Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Β΄ Κυριακής του Ματθαίου, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

(Ματθ. 4, 18-23)

1. Ποιός ἔχασε κοντά στό Χριστό;

 

Ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο μιά πολύ ἁπλή διήγηση, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει ἕνα πολύ μεγάλο νόημα. Ὁ Χριστός κάλεσε τούς πρώτους μαθητές του. Ποιός τούς φώναξε; Ἀπάντηση: «Ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν». Ἐκεῖνος πού δημιούργησε τόν κόσμο. Ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριος καί Παντοκράτορας. Φαινόταν βέβαια ἁπλός ἄνθρωπος. Εἶχε τό δικαίωμα ὁ καθένας νά τόν πεῖ ὅτι θέλει. Ἀλλά ἦταν ὁ Θεός τῆς δόξης. Τούς εἶπε: «ἐλᾶτε κοντά μου». Καί πῆγαν. Πῶς πῆγαν;

Γιά νά πᾶνε, ἄφησαν τό πατέρα τους καί τή μητέρα τους. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος καί τή γυναίκα του. Ἄφησε τήν περιουσία του. Καί ἐκείνη τή μικρή διασκέδαση πού μποροῦσε νά ἔχει ὁ καθένας τους. Ὅλα τά ἀγαθά. Καί πῆγαν κοντά στό Χριστό.

Ἐρώτημα: Ἔχασαν; Κατά τήν ἄποψη τοῦ κόσμου τά ἔχασαν ὅλα.

Ἀπό ἀπόψεως οὐσίας ἔχασαν; Ὄχι. Ἐκέρδισαν τήν αἰώνιο ζωή. Κέρδισαν κάτι πού δέ μπορεῖ νά τό φαντασθῆ νοῦς ἀνθρώπου.

Κάποια φορά, τούς μίλησε ὁ Χριστός γιά τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας Του καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος τοῦ εἶπε:

-Κύριε, ἐμεῖς, γιά τή Βασιλεία Σου καί γιά Σένα τά ἀφήσαμε ὅλα. Τί θά κερδίσομε; Τί ὠφέλεια θά ἔχωμε;

Τοῦ ἀπάντησε ὁ Χριστός:

-Ὅποιος ἄφησε πατέρα ἤ μητέρα ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφές ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς ἤ σπίτια ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο γιά μένα καί γιά τή Βασιλεία μου «ἑκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει».

Ἐσεῖς, λέει, εἰδικά, οἱ δώδεκα, πού τά ἀφήσατε ὅλα, τότε πού κανείς δέ τό ἤξερε καί δέν ἤθελε νά τό καταλάβει ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου καί μέ ἀκολουθήσατε καί γίνατε καί θά γίνετε οἱ πρῶτοι κήρυκες τοῦ ἁγίου εὐαγγελίου, ὅταν θά ἔρθει ἡ παλιγγενεσία, ὅταν θά γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, θά καθήσετε σέ δώδεκα θρόνους καί θά κρίνετε τό κόσμο ὅλο.

   Μπορούσατε νά φαντασθεῖτε ποτέ ὅτι ὁ Χριστός θά ἐμπιστευθεῖ τό ἔργο Του, νά κρίνει τόν κόσμο, σέ ἐκείνους πού ἔδωσε τό δικαίωμα νά καλέσουν τόν κόσμο σέ μετάνοια καί σωτηρία. Δηλαδή, θά δοῦμε τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τούς δώδεκα ἀποστόλους νά κάθονται σέ θρόνους γιά νά μᾶς δικάσουν καί μένα καί σᾶς. Λέγοντας ὁ Χριστός «τίς δώδεκα φυλές τοῦ Ἰσραήλ»,ἐννοεῖ ὅλο τόν κόσμο ἀπό καταβολῆς κόσμου, ἀπό τόν Ἀδάμ, μέχρι τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Καί θά καταλάβωμε ἐκείνη τήν ἡμέρα ὅτι κρέμεται ἡ τύχη μας ἀπό τή γνώμη τους. Μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε μεγαλύτερο μεγαλεῖο γιά ἄνθρωπο;

2. Οἱ πιό παράξενοι εἰσαγγελεῖς

Ἐμεῖς καμαρώνουμε κάποιον πού κάθεται σέ μεγάλη καρέκλα. Καί πᾶμε παρακαλώντας, νά τοῦ γυρέψουμε κανένα ρουσφετάκι μουτζώνοντάς τον καί βρίζοντάς τον μέσα μας. Ἀλλά τούς ἁγίους ἀποστόλους, δέν θά ἔχει κανείς δικαίωμα τήν ὥρα τῆς δευτέρας Παρουσίας οὔτε νά τούς μουτζώσει, οὔτε νά τούς βρίσει. Γιατί; Γιατί μόνο θαυμασμό ἀξίζουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Δέν ὑπῆρξαν ποτέ τους οἱ κατεργαραῖοι τοῦ κόσμου. Ἦταν οἱ ἄνθρωποι πού τά θυσίασαν ὅλα γιά τό Θεό καί γιά τούς ἀνθρώπους.

Ἔλεγε ὁ ἅγιος καί πανεύφημος ἀπόστολος Παῦλος. «Κάθε ἡμέρα ὅταν κάνω τήν προσευχή μου, καταριέμαι τόν ἑαυτό μου καί παρακαλῶ τό Θεό νά στείλει ἐμένα στήν κόλαση, ἀλλά νά ἐλεήσει τό λαό Του καί νά τόν καλέσει σέ μετάνοια, σέ σωτηρία». Ποιός ἔχει δικαίωμα νά τόν μουντζώσει καί νά τόν ὑβρίσει αὐτόν τόν ἄνθρωπο.

Ὁ χειρότερος ἁμαρτωλός, πού δέν θά ἀξιωθεῖ ἐλέους ἐκείνη τήν ἡμέρα, πῶς θά τόν δεῖ τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τούς ἄλλους ἀποστόλους, πού εἶχαν τέτοια καρδιά, τέτοια ἀγάπη, τέτοια φιλανθρωπία, τέτοια διάθεση; Πῶς θά τούς δοῦμε;

   Κάθε ἄνθρωπος πού ἐκείνη τήν ἡμέρα δέ θά ἀξιωθῆ ἐλέους, θά ξέρει ὅτι εἶναι 100% ἀνάξιος καί ἀναπολόγητος γιατί θά δικάσουν οἱ πιό εὔσπλαγχνοι καί στοργικοί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου. Ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι πανεύφημοι Ἀπόστολοι. Ὅπως μᾶς λένε οἱ διηγήσεις τῶν ἁγίων Πατέρων, στό τέλος, ἀφοῦ δικάσουν ὅσα νομίζουν ὅτι μποροῦν νά δικάσουν, θά πέσουν γονατιστοί μαζί μέ τήν Παναγία στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί θά Τόν καθικετεύουν νά ἐλεήση καί ὅλους τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ἁμαρτίες τους.

   Ὅταν πῆγαν κοντά στό Χριστό οἱ ἅγιοι πανεύφημοι ἀπόστολοι δέν εἶχαν φυσικά αὐτή τήν ἀγάπη. Ἀλλά κοντά στό Χριστό ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου πλαταίνει, μεγαλώνει καί χωράει τά πάντα. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα ἀπέραντο δοχεῖο ἀγάπης, καλωσύνης, στοργῆς, θυσίας καί ταπεινώσεως.

   Ἐκεῖνοι κλήθηκαν, ἀνταποκρίθηκαν στήν κλήση τοῦ Θεοῦ καί ἔλαβαν τόν μισθόν τους. Δέν κάλεσε ὅμως ὁ Θεός μόνο ἐκείνους. Λέγει ἡ Καινή Διαθήκη, στόν καθένα μας ὁ Θεός ἀπέστειλε μία κλήση.

Μᾶς κάλεσε, καί εἴμαστε πιστοί. Καί πιστεύομε στό ὄνομα Του.

Μᾶς κάλεσε, καί δεχθήκαμε τό βάπτισμα.

Πῶς μᾶς κάλεσε; Μέ τό τρόπο πού ἐκεῖνος ξέρει, γιά τόν καθένα μας. Μόνο μᾶς κάλεσε; Καί μᾶς καλεῖ. Κάθε ἡμέρα μᾶς καλεῖ. Καί κάθε ἡμέρα μᾶς ξυπνάει. Ἕνα παράδειγμα.

3. Γιά ἄλλο διαμέρισμα ψάχνω

   Ὁ ἅγιος Πατριάρχης Ἀβραάμ πίστευε στό Θεό πού τόν ἀγαποῦσε.

   Μιά μέρα παρουσιάζεται ὁ Θεός μπροστά του ἤ μᾶλλον τοῦ μίλησε χωρίς νά Τόν βλέπει, τοῦ μίλησε μέσα στήν καρδιά του, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια, καί τοῦ λέει: «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καί ἐκ τῆς συγγενείας σου». Ἄσε τόπο καί συγγένεια, γνωστούς καί φίλους. Πήγαινε ἐκεῖ πού θά σοῦ δείξω. Θά σέ κάνω πατέρα τῶν ἐκλεκτῶν. Καί θά εὐλογηθοῦν στό ὄνομά σου καί στή πίστη σου, ἀπό σένα, θά εὐλογηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στόν κόσμο. Καί ἀπό ἕνα ἀπόγονό σου θά προέλθει ἡ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου.

Καί φεύγει ὁ Ἀβραάμ, πιστός στό λόγο τοῦ Θεοῦ καί γίνεται γιά τά ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του «τσιγγάνος». Καί μένει ὄχι στό σπίτι του ἀλλά σέ σκήνη, πιστός στό λόγο τοῦ Θεοῦ. Τοῦ εἶπε ὁ Θεός: «αὐτή ἡ χώρα εἶναι δική σου». Ἀπάντησε ὁ Ἀβραάμ: «Θεέ μου, ἐγώ ξεκινώντας γιά νά ὑπακούσω στό θέλημα Σου, ἔπαψα πιά νά ψάχνω γιά χῶρες, γιά περιουσίες, γιά ἐπίγεια. Δέ θέλω ἄλλη χώρα. Περιμένω τήν ἄνω Πόλη. Ἐκείνη πού ἔφτειαξες, σχεδίασες καί κατασκεύασες Ἐσύ. Σέ ἐκείνη τή Πόλη, στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, θέλω νά κατοικήσω».

Καί ἐπειδή πίστευσε ὁ Ἀβραάμ στό Θεό, καί ὑπάκουσε στό Θεό πού τόν κάλεσε, τόν εὐλόγησε ὁ Θεός καί τόν ὀνόμασε «Πατέρα ὅλων τῶν πιστευόντων». Γι΄ αὐτό ἐμεῖς  λέμε «ὁ πατέρας μας ὁ Ἀβραάμ». Καί ὅταν θά πεθάνωμε εὐχόμαστε νά πᾶμε στόν κόλπο, στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ. Γιατί παράδεισος ὀνομάζεται ἡ ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ ἐλπίδα μας εἶναι νά πᾶμε καί ἐμεῖς κοντά στόν Ἀβραάμ, πού πίστεψε στό Θεό καί Τόν ὑπάκουσε.

4. Ὁ πιό καλός στρατολόγος!

   Μιά ἄλλη φορά μιλάει ὁ Θεός σέ ἕνα ἡγέτη τοῦ λαοῦ Του Ἰσραήλ. Τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ. Τόν ἅγιο καί δίκαιο προφήτη Γεδεών καί τοῦ λέει:

   -Ξεκίνα νά σώσεις τό λαό σου. Μάζεψε στρατό καί πολέμησε τούς ἐχθρούς, πού σᾶς ἔχουν ὑποδουλώσει.

Μαζεύει λοιπόν ὁ Γεδεών χιλιάδες στρατό.

Ἀλλά ὁ Θεός δέν συμφώνησε.

-Πόσους μάζεψες βρέ; Τοῦ λέει. Τί τούς θέλεις τόσους πολλούς; Μέ αὐτούς θά νικήσεις; Μέ τή δική μου δύναμη θά νικήσεις!

«Ἀπολύει» κόσμο ὁ Γεδεών καί μένουν δέκα χιλιάδες. Τοῦ λέει πάλι ὁ Θεός:

-Κι αὐτοί πολλοί εἶναι. Τί τούς θέλεις τόσους ἀνθρώπους; Μέ αὐτούς θά νικήσεις ἤ μέ τή δική μου δύναμη θά νικήσεις; Σέ τί πιστεύεις; Στά γερά μπράτσα ἤ στή δύναμη τοῦ Θεοῦ; Σέ τί πιστεύεις; Στόν ἑαυτό σου καί στίς ἱκανότητές σου ἤ στήν ἀγάπη καί στήν προστασία τοῦ Θεοῦ;

Ἀπολύει καί ἄλλους ὁ Γεδεών. Ἀλλά καί πάλι τοῦ λέει ὁ Θεός:

-Πολλούς ἔχεις ἀκόμα. Ἀπόλυσε, ἀπόλυσε. Δέν χρειάζονται. Μέ τή δική μου δύναμη θά νικήσεις.

Στό τέλος μένουν μόνο τριακόσιοι ἄνθρωποι. Καί ἐπειδή εἶχε τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὅλα πῆγαν καλά. Μόνο καλά. Ἔκανε τό μεγαλύτερο θρίαμβο. Ὅσοι διαβάζουν τήν Ἁγία Γραφή, καί πρέπει νά τήν διαβάζομε ὅλοι, Καινή καί Παλαιά Διαθήκη, γιά νά ὠφελούμαστε καί νά ἀνοίγουν τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, θά μάθομε τήν ἱστορία τοῦ ἁγίου Γεδεών.

Ἐρώτημα. Ἐσύ ἀδελφέ μου, ἀκοῦς τή κλήση τοῦ Θεοῦ πού σοῦ λέει:

«Γιατί πορεύεσαι «στραβά» σάν τό κάβουρα; Βάδισε σωστά. Ἀκολούθει τό δρόμο μου. Βαπτίστηκες στό ὄνομά μου. Σέ κάλεσα. Ποῦ σέ ἐκάλεσα; Στήν Ἐκκλησία. Στή μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματός μου. Στή Βασιλεία μου τήν ἐπουράνιο. Περπάτα «ἀξίως τῆς κλήσεως» πού ἔλαβες. Κάνε ἔργα χρηστά. Καθάρισε λίγο τήν καρδιά σου ἀπό τά πάθη. Ἀκοῦμε τήν προτροπή τοῦ Χριστοῦ, μέσα στή καρδιά μας. Σαρακοστή εἶναι τώρα. Τουλάχιστον τίς Σαρακοστές, ἀκόμα καί οἱ ἀμελεῖς  χριστιανοί κοινωνοῦν, οἱ καλοί κοινωνοῦν πολλές φορές. Ἀλλά ἔστω καί μισοβέζικοι, οἱ ἀμελεῖς(τό πρωτότυπο ἔχει: «κακοί») χριστιανοί, φιλοτιμοῦνται τίς σαρακοστές νά κοινωνήσουν. Ἄντε λοιπόν, ἐξομολογήσου νά κοινωνήσεις καί ἐσύ. Κλήση τοῦ Θεοῦ εἶναι. Τί τήν κάνεις; Πῶς τή θέλεις; Πῶς τήν ἀκοῦς; Σοῦ λέει: «φιλοτιμήσου νά κάνεις κάτι περισσότερο γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ».

5. Γιατί δουλεύεις τσάμπα;

   Ἦταν ἕνα μεγάλος αὐτοκράτορας στή Γερμανία. Ἔκανε πολέμους πολλούς. Τόν ἔτρεμε ἡ Εὐρώπη. Καί εἶχε πρωθυπουργό ἕνα ἄνθρωπο πού λεγόταν «σιδερένιος καί ἀτσαλένιος». Τόν ἔτρεμε ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρη. Ὁ πρωθυπουργός ἦταν ὁ Ὄρεν Μπίσμαρ. Κάποια φορά πέθανε. Καί παρεκάλεσε νά γραφοῦν πάνω στό τάφο του τά λόγια, περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του. «Ἐνθάδε κεῖται ὁ Ὄρεν Μπίσμαρ, πιστός δοῦλος τοῦ κυρίου του, τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας Γουλιέλμου Α΄».

   Σχόλιο δικό μας: Πάρε τώρα πρωθυπουργέ, μισθό ἀπό τό κύριό σου τόν αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας! «Οὐκ ἄν λάβεις παρά τοῦ μή ἔχοντος». Τί νά σοῦ δώσει; Ἴσως εἶναι σέ χειρότερη θέση ὁ ἴδιος.

Στηρίζεις ἀδελφέ, τήν ἐλπίδα σου στόν ἑαυτό σου ἤ σέ κάποιο ἄλλον ἄνθρωπο; Θά ἔρθει ἡ ὥρα νά πεθάνεις. Ὑπηρέτησες ἀνθρωπίνους σκοπούς καί ἀνθρώπους; Ἔκανες συγκαταβάσεις καί συμβιβασμούς; Ἁμαρτίες; Γιά χάρη ἀνθρώπων. Τοῦ ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου εἴτε ἦταν ξένος εἴτε ἦταν τό παιδί σου;

Τί περιμένεις νά πάρεις; Ἔγινες πιστός δοῦλος τοῦ κυρίου σου. Μηδέν ἀπό μηδέν μηδέν.

   Ἕνας ἄλλος πέθαινε. Καί τήν ὥρα πού πέθαινε εἶπε: «Πῶς πᾶνε οἱ ὑποθέσεις μου;»

Δέν θυμήθηκε τή ψυχή του. Τίς ὑποθέσεις του θυμόταν.

Τί νά τοῦ κάνεις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;

Τί ἔλεος νά τοῦ δείξει ὁ Θεός ἐκείνη τήν ἡμέρα; Οὔτε τή στιγμή πού ξεψυχοῦσε καί ἦταν σωματικά ἀνύπαρκτος, ράκος, μηδέν, δέ θυμήθηκε ψυχή καί Θεό. Πῶς θά πάει κοντά στό Θεό;

6. Στερνή μου γνώση

   Ἕνας «μεγάλος» εἶχε κατακτήσει καί ἦταν ἀφεντικό τοῦ μισοῦ κόσμου στήν ἐποχή του. Ὁ βασιλιάς τῆς Ἰσπανίας Φίλιππος ὁ Β΄. Ὅταν πέθαινε κατάλαβε τό λάθος του καί εἶπε:

-Θεέ μου, Θεέ μου, νά μήν ἤμουνα βασιλιάς καί κοσμοκράτορας. Νά εἶχα τό μυαλό, τουλάχιστον νά ἤμουνα δόκιμος. Ὄχι καλόγηρος. Δόκιμος ἁπλός νά εἶχα γίνει, νά θυμόμουνα καί ἐγώ ὅτι πρέπει νά ἀγωνιστῶ γιά τή ψυχή μου. Τί θάρρος πού θά εἶχα αὐτή τή στιγμή ἐνώπιόν Σου; Καί τί κέρδος καί τί ὠφέλεια!

   Πόσο πρέπει νά διερωτώμαστε καί νά λέμε: «Ὦ, Θεέ μου, νά εἶχα κάνει κάτι περισσότερο στό κόσμο γιά τόν ἑαυτό μου, γιά τή ψυχή μου, γιά νά ἀνταποκριθῶ στή κλήση πού μοῦ ἔκανες νά κερδίσω, νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή καί Βασιλεία σου».

   Οἱ ἀπόστολοι ὀνομάζονται στή γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας θεόσοφοι καί πάνσοφοι. Μερικοί ἦταν ἀγράμματοι. Ἀλλά ὀνομάζονται θεόσοφοι καί πάνσοφοι γιατί ἐσοφίσθηκαν καί ἔγιναν σοφοί, πάνσοφοι ἀπό τό Θεό, ἐπειδή κατάλαβαν τί ἀξία ἔχει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή σοφία. Ὅταν σ΄ αὐτό ὁ ἄνθρωπος σφάλλει, ὅλες οἱ ἄλλες ἐξυπνάδες, εἶναι βλακεῖες. Ἐγκλήματα εἰς βάρος μας, ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀληθινή σοφία εἶναι νά ἀγωνιστεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κερδίσει ἀληθινά.

Δέν εἶναι ἔξυπνος ὁ ἄνθρωπος πού ξέρει καί παίζει, ἀλλά στό τέλος χάνει ὅλη τή περιουσία στό παιχνίδι. Δέν εἶναι ἔξυπνος ἐπειδή εἶχε τήν ἐξυπνάδα καί ἔκανε τήν περιουσία του γιά μιά στιγμή μεγάλη σ’ ἕνα παιχνίδι, ἀλλά τήν ἔχασε ὅλη σ΄ ἕνα ἄλλο. Εἶναι βλάκας. Ἔτσι λοιπόν ὅποιος καί νἆναι,  ὅτι ἐξυπνάδα καί ἄν ἀναπτύξει σ΄ αὐτό τόν κόσμο, ἀλλά ἀποδειχθεῖ ἀνόητος στό ζήτημα τῆς αἰώνιας τύχης του, δέν εἶναι ἔξυπνος, οὔτε σοφός, οὔτε συνετός.

   Ἄς παρακαλέσομε τόν Κύριο νά μᾶς δώσει φωτισμό καί σοφία νά ἀκολουθήσομε τό δρόμο στόν ὁποῖο μᾶς κάλεσε καί νά γίνομε κληρονόμοι τῆς Βασιλείας Του. Ἀμήν.

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

 

διασκευασμένη ὁμιλία. Ἔγινε στή Φιλιππιάδα στίς 20/6/1993

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration