Ζωηφόρος

Χριστούγεννα. Μεγαλεία και αγάπη. Εμείς και ο Χριστός, του π. Μελετίου Καλαμαρά

Μιά καί γιορτάζομε τήν μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, εἶναι καλό νά ἀφιερώσουμε τήν ὁμιλία αὐτή στή δόξα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἁγίας Γεννήσεώς Του.

 

            Λέγει ἕνα τροπάριο τῶν Χριστουγέννων:

            «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀκολουθήσωμεν λοιπόν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετά τῶν μάγων ἀνατολῆς τῶν Βασιλέων».

            -Πᾶμε, πᾶμε νά δοῦμε.

            Ἔτσι εἶπαν οἱ μάγοι.

            Πᾶμε, πᾶμε νά δοῦμε· καί ξεκίνησαν.

            Περπατοῦν, ὁ Θεός ξέρει πόσο καί ψάχνουν μέσα στήν ἔρημο, γιά ποιόν; Γιά ἕνα βασιλιά. Γιά ποιόν βασιλιά;

            Γιά τόν ἕνα καί μοναδικό βασιλιά. Ἕνα βασιλιά ἀνώτερο ἀπ’ ὅλους τούς βασιλιάδες τοῦ κόσμου. Τί φαντάζονται; Τί φέρνουν μέσα στό μυαλό τους; Τί ὁραματίζονται;

            Μεγαλεῖα πού κανείς δέν μπορεῖ νά τά φαντασθεῖ.

            Καί τί βρίσκουνν; Τί ἀντιμετωπίζουν ὅταν βρίσκονται ἀπέναντί του. Θά τό ποῦμε λίγο παρακάτω. Τί περιμένουν νά βροῦν; Ἕνα βασιλιά πού γεννήθηκε. Ἕνα βρέφος.

            Τά βρέφη εἶναι λίγο-πολύ ἴδια. Μωρουδάκια, χαριτωμένα, πολύ τρυφερά καί πολύ μικρά. Καί λίγο-πολύ ὅλα κλαῖνε.

            Τί περιμένουν νά ἰδοῦν οἱ μάγοι; Ὄχι ἕνα διαφορετικό μωρό ἀλλά ἕνα διαφορετικό περιβάλλον.

            Παραδείγματος χάριν: Ὅταν γεννήθηκε ὁ γιός τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος, ὁ ὁποῖος ἀπό τήν κούνια του ὀνομάσθηκε «αὐτοκράτωρ Ναπολέων ὁ Β΄», τοῦ ἔκαναν δῶρο μιά χρυσῆ κούνια γεμάτη διαμάντια, μπριλάντια, στολίδια κ.λ.π. Μόλις ἀκούσθηκε ἡ εἴδηση ὅτι ἐγεννήθη, χτύπησε ἡ καμπάνα καί ἔπεσαν κανονιές, 101 τόν ἀριθμό. Ὅρμησαν ὅλοι, μικροί καί μεγάλοι γιά νά τοῦ κάνουν δῶρα, τοῦ κόσμου τά δῶρα.

            Οἱ μάγοι λοιπόν ἔφτασαν στήν Ἱερουσαλήμ, στά ἀνάκτορα τοῦ Ἡρώδη καί περίμεναν νά τούς ὑποδείξει κάποιο ἀνάκτορο, ἀκόμα πιό μεγάλο ἀπό τό δικό του, γιά νά πᾶνε νά βροῦν τό βασιλέα πού τούς ἀνάγγειλε ὄχι κανονιά, ὄχι καμπάνα, ἀλλά ἕνα ἀστέρι ἀπό τόν οὐρανό.

            Καί ὅταν ἔφυγαν ἀπό τόν Ἡρώδη γιά τήν Βηθλεέμ, γιά βᾶλτε στόν νοῦ σας, τί θά φανταζόταν οἱ Μάγοι τῆς Περσίας... Σάν πῶς θά εἶναι αὐτή ἡ Βηθλεέμ. Νά λοιπόν μπροστά τους πάλι τό ἀστέρι. Περιπατοῦν ἀκολουθώντας το. Κοιτάζοντας τό ἀστέρι. Ἐδῶ τό ἀνάκτορο, ἐκεῖ τό ἀνάκτορο... Τίποτε δέν φαίνεται.

            Τελικά πῆγε τό ἀστέρι καί στάθηκε πάνω ἀπό ἕνα σταῦλο. Ἐκεῖ οἱ Μάγοι πού ὅπως λέει τό τροπάριο «ἦταν Περσῶν Βασιλεῖς», στάθηκαν καί ἔμειναν κατάπληκτοι. Τί τούς κατέπληξε. Διαβάζουμε ἕνα τροπάριο μέσα στήν ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων, πού τό λέμε «ὑπακοή» καί λέει: «Οὕς κατέπληττε, οὐ σκῆπτρα καί θρόνοι ἀλλά ἐσχάτη πτωχεία. Τί γάρ εὐτελέστερον σπηλαίου; Τί δέ ταπεινότερον σπαργάνων;».           Ἐπῆγαν στό σταῦλο καί εὑρῆκαν τά ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπό ἐκεῖνα πού φαντάζονταν καί περίμεναν καί ἔμειναν κατάπληκτοι. Τά ἔχασαν. Χειρότερο ἀναποδογύρισμα τῶν ἀξιῶν, ὅπως τίς πίστευαν, δέν περίμεναν ποτέ νά δοῦν στόν κόσμο. «Οὕς καί κατέπληττε οὐ σκῆπτρα». Ὄχι γιατί εἶδαν ἐκεῖ  σκῆπτρα πολυτιμώτερα ἀπό ἐκεῖνα πού εἶχαν ἰδεῖ μέχρι τότε. «Οὐ θρόνοι», ὄχι γιατί ἀντίκρυσαν κάποιο θρόνο, μεγαλύτερο, ὡραιότερο, ὑψηλότερο, πιό στολισμένο ἀπό αὐτούς πού εἶχαν μέχρι τότε δεῖ. Ἀλλά τούς κατέπληττε ἡ «ἐσχάτη πτωχεία».

            Ἐκείνη τήν ἐποχή, ἀδελφοί μου, ἡ φτώχεια δέν ἦταν σάν τή σημερινή. Ἦταν δέκα φορές χειρότερη. Σπίτι δέν ὑπῆρχε γιά τούς πτωχούς. Κοιμόντουσαν στό δρόμο καί σέ φυσικά σπήλαια. Μαζί τους ἦταν τό γουρούνι, ἡ ἀγελάδα καί τό σκυλί. Ἀπό κάτω ἦταν λάσπη καί χῶμα. Καί οἱ μυρωδιές τῶν ζώων ἦταν κάτι τό συνηθισμένο γιά τούς φτωχούς ὅπως ἡ πεῖνα καί ἡ γύμνια.

            Ὅσοι εἶναι μεγάλης ἡλικίας ξέρουν καί θυμοῦνται τί σημαίνει γύμνια καί πεῖνα, γιατί λίγο-πολύ τουλάχιστον τή γερμανική κατοχή τή ζήσαμε. Λέγει λοιπόν τό τροπάριο, πού μιλάει γιά μιά ἐποχή πού ἡ φτώχεια ἦταν πολύ μεγάλη στόν κόσμο: Ὅτι κατεπλάγησαν οἱ μάγοι ἀπό τήν «ἐσχάτη πτωχεία». Φτώχεια τέτοια πού δέν μποροῦσαν νά τήν φαντασθοῦν. «Τί γάρ εὐτελέστερον σπηλαίου;»

            Ἀντί γιά σπίτι μιά φυσική σπηλιά. Οἱ σταῦλοι δέν ἦταν αὐτά πού εἶναι σήμερα. Ἦταν σπηλιές μέσα στά βράχια πού ἐκεῖ μάζευαν τά ζωντανά τους, ἀνοιχτές μπροστά.

            «Καί τί ταπεινότερον σπαργάνων;» Πῶς νά σπαργάνωναν οἱ πτωχοί τά παιδιά τους; Ἄς μή θυμηθοῦμε πῶς τά σπαργανώνουμε σήμερα καί πῶς ἀλλάζουμε. Κάθε πόση ὥρα καί μέ τί μοσχοσάπουνα τά πλένουν καί μέ τί ποῦδρες, μή τυχόν καί πάθουν καμιά μόλυνση. «Τί γάρ εὐτελέστερον σπηλαίου; Καί τί ταπεινώτερον σπαργάνων;»  Ἀλλά προσθέτει τό τροπάριο: «ἐν οἷς διέλαμψεν ὁ τῆς θεότητος σου πλοῦτος».

            Τί λέει αὐτό; Ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό στολίσματα γιά νά φανεῖ ὅτι εἶναι Θεός. Οὔτε ἀπό ἐξωτερικά μεγαλεῖα. Καί ὅσο πιό ταπεινά καί πιό ἁπλά ἦλθε, τόσο πιό πολύ ἐφάνη «ὁ τῆς θεότητος πλοῦτος».

            Ἀλλά ἄς σταθοῦμε τώρα στούς μάγους. Ψάχνουν γιά βασιλιά, γιά ἀνάκτορα, γιά παλάτια καί βρίσκουν τό σπήλαιο, τή φάτνη, τά σπάργανα. «Ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός;» Ποιό εἶναι τό ἀνάκτορό του; Ἕνας σταῦλος γεμᾶτος βρῶμες καί δυσωδίες. Γεμᾶτος κοπριές. Τί θέλει νά πεῖ; Ὅτι κατέβηκε σ’ ἕνα κόσμο, ἠθικά γεμᾶτο κοπριές, γεμᾶτο δυσωδία.

            Ποιό εἶναι ἡ κούνια του; Τό παχνί τῶν ζώων. Τί ἔχει;         Ἄχυρα, ἄχυρα, ξερά χορτάρια. Ὅπως ξερές ἦταν καί οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ξερές ἀπό τήν ἁμαρτία, χωρίς ζωή. Ποιά εἶναι τά χρυσά του ροῦχα, τά διαμάντια, τά στολίσματα; Ψάξε νά τά βρεῖς. Δέν ὑπάρχει τέτοιο πρᾶγμα. Ἦταν ράκη, «ράκη σπαργανοῦται ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας». Ὅπως εἶχαν κάνει οἱ ἄνθρωποι ράκη τήν ψυχή τους καί τό νόμο τοῦ Θεοῦ μέ τίς παραβάσεις. Καί ἡ θέρμανση; Ὅταν κανείς ἔχει ἕνα παιδάκι, ἀνάβει φωτιά γιά νά ζεσταίνεται καί ἡ μητέρα πού τό γέννησε καί τό παιδί.

            Ποιά ἡ θέρμανση μέσα στό σπήλαιο; Οἱ πατέρες ἀπαντοῦν: Μόνο τά χνῶτα τῶν ζώων.

            Προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί πρέπει νά προσπαθεῖ νά ζεστάνει λιγάκι τήν καρδιά του, μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μέ τή λογική τή δική του πού τόν σπρώχνει στίς ἐνέργειες τῶν ἀλόγων.

            Καί ἀρώματα; Ἀρώματα εἶναι οἱ κοπριές. Κοπριές ἐτῶν, πού ἔχουν κάνει πλέον τό περιβάλλον νά ἔχει μιά μόνιμη καί βαριά μυρωδιά.

            Καί οἱ ἐθιμοτυπίες;

            Εἴπαμε γιά τόν Ναπολέοντα. Οἱ καμπάνες καί οἱ 101 κανονιές. Καί ἀπό τή στιγμή πού γεννήθηκε, ἄρχισαν ὅλοι  νά ψέλνουν καί νά τραγουδᾶνε, «εἰς πολλά ἔτη δέσποτα», «εἰς πολλά ἔτη δέσποτα». Γιά τό βασιλιά, πολυχρόνιος· καί «πολυχρόνιον ποιῆσαι».

            Γιά τό Χριστό; Σιγή ἀπόλυτη.

            Ποιός νά φωνάξει; Ποιός; Καί χειροκροτήματα. Ἄν περπατούσανε μέσα στό σταῦλο ἀκουστήκανε τά πόδια τους.             Γιατρός; Ψάξε νά τόν βρεῖς, ἄν ὑπάρχει πουθενά;

            Αὐτό ἦταν τό περιβάλλον τό ὁρατό καί τό αἰσθητό τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χρσιτοῦ. Οὔτε θρόνοι, οὔτε μεγαλεῖα ἀλλά «ἐσχάτη πτωχεία». Ἀλλά ὑπῆρχαν καί μεγαλεῖα. Γιατί ὁ Θεός καί μέσα στήν ἐσχάτη πτωχεία δέν μπορεῖ νά κρυφτεῖ. Ἤ μᾶλλον μέσα στή ἐσχάτη πτωχεία δείχνει πιό ὡραῖο τό πνευματικό του μεγαλεῖο.

            Γιά νά δοῦμε μερικά πνευματικά μεγαλεῖα.

Πρῶτον, γεννήθηκε ἀπό μιά μητέρα ἀλλά παρθένο· μοναδικό φαινόμενο στόν κόσμο. Μοναδική περίπτωση. Γεννήθηκε ἄνθρωπος ἀπό μητέρα παρθένο. Καί παρθένο πνευματικά, σωματικά καί ψυχικά, ἀμόλυντη ἀπό τήν ἁμαρτία. Τί νά καταλάβει ὁ ταλαίπωρος κόσμος ἀπό αὐτά. Ὅσο καταλαβαίνει ὁ γάϊδαρος ἀπό χοσιάφι, πού λένε οἱ ἀνατολίτες.    Πού νά καταλάβει ὁ κόσμος, τί σημαίνει μεγαλεῖο τῆς παρθενίας καί μητέρα παρθένος σωματικά καί ψυχικά.

Δεύτερο, ἕνα ἀστέρι περπατάει στόν οὐρανό.

Περπατάει ὄχι ἄλογα, μηχανικά ὅπως περπατᾶνε τά ἀστέρια, τά ἀληθινά ἀστέρια ἀλλά περπατάει λογικά. Ὅπου θέλει σταματᾶ καί ὅπου θέλει προχωρᾶ καί συνεχίζει. Ὅπου θέλει κρύβεται καί ὅπου θέλει ξαναεμφανίζεται. Ὁ Ἡρώδης ὅσο καί ἄν κοίταζε τόν οὐρανό δέν τό εἶδε, οὔτε τό κατάλαβε. Γιατί ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τό ἀστέρι ἦταν ἀρχάγγελος, ὁ ὁποῖος πῆρε ἀπό τό χέρι τούς μάγους γιά νά τούς ὁδηγήσει ἐκεῖ πού ἤθελε. Ποιός ξαναεῖδε τέτοιο μεγαλεῖο;

Τρίτον, οἱ μάγοι ἦταν «Περσῶν Βασιλεῖς». Βασιλεῖς τῆς Ἀνατολῆς. Τό λένε τά τροπάρια, τό λέει καί ἡ ἱστορία. Ἔτσι ἦταν, οἱ Μάγοι τῆς Περσίας. Ἦταν ἀνώτεροι καί ἀπό τό βασιλιά, τόν ἔκαναν ὅτι θέλανε. Αὐτοί οἱ Μάγοι ξεκινᾶνε νά προσκυνήσουν τό Χριστό. Κατά μία ἐκδοχή περπάτησαν δύο ἤ δύομισυ χρόνια ψάχνοντας πρίν  νά γεννηθεῖ. Καί τόν βρῆκαν στή Βηθλεέμ λίγο μετά τήν γέννησή του. Ἔτσι εἶναι ἡ σωστή ἑρμηνεία, τήν ὁποία δίδουν τά Εὐαγγέλια.

Ὑπάρχουν καί μερικοί πού λένε ὅτι μόλις γεννήθηκε ὁ Χριστός, τότε φάνηκε τό ἀστέρι καί πήγανε δυόμισυ χρόνια μετά ἤ πολύ καιρό μετά.

Ἀλλά σημασία ἔχει ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί περπατοῦν. Ὄχι ὅπως κάνουμε ἐμεῖς ὅταν θέλουμε νά πᾶμε μία ἐπίσκεψη ἕνα δεκάλεπτο, ἕνα πεντάλεπτο. Καί ὁ σκοπός τῆς ἐπίσκεψής μας εἶναι μιά χειραψία, ἤ δύο λόγια πού ἐκφράζουν τά συγχαρητήριά μας. Οἱ μάγοι περπατοῦν μέ τίς μέρες μέ τούς μῆνες, μέ τά χρόνια ψάχνοντας νά βροῦν τόν τεχθέντα βασιλέα.

Μάγοι Περσῶν Βασιλεῖς. Πηγαίνουν τόν βρίσκουν καί τόν προσκυνοῦν. Τί προσκυνοῦν; Ἕνα βρέφος «εἰς ἐσχάτην πτωχείαν». «Ταπεινότατον βρέφος μέσα σ’ ἕνα σπήλαιο». Γιατί;          Γιατί ἦταν ἀπόλυτα σίγουροι ἀπό ἐκεῖνο πού εἶδαν στόν οὐρανό, ὅτι τό βρέφος ἦταν ὁ Βασιλεύς τοῦ κόσμου, ἀνώτερος ἀπό ὅλους τούς βασιλεῖς. Ποιός ξαναεῖδε τέτοιο μεγαλεῖο. Κανένας στόν κόσμο· ποτέ.

Μόλις γεννήθηκε ὁ Χριστός μερικοί ποιμένες  φυλᾶνε τά πρόβατά τους. Ξαφνικά βλέπουν τό σκοτάδι τῆς νύκτας νά ἐξαφανίζεται καί νά γεμίζει ὁ κόσμος ἀπό οὐράνιο φῶς. Θά λέγαμε σήμερα «ἄκτιστο φῶς». Τό φῶς τῆς θεότητος.

Καί βλέπουν γύρω τους ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι τούς λένε: «Ἰδού, εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ ὅς ἐστίν Χριστός Ἰησοῦς». Πηγαίνετε νά τόν προσκυνήσετε. Ἀμέσως ἄκουσαν μιά ὡραία ψαλμωδία: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη...»

Πόσοι ἀκοῦνε νά ψέλνουν ἄγγελοι; Καί πότε ἄλλοτε ξαναακούστηκε τέτοιος ὕμνος. Ἄκουσε καί ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἕναν ὕμνο: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Κύριος Σαβαώθ». Στό οὐρανό ἐπάνω.

Αὐτή τή φορά ὁ ὕμνος δέν ἀκούγεται ἀπό τόν οὐρανό ἀλλά ἀκούγεται ἀπό τούς ἀγγέλους πού βρίσκονται στή γῆ. Ἔχουν κατέβη στή γῆ. Εἶναι γύρω ἀπό τό σπήλαιο τῆς Βηθλέεμ καί ψάλλουν καί δοξολογοῦν μέ τά λόγια: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Μπροστά μας βρίσκεται ἡ εἰρήνη καί «ἡ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Δέν φάνηκε τέτοιο μεγαλεῖο ποτέ. Ἀσφαλῶς θά ἔγιναν καί πολλά θαύματα. Αὐτά πού ἀναφέραμε εἶναι τά μεγαλύτερα.

Θά κάνουμε τώρα μνεία καί γιά ἕνα ἄλλο θαῦμα, πού ἀναφέρουν οἱ παραδόσεις.

Ὅταν ὁ Ἰωσήφ εἶδε ὅτι γεννήθηκε ὁ Χριστός ἔψαξε νά βρεῖ φωτιά. Περπατάει λοιπόν καί φτάνει κάπου πού ἔβλεπε φῶς μέσα στό σκοτάδι. Ἦταν ἕνας τσοπάνης καί εἶχε ἀνάψει λίγη φωτιά γιά νά ζεσταίνεται. Τά πρόβατα γύρω ἐκοιμοῦντο. Πιό πέρα ἦταν τά σκυλιά πού τά φύλαγαν. Πλησιάζει ὁ Ἰωσήφ καί τά σκυλιά σιωποῦν. Στέκονται μέ εὐλάβεια μπροστά του.

Προσπαθεῖ νά πατήσει κάπου γιά νά πλησιάσει στή φωτιά. Δέν ὑπάρχει τόπος γιατί τά πρόβατα εἶναι τό ἕνα δίπλα στό ἄλλο. Πατάει ἐπάνω στά πρόβατα καί τά πρόβατα δέν μετακινοῦνται. Πλησιάζει καί  λέγει στό τσοπάνη:

-Θά μοῦ δώσεις λίγη φωτιά. Μόλις  γεννήθηκε ἕνα βρέφος.

-Πάρε, τοῦ λέει, ἀλλά ποῦ θά τή βάλεις;

Ὁ Ἰωσήφ σήκωσε τό ροῦχο του, πῆρε κάρβουνα καί τά ἔβαλε μέσα. Κράτησε τά κάρβουνα ὅπως τά κρατούσαμε στό σιδερένιο κουβά, καί προχωροῦσε.

Τότε ὁ τσοπάνης, ἔκανε ὅτι θά κάναμε ἐμεῖς σήμερα: τό σταυρό μας θά κάναμε καί θά λέγαμε, «δόξα σοι Κύριε, τί εἶναι αὐτά πού βλέπω»;

Ἀλλά ἐκεῖνος μή ἔχοντας ἀκόμη σταυρό εἶπε «δόξα σοι Κύριε» τί νύχτα εἶναι αὐτή; Τά σκυλιά δέν γαυγίζουν. Τά πρόβατα δέν κινοῦνται. Καί τά καρβουνα δέν καῖνε. Τί παιδί εἶναι αὐτό πού γεννήθηκε;

Ὅσο νά πεῖ τά λόγια αὐτά, ἄκουσε τόν ὕμνο: «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ...» καί ἔτρεξε πίσω ἀπό τόν Ἰωσήφ γιά νά προσκυνήσει τόν τεχθέντα Βασιλέα.

            Ἀδελφοί μου. Ἀθλιότητα, φτώχεια καί ταπείνωση, πού οὔτε νά τήν συλλάβει μπορεῖ ἀνθρώπου διάνοια. Αὐτά πού λέμε ἐμεῖς δέν μποροῦν νά περιγράψουν ἐκεῖνα πού ἔγιναν.      Ἀλλά καί μεγαλεῖα πού ποτέ δέν ξαναεμφανίστηκαν στόν κόσμο.

            Ἐρώτημα: Γιατί ἐγεννήθη στό σταῦλο ὁ Χριστός καί δέν γεννήθηκε κάπου ἀλλοῦ;

            Ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος. Εἶναι πανένδοξος, εἶναι δίκαιος καί εἶναι πάνσοφος.

            Ὁ Θεός ἔχει παντοδυναμία, ἀπέραντη παντοδυναμία. «Τά πάντα δύναται, ἀδυνατεῖ δέ αὐτῷ οὐδέν», λέει σέ κάποιο μέρος ἡ Ἁγία Γραφή. Θά θυμηθοῦμε ἕνα στῖχο ἀπό τόν ψαλμό  πού τόν λέμε κάθε βράδυ στόν ἑσπερινό, τόν προοιμιακό, πού περιγράφει τό μεγαλεῖο τοῦ Κυρίου καί τῆς δημιουργίας του: «Ὁ ἐπιβλέπων ἐπί τήν γῆν καί ποιῶν αὐτήν τρέμειν, ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καί καπνίζονται».

            Γιά φαντασθῆτε δύναμη. Τό βλέμμα Του γυρίζει μόνο, κοιτάζει τή γῆ καί τρέμει ἡ γῆ. «Ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καί καπνίζονται». Τί σημαίνει «ἁπτόμενος τῶν ὀρέων»; Τί πιό συμπαγές καί πιό σκληρό ὑπάρχει ἀπό τά βουνά. Μερικά βουνά μάλιστα π.χ. τῆς Πίνδου δέν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπό πέτρα. Μιά συμπαγής πέτρα. Ὅλα τά τεχνικά μέσα τῆς συγχρόνου ἐποχῆς δυσκολεύονται νά τή σπάσουν.

            Καί λέει «ἁπτόμενος τῶν ὀρέων». Ἔτσι νά κάνει τό δακτυλάκι του ὁ Θεός πάνω σ’ ἕνα βουνό νά τό χαϊδέψει καπνίζεται, γίνεται καπνός. Διαλύεται σέ καπνό.

            Ὁ Θεός εἶναι πανένδοξο φῶς, λάμπει, ὁλόλαμπρος. Ὁ ἥλιος εἶναι ἕνα δημιούργημά του. Καί ἄν αὐτός λάμπει τόσο πού ὁ ἄνθρωπος μέ ὅλες του τίς τέχνες δέν κατόρθωσε νά βρεῖ φῶς πού νά ἐπισκιάσει τόν ἥλιο, φαντασθῆτε τώρα τί φῶς εἶναι ὁ δημιουργός. Πού ὅσες φορές ἐμφανίστηκε καί τό θέλησε, ἐσκοτίσθη ὁ ἥλιος. Καί στή Μεταμόρφωση καί σέ ἄλλες περιπτώσεις σκοτίσθηκε ὁ ἥλιος. Δηλαδή ἐφάνηκε σάν νά σβήνει ὁ ἥλιος μπροστά του, νά μήν ἔχει φῶς. Τέτοιο εἶναι τό φῶς τῆς δόξης τοῦ δημιουργοῦ τοῦ ἡλίου, τοῦ Κυρίου.

            Ὅσες φορές ἔχουν ἐμφανισθεῖ τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ σέ ἀνθρώπους, ἔπεσαν κάτω μή ἀντέχοντας νά τά ἰδοῦν. Ἀλλά τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ ὅταν βρίσκονται ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ἑξαπτέρυγα ὄντα, μέ τίς δύο πτέρυγες «κατακαλύπτουν τά πρόσωπα ἑαυτῶν». Σκεπάζουν τά μάτια τους διότι ὅπως λέγει μιά εὐχή. Δέν ἀντέχουν, δέν τό φέρουν, δέν μποροῦν νά τό ἀντέξουν νά κοιτάζουν κατά πρόσωπο τόν Θεό.

            Ἄν οἱ ἄγγελοι κάνουν αὐτό, νά ρωτήσουμε τόν ἑαυτό μας, τί θά κάναμε ἐμεῖς ἄν βλέπαμε ὁλόκληρη τή δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔχομε μία μαρτυρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, πώς ὅταν ὁ Μωϋσῆς ἀνέβη ἐπάνω στό ὄρος Σινά γιά νά πάρει τόν νόμο ἀπό τόν Παντοκράτορα Θεόν καί ἐκουβέντιασε μαζί του πρόσωπο πρός πρόσωπο... Κατέβηκε στό στρατόπεδο τοῦ λαοῦ μέ σκεπασμένο τό πρόσωπό του γιά νά μποροῦν νά τόν βλέπουν. Καί τί ἦταν; Ἕνας ἄνθρωπος πού ἁπλῶς εἶδε τόν Θεό τῆς δόξης.

            Ὅπως κατέπληττε μάγους ἡ ἐσχάτη πτωχεία ἔτσι καταπλήττει καί τό ἀνέκφραστο καί ἀνεξιχνίαστο μεγαλεῖο τῆς θεότητος.

            Εἴπαμε ὅμως ὅτι ὁ Θεός εἶναι δίκαιος. Τί σημαίνει δίκαιος;

Ἔκανε ὁ Ἀδάμ μία ἁμαρτία. Τί ἁμαρτία ἦταν;

            Ἀπό ἐκεῖνες πού ἐμεῖς κάνουμε καμιά πεντακοσαριά τήν ἡμέρα. Ἐμεῖς, ἐννοῶ, ἐμεῖς πού εἴμαστε ἐδῶ μέσα οἱ καλοί ἄνθρωποι. Γιατί καμιά πεντακοσαριά φορές τήν ἡμέρα προτιμᾶμε κάτι ἄλλο ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ἔκαναν οἱ πρωτόπλαστοι. Καί ἐμεῖς στή θέση τους θά τά εἴχαμε ὅλα ἰσοπεδώσει. Καί ὁ Θεός πέταξε τόν Ἀδάμ ἔξω ἀπό τόν παράδεισο. Μαζί του κατεκρίθη ὅλος ὁ κόσμος. Γιατί; Γιατί δέν ἔχει καμιά σχέση ὁ Θεός ὁ Ἅγιος μέ τήν ἁμαρτία. Οὔτε ἄφησε, οὔτε θά ἀφήσει ἁμαρτία ἀτιμώρητη.

            Καί γιά νά τιμωρήσει τήν ἁμαρτία ὅπως τῆς ἔπρεπε, τήν ἐτιμώρησε στό πρόσωπο τοῦ μεγαλύτερου ἐκπροσώπου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ποιός ἦταν αὐτός; Ὁ Υἱός τῆς Παρθένου. Ἐκεῖνος πού ἑνώθη μέ τόν μονογενῆ Υἱό τοῦ Θεοῦ σέ ἕνα. Καί δέν μπορεῖ κανείς νά ξεχωρίσει ποιός ἦταν ὁ ἄνθρωπος καί ποιός ἦταν ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γιατί Θεός καί ἄνθρωπος ἔγιναν ἕνα. Ἐτιμώρησε λοιπόν ὁ Θεός στό πρόσωπό τοῦ Χριστοῦ τήν ἁμαρτία.

            Καί ἦρεν τήν ἁμαρτία , σήκωσε ἐπάνω του τήν ἁμαρτία ὅλου τοῦ κόσμου. Ὁ Ἀδάμ παρότι ἦταν ὁλοκάθαρος ὅταν ἁμάρτησε, ὅσο μικρή καί ἄν ἦταν ἡ ἁμαρτία του ἔγινε αἴτιος θανάτου καί ἄξιος θανάτου. Ὁ ὁλοκάθαρος Ἰησοῦς Χριστός ἐβάστασε τή τιμωρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Καί γι’ αὐτό ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, ἀδελφοί μου, ὅποιος ἐπικαλεῖται τό ὄνομά του, σώζεται ἀπό ὅλα τά βάρη τῶν ἁμαρτιῶν του. Ὅσες καί ἄν εἶναι, διά τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Γιατί πλήρωσε Ἐκεῖνος γιά τίς ἁμαρτίες μας, ὅλων μας. Καί ἡ μόνη μέθοδος γιά  νά συγχωρηθοῦμε εἶναι νά ἐπικαλεσθοῦμε τό Χριστό, νά πληρώσει καί γιά τίς δικές μας ἁμαρτίες. Νά ὑπολογίσει μέσα στή πληρωμή πού ἔκαμε καί τίς δικές μας ἁμαρτίες.

            Γιά νά τό κάνει δέν χρειάζεται τίποτε ἄλλο παρά νά τόν ἐπικαλεσθοῦμε. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σωτήρα καί Λυτρωτή μας, ἐλέησέ μας μέ τήν ἀξία τοῦ θανάτου σου πάνω στό σταυρό».

            Καί γιά νά τόν ἐπικαλεσθοῦμε ἐπίσημα, ἐξομολογούμεθα καί κοινωνοῦμε τό σῶμα του καί τό αἷμα του καί ἐλεούμεθα. Ὅποιος τό κάνει ἔχει τή σιγουριά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Κάτι περισσότερο ἀπό τό ληστή. Αὐτή εἶναι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι καί πάνσοφος ὁ Θεός.

Λέει ἕνας μεγάλος φυσιοδίφης: Θέλεις νά ἰδεῖς πόσο σοφός εἶναι ὁ Θεός; Βγές στό χωράφι· πάρε ἕνα λουλουδάκι, τό μικρότερο πού θά βρεῖς. Ἄν μπορεῖς ἐξερεύνησέ το. Κοίταζέ το μέ τίς ἡμέρες. Μέ τά μεγαλύτερα μικροσκόπια, κάνε χημικές ἀναλύσεις νά ἰδεῖς τή μυρωδιά του, τήν εὐωδία του, τή χάρη του, τήν ὀμορφιά του. Τί νά πρωτοθαυμάσει κανείς. Πάρε τό μάτι ἑνός κουνουπιοῦ καί κοίταξέ το. Ποιός θά μπορέσει ποτέ νά περιγράψει τί μεγαλεῖο εἶναι αὐτό τό ματάκι, τό τόσο μικρό! Πάρε τό φτερό μιᾶς μύγας. Ἄν μπορεῖτε νά τό φανταστεῖτε! Εἴκοσι χρόνια ἕνας ἐπιστήμονας μελετοῦσε τά φτερά τῆς μυίγας καί κόντεψε νά τρελλαθεῖ ἀπό τό μεγαλεῖο πού ἔχουν τά φτερά τῆς μυίγας.

Ἀπ’ ὅπου καί νά κοιτάξει κανείς τό Θεό, ἀδελφοί μου, δέν χρειάζεται πολύ φιλοσοφία νά δεῖ τήν σοφία του.

            Ἐρώτημα τώρα. Ἄν ὁ Χριστός παρουσιαζόταν μέ ὅλη του τή δύναμη, μέ ὅλη του τή δόξα, μέ ὅλη του τή λαμπρότητα, μέ ὅλη του τή σοφία καί μέ ὅλη του τή δικαιοσύνη, τί θά κάναμε; Ἄν οἱ Ἑβραῖοι δέν ἄντεξαν νά βλέπουν τοῦ Μωϋσῆ τό πρόσωπο ἀλλά λιποθύμησαν καί εἶπαν: «φύγε καί μή μᾶς μιλᾶς, κάνε ὅτι ξέρεις, ἀλλά οὔτε τή φωνή τοῦ Θεοῦ νά ἀκοῦμε οὔτε τό πρόσωπό σου νά βλέπουμε, ἄν θέλεις νά σταθοῦμε ζωντανοί καί νά μπορέσουμε νά ἀκούσουμε τί λές».

            Ἄν ἔτσι ἔγινε μέ τόν Μωυσῆ, ἄν μᾶς ἐμφανιζόταν ὁ Θεός μέ τά μεγαλεῖα του, πῶς θά μπορούσαμε ποτέ οἱ ἄνθρωποι νά σταθοῦμε μπροστά του, νά καταλάβουμε κάτι ἀπό τόν λόγο του καί νά ὠφεληθοῦμε;

Γι’ αὐτό, ὁ Χριστός ἔκρυψε, σκέπασε, κάλυψε, τό μεγαλεῖο τῆς θεότητός του. Κρύπτει τή δύναμη καί παρουσιάζει τήν ἀδυναμία τοῦ βρέφους. Κρύπτει τή δικαιοσύνη καί δείχνει ἕνα τρυφερό χαμόγελο. Ἕνα τρυφερό χαμόγελο ἑνός μωροῦ. Ποιός βλέπει μικρό παιδάκι νά χαμογελάει καί δέν γεμίζει ἡ καρδιά του γλυκύτητα.

Θά θυμηθοῦμε μιά ἱστορία πού εἶναι ἀληθινή, δέν εἶναι παραμύθι.

Δύο παιδάκια μικρά τά εἶχαν ρίξει, στό δάσος. Ἐκεῖ πῆγε μιά λύκαινα, βρῆκε τά μωρά τά θήλασε καί τά μεγάλωσε. Τέτοια γλυκύτητα ἔχουν τά μικρά παιδάκια. Εἶναι ὁ Ρῶμος καί ὁ Ρωμῦλος, οἱ ἱδρυτές τῆς Ρώμης. Ἀληθινή ἱστορία εἶναι· δέν εἶναι παραμύθι. Ἔχει γίνει καί ἄλλες φορές. Καί ἄλλα πολλά ἀνάλογα γίνονται στόν κόσμο. Τέτοια χάρη ἔχουν τά μικρά παιδάκια.

Μᾶς φοβίζουν τά βλοσυρά βλέμματα...

            Ὅποιος κι ἄν εἶναι, ὅσο δίκαιος, ὅσο ἐκλεκτός, ὅσο ἅγιος, ὅσο ἐνάρετος καί ἄν εἶναι, ἄν μᾶς κοιτάξει ἄγρια λυγίζομε, στενοχωρούμεθα. Ἀρχίζει ἡ καρδιά μας καί χτυπάει. Ἀκόμη καί νά ξέρουμε ὅτι εἶναι ὁ πιό μαλακός ἄνθρωπος τοῦ κόσμου.

            Ὁ Θεός δέν θέλησε νά τρομάξει κανένα. Οὔτε τόν πιό δειλό, οὔτε τόν πιό μαλακό, οὔτε τόν  πιό συναισθηματικό· κανένα. Γι’ αὐτό παρουσιάζεται βρέφος. Κρύπτει καί τή δόξα του. Παρουσιάζεται ταπεινός μέσα στό σπήλαιο. Ἐπαναλαμβάνομε:

            «Τί πτωχότερον σπηλαίου; καί τί ταπεινότερον σπαργάνων;»

            Τί σχέση ἔχει ὁ Θεός μέ ὅλα αὐτά; Πῶς τά ἀνέχεται; Δέν εἶναι ἀνάξια γιά τό μεγαλεῖο του;

            Ναί, ὁπωσδήποτε. Γιά τό Θεό ἐξευτελισμός καί ξεπεσμός εἶναι. Ὅπως θά τά θεωρούσαμε καί γιά τόν ἑαυτό μας.

            Ἀλλά γιά μᾶς εἶναι σωτηρία.

            Τί διαβάζομε στίς ἅγιες Γραφές. Ὁ Θεός ἔκανε τήν πιό φιλάνθρωπη ἐνέργεια, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ταπείνωση καί κένωση. Κένωση τί εἶναι; Ἄδειασμα. Ξεφόρτωμα. Δέν τοῦ ἔμεινε τίποτε δηλαδή. Κένωση σημαίνει: ἄδειασε ἐντελῶς. Ἐμεῖς σήμερα ὅταν ποῦμε γιά κάποιον ὅτι ὁ τάδε «τόν ἄδειασε» ἐννοῦμε ὅτι στήν κουβέντα τους, τόν ἔκανε νά βουλώσει τό στόμα του, νά μήν ἔχει κανένα ἐπιχειρήμα, τόν ἔκανε ράκος. Τόν ἔκανε ἕνα μηδενικό.

            Ἔτσι καί ὁ Θεός, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ὅταν κατέβηκε κάτω στή γῆ γιά μᾶς «ἐκένωσεν ἑαυτόν» ἄδειασε πρός χάρη μας. «Δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν».

            Ἡ Ἁγία Γραφή ἔχει ἕνα ὡραιότατο κείμενο πού ἀναφέρεται στήν κένωση καί τήν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππισίους ἐπιστολή:       «Προσέξτε ἀδελφοί. Μή συμπεριφέρεστε μεταξύ σας μέ ἐγωϊσμό καί μέ ἐρίθεια, ἐριστικά, ἀλλά μέ ταπεινοφροσύνη. Ὁ ἕνας νά μιλάει στόν ἄλλο σάν νά ἦταν μεγαλύτερός του, σάν νά ὑπερεῖχε. Μή κοιτάζετε πῶς νά ἐξασφαλίσετε τόν ἑαυτό σας τά δικά σας, τά χαρίσματά σας, τά πλεονεκτήματά σας. Τούς ἄλλους νά κοιτάζετε καί νά ἐνδιαφέρεστε γι’ αὐτούς. Νά σκέπτεσθε πῶς θά τούς φερθῆτε μέ περισσότερη καλωσύνη, ταπείνωση καί στοργή. «Τοῦτο φρονεῖτε, ὅ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ».          Ἕνα νά βάζετε στό νοῦ καί στήν καρδιά σας. Ἐκεῖνο πού ἔκανε καί ὁ Χριστός ὅταν ἦρθε κοντά μας. Ἔτσι νά πηγαίνετε καί ἐσεῖς κοντά στούς ἄλλους ἀνθρώπους. «Τοῦτο φρονείσθω ἐν ἡμῖν ὅ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», ὁ ὁποῖος «ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων», ἐνῶ ἦταν ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, Θεός τέλειος καί ἀληθινός, «οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ». Δέν φοβήθηκε μήπως χάσει τήν ἀξία του καί ξεπέσει μέ τό νά ταπεινωθεῖ, ὅπως τήν παθαίνομε ἐμεῖς καί φοβόμαστε μήπως πέσει ἡ μύτη μας, ἅμα τήν χαμηλώσουμε λιγάκι.

Καί ποῦ νά τή βροῦμε πιά στό ἔδαφος;...

            «Οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ». Δέν φοθήθηκε μήπως τή χάσει τή θεότητά του καί γι’ αὐτό θά ἔπρεπε νά τή κρατήσει γερά μή τοῦ φύγει. Ἀλλά «ἑαυτόν ἐκένωσεν» ἄδειασε ἐντελῶς τόν ἑαυτό του. «Μορφήν δούλου λαβών». Καί ἔγινε ὄχι ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἄνθρωπος μέ μεγαλεῖο ἔστω, ἀλλά ἔλαβε «μορφήν δούλου». Σάν ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος.

            «Ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος», καί «σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσε ἑαυτόν». Ἀφοῦ ἔγινε καί δοῦλος ἀκόμη μέ τήν μορφή τοῦ ἀνθρώπου, πῆγε ἀκόμα παρακάτω. Γιατί σάν δοῦλος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, ἑκούσια, ὁλοπρόθυμα.

            «Γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου». Ταπείνωνε ὅλο καί περισσότερο τόν ἑαυτό του, ὑπάκουος στό θέλημα τοῦ Πατέρα καί στό θέλημα τῶν ἀνθρώπων πού ἀντιμετώπιζε ὥστε ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ».

            Τί σημασία  ἔχει τό «σταυροῦ»;

            Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου». Δηλαδή ὄχι νά θεωρηθεῖ ἅγιος ὁ σταυρωμένος ἀλλά καταραμένος καί ἀφορισμένος.

            Γιατί δέν πιστεύουν οἱ Ἑβραῖοι μέχρι σήμερα;

            -Νά, λένε. Ἀφοῦ σταυρώθηκε εἶναι καταραμένος καί κατάρα. Πῶς νά πιστέψομε ἐμεῖς σέ καταραμένο. Αὐτή ἦταν ἡ ἀπέραντη ταπείνωση καί κένωση, τό ὁλοκληρωτικό ἄδειασμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Τό ὅτι «ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ».

            Λέει ἕνα ἄλλο τροπάριο: «Τί σοί προσενέγκωμεν Χριστέ ὅτι ὤφθης ἐπί γῆς ὡς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς;». Μέ τί νά σοῦ ποῦμε εὐχαριστῶ καί τί νά σοῦ προσφέρουμε; «Ἕκαστον γάρ τῶν ὑπό σοῦ γενομένων κτισμάτων τήν εὐχαριστίαν σοι προσάγει». Τά ἄλλα κτίσματα κάτι προσπάθησαν νά κάνουν καί  κάτι σοῦ προσφέρανε. Ἐκεῖνο πού εἶχαν.

            Οἱ ἄγγελοι, τόν ὕμνον.

            Οἱ οὐρανοί τόν ἀστέρα.

            Οἱ μάγοι τά δῶρα.

            Οἱ ποιμένες τό θαῦμα.

            Ἡ γῆ τό σπήλαιον.

            Καί ἐμεῖς; Ἐμεῖς πού εἴμαστε τώρα ἐδῶ; Τό τροπάριο συνεχίζει παρακάτω καί λέγει μιά ὡραία κουβέντα.

            «Ἡμεῖς δέ μητέρα παρθένον». Ἀλλά νά τό ἐρώτημα:

            Τί σχέση ἔχουμε ἐμεῖς μέ τή παρθένο;

            Ἐμεῖς τήν φτιάξαμε τή Παναγία γιά  νά τήν προσφέρομε;   Ἔχεις καμιά συμμετοχή καί εὐθύνη, γιά τό ὅτι ἡ Παναγία ἔγινε Παναγία; Πῆρε τίποτα ἀπό σένα; Πῶς θά πεῖς «ἡμεῖς δέ μητέρα παρθένον»;

            Αὐτό τό «ἡμεῖς δέ μητέρα παρθένον», εἶναι σάν νά τῆς φωνάζουμε:

            -Παναγία μου, ἱκέτευσέ τον καί παρακάλεσέ τον, γιατί ἐμεῖς δέν ἔχομε τίποτε. Καί ἐπειδή δέν ἔχομε τίποτε νά προσφέρομε στόν Υἱόν σου, καταφεύγομε σέ ἐσένα καί σέ παρακαλοῦμε. Φώναξε μαζί μας, τά λόγια μέ τά ὁποῖα τελειώνει τό τροπάριο: «Ὁ προαιώνων Θεός, ἐλέησόν ἡμᾶς».    Γιατί ἡ Παναγία σάν μητέρα τοῦ Κυρίου εἶναι ἐκείνη πού ἔχει τή μεγαλύτερη παρρησία γιά νά πρεσβεύει ὑπέρ ἀναξίων καί ἁμαρτωλῶν καί ἀμετανοήτων. Γι’ αὐτό καί εἶναι θησαυρός σωτηρίας καί πηγή ἀφθαρσίας καί θύρα μετανοίας. Ὁδηγός πρός τήν μετάνοια.

            Ἐμεῖς κολλᾶμε σέ ἐκεῖνα πού ὁ Χριστός τά κατηγόρησε ὅταν ἦρθε στή γῆ. Οἱ ἐνέργειες αὐτές πού ἔκαμε νά γεννηθεῖ στό σταῦλο καί νά τοποθετηθεῖ στό παχνί, μέσα στή βρῶμα καί στή δυσωδία ἦταν κατηγορία ἐναντίον τοῦ κόσμου καί τοῦ φρονήματός του. Ἄν ἦταν καλός ὁ πλοῦτος ὅπως τόν θεωροῦμε ἐμεῖς καί ψοφᾶμε νά ἀποκτήσουμε πλούτη, γιατί γεννήθηκε ὁ Χριστός φτωχός;

            Ἄν ἦταν καλά τά παλάτια καί δέν ζημίωναν τόν ἄνθρωπο, γιατί ὁ Χριστός γεννήθηκε σέ σταῦλο;

            Ἄν ἦταν ἡ ὀμορφιά ὠφέλιμη στόν ἄνθρωπο, γιατί δέν γεννήθηκε σέ ἕνα ὄμορφο μέρος παρά σ’ ἕνα σπήλαιο γεμᾶτο κοπριές;

            Ἄν ἡ δύναμη καί ἡ ἐξουσία ἦταν κάτι τό σπουδαῖο, δέν θά γεννιότανε βρέφος. Καί δέν θά δεχόταν νά κυνηγιέται καί νά φτάνει στήν Αἴγυπτο γιά νά κρυφτεῖ.

            Ἐσύ, ἀδελφέ, γιατί τά ἀνατρέπεις;

            Γιατί τίς ἀξίες πού βάζει ὁ Χριστός στόν κόσμο, ἐμεῖς τίς κάναμε τά ἄνω κάτω;

            Τί φοβᾶσαι; Μήπως ξεπέσεις κοντά στό Χριστό;

            Ἄς δοῦμε τί λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

            Γιά τήν ταπείνωση, πού ἔδειξε ὁ Χριστός, «ὁ Θεός αὐτόν ὑπερύψωσεν καί ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα». Ἡ ταπείνωση δέν βλάπτει λέει. Ὅσο περισσότερο ταπεινώσεις τόν ἑαυτό σου, τόσο ὁ Θεός θά σέ ὑπερυψώσει.

            «Καί ἐχαρίσατο αὐτῷ». Ἐπειδή ἔδειξε τή μεγαλύτερη ταπείνωση πού μποροῦσε νά φαντασθεῖ κανείς. Ὑπερύψωσε αὐτόν, «ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα». Ὑπάρχει ὄνομα πιό ἔντιμο ἀπό τό ὄνομα Ἰησοῦς Χριστός; «Αἰνετόν καί δεδοξασμένον εἰς τούς αἰῶνας». «Καί αἰνετόν  καί δεδοξασμένον τό ὄνομά σου εἰς τούς αἰῶνας», ψάλλομε στή δοξολογία.

            «Ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων». Καλά οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἐπίγειοι ἄνθρωποι... Ἀλλά τέτοια εἶναι ἡ δόξα τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, πού στό ἄκουσμά του προσκυνοῦν, θέλουν δέν θέλουν καί τά δαιμόνια. Αὐτό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

            «Ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων καί πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Ὅπου ὑπάρχει λογικό ὄν μέ γλῶσσα, εἴτε ἄγγελος εἴτε ἄνθρωπος θά δοξολογήσει τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί θά εἰπεῖ ὅτι εἶναι Κύριος, ὁ μόνος Κύριος, ὅτι «σύ εἶ μόνος Ἅγιος, σύ εἶ μόνος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν».

            Λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. «Τό παραυτίκα ἐλαφρόν τῆς θλίψεως αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ὑμῖν». «Βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν». Φοβᾶσαι μήπως ζημιωθείς κοντά στό Χριστό, ἄν ταπεινωθεῖς λιγάκι γιά νά δείξεις ἀγάπη καί καλωσύνη σέ κάποιον ἄλλον;

            Μή φοβᾶσαι, δέν χάνεις. Ὁ Ἀβραάμ ἐδέχθη θλίψη. Γιά τήν ὑπακοή στόν ἐπουράνιο Πατέρα. Καί πραγματικά ἐθλίβη γιά κάμποσο καιρό. Στενοχωρήθηκε καί ὑπέφερε, ἀλλά εἶναι ὁ πατέρας ὅλων τῶν πιστευόντων. Ἡ ἀγκαλιά του εἶναι ὁ παράδεισος. Τό ὄνομά του εἶναι εὐλογημένο σέ ὅλο τόν κόσμο. Γιατί εἶπε ὁ Θεός: «Ὅποιος σέ εὐλογεῖ καί σέ ἐπαινεῖ εἶναι εὐλογημένος. Μή τολμήσει κανένας νά σέ καταραστεῖ. Θά εἶναι καταραμένος». «Οἱ εὐλογοῦντες σε εὐλόγηνται καί οἱ καταρώμενοι σε κεκατήρανται», τελεία καί παῦλα. Τέτοια εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ.

            Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀπό ψαράς ἀκολούθησε τό Χριστό.   Δέχθηκε νά ὑποφέρει γιά τό Χριστό καί ἔγινε ὁ θεμέλιος τῆς Ἐκκλησίας.

            Καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι; Εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Λάμψουσιν ὡς φωστῆρες ἐν τῷ οὐρανῷ». Θά λάμψουν ὡς φωστῆρες στόν οὐρανό.

Ἄς ἐπανέλθομε στό ἐρώτημα: «Τί σοί προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης δι’ ἡμᾶς ὡς ἄνθρωπος ἐπί γῆς. Ἕκαστον γάρ τῶν ὑπό σοῦ γενομένων κτισμάτων», ἔμψυχα καί ἄψυχα φιλοτιμοῦνται κάτι νά σοῦ προσφέρουν. Ἐμεῖς;

Ἄς ποῦμε τήν ἱστορία τήν ὁποία ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος σέ μία του ἐπιστολή.

Αὐτός ὁ μέγας σοφός, μέ τήν ἀπέραντη σοφία, σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν θεολόγο καί σάν τόν ἅγιο Βασίλειο, τά ἐγκαταλείπει ὅλα, πάει στή Βηθλεέμ καί γίνεται καλόγερος. Ἐκεῖ ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ταπεινώτατος μέ τή συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του, τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν του, βρίσκεται κάθε τόσο δίπλα στό ἅγιο σπήλαιο καί νοσταλγεῖ τήν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καί τήν Ἁγία του Γέννηση.

Κλαίει καί παρακαλεῖ τό Χριστό.

Μιά μέρα ὁ Χριστός, ἐμφανίζεται αἰσθητά μπροστά του, καί τοῦ χαμογελάει. Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος πέφτει μέ τό πρόσωπο κάτω καί τόν προσκυνεῖ.

Τοῦ λέει ὁ Χριστός:

-Ἱερώνυμε, αὔριο ἔχω τήν ἑορτή μου. Αὔριο θά γιορτάσετε τή γέννησή μου. Τί δῶρο θά μοῦ κάνεις;

Ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος:

-Κύριε, τί νά σοῦ προσφέρω; Ὅτι εἶχα καί δέν εἶχα τά ἄφησα ὅλα γιά σένα καί σέ ἀκολούθησα.

Ξέρετε τί εἶχε ἀφήσει ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος;

Εἶναι φοβερό νά τό εἰπεῖ κανείς. Ἄφησε ἀκόμη καί τά βιβλία του, ἕνας ἄνθρωπος σοφός πού δέν ἔκανε τίποτα ἄλλο, ἀπό τό νά ἀγοράζει βιβλία σέ ὅλη τήν ζωή του. Ἄφησε τά βιβλία πού ἐλάτρευε.

-Ἀκόμα καί τά βιβλία μου τά ἄφησα Χριστέ μου, δέν ἔχω πιά τίποτα ἀπολύτως. Τοῦ λέει ὁ Χριστός:

-Καί ὅμως Ἱερώνυμε κάτι ἔχεις καί θέλω νά μοῦ τό προσφέρεις.

-Τί ἔχω Κύριε, τοῦ λέει. Νομίζω ὅτι δέν ἔχω τίποτα ἀπολύτως. Ὅτι εἶχα καί δέν εἶχα τά θυσίασα καί τά ἄφησα γιά σένα. Τοῦ λέει ὁ Κύριος:

-Ἔχεις τίς ἁμαρτίες σου. Θέλω νά μοῦ τίς δώσεις τίς ἁμαρτίες σου.

-Ὤ, Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Θεῖο Βρέφος, τί θά τίς κάνεις τίς ἁμαρτίες μου  καί τί τίς θέλεις;

Ἀπαντάει ὁ Χριστός:

-Θέλω νά σοῦ τίς συγχωρήσω. Θέλω νά σοῦ τίς συγχωρήσω.

Γράφει ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὅτι ἀκούγοντας τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τά μάτια μου ἔγιναν ποτάμια καί ἔχυναν ἀσταμάτητα δακρυα, ἀλλά τά δάκρυα αὐτά δέν ἦταν δάκρυα λύπης. Ἦταν δάκρυα εἰρήνης καί χαρᾶς.

Τό χριστουγεννιάτικο δῶρο πού ζήτησε ὁ Κύριος ἀπό τόν ἅγιο Ἱερώνυμο τό ζητᾶ καί ἀπό ἐμᾶς. Στό χέρι μας εἶναι νά τοῦ τό προσφέρομε. Ἄν τό κάνομε ἡ εἰρήνη καί ἡ χαρά θά βασιλεύσουν στήν ψυχή μας. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στό Πνευματικό Κέντρο Πρεβέζης στίς 19/12/1994

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration