἐνώπιον ἑνός ἀνθρώπου, ἀλλά ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων.

Τό μεγαλύτερο δῶρο τῆς Παναγίας

   Βαδίζομε πρός τήν ἱερά ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί κάθε βράδυ στήν παράκληση θά ψάλλομε: «Καί σέ μεσίτριαν ἔχω πρός τόν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μοῦ ἐλέγξει τάς πράξεις ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων καί ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Παρακαλῶ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».

Καί ἡ βοήθεια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ὁποία πρέπει νά ἐπικαλούμεθα, εἶναι κυρίως νά μᾶς φωτίσει νά καταλάβομε πόσο στραβά, πόσο ἀνόητα, πόσο ἀντίθετα στό συμφέρον μας, σκεπτόμαστε, ὅταν θεωροῦμε πολυτιμότερο πράγμα τήν ὑγεία τοῦ σώματος καί ἀδιαφοροῦμε γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς.

   Καί προτιμᾶμε ὁτιδήποτε ἄλλο κακό, παρά νά ταπεινωθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί τοῦ ἀντιπροσώπου του ὁμολογώντας τίς ἁμαρτίες μας, γιά νά λάβομε τήν ἄφεση.

   Νά δώσει σέ ὅλους μας ὁ Θεός, νά πλενόμαστε ὅσο τό δυνατόν καλύτερα διά τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως καί διά τῆς Θείας Κοινωνίας στό πνευματικό ἰατρεῖο τό ὁποῖο λέγεται Ἐκκλησία ὥστε  νά ἔχομε ὄχι μόνο ὑγιές σῶμα ἀλλά τό σπουδαιότερο, εὔρωστη καί ρωμαλέα ψυχή. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου.

Ὁμιλία στίς 28/7/1985

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration