Ζωηφόρος

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού - Το καύχημα των Χριστιανών, του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,

δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ» (Γαλ. 6,14)

 

Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἔχει μέσα του μιὰ μεγάλη κακία, τὴν ὑπερηφάνεια. Ἡ ὑπερηφάνεια δὲν κρύβεται. Ὅπως ὁ καπνὸς ὅπου καὶ νὰ εἶνε βγαίνει, ἔτσι καὶ ἡ ὑπερηφάνεια. Ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος φαίνεται ἀπὸ τὴ ματιά, ἀπὸ τὸ περπάτημα, ἀπὸτὸ ροῦχο του, ἀπ᾽ ὅλα. Φαίνεται προπαντὸς ἀπὸ τὴ γλῶσσα καὶ τὰ λόγια του. Δὲν θὰ πῇ ποτέ εὐχαριστῶ, δὲν θὰ πῇ «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Αὐτὸς δοξολογεῖ ἕναν ἄλλο θεό, τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸς εἶνε ὁ θεός του, τὸ εἴδωλό του. Καυχᾶται συνεχῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του.

Γιὰ τί καυχᾶται; Γιὰ διάφορα πράγματα. Οἱπερισσότεροι καυχῶνται γιὰ τὰ λεφτὰ καὶ τὰ πλούτη τους, γιὰ τὰ χωράφια καὶ τὰ οἰκόπεδά τους, γιὰ τὰ αὐτοκίνητα καὶ τὰ καράβια τους, γιὰ τὶς μετοχὲς καὶ τὶς λίρες τους, γιὰ ὅλα ἐνγένει τὰ ὑλικὰ πράγματα. Ἄλλος καυχᾶται γιὰ τὰ μπράτσα, γιὰ τὴ δύναμί του, γιὰ τὴ ῥωμαλεότητά του, γιὰ τὴν ὑγεία του. Ὁ ἄλλος καυχᾶται γιὰ τὴν ὀμορφάδα του, ὁ ἄλλος γιὰτὴν εὐφυΐα καὶ τὴν ἐξυπνάδα του. Ὁ ἄλλος καυχᾶται γιὰ τὴν τέχνη ἢ γιὰ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴ σοφία του. Ὁ καθένας καυχᾶται γιὰ κάτι. Οἱ ἄνθρωποι καυχῶνται ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς δικούς των.

Ὁ ἕνας γιὰ τὴ γυναῖκα του, ὁ ἄλλος γιὰ τὰ παιδιά του ἢ τὰ κορίτσια του, ὁ ἄλλος γιὰ τοὺς προγόνους του ὅτι κατάγεται τάχατες ἀπὸ μεγάλο τζάκι. Ὁ ἄλλος γιὰ τὸν τόπο τῆς γεννήσεώς του, ὅτι εἶνε πρωτευουσιάνος. Ἄλλος καυχᾶται γιὰ τὴν πατρίδα του· καὶ μάλιστα αὐτοὶ ποὺ εἶνε ἀπὸ μεγάλα κράτη, ἔχουν μεγαλύτερη ὑπερηφάνεια. Καυχῶνται γιὰ τὸ στρατὸ καὶ τὸ στόλο τους, γιὰ τοὺς πυραύλους καὶ τοὺς ἀστροναῦτες τους…

Ἀλλ᾿ἀξίζει νὰ καυχᾶται κανεὶς γιὰ ὅλ᾿ αὐτά; Σήμερα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, διὰ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, μᾶς ἀπαντᾷ· Μὴ καυχάσθω ἄνθρωπος· νὰ μὴ καυχᾶται ὁ ἄνθρωπος (βλ. Γαλ.6,14) . Καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, διὰ τῆς προφή-τιδος Ἄννης, μᾶς παραγγέλλει· «Μὴ καυχάσθω ὁ φρόνιμος ἐν τῇ φρονήσει αὐτοῦ, καὶ μὴ καυχάσθω ὁ δυνατὸς ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ, καὶ μὴ καυχάσθω ὁ πλούσιος ἐν τῷ πλούτῳ αὐτοῦ» (Α΄ Βασ. 2,10).

Γιατί ὅμως νὰ μὴ καυχῶνται; Ἂς πάρουμετὰ πράγματα μὲ τὴ σειρά. Ἐσεῖς ποὺ καυχᾶσθε γιατὶ ἔχετε πλούτη, γιά ἰδέστε τί λέει ἡ ἱστορία ἀλλὰ καὶ σύγχρονα παραδείγματα. Βλέπεις τὸν πλούσιο καὶ ξαφνικὰ πτωχεύει· καὶ γίνεται τόσο φτωχός, ποὺ δὲν ἔχει νὰ φάῃ καὶ ζητιανεύει γιὰ ἕνακομμάτι ψωμί. Τὰ εἴδαμε αὐτὰ στὴν ἐποχήμας.

«Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθή σονται παντὸς ἀγαθοῦ» (Ψαλμ. 33,10) . Ποῦ εἶνε λοιπὸν τὰ πλούτη; Τί καυχᾶσθε, πλούσιοι; Ξέρετε, ἂν μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σας θὰ ἔχετε τὰπλούτη σας; Ἐσεῖς οἱ ἄλλοι, ποὺ καυχᾶσθε γιὰ τὴ δύναμι καὶ τὴν ὑγεία σας, νὰ λέτε «Δόξα σοι, ὁΘεός» καὶ νὰ μὴ καυχᾶσθε. Πηγαίνετε στὰνοσοκομεῖα καὶ στὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων νὰ δῆτε· ἄντρες ποὺ ἔπιαναν τὴν πέτρα καὶ τὴν ἔστιβαν, τώρα τοὺς βλέπεις πάνω στὸ κρεβάτι καὶ δὲν μποροῦν οὔτε τὸ κουτάλι νὰ πιάσουν καὶ τοὺς ταΐζει ἄλλος. Ποῦ εἶνε ἡ ὑγεία; Τί καυχᾶσαι, ἄνθρωπε; Σήμερα εἶσαι ὑγιής,ἀλλὰ αὔριο θὰ εἶσαι;Κ᾿ ἐσεῖς οἱ ἄλλοι, ποὺ καυχᾶσθε γιὰ τὴν ὀμορφάδα σας· οἱ γυναῖκες, ποὺ μέρα - νύχταεἶστε στὸν καθρέφτη καὶ ξοδεύετε τόσα γιὰνὰ φτειάξετε τὸ πρόσωπό σας· δὲν κάνετε ἕνα περίπατο στὰ νεκροταφεῖα, νὰ δῆτε μέσαστοὺς τάφους τὰ κόκκαλα καὶ νὰ μοῦ πῆτε ποιά εἶνε ἡ ὄμορφη καὶ ποιά ἡ ἄσχημη; Ποῦ εἶνε τὰ κάλλη; Ποῦ εἶνε αὐτὰ τὰ εἴδωλα; Τίκαυχᾶσαι λοιπὸν γιὰ τὴν ὀμορφάδα; –Μὰ ἐγώ, θὰ πῇς, δὲν καυχῶμαι γι᾿ αὐτά.

Ἐγὼ καυχῶμαι γιὰ τὴν ἐξυπνάδα, γιὰ τὰ γράμματά μου… Τί εἶνε ὅμως ἡ εὐφυΐα; Ὑπάρχουν περιπτώσεις, ποὺ τὸ μυαλὸ καὶ τοῦ πιὸ εὐφυοῦς ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ θολώσῃ. Ἔχω παράδειγμα ἕναν καθηγητὴ πανεπιστημίου, ποὺ ἔλυνε καὶ τὸ πιὸ δύσκολο πρόβλημα στὸ ἅψε- σβῆσε, καὶ μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ καθόταν στὸγραφεῖο του, ἔπεσε μιὰ σταγόνα αἷμα στὸνἐγκέφαλο καὶ τὸ μυαλό του θόλωσε. Ἔπαθε ἡμιπληγία καὶ τώρα τραυλίζει. Ποῦ εἶνε ἡ εὐφυΐα, ποῦ εἶνε ἡ ἱκανότης του; Μιὰ σταγόνα αἷμα θολώνει τὸ ἀνθρώπινο μυαλό. Κ᾿ ἐσεῖς ποὺ καυχᾶσθε ὅτι ἀνήκετε σὲ μεγάλο καὶ δυνατὸ κράτος, γιά ἀνοῖξτε τὴν ἱστορία νὰ δῆτε. Κράτη μεγάλα, ποὺ σκιάζανετὸν ἥλιο μὲ τὰ ὅπλα καὶ τὰ βέλη τους καὶ τοὺς ἔτρεμε ὁ κόσμος, σὲ μιὰ στιγμή, σὲ μιὰ ὥρα, χάθηκαν ἀπὸ ἕνα σεισμό. Ποῦ εἶνε ἡ Βαβυλώνα, ποὺ ἦταν σὰν τὴ Νέα Ὑόρκη; Τώρα ἀρχαιολόγοι σκάβουν νὰ βροῦν τὰ ἐρείπιά της. Λοιπόν, μὴ καυχᾶσαι γιὰ τίποτε ἀπ᾿ αὐτά.

 –Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τίποτα στὸν κόσμο, ποὺ ἀξίζει γι᾿ αὐτὸ νὰ καυχᾶται ὁ ἄνθρωπος; Ὄχι, ἀδέρφια μου. Γιὰ ὅσους πιστεύουμε, ὑπάρχει κάτι. Ποιό εἶνε αὐτό; Πέσετε νὰ τὸ προσκυνήσετε ἕως κάτω στὴ γῆ. Εἶνε ὁ τίμιος σταυρός!

Αὐτὸ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα σήμερα· Ἂς καυχῶνται ἄλλοι γιὰ ἄλλα πράγματα, ἐγὼ καυχῶμαι μόνο γιὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ· «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6,14) .

–Γιατί ὅμως, ρωτᾷς, γιατί πρέπει νὰ καυχῶμαι μόνο γιὰ τὸ σταυρό;

Τί εἶνε ὁ σταυρός;

Γι᾿ αὐτὸν ποὺ δὲν πιστεύει, δὲν εἶνε τίποτα. Γι᾿ αὐτὸν ποὺ πιστεύει στὸ Χριστό, εἶνε τὸ μεγαλύτερο πρᾶγμα. Ὁ σταυρὸς εἶνε τὸ κλειδί. Μιὰ πόρτα, ἀδέρφια μου, ἦταν κλειστὴ ἐπὶ πέντε χιλιάδες χρόνια, ἡ πόρτα τοῦ παραδείσου. Τὴν ἔκλεισε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, καὶ δὲν μποροῦσε κανείς νὰ τὴν ἀνοίξῃ. Πῆγαν πατριάρχες, προφῆτες, δίκαιοι, μὰ κανείς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν μπόρεσε ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα. Καὶ τὴν ἄνοιξε ἕνας λῃστὴς στὸ Γολγοθᾶ τὴν ὥρα τοῦ σταυροῦ. Τὴν ἄνοιξε μὲ κλειδὶ τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42). Ἔτσι μπῆκε στὸν παράδεισο. Λοιπὸν ὁ σταυρὸς εἶνε τὸ κλειδὶ ποὺ ὁ λῃστὴςἄνοιξε τὸν παράδεισο.

⃝ Ὁ σταυρὸς τί εἶνε; Εἶνε τὸ κοφτερὸ σπαθί, ποὺ κόβει κεφάλια δαιμόνων. Ἅμα ἔχῃς τὸσταυρὸ μαζί σου, δὲν φοβᾶσαι τίποτε. «Πέφτω κάνω τὸ σταυρό μου, καὶ ἄγγελος εἶνε στὸ πλευρό μου». Ναί, ὁ σταυρὸς εἶνε τὸσπαθὶ τοῦ Χριστιανοῦ ποὺ νικάει τὸ σατανᾶ.

⃝Τί εἶνε ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ; Εἶνε ἡ σφραγῖδα, ποὺ σφραγίζεται ὁ Χριστιανός. Σὲ κάθεπρᾶξι καὶ κάθε ἀκολουθία ποὺ γίνεται στὴν Ἐκκλησία (θεία λειτουργία, ὄρθρος, ἑσπερινός, ἱερὰ μυστήρια), σὲ κάθε τι ποὺ βάζει τὸ πετραχήλι ὁ παπᾶς, γίνεται σταυρός· εἶνε ἀπαραίτητη ἡ σφραγίδα τοῦ σταυροῦ. Ὅπωςτὸ χαρτὶ ὁποιασδήποτε ἀρχῆς χωρὶς σφραγῖδα εἶνε ἄκυρο, ἔτσι καὶ γιὰ κάθε τι ποὺ κάνουμε στὴν Ἐκκλησία· ὁ σταυρὸς εἶνε ἡ σφραγίδα τῆς χριστιανοσύνης.

⃝Τί εἶνε ὁ σταυρὸς ἀκόμα; Εἶνε, ἀδελφοί μου, ἡ σημαία μας. Πόσες σημαῖες ἔχει ἡ ἀνθρωπότης; Στὰ Ἡνωμένα Ἔθνη κυματίζουν πλῆθος σημαῖες μὲ διάφορα σήματα καὶ χρώματα. Ὅταν μιὰ μέρα ὅλες αὐτὲς οἱ σημαῖες θὰἔχουν καταργηθῆ, τότε θὰ κυματίζῃ μόνο μιὰ σημαία· ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου. «Ἐν τούτῳ νίκᾳ». Αὐτή εἶνε ἡ σημαία μας, μὲ τὴν ὁποίανικοῦμε οἱ Χριστιανοὶ μέσα στοὺς αἰῶνες.

⃝ Τί εἶνε ὁ σταυρός; Εἶνε τὸ σωσίβιο. Ὅπως ὅταν συμβῇ ναυάγιο, ἁρπάζει τὴ σανίδα ὁναυαγὸς καὶ σῴζεται, ἔτσι μέσ᾿ στὴν τρικυμία τοῦ κόσμου καὶ στὰ ἄγρια κύματα τῆς ζωῆς, ὁσταυρὸς εἶνε τὸ σωσίβιο ποὺ μᾶς σῴζει.

⃝ Τί εἶνε ἀκόμα ὁ σταυρός; Εἶνε τὸ δεντρο, ποὺ φύτεψε ὁ Χριστός μας στὸ Γολγοθᾶ. Δυὸ χιλιάδες χρόνια προσπαθεῖ ὁ διάβολος νὰ τὸ ξερριζώσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσῃ, γιατὶ εἶνεποτισμένο μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ ὅ,τι εἶνε ποτισμένο μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας, δὲν ξερριζώνεται. Ὁ σταυρὸς εἶνε τὸ δέντρο τὸ ἀθάνατο, «ἐξ οὗ φαγόντες ζήσομεν, οὐχὶ δὲ ὡς ὁ Ἀδὰμ τεθνηξόμεθα» (προεόρτ. ἀπολυτ. Χριστουγ. 20 Δεκ.). Δὲν τελειώνουν οἱ εἰκόνες τοῦ σταυροῦ.

Ὁ σταυρός, ἀγαπητοί μου, ἄλλοτε ἐτιμᾶτο πολύ. Σήμερα ντρεπόμαστε νὰ κάνουμε τὸσταυρό μας. Καὶ μόνο αὐτό; Ὑπάρχουν καὶ γλῶσσες ποὺ τὸν βλαστημοῦν! 

Ὦ Χριστέ, ὦ Παναγιά, ὦ ἅγιοι, ὦ τίμιε σταυρέ, ἐλεήσατέ μας. Ἀξιώσατέ μας νὰ μετανοήσουμε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ νὰ ποῦμε· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῆ βασιλείᾳ του» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

 

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἱ. ναὸ Σουρμένων - Ἀθηνῶν τὴν 9-9-1962.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration