Ζωηφόρος

Θεολογικές Αδολεσχίες ΙH' (5)

1

 

Σε μία φιλική συντροφιά που γινόταν λόγος  γύρω από διάφορα θρησκευτικά θέματα, ένας ρώτησε, γιατί το Ευχέλαιο κανονικά πρέπει  να γίνεται από επτά Ιερείς; Έτσι άρχισε μία συζήτηση κατά την οποία, μεταξύ των άλλων, λέχθηκαν και τα εξής:   Ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος γράφει, «ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ' αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν    ὁ Κύριος·…..» (Ιακ.ε’,14-15). Δε  λέει να καλέσει τον πρεσβύτερο, δηλαδή έναν, αλλά,  «προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους», δηλαδή περισσοτέρους.  Επίσης, ναι μεν λέει τι θα κάνουν οι Πρεσβύτεροι και ότι, «ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα», αλλά προσθέτει ότι, «καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος·…», και όχι, θα τον εγείρουν οι Πρεσβύτεροι. Όταν λοιπόν είναι ένας ιερέας και συμβεί να σηκωθεί ο ασθενής όρθιος, μήπως δεχτεί κάποια ιδέα ότι έκανε ο ίδιος το θαύμα και δε δοξάσει το Θεό; Αν όμως είναι περισσότεροι, ας μη μείνουμε στο επτά, τότε και να έρθει σε κάποιον τέτοια ιδέα, δε θα ξέρει, αν είναι αυτός που έκανε το θαύμα ή κάποιος από τους άλλους και  έτσι ευκολότερα θα δοξάσει το Θεό. Αλλά, εκτός από αυτά και άλλα πολλά σχετικά που ακούστηκαν, ελέχθη και τούτο  που προκάλεσε κάποια θυμηδία, επειδή είναι εντελώς άσχετο με τα παραπάνω, ότι δηλαδή και στο εκτελεστικό απόσπασμα δε γνωρίζουν σε ποιο όπλο βρίσκεται η σφαίρα.

2

Τι σημαίνουν θεολογικά οι λέξεις, κρίση, διάκριση, ανάκριση και κατάκριση;

Σιγά-σιγά, να τις πάρουμε μία-μία, γιατί μοιάζουν μεταξύ τους και χρειάζεται διάκριση:

α) Κρίση είναι μία πνευματική λειτουργία του ανθρώπου  η οποία κατά περίπτωση  μπορεί να λειτουργεί ορθά  ή όχι. Ο Κύριος  είπε κάποτε στο Σίμωνα τον Φαρισαίο, «Ορθώς έκρινας»(Λουκ. ζ’, 43), και σε άλλη περίπτωση είπε, «μη κρίνετε κατ' όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε» (Ιω. ζ’, 24). Άρα μπορεί να κρίνει κανείς, αλλά να κρίνει δίκαια.

β) Διάκριση είναι το να ξεχωρίζει κανείς το καλό από το κακό και  το δίκαιο από το άδικο, δηλαδή  με άλλα λόγια το μαύρο από το άσπρο. Στον Ησαΐα αναφέρεται χαρακτηριστικά, «Ουαί οι λέγοντες το πονηρόν καλόν και το καλόν πονηρόν, οι τιθέντες το σκότος φως και το φως σκότος, οι τιθέντες το πικρόν γλυκύ και το γλυκύ πικρόν. Ουαί οι συνετοί εαυτοίς και ενώπιον αυτών επιστήμονες»( Ησ. ε’, 20-21 ).

γ) Ανάκριση είναι η δυνατότητα που  μπορεί να έχει ένας  πιστός  να ερευνά και να εξετάζει  το  εσωτερικό των άλλων ανθρώπων. Αυτή η δυνατότητα προφανώς είναι δωρεά και καρπός του Αγίου Πνεύματος. Σχετικά  με το θέμα αυτό είναι   και  τα παρακάτω λόγια του  Αποστόλου  Παύλου, «ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ' ουδενός ανακρίνεται»( Α’ Κορ. β’,15). 

δ) Κατάκριση είναι το να καταδικάζει κανείς κάποιον εσωτερικά ή και εξωτερικά σαν να είναι ο ίδιος κριτής και δικαστής. Αυτή η ενέργεια ασφαλώς είναι  επικίνδυνη για τον ίδιο, όταν μάλιστα συνοδεύεται από ασπλαχνία και σκληρότητα. Χαρακτηριστικά για το θέμα αυτό  είναι τα λόγια του Κυρίου,«Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε· εν ω γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν»(Ματ. ζ’, 1-2).

3

Τι είναι προτιμότερο, να μη αισθάνεται κανείς

τον πόνο, το φόβο, τη λύπη,  την ταραχή, και γενικά κάθε τι το ανεπιθύμητο

ή να μην του προκαλούνται αυτά από κάποιο αίτιο;

Ασφαλώς το δεύτερο, γιατί, για να συμβαίνει το πρώτο, θα  πρέπει  ο άνθρωπος να είναι αναίσθητος ενώ για να  του συμβεί  κάποιο από τα παραπάνω ανεπιθύμητα  ή με άλλα λόγια για να του συμβεί  κάποιος πειρασμός, θα πρέπει  πρώτα να το επιτρέψει ο Θεός.   Όμως, όπως  λέει ο Απόστολος Παύλος, « πιστός δε ο Θεός, ος ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ο δύνασθε, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν του δύνασθαι υμάς υπενεγκείν »( Α’ Κορ. ι’, 13). Πάντως,  ας υπογραμμίζει ο πιστός από το «Πάτερ ημών» και το, «μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν» ( Ματ. στ’, 13). Επιπλέον, αν ο άνθρωπος δεν αισθανόταν τα ανεπιθύμητα, δε θα αισθανόταν και τα επιθυμητά. Έτσι, αν υπομείνει ό, τι ανεπιθύμητο επιτρέψει ο Θεός να του συμβεί,  θα απολαμβάνει και τα αγαθά του Θεού, και μάλιστα  αιωνίως. Ο  Απόστολος Παύλος λέει, «το γαρ παραυτίκα ελαφρόν της θλίψεως ημών καθ᾿ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ημίν» ( Β’ Κορ. δ’, 17).

4

Πίστη και γνώση

Ένας που δεν έχει πάει σε μία μακρινή χώρα πιστεύει ότι αυτή υπάρχει από τα λόγια αυτού που την έχει επισκεφθεί και γνωρίζει την ύπαρξή της. Αυτή η πίστη του έχει αξία, εκτός των άλλων, και για το ότι δείχνει εμπιστοσύνη στα λόγια αυτού που του αποκάλυψε την ύπαρξη αυτής της μακρινής χώρας. Όταν όμως την επισκεφθεί  και τη γνωρίσει ο ίδιος, τότε δεν του χρειάζεται πλέον η πίστη, γιατί έχει τη γνώση. Έτσι η πίστη αποτέλεσε τη βάση στην οποία στηρίχτηκε για να φτάσει στη γνώση.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την πίστη στα λόγια του Θεού τα οποία κάνουν λόγο για πράγματα που δε βλέπονται. Όποιος πιστεύει σ’ αυτά και δείχνει  εμπιστοσύνη στο Θεό πατάει σε σταθερό έδαφος και έτσι, όταν γνωρίσει την αλήθεια και αποκτήσει τη γνώση, δε θα μετανοήσει για την αρχική του πίστη αλλά θα τη δικαιώσει.

Το ότι η πίστη προηγείται της γνώσης φαίνεται και από  τα εξής λόγια του Αποστόλου Πέτρου,  «και αυτό τούτο δε σπουδήν πάσαν παρεισενέγκαντες επιχορηγήσατε εν τη πίστει υμών την αρετήν, εν δε τη αρετή την γνώσιν,…..»  (Β’ Πέτρ. α’, 5).  Σχετικά είναι και τα εξής λόγια του Αποστόλου Παύλου,  «επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος διά της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας»( Α’ Κορ. α’, 21). Αλλά και στον Ησαΐα τονίζεται η ανάγκη  της πίστης για τη γνώση με τα εξής λόγια, «και εάν μη πιστεύσητε, ουδέ μη συνιήτε» (Ησ. ζ’, 9).

5

Τον αφήνω, αλλά δεν με αφήνει

Όταν  κάποιος είπε σε κάποιον, έπιασα έναν κλέφτη και εκείνος του είπε, άστον να φύγει, του απάντησε, τον αφήνω αλλά δεν με αφήνει.   Αυτό συμβαίνει και με τον άνθρωπο γενικά,  όπως θα φανεί στη συνέχεια. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: α)  «και ενδύσασθαι τον καινόν άνθρωπον τον κατά Θεόν κτισθέντα εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας»( Εφ.δ’, 24). β) «αποθέσθαι υμάς κατά την προτέραν αναστροφήν τον παλαιόν άνθρωπον τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης»(  Εφ. δ’, 22).  Λέει, δηλαδή  ο Παύλος   στους πιστούς να ντυθούν τον καινούριο άνθρωπο και να αποβάλουν  τον παλαιόν  αφού, «ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία»( Ρω.  στ’, 6). Προφανώς ο παλαιός άνθρωπος τον οποίον καλείται ο  πιστός να αποβάλει αντιστοιχεί στον  κλέφτη για τον οποίον έγινε λόγος παραπάνω.  Να όμως που ο παλαιός αυτός άνθρωπος δε φεύγει εύκολα, όπως συμβαίνει και με τον παραπάνω κλέφτη.  Και αυτό το επισημαίνει ο Απόστολος Παύλος με τα εξής λόγια, «βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εν τω  νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέλεσί μου»( Ρω. ζ’, 23 ).  Ποιος λοιπόν θα διώξει τον κλέφτη, δηλαδή ποιος θα ελευθερώσει τον άνθρωπο από τον παλαιό άνθρωπο; Αυτό  το ερώτημα κάνει και  ο Παύλος στο οποίο δίνει και την απάντηση ευχαριστώντας το Θεό με τα εξής λόγια,  «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;  ευχαριστώ τω Θεώ διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών. άρα ουν αυτός εγώ τω μεν νοί δουλεύω νόμω Θεού, τη δε σαρκί νόμω αμαρτίας»( Ρω. ζ’, 24 -25).

του Ιωάννη Δήμου

 

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Θεολογικές Αδολεσχίες ΙZ' (5)

Αγιολογιο

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration