Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής της Σαμαρείτιδος, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

(Ἰω. 4, 5-42)

1. Οἱ μεγαλύτεροι εὐεργέτες

 

Ἀφοῦ πρῶτα δοξάσουμε τόν Κύριο πού μᾶς φώτισε καί μᾶς ἀξίωσε νά ᾿ρθοῦμε στήν Ἐκκλησία γιά νά ζητήσουμε, τήν χάρη καί τήν εὐλογία Του, τήν δύναμή του καί ὅτι ἀγαθό ἡ καλωσύνη Του θέλει νά μᾶς δώσει, ἄς ποῦμε λίγα λόγια ἀπό τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα, γιά νά ὠφεληθοῦμε ψυχικά. Ὅπως ἔχουμε ἀνάγκη νά τρῶμε κάθε ἡμέρα, γιά νά ζοῦμε καί νά δυναμώνουμε, ἔτσι ἔχουμε ἀνάγκη νά ἀκοῦμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά καθαρίζουν οἱ σκέψεις μας  καί τά συναισθήματά μας, καί νά παίρνει δύναμη ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος, ἡ ψυχή μας, νά ἔχει πίστη καί νά ἀγωνίζεται γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί γιά τήν αἰώνια ζωή. Γιατί ἀλοίμονο στόν ἄνθρωπο πού θά τελειώσει τήν ζωή του καί δέν θά πάει στήν αἰώνια ζωή. Θά ἦταν καλύτερα νά μήν εἶχε γεννηθῆ. Θά ἦταν καλύτερα νά μήν εἶχε δοκιμάσει καμμία χαρά, νά μήν εἶχε δεῖ τήν ὀμορφιά τοῦ κόσμου. Τόσο ἀπελπιστική εἶναι ἡ κατάσταση τήν ὁποία ὁ Κύριος, Σωτήρας καί εὐεργέτης μας, ὀνομάζει κόλαση αἰώνια.

Νά μήν εἶχε γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος πού θά καταντήσει νά πάει ἐκεῖ.

Κάθε τί πού μᾶς σπρώχνει νά ἀγωνιστοῦμε λίγο περισσότερο, λίγο πιό συνειδητά γιά νά πᾶμε στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί στήν αἰώνια ζωή, εἶναι μία ἀπέραντης ἐκτάσεως εὐεργεσία. Καί ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μᾶς παρακινεῖ καί μᾶς σπρώχνει πρός τόν Χριστό, εἶναι μεγαλύτερος εὐεργέτης ἀπό ἐκεῖνον πού θά μᾶς δώσει ἑκατομμύρια καί πολλά ἐπίγεια ἀγαθά. Γιατί ὅλα αὐτά μιά ἡμέρα θά τελειώσουν καί θά πάψουν νά ἔχουν ἀξία, ἐνῶ τά πνευματικά ἀγαθά δέν θά πάψουν νά ἔχουν ποτέ ἀξία. Ἀντίθετα ἀπό τήν ἡμέρα πού θά πεθάνουμε καί θά πάψουν νά ἔχουν ἀξία τά ἐπίγεια ἀγαθά, μέρα μέ τήν ἡμέρα περισσότερο, στήν αἰώνια ζωή, θά καταλαβαίνουμε καί θά τό συνειδητοποιοῦμε τί μεγάλος πλοῦτος ἦταν ὅτι σταθήκαμε καί προσευχηθήκαμε, ὅτι νηστέψαμε λίγο γιά τήν  ψυχή μας καί γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅτι πιέσαμε τόν ἑαυτό μας νά χαμογελάσουμε στόν ἐχθρό μας, πού μᾶς στενοχώρησε καί νά τόν συγχωρήσομε, ὅτι ἀγωνιστήκαμε γιά τόν ἔσω ἄνθρωπο, γιά τήν ψυχή μας.

2. Ἐγώ ἕνα νερό ξέρω. Ἄστα τά πνευματικά

Εἶπε τό Εὐαγγέλιο: Πῆγε ὁ Χριστός στήν Σαμάρεια, στόν τόπο πού ὁ πατριάρχης Ἰακώβ εἶχε φτιάξει ἕνα πηγάδι καί στάθηκε δίπλα στό πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, τοῦ Πατριάρχου. Κατάκοπος περίμενε ὁ Χριστός, κάποιος νά περάσει, νά βγάλει νερό, νά τοῦ δώσει καί ἐκείνου νά πιεῖ. Περίμενε ὁ Κύριος τοῦ κόσμου ὅλου, νά περάσει κάποιος νά Τοῦ βγάλει νερό ἀπό τό πηγάδι.

Παντοδύναμος ἦταν, μποροῦσε ἅμα ἤθελε νά πεῖ: «Ἔλα νερό ἐπάνω». Καί ὅπως ἀνεβαίνει τό νερό θαυματουργικά σέ μερικές περιπτώσεις, ἔτσι θά γινόταν καί τώρα. Ὅπως δηλαδή γίνεται, ὅταν περνάει τό τίμιο λείψανο τοῦ ἁγίου  Γερασίμου δίπλα ἀπό ἕνα πηγάδι πού τό εἶχε εὐλογήσει. Ἀνεβαίνει τό νερό καί φτάνει μέχρι ἐπάνω. Ἁπλώνεις τό χέρι σου καί πιάνεις τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ. Χίλιες φορές περισσότερο θά γινόταν τό ἴδιο, γιατί τί εἶναι ὁ ἅγιος Γεράσιμος μπροστά στό Χριστό; Δοῦλος. Τίποτα. Μηδενικό. Μεγάλος καί ἔνδοξος γιά μᾶς σάν ἅγιος, ἀλλά μικρός μπροστά στόν Χριστό.

Δέν εἶπε λοιπόν ὁ Χριστός: «ἀνέβα νερό γιά μένα», γιά νά μᾶς δώσει ἕνα πρῶτο δίδαγμα καί νά μᾶς πεῖ:

Μάθετε νά ἔχετε ὑπομονή.

Μάθετε νά ἔχετε γλυκά αἰσθήματα.

Μάθετε νά βλέπετε τούς ἄλλους ἀνθρώπους γύρω σας σάν δικούς σας. Σάν ἀνθρώπους πού πρέπει νά τούς βοηθᾶτε καί νά σᾶς βοηθᾶνε.

Μάθετε νά μή τά θέλετε ὅλα ἐδῶ καί τώρα. Ἔρχεται ἡ ὥρα του γιά τό καθένα. Πότε πρέπει νά φᾶμε, πότε πρέπει νά πιοῦμε, πότε πρέπει νά παντρευτοῦμε,  πότε πρέπει νά ἐργασθοῦμε, ὅλα ἔχουν τήν ὥρα τους. Περιμένετε μέ ὑπομονή καί μέ καλή καρδιά.

Καί νά, μετά ἀπό λίγο, πῆγε μία Σαμαρείτισσα γυναῖκα καί ἀφοῦ ἔβγαλε νερό, τῆς λέει ὁ Χριστός: «δός μοι πιεῖν». Οἱ Σαμαρεῖτες ὅμως τούς μισοῦσαν τούς Ἰουδαίους, καί γι' αὐτό ἡ Σαμαρείτισσα εἶπε:

-Καί πῶς ἐσύ Ἰουδαῖος μοῦ γυρεύεις νερό; Ἀφοῦ δέν μιλιόμαστε.

Τῆς λέγει ὁ Χριστός:

-Ἄν ἤξερες ποιός εἶναι Ἐκεῖνος πού σοῦ μιλᾶ καί σοῦ ζητάει νερό, δέν θά ἔλεγες αὐτά τά λόγια, ἀλλά θά τοῦ ἔλεγες: «δός μου ἐσύ λίγο νερό». Καί θά σοῦ ἔδινε ἕνα ἄλλο νερό, πού ὅποιος τό πίνει δέν ξαναδιψάει στήν ζωή του ποτέ πιά.

Τοῦ λέει ἡ Σαμαρείτιδα:

-Ὑπάρχει κι ἄλλο νερό ἀπό αὐτό πού ξέρουμε καί βλέπουμε μές τό πηγάδι; Ποῦ θά τό βρεῖς αὐτό τό νερό; Ἕνα νερό ξέρω ἐγώ γιά νά πιῶ, κι ἕνα ψωμί γιά νά φάω, κι ἕνα κρεατάκι καί μιά κότα καί ἕνα αὐγό. Τί εἶναι αὐτά πού μοῦ λές;

Τί φοβερό πρᾶγμα νά μή καταλαβαίνουμε ὅτι ὑπάρχει νερό σωματικό, ὑλικό, καί ὅτι ὑπάρχει καί νερό πνευματικό. Τί φοβερό πράγμα νά συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὑπάρχει ἕνα ψωμί καί ἕνα φαΐ γιά τήν κοιλιά καί γιά τό σῶμα καί νά μή θέλουμε νά τό καταλάβουμε καί νά τό βάλουμε ἐκεῖ πού πρέπει μέσα μας, ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη καί ἀπό μιά τροφή πνευματική. Καί τί φοβερό ἀκόμα, ὄχι μόνο νά μή τό συνειδητοποιοῦμε ἀλλά νά τό σβήνουμε καί νά λέμε:

-Ὄχι, δέν ὑπάρχει ἄλλο. Αὐτό εἶναι τό νερό· ἐκεῖνο εἶναι τό ψωμί.

-Καί τά ἀγαθά τά ψυχικά;

-Ἄσε με καημένε. Μέ τήν ψυχή καί μέ τήν αἰώνια ζωή...

Αὐτό ἦταν ἡ Σαμαρείτιδα! Ἕνας ἄνθρωπος ἐντελῶς χωματένιος.

3. Ὑπόδειγμα ποιμαντικῆς προσέγγισης

Ἀλλά ὁ Χριστός πού κατέβηκε γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο, ἦλθε καί αὐτή τήν χωματένια γυναίκα. Πού δέν ἦταν μόνο χῶμα, ἀλλά βρώμικο χῶμα, λάσπη, βοῦρκος... Ἐμεῖς μερικές φορές τέτοιους ἀνθρώπους τούς καταφρονοῦμε, τούς ἀποστρεφόμαστε, τούς ἀπεχθανόμαστε, συχαινόμαστε νά τούς μιλήσουμε. Ὁ Χριστός ὅμως, δέν ἔχει φίλους καί ἐχθρούς, ἔχει μόνο παιδιά του πού τά ἀγαπάει ὅλα καί τά καλά καί τά παραστρατημένα. Καί θέλει καί τά παραστρατημένα νά τά φέρει κοντά του στήν βασιλεία του. Γιά αὐτό, μιλώντας ὁ Χριστός στήν Σαμαρείτιδα, λέει ἕνα τροπάριο, χρησιμοποίησε τά πιό γλυκά λόγια πού εἶχε στό στόμα του καί στήν καρδιά του. Δέν τῆς εἶπε ἐκεῖνα πού τῆς ἄξιζαν, ἀλλά τῆς μίλαγε πάντοτε μέ τό χαμόγελο καί μέ τήν καλωσύνη.

Ἤθελε νά μᾶς πεῖ: ὅταν βλέπετε ἄνθρωπο χοϊκό, πού ἕνα νερό ξέρει, μία διασκέδαση, μία χαρά, μία εὐφροσύνη· ἐκείνη πού δίνει ἡ σάρκα καί τό σῶμα, μή συχαίνεσθε μήν ἀπογοητεύεσθε, μή βαριέστε, μήν κουράζεσθε. Ἀλλά κάνετε ὅτι μπορεῖτε καλύτερο, περισσότερο, μέ καλωσύνη ψυχῆς καί μέ ἐλπίδα, γιατί πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός νά σωθεῖ. Ξέρετε τί λέγει ἡ ἁγία Γραφή; Καλότυχος ἐκεῖνος πού θά σπρώξει ἕναν ἄνθρωπο στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός θά τοῦ τό ὑπολογίσει σάν νά ἔκανε πενταπλάσια καί δεκαπλάσια καλά ἔργα· σάν νά ἐργάστηκε σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο καί σάν τόν Ἀπόστολο Παῦλο στήν γῆ.

Γιατί; Γιατί τό νά σωθεῖ μία ψυχή καί νά πάει στήν Βασιλεία Του, εἶναι τόσο μεγάλο πρᾶγμα πού ὅ,τι ἁμαρτία κι ἄν ἔχει κάνει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, θά τοῦ τήν συγχωρήσει. Τόσο πολύ θέλει τήν σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν.

Λέει λοιπόν ὁ Χριστός στή Σαμαρείτιδα:

-Ἄν ἤξερες ποιός εἶναι αὐτός πού σοῦ μιλάει,  σύ θά γύρευες νερό, καί Ἐκεῖνος θά σοῦ ἔδιδε ἕνα νερό πού ὅποιος τό πιεῖ δέν διψάει ποτέ πιά.

Ἀπαντᾶ ἐκείνη:

-Δός μου τό νερό αὐτό νά μή διψάω καί νά μή χρειάζεται νά ᾿ρχομαι κάθε μέρα στό πηγάδι νά βγάζω νερό καί νά τά κουβαλάω στό σπίτι μου.

Φανταστεῖτε τί «τύλιγμα» εἶχε ἡ κακομοίρα, μέ τίς χοϊκές σκέψεις. Πόσο δύσκολο τῆς ἦταν νά καταλάβει τά «ἄνω» καί τά «μέσα», ὥστε νά λέει: «ἅμα εἶναι ἔτσι, δός μου λίγο νερό νά πιῶ μιά καί καλή νά μήν ξαναδιψάω καί κουράζομαι».

Τῆς λέει ὁ Χριστός:

-Γιά ἄλλο νερό σοῦ μιλάω. Ἀλλά ἄν θέλεις νά σοῦ δώσω, φώναξε τόν ἄνδρα σου νά ρθεῖ μπροστά μου νά στό δώσω.

Ἐκείνη τότε ἀποκάλυψε τόν βοῦρκο της:

-Δέν ἔχω ἄνδρα.

Λέει ὁ Χριστός:

-Πέντε εἶχες. Ἔχεις καί τώρα ἕναν ἀλλά καί αὐτός δικός σου δέν εἶναι.

Ἦταν ἀπό τά καλά κορίτσια ἡ Σαμαρείτιδα. Ὅποιον ἔβρισκε μπροστά της, συζοῦσε λίγο  καί τόν ἄφηνε. Ἔφευγε, ἔπαιρνε ἄλλον καί πάλι τά ἴδια. Ὅταν ἄκουσε τά λόγια αὐτά, εἶπε μέσα της: «Πῶς τά ξέρει; Μπάς καί εἶναι προφήτης;» Καί ρώτησε τόν Χριστό:

-Ἀκούσαμε νά λένε οἱ παλαιοί, ὅτι θἄρθει κάποιος, πού θά μᾶς τά φανερώσει ὅλα καί θά μᾶς ὁδηγήσει στόν παράδεισο στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός. Μήπως καί εἶσαι ἐκεῖνος.

-Ἐγώ εἶμαι.

4. Ὁ κόπος γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

Ἐνῶ ἔλεγε αὐτά, ἦλθαν οἱ ἀπόστολοι πού εἶχαν πάει στήν Σαμάρεια νά ἀγοράσουν ψωμί, γιά νά φᾶνε μέ τό Χριστό. Ὅταν ἦταν πέντε χιλιάδες, ἔφτειαξε ὁ Χριστός ψωμί καί τούς χόρτασε ὅλους. Τώρα πῆγαν νά ἀγοράσουν. Ἔτσι ἤθελε ὁ Χριστός. Γιά τούς ἄλλους κάνει τά θαύματα. Ὄχι γιά τόν ἑαυτό του. Καί τόν εἶδαν νά μιλάει μέ τή γυναῖκα καί ἀπόρησαν «πῶς μετά γυναικός ἐλάλει».  Τοῦ εἶπαν:

-Ἔλα νά φᾶμε.

-Ἐγώ ἔφαγα.

-Τί ἔφαγες, ποιός σοῦ ἔφερε;

-Ἐγώ ἔχω ἄλλο φαΐ.

-Ποιό εἶναι τό φαΐ σου Χριστέ μου, τί ἔφαγες;

-Τό νά τηρῶ τό θέλημα τοῦ Πατρός μου. Αὐτή τήν ὥρα πού ἐσεῖς λείπατε, ἐγώ ἔτρωγα, γέμισε ἡ κοιλιά μου, δέν θέλω ἄλλο νά φάω.

Τί εἶχε φάει; Τήν Σαμαρείτιδα! Εἶχε γίνει μιά μπουκιά, ἕνα γλυκό, γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Γιατί καί πῶς αὐτή ἔγινε γλυκό στό στόμα Του;

Γιά τήν σωτηρία της, ἐπειδή σώθηκε. Αὐτή; Ναί, αὐτή ἡ βρῶμα. Αὐτός ὁ βοῦρκος. Μέχρι ἐκείνη τή στιγμή...

Ἀλλά ἀπό τήν στιγμή πού ἄκουσε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί ταρακουνήθηκε ἔγινε γλύκισμα γιά τόν Χριστό, γιατί πῆρε τόν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Αὐτό μᾶς λέει ὁ Χριστός. Καί ἄρχισε νά τούς διδάσκει τούς μαθητές του: «Ἀνοῖχτε τά μάτια σας, ρίχτε μιά ματιά γύρω σας. Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα χωράφι ἕτοιμο γιά θερισμό, ἄλλος τό ἔσπειρε, ἄλλος κοπίασε, ἄλλος θά πάει νά τό θερίσει. Ἄλλοι κοπίασαν. Ἐσεῖς θά πᾶτε νά τό θερίσετε, ἐσεῖς θά πάρετε τό γένημα, ἐσεῖς θά κάνετε ψωμί, ἐσεῖς θά φᾶτε».

Ποιός εἶχε κοπιάσει; Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ποῦ θά ἔκανε τό μεγάλο του κόπο; Ἐπάνω στό Σταυρό. Ὅποιος σκέπτεται τί ἦταν ὁ Σταυρός καί ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στό Σταυρό καί ὅλους τούς κόπους πού ἔκανε στήν ζωή του, καταλαβαίνει τί σημαίνει κόπος γιά τή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.

5. Ὁ πλοῦτος τῆς Βασιλείας

Καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος καί ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας, πόσο ἐκοπίασαν γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ! Ἀλλά ὁ Χριστός τούς λέει: «ἐσεῖς θά πᾶτε νά θερίσετε καί νά ἀπολαύσετε τούς καρπούς καί τά γεννήματα».

Ποιά εἶναι αὐτά πού θέρισαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι; Νά τά μετρήσουμε:

Τό ἅγιο Βάπτισμα, μέ τό ὁποῖο πλυθήκαμε ἀπό τήν ἁμαρτία. Καί ἀπό σάρκα γίναμε παιδιά τοῦ Θεοῦ.

Τό ἅγιο χρίσμα, πού πήραμε τό Πνεῦμα τό ἅγιο.

Ἡ Θεία Κοινωνία, τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Πού ὅποιος κοινωνάει τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἑνώνεται μέ τόν Χριστό, καθαρίζεται ἀπό κάθε ἁμαρτία καί γίνεται ἄξιος γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού δέν παύει ποτέ νά ἐκτιμᾶ τό σῶμα καί τό αἷμα του Χριστοῦ καί νά ἀγωνίζεται ὅσο τό δυνατόν περισσότερες φορές, πιό ἑτοιμασμένος, πιό ἄξιος, νά κοινωνεῖ γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ εὐλογία τοῦ γάμου, πού δύο ἄνθρωποι ἑνώνονται μέ τό μυστήριο γιά νά μήν ἁμαρτάνουν. Νά κάνουν τά παιδιά τους, νά ζοῦνε μαζί κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά ἁμαρτάνουν. Νά ἔχουν τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ μέσα σ’ αὐτόν τό ὡραῖο θεσμό τοῦ γάμου, πού ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «οἱ δύο ἔσονται εἰς σάρκα μίαν, καί οὕς ὁ Θεός συνέζευξεν ἄνθρωπος μή χωριζέτω». Μήτε ὁ θάνατος. Καί στήν Βασιλεία του Θεοῦ ὅπως καί δῶ ἑνωμένοι· μιά καρδιά, ἕνα σῶμα, σέ μιά κοινωνία ἀγάπης καί θυσίας εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Καί ἡ ἱερωσύνη, πού προσεύχονται οἱ παπάδες πού τούς κάλεσε ὁ Θεός, ὅσο ἀνάξιοι καί ἄν εἶναι, γιά τούς ζωντανούς καί γιά τούς πεθαμένους. Καί τούς ἔδωσε τήν χάρη του, πλοῦτο τῆς Βασιλείας του, πλοῦτο τῶν ψυχῶν, πλοῦτο ὅλων μας, τήν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν ζωντανῶν καί κεκοιμημένων. Γι’ αὐτό κάνουμε τά μνημόσυνα...

Ποῦ νά καταλάβουν οἱ ταλαίπωροι οἱ ἀπόστολοι... Τούς τά ἔλεγε ὁ Χριστός καί ἐκεῖνοι δέν καταλάβαιναν. Γιατί; Γιατί δέν εἶχαν ἀκόμη φωτιστεῖ ὅσο ἔπρεπε. Τί μᾶς λέει αὐτό τό πράγμα;

Δέν πρέπει νά θεωροῦμε ὅτι δέσαμε τόν γαϊδαρό μας. Βαφτιστήκαμε καί τελειώσαμε. Πήγαμε στήν ἐκκλησία μιά φορά τόν μῆνα καί τελειώσαμε. Κάνουμε τόν Σταυρό μας στό σπίτι μας καί τελειώσαμε.

Ὄχι! Δέν ἐπιτρέπεται νά κάνουμε ὅσο πιό λίγο μποροῦμε γιά τήν ψυχή μας καί γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κάτι καλύτερο πρέπει νά κάνουμε. Φιλοτιμία ψυχῆς χρειάζεται, γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τόν ἄλλον. Ζῆλος Θεοῦ.

Νά ξαναγυρίσουμε στήν Σαμαρείτιδα. Πῆγε στήν Σαμάρεια ἡ γυναῖκα, καί εἶπε: «Ἐλᾶτε νά δεῖτε ἄνθρωπο πού μοῦ τά εἶπε ὅλα. Ὁ Χριστός εἶναι». Ἔτρεξαν οἱ Σαμαρεῖτες καί πίστευσαν πολλοί. Καί τῆς ἔλεγαν:

-Δέν πιστεύουμε πιά γιά σένα. Τό εἴδαμε μέ τά μάτια μας. Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου.

6. Ἀξίζουμε νά μᾶς ποῦν «Φωτεινούς»;

Καί ἡ Σαμαρείτιδα, αὐτός ὁ «βοῦρκος», πίστεψε στό Χριστό, ἔγινε ἀπόστολος καί δίδαξε τίς τέσσερις ἀδελφές της, ἴδια φάρα, ἴδια ποιότητα, ἴδια ζωή. Τίς ἔκανε καί κεῖνες χριστιανές. Εἶχε καί δύο παιδιά, τά ἔκανε καί κεῖνα χριστιανούς.

Καί ἦρθε καιρός, πού οἱ τέσσερες ἀδελφές της καί τά δυό παιδιά της μαρτύρησαν τήν ἴδια ἡμέρα γιά τόν Χριστό. Ἀπό πίστη στό Χριστό. Κηρύττοντας τό ὄνομά του σέ ὅλο τόν κόσμο. Ὅταν μαρτυροῦσε τό τελευταίο παιδί της, τό ὁποῖο ἀπό ἕνα ἐντελῶς κοσμικό πλάσμα εἶχε γίνει ἄγγελος στήν ψυχή πιστεύοντας στόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἕνας ἄγγελος τοῦ φώναξε ἄλλο ὄνομα. Τόν ὀνόμασε Φωτεινό. Φωτεινή ὀνομάσθη ἡ Σαμαρείτιδα καί Φωτεινός ὀνομάσθη ὁ γυιός της γιατί εἶχαν γεμίσει μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Τό ἐρώτημα τώρα εἶναι: Ἐμεῖς πού βαπτιστήκαμε καί εἴμαστε Χριστιανοί, πιστεύουμε στόν Χριστό; Ἀγωνιζόμαστε νά γινόμαστε «Φωτεινοί». Ἀξίζουμε νά  μᾶς φωνάξει καί μᾶς ἄγγελος Κυρίου καί νά μᾶς πεῖ «Φωτεινούς» ἤ ἔστω νά μᾶς ἀλλάξει ἄγγελος Κυρίου τό ὄνομα καί ἀπό «Παντολέοντες» νά μᾶς πεῖ «Παντελεήμονες», ὅπως ὀνόμασε τόν ἅγιο Παντελεήμονα; Νά μᾶς δώσει ἕνα ὄνομα πού μᾶς καμαρώνει γιά τίς ἀνάλογες ἀρετές μας, ὁ Χριστός;

Αὐτά τά ἐρωτήματα πρέπει νά μᾶς ἀπασχολοῦν. Ὄχι «πότε, πότε», ἀλλά νά μᾶς ἀπασχολοῦν συχνά.

Ἄς παρακαλέσουμε τόν Χριστό, νά μᾶς φωτίζει νά κάνουμε πολλά καλά ἔργα, νά ἀγαπᾶμε πιό πολύ τόν Χριστό, ἀπό ὅτι μέχρι χτές καί σήμερα, νά νηστεύουμε λίγο περισσότερο, νά προσευχόμαστε λίγο περισσότερο, νά ἀγαπᾶμε καί νά συγχωροῦμε λίγο περισσότερο, γιά χάρη του. Ἀπό πίστη καί ἀγάπη σ᾿ αὐτόν. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία. Ἔγινε στήν Μυρσίνη στίς 25/5/2003

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration