Ζωηφόρος

Ομιλία στην εορτή του Αγίου Πνεύματος, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

Ομιλία στην εορτή του Αγίου Πνεύματος

(Ματθ. 18, 10-20)

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης

κ. Μελετίου


Διασκευασμένες ὁμιλίες πού ἔγιναν στήν Ἁγία Τριάδα

στίς 31/5/1999 καί στήν Λευκάδα στίς 2/6/1996.

***

Μεθᾶς μέ ὅτι πίνεις

            Χθές ἑορτάσαμε τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.     Σήμερα ἑορτάζομε τήν φανέρωση του, γιατί μέ τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φανερώθηκε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

            Δοξάζομε τό πανάγιο Πνεῦμα, διότι τούς ἁλιεῖς, ἀνθρώπους ἀγροίκους, τούς ἔκανε πανσόφους.

            Πάνσοφοι ἔγιναν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, ἀφοῦ κατάλαβαν: τί εἶναι ὁ Θεός, τί εἶναι ἡ ψυχή, τί εἶναι ὁ κόσμος.

            Πάνσοφοι, ἀφοῦ κατάλαβαν, τί σχέση ἔχει ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό, μέ τόν ἑαυτό του, μέ τόν κόσμο.

            Πάνσοφοι, διότι μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔστρεψαν καρδιά καί νοῦ πρός τά ἄνω· πρός τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν αἰώνια ζωή.

            Πάνσοφοι οἱ ἁπλοῖ ἁλιεῖς. Ὄχι μέ τήν δύναμή τους μά μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

            Πάνσοφοι οἱ ἀπόστολοι! Ἄσοφοι οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι. Οἱ σοφοί καί οἱ φιλοσοφοι. Θά προσθέταμε σήμερα: καί οἱ τεχνοκράτες τοῦ κόσμου τούτου. Γιατί;

            Γιατί χωρίς τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος μένει ἐφ’ ὅρου ζωῆς νήπιο! Ναί νήπιο! Καί σέ σκέψεις καί σέ συναισθήματα καί σέ πράξεις καί σέ ὅλα. Νήπιο τοῦ χαμοῦ καί τῆς ἀπώλειας. Δέν ξέρει νά φυλάξει τόν ἑαυτό του.     Παράδειγμα φέρνει ὁ Χριστός τήν χαμένη δραχμή. Ἤ μέ λόγια τοῦ σήμερα ἕνα τσέκ πού ἀξίζει ὁλόκληρη περιουσία. Μά ἔφυγε ἀπό τά χέρια τοῦ Κυρίου του. Πολύτιμο ἦταν τό τσέκ, μά ὁ ἀέρας τό πέταξε στά σκουπίδια καί μετά ἀπό λίγο γίνεται σκουπίδι.

            Καί σαπίζει ἀνάμεσα στά σκουπίδια.

            Μά δέν ἦταν σκουπίδι· ἦταν πολύτιμο.

            Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος πού φεύγει ἀπό τά χέρια τοῦ ἰδιοκτήτη καί Δημιουργοῦ του, τοῦ Θεοῦ, πέφτει στά σκουπίδια καί γίνεται σκουπίδι. Τί φοβερό κατάντημα. Δέν μπορεῖ νά προστατεύσει τόν ἑαυτό του. Καί τό ἀκόμη χειρότερο ἐνῶ προχωρεῖ στήν ἀπώλεια φαντάζεται τόν ἑαυτό του σοφό, μεγάλο, ἰσχυρό!

            «Φάσκοντες εἶναι σοφοί, ἐμωράνθησαν. Καί ἐλάτρευσαν τήν κτίσιν παρά τόν κτίσαντα». Ὑποδουλώθησαν σωματικά καί πνευματικά στά δημιουργήματα. Κόλλησε ἡ καρδιά τους στά ἀσήμαντα. «Παρεσυνεβλήθησαν τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις».

            Γιατί; Πῆραν δρόμο στραβό.

            Δέν ἔψαξαν γιά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Κυνήγησαν τό πνεῦμα τοῦ κόσμου.

            Δέν ἀναζήτησαν τά ἄνω καί κόλλησαν στά κάτω.

            Ἔτσι καταντοῦν ὅσοι ὑποτιμοῦν μέσα τους τήν σοφία πού φανέρωσε στόν κόσμο ὁ Θεός γιά τήν σωτηρία μας. Καί μεθοῦν μέ δικές τους φιλοσοφίες. Δηλαδή μέ αἰσχρο-φιλοσοφίες καί δεκαρο-φιλοσοφίες.

            Ὅτι πίνεις μέ αὐτό μεθᾶς.

            Ὅποιος πίνει Ἅγιο Πνεῦμα μεθᾶ μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ.      Ὅποιος πίνει ἀπό τά ποτά τῆς ἁμαρτίας, τό παθαίνει σάν τήν ἀρχαία ποιήτρια Σαπφώ, γιά τήν ὁποία λέγει ὁ ἅγιος Βασίλειος: «Ἡ ἀσελγής Σαπφώ στά ποιήματά της, τήν ἑαυτῆς ἀσέλγειαν διαφημίζει καί ἄδει».

            Πόσους ἔχομε σήμερα τέτοιους. Καί μερικοί θεωρήθηκαν παιδαγωγοί τοῦ κόσμου τούτου.

            Αὐτοί ψάχνουν γιά νέα θρησκεία, διότι δέν μποροῦν νά ἐκτιμήσουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό νέο χρειάζεται στήν τεχνολογία· ἀλλά ὅταν τό ζητᾶμε γιά τήν ἠθική καί τήν θρησκεία αὐτό εἶναι ἀλλοτρίωση.

            Πειραματιζόμαστε γιά ὅλα, ἀφοῦ καταπατήσαμε τήν χαρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί μακρυά ἀπό τόν Χριστό, πνιγόμαστε σέ μιά σταγόνα νερό.

Ἡ φλεγομένη βάτος

            Ἀλλά γιά νά ἀποφύγομε αὐτά, ἄς ἐμβαθύνομε λίγο στό νόημα τῆς ἑορτῆς.

            Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο κατέβηκε ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν στούς ἁγίους Ἀποστόλους. Μᾶς μένει τό ἐρώτημα:

            Γιατί σάν φωτιά; Τί συμβολίζει αὐτό;

            Τί μᾶς λέγει αὐτό τό πράγμα;

            Ὁ Θεός, ξέρει τί κάνει.

            Ὅλα τά κάνει γιά νά μᾶς δείξει καί νά καταλάβομε κάτι τό πολύ βαθύ καί σημαντικό.

            Μάλιστα γιά νά μᾶς διευκολύνει, μᾶς εἶχε δείξει καί παλαιότερα μερικές εἰκόνες.

            Ἡ πρώτη: Ὅταν ὁ Μωυσῆς ἦταν στό Σινᾶ, βρέθηκε κάποτε μπροστά σ’ ἕνα βάτο. Τό βάτο εἶχε ἁρπάξει φωτιά. Καιγόταν μέ φλόγες μεγάλες. Πλησιάζει ὁ Μωυσῆς νά δεῖ, καί βλέπει φλόγες πολλές νά ζώνουν τό βάτο, ἀλλά αὐτό δέν καίγεται. Ἔμενε ὅπως ἦταν.

            «Ἄς πλησιάσω σκέφθηκε ἀκόμη πιό πολύ νά δῶ τί παράξενο θαῦμα εἶναι αὐτό. Πῶς τό βάτο καίγεται χωρίς νά κατακαίγεται καί νά γίνεται στάχτη καί κάρβουνο»;

            Ἐνῶ ἔκανε νά πλησιάσει, τοῦ φώναξε ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν:

            -Μωυσῆ, μήν πλησιάζεις ἐδῶ. Βγάλε τό παπούτσι σου πρῶτα.

            Τί ἤθελε νά τοῦ πεῖ;

            -Ἀπό δῶ καί πέρα, κάθε βῆμα πρός τό σημεῖο αὐτό, πού βλέπεις τό θαῦμα, πρέπει νά εἶναι ὅλο εὐλάβεια. Ξέχασε τόν παλαιό ἄνθρωπο. Ξέχασε τόν ἄνθρωπο ὅπως τόν ξέρεις καί σκέψου μόνο τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ταπεινώσου.

            Ἐκείνη τήν ἐποχή, παπούτσια φοροῦσαν μόνο μερικοί πλούσιοι. Ὅλοι οἱ ἄλλοι περπατοῦσαν ξυπόλυτοι. Καί ἔλεγαν οἱ «μεγάλοι» γιά τούς ἁπλούς ἀνθρώπους μέ καταφρόνηση: «Ξυπόλυτοι».

            Ὁ ἄνθρωπος ὁ ξυπόλυτος αἰσθανόταν ταπεινός μπροστά στούς μεγάλους. Καί ἐξουθενωμένος.

            Ὁ Θεός μέ ἄλλα λόγια, λέει στό Μωυσῆ:

            -Ἄφησε ὁποιαδήποτε ἔπαρση ἔχεις μέσα σου, ὁποιαδήποτε ἰδέα γιά τόν ἑαυτό σου καί γιά τά κατορθώματα τῶν ἀνθρώπων. Δές τί σημαίνει Θεός. Καίγεται τό βάτο, χωρίς νά κατακαίγεται.

            Ὁ Μωυσῆς πλησίασε ξυπόλυτος καί κοίταζε αὐτό τό μεγάλο θαῦμα πού τό κάνει μόνο ὁ Θεός. Ἐκείνη τήν στιγμή καιγόταν καί ὁ Μωυσῆς χωρίς νά κατακαίγεται. Καιγόταν, γιατί καιγόταν ὁ παλαιός ἄνθρωπος· τῆς ἁμαρτίας, ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐγωιστής, ὁ ἄνθρωπος μέ τήν αὐτοπεποίθηση, μέ τήν ἔπαρση.

            Καί φωτίστηκε τό πνεῦμα του καί γέμισε ἡ καρδιά του ἀπό τόν πόθο νά καταλάβει καλύτερα τόν Θεό καί νά τόν ὑπηρετήσει μέ ὅλες του τίς δυνάμεις. Γι’ αὐτό ὅταν ὁ Θεός τοῦ εἶπε:

            -Σέ στέλνω... Σοῦ ἀναθέτω ἔργο.

            Ἡ ἀπάντηση ἦταν:

            -Ὅπου θέλεις Κύριε, μόνο πού διάλεξες ἄνθρωπο ἀδύνατο. Δέν εἶμαι ἄξιος γιά τίποτε. Αὐτή ἦταν ἡ μόνη ἔνσταση τοῦ Μωυσῆ.

            -Ὅπου θέλεις Κύριε, στεῖλε με, ὅτι θέλεις πές μου νά κάνω. Κατάλαβα ὅτι τό φῶς πού βγαίνει ἀπό τήν βάτο τήν καιομένη, γέμισε τήν καρδιά μου καί τήν διάνοιά μου φῶς.   Κάηκε ὁ ἄνθρωπος ὁ παλαιός, καί δροσίστηκε ὁ καινός.     Ὅπως καιγόταν ἡ βάτος χωρίς νά κατακαίγεται. Ἀλλά ἔμενε ἀκμαία καί καταπράσινη, σάν ἡ φωτιά νά ἦταν δροσιά.

Ἡ κάμινος τῆς Βαβυλῶνος

            Ἄς θυμηθοῦμε ἕνα ἄλλο θαῦμα.

            Περνᾶνε αἰῶνες καί βασιλιάς στήν Βαβυλώνα ἦταν ὁ Ναβουχοδονόσορ. Αὐτός πῆρε τήν ἀπόφαση νά ρίξει τούς τρεῖς Παῖδες στό καμίνι πού τό ἔκαψε ἑπταπλασίως. Ἦταν θυμωμένος πού δέν τόν προσκύνησαν· καί ἔκανε τήν φωτιά ὅσο πιό δυνατή μποροῦσε. Γιά νά κάψει ἐκείνους πού προσκυνοῦσαν, παρά τήν διαταγή του καί τό θέλημά του, τόν ἀληθινό Θεό τῶν Πατέρων μας. Ἐκεῖνον πού φανερώθηκε στό Μωυσῆ καί στόν Ἀβραάμ, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

            Ἔρριξαν τούς τρεῖς Παῖδες, Ἀνανία, Ἀζαρία καί Μισαήλ, πού τόσο τούς δοξάζει ἡ Ἐκκλησία μας καί ἀκοῦμε τήν ὠδή τους στήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, στήν κάμινο τοῦ πυρός. Ἀλλά ἐνῶ ἦταν μέσα στό καμίνι, «ἡ κάμινος τοῦ πυρός, τάς ἐνεργείας διεμέριζε, τῷ θείῳ προστάγματι», καί τούς μέν Χαλδαίους τούς ἔκαψε. Τούς δέ τρεῖς Παῖδες, πού προσκυνοῦσαν καί ἀγαποῦσαν τόν Χριστό τούς δρόσισε. Ἔγινε ἡ φωτιά δρόσος. Πνεῦμα διασυρίζον.

            Ὅπως εἴμαστε μέσα σ’ ἕνα δάσος, πού φυσάει ὁ ἀέρας καί ἀκούγεται ἕνα ὡραῖο σφύριγμα καί ἔρχεται στό πρόσωπό μας μιά καταπληκτική δροσιά καί λέμε:

            -Ὤ Θεέ μου, τέτοια χαρά ποτέ νά μή σταματήσει...

            Ἔτσι ἔγινε ἡ κάμινος τῆς Βαβυλῶνος γιά τούς τρεῖς Παῖδες. Ἔκαιγε τούς ἀσεβεῖς καί δρόσιζε τούς ἁγίους καί τούς δικαίους. Ἐκείνους πού πίστευαν στόν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστό.

            Μόνο τούς δρόσιζε; Ἄς θυμηθοῦμε αὐτό πού εἴπαμε προηγουμένως. Ἄν μέχρι τότε πίστευαν μιά φορά, ἀπό τότε πού μπῆκαν στό καμίνι τοῦ πυρός, καί ἔγινε ἡ αἰσθητή φωτιά –ἐπειδή ἔτσι ἤθελε ὁ Χριστός- δροσιά, φαντασθεῖτε πόση πίστη καί πόση ἀφοσίωση ἀπόκτησαν, γιά τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς τους.

Νά τολμήσομε

            Τά δύο αὐτά θαύματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι εἰκόνες γιά τό μεγάλο καί τελειότερο θαῦμα πού ἔγινε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Τότε πού κατέβηκε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο στούς ἁγίους Ἀποστόλους· σάν φωτιά.

            Ἀλλά φωτιά πού ἔκαψε τόν παλαιό ἄνθρωπο. Τά πάθη του, τίς κακίες του, τίς ἁμαρτίες, τούς κακούς λογισμούς. Καί φώτισε τόν καινόν καί τόν δυνάμωσε καί τόν φλόγισε.

            Μέ αὐτή τήν φλόγα καί τήν δύναμη, γύρισαν ὅλη τήν οἰκουμένη γιά νά μᾶς κάνουν χριστιανούς καί νά μᾶς καλέσουν στήν αἰώνια σωτηρία. Ἀγωνίζονταν μέ τόση δύναμη ψυχῆς καί εἶχαν τόση ἀλήθεια μέσα τους, ὥστε δέν τούς φόβισε ποτέ οὔτε δαιμονική δύναμη, οὔτε θάνατος, οὔτε κόλαση, οὔτε τίποτε.          Γιατί; Γιατί τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ φωτιά ἐκείνη πού κατέβηκε στό κεφάλι τους, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τούς καθάρισε καί τούς φώτισε καί τούς θέρμανε.

            Καί ἐμεῖς ὅταν βαπτιζόμαστε, καί ὅταν κοινωνοῦμε, παίρνομε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅταν παίρνομε ἀπό τούς ἱερεῖς εὐλογία, χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παίρνομε. Φωτιά παίρνομε.

            Ἀλλά τί κάνομε; Δέν εἴμαστε συνεπεῖς. Ρίχνομε πάνω στή φωτιά στάχτη. Καί μακάρι νά ρίχναμε μόνο στάχτη... Ἀλλά ρίχνομε καί ἄλλα πράγματα γιά νά τήν σβύσομε. Γιατί;

            Γιατί δέν κυνηγᾶμε μέ τόν πόθο πού πρέπει τό φῶς τοῦ Θεοῦ.

            Ὁ Μωυσῆς καί οἱ τρεῖς Παῖδες μποροῦσαν νά κάνουν μεταβολή καί νά συνεχίσουν τήν ζωίτσα τους. Ἀλλά δέν τό ἔκαναν. Γιατί δέν τό ἔκαναν; Γιατί κατάλαβαν, ὅτι τό νά ζεῖ κανείς κοντά στό Θεό, εἶναι πολυτιμότερο ἀπό ὅλους τούς θησαυρούς, ἀπό ὅλες τίς χαρές καί ἀπό ὅλες τίς ὀμορφιές τοῦ κόσμου τούτου.

            Χθές ἡ Πεντηκοστή, σήμερα ἡ ἑορτή τῆς σύναξης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού τήν λέμε ἁπλᾶ: τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γιατί μέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁλοκληρώνεται ἡ φανέρωση Πατρός, Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτή τήν Ἁγία Τριάδα νά μάθομε νά τήν προσκυνοῦμε ὅπως πρέπει.

            Ὁ καθένας μας ὀφείλει νά κάνει μιά τολμηρή ἐνέργεια.     Ἐκείνη πού ἔκανε ὁ Μωυσῆς. Ἐκείνη πού ἔκαναν οἱ τρεῖς Παῖδες. Νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός. Ἀμήν.-

           

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration