Ζωηφόρος

Ἡ Πα­να­γί­α ζη­τεῖ τό­πο «ἐν τῷ καταλύματι» - Ιεροδιακόνου Συ­με­ών Ὀ­λυμ­πί­τη

Ἡ Πα­να­γί­α ζη­τεῖ τό­πο

«ἐν τῷ καταλύματι»...

Ιεροδιακόνου

Συ­με­ών Ὀ­λυμ­πί­τη

 

Ὁ λα­ός τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ ἦταν ὁ μόνος λαός πού πίστευε στόν ἕνα καί ἀληθινό Θεό. Περίμενε τήν ἔλευση τοῦ Μεσ­σί­α ἀλ­λά τόν πε­ρί­με­νε χω­ρίς νά στε­ρη­θεῖ κα­μία ἀ­πό τίς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς του ζω­ῆς. Τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νά ὁ­δη­γηθεῖ στήν αἰχ­μα­λω­σί­α τῆς Βα­βυ­λώ­νας, μιά αἰχ­μα­λω­σί­α γε­μά­τη ἀ­πό τα­λαι­πω­ρί­α, ἀ­θλι­ό­τη­τα, καί σύγ­χυ­ση. Ἡ τα­λαι­πω­ρί­α ἦ­ταν τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­σέ­βειας καί τῆς ἀ­μαρ­τί­ας. Ἡ σύγ­χυ­ση ἦ­ταν τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­σουν με­τα­ξύ τους. Ἡ ἀ­θλι­ό­τη­τα ἦ­ταν συ­νέ­πεια τοῦ αἰ­σθή­μα­τος τῆς ὀρ­φά­νιας καί τῆς μο­να­ξιᾶς πού τούς δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­σή τους ἀ­πʼ τήν πα­τρί­δα τους[1].

Ὁ νέ­ος Ἰσ­ρα­ήλ, ὅ­λοι ἐ­μεῖς οἱ χρι­στια­νοί, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νου­με μέ τήν ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ζω­ή μας τά ἴ­δια λά­θη. Μπο­ρεῖ νά πι­στεύ­ου­με ὅ­τι ὁ Μεσ­σί­ας-Χρι­στός ἦρ­θε, ἀλ­λά συ­νε­χί­ζου­με νά ζοῦ­με μέ­σα στίς ἁ­μαρ­τω­λές ἀ­πο­λαύ­σεις καί στήν πλε­ο­νε­ξί­α «ἥ­τις ἐ­στὶν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α»[2] . Ἡ σύγ­χρο­νη αὐ­τή μορ­φή εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας μᾶς κά­νει αἰχ­μα­λώ­τους, χω­ρίς νά τό κα­τα­λά­βου­με, σέ μιά νέ­α Βα­βυ­λώ­να σκλη­ρό­τε­ρη τῆς πρώ­της. Ἡ τα­λαι­πω­ρί­α τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που, ἡ ἀ­θλι­ό­τη­τα, καί ἡ  σύγ­χυ­ση, πού κα­θη­με­ρι­νά βι­ώ­νει, εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­σω­τεί­ας του ἀ­πό τόν Θε­ό-πα­τέ­ρα, τῆς δι­α­κο­πῆς τῶν σχέ­σε­ων μα­ζί Του.

Ἡ ἑ­ορ­τή τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Θε­αν­θρώ­που μᾶς δί­νει τήν εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­θε­ω­ρή­σου­με τήν ζω­ή μας, νά ἐ­πα­να­συν­δε­θοῦ­με μα­ζί Του. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζον­τας τά Χρι­στού­γεν­να μᾶς με­τα­φέ­ρει μπρο­στά στά Θεῖ­α γε­γο­νό­τα καί μᾶς θέ­τει πρό τῶν εὐ­θυ­νῶν μας. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται μέ τρό­πο μυ­στι­κό μέ­σα στό μυ­στή­ριο τοῦ λει­τουρ­γι­κοῦ χρό­νου.

Ἡ ἑ­ορ­τή πλη­σιά­ζει... Ἡ Πα­να­γί­α, ὑ­πη­ρε­τών­τας τήν σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, ἀ­να­ζη­τεῖ ἀ­πε­γνω­σμέ­να, ὅ­πως καί τό­τε, μέ­σα στή κρύ­α νύ­χτα, στήν ἐ­ρη­μί­α τῆς σύγ­χρο­νης κοι­νω­νί­ας, τό­πο κα­τάλ­λη­λο, γιά νά γεν­νή­σει μυ­στι­κά καί φέ­τος τό Θεῖ­ο Βρέ­φος. Κα­νέ­νας ὅμως δέν τῆς δί­νει ση­μα­σί­α, δι­ό­τι με­τά μα­νί­ας νοι­α­ζό­μα­στε γιά ὅ­λα τά ἄλ­λα ἐ­κτός τῆς σω­τη­ρί­ας μας...

Ἡ Πα­να­γί­α μας γιά μιά ἀ­κό­μη φο­ρά καί φέτος τα­λαι­πω­ρεῖ­ται καί τό κά­νει καί πά­λι γιά χά­ρη μας, δι­α­κο­νών­τας τό μυ­στή­ριο τῆς σω­τη­ρί­ας. Ἡ εὕ­ρε­ση τό­που δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λη ὑ­πό­θε­ση διότι «οὐκ ἐστιν αὐτῇ τόπος ἐν τῷ καταλύματι»[3]. Γυ­ρί­ζει ἀ­πό ἄν­θρω­πο σέ ἄν­θρω­πο μή­πως βρεῖ κά­ποι­α τα­πει­νή καρ­διά νά κα­τοι­κή­σει μέ­σα της. Αὐ­τή τή φο­ρά δέν τό κά­νει ἐξ ἀ­νάγ­κης,  ἀλ­λά ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ὑ­περ­βο­λι­κῆς της ἀ­γά­πης γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους.

Ὁ  Χρι­στός γεν­νή­θη­κε σω­μα­τι­κά μί­α φο­ρά, δέν πρό­κει­ται λοι­πόν γιά γέν­να σέ τό­πο ὑ­λι­κό. Αὐ­τή τή φο­ρά δέν ψά­χνει γιά κτη­ρια­κό κα­τά­λυ­μα, ἀλ­λά γιά ἔμ­ψυ­χο... Στήν ἔμ­πο­νη αὐ­τή ἀ­να­ζή­τη­ση συ­ναν­τᾶ συ­νε­χῶς καρ­δι­ές ἄ­πι­στες, ἀ­φι­λό­ξε­νες, φι­λό­δο­ξες, φι­λάρ­γυ­ρες, γε­μά­τες ἐ­γω­ϊ­σμό καί κα­κί­α. Οἱ ὧ­ρες περ­νοῦν καί ἡ Πα­να­γί­α μας θλί­βε­ται ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὄ­χι γιά τί­πο­τε ἄλ­λο, ἀλ­λά για­τί ξέ­ρει τί  ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι αὐ­τό πού χά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι. Θλί­βε­ται, κλαί­ει, πο­νά­ει, για­τί βλέ­πει τήν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ νά ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιά τόν αἰ­ώ­νιο προ­ο­ρι­σμό της...  Βλέ­πει τούς θε­ό­πλα­στους ἀν­θρώ­πους νά γί­νον­ται δαι­μο­νό­πλα­στοι, ἀ­πό φῶς νά γί­νον­ται σκό­τος καί με­τα­πί­πτον­τας ἀ­πό τήν ἀ­γα­θό­τη­τα στήν κα­κί­α νά νο­σοῦν ἀ­θε­ρά­πευ­τα... Αὐ­τή τή νό­σο τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως ἦλ­θε ὁ Θε­ός Λό­γος, ὁ μό­νος ἰα­τρός τῶν ψυ­χῶν καί τῶν σω­μά­των, νά θε­ρα­πεύ­σει. Λαμ­βά­νον­τας δού­λου μορ­φή μᾶς ἀ­πο­κά­λυ­ψε τό ἀν­τί­δο­τό της, τόν νέ­ο τρό­πο ὑ­πάρ­ξε­ως.

Ὁ Χριστός 2004 χρό­νια με­τά τή γέν­νη­ση Του συ­νε­χί­ζει νά γεν­νᾶται μέ τρό­πο μυ­στι­κό. Ὁ ἅ­γιος Συ­με­ών ὁ Ν. Θε­ο­λό­γος λέ­γει χαρακτηριστικά ὅ­τι: «συλ­λαμ­βά­νου­με αὐ­τόν  (ἐν. τόν Χρι­στό) ὄ­χι σω­μα­τι­κῶς, ὅ­πως τόν συ­νέ­λα­βε ἡ Παρ­θέ­νος καί Θε­ο­τό­κος, ἄλ­λα πνευ­μα­τι­κῶς καί οὐ­σι­ω­δῶς, καί τόν ἔ­χου­με μέ­σα στίς καρ­δι­ές μας. Ἐ­κεῖ­νον πού ἡ ἀ­γνή Παρ­θέ­νος συ­νέ­λα­βε»[4].

Ψά­χνει, λοι­πόν, ὅ­πως καί τό­τε, ἡ Παρθένος τόν κα­τάλ­λη­λο «τό­πο», πού  αὐ­τή τή φο­ρά δέν θά εἶναι φάτ­νη, ἀλ­λά καρ­δί­α ἀ­γα­πῶ­σα... Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, δέν βρί­σκει πολ­λές ἀλ­λα­γές ἀπό τότε στούς ἀνθρώπους. Θλί­βε­ται, ὅ­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πʼ ὅτι τό­τε, δι­ό­τι στό με­τα­ξύ με­σο­λά­βη­σε καί ἡ σταυ­ρι­κή θυ­σί­α τοῦ Υἱ­οῦ της, γε­γο­νός πού βα­ραί­νει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν νέ­ο Ἰσ­ρα­ήλ ἀ­πʼ ὅτι τόν πα­λαι­ό. Ἡ τω­ρι­νή ἀ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι πολ­λα­πλά­σια τῆς πα­λαι­ᾶς.

Πε­ρι­πλα­νι­έ­ται καί τε­λι­κά βρί­σκει μα­κριά ἀ­π΄ τόν συνωστισμό τῶν πόλεων, στήν κοι­νω­νί­α τῆς ἐ­ρή­μου, ἕ­να μι­κρό, τα­πει­νό, φτωχό, ἀλ­λά φι­λό­ξε­νο κατ΄ τά τἄλλα σπή­λαι­ο. Ἐ­κεῖ τε­λι­κά θά γεν­νή­σει Αὐ­τόν πού δη­μι­ούρ­γη­σε τά σύμ­παν­τα...

­τσι θά κά­νει καί φέτος, θά γυ­ρί­σει ὅ­λη τή κο­σμι­κή πο­λι­τεί­α τῶν ἀν­θρώ­πων καί ἀ­φοῦ τίς κλεί­σουν ὅ­λοι τήν πόρ­τα τῆς καρ­διᾶς τους, δι­ό­τι αὐ­τή εἶ­ναι γε­μά­τη ἀ­πό ἄλ­λα ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα, ἄλ­λες ἀ­να­ζη­τή­σεις, θά πά­ει σέ κά­ποι­α καρ­διά, πού θά μοιά­ζει μέ τήν τα­πει­νή φάτ­νη. Μα­κριά ἀ­πό τά ρε­βε­γιόν, τούς χο­ρούς, τά γλέν­τια, τά τη­λε­ο­πτι­κά καί ζων­τα­νά θεάματα. Θά πά­ει ἐ­κεῖ, μέ­σα στή κρύ­α νύ­χτα, ὅ­που ὅ­λοι οἱ πι­στοί νω­ρίς-νω­ρίς συγ­κεν­τρω­μέ­νοι, στόν ἁ­γι­α­σμέ­νο ἀ­πό τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ Να­ό τῆς ἐ­νο­ρί­ας τους, ψάλ­λουν μέ τούς μά­γους, τούς ποι­μέ­νες καί τούς Ἀγ­γέ­λους τό «δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῷ»[5]. Ἐ­κεῖ θά βρεῖ καρ­δι­ές πού θά μοιά­ζουν μέ τῶν μά­γων καί τῶν ποι­μέ­νων. Καρ­δι­ές κα­θα­ρές, καρ­δι­ές με­τα­νο­η­μέ­νες πού ζοῦν τή σι­γή τῆς φάτ­νης, πού ἔ­χουν στό στό­μα τους τήν δο­ξο­λο­γί­α γιά τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ ἀ­π΄  αἰ­­νος ἀπόκρυφου μυ­στη­ρί­ου.

Ἄς εὐ­χη­θοῦ­με, ἐν ὄ­ψει τῶν Ἁ­γί­ων ἑ­ορ­τῶν τῆς Χρι­στι­α­νο­σύ­νης, ἀ­πο­δε­χό­με­νοι τό μυ­στή­ριο τῆς ἐν­σαρ­κώ­σε­ως, νά γί­νου­με κα­τά τό δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο εὐ­σε­βεῖς, ἐ­λε­ή­μο­νες, φι­λό­ξε­νοι, ἁ­πλοῖ, ἄ­κα­κοι, μα­κρό­θυ­μοι καί τα­πει­νοί.  Ἄς κα­θα­ρί­σω­με τούς ἑ­αυ­τούς μας ἀ­πό τά πά­θη, γιά νά βρεῖ ἡ Πα­να­γί­α μας ἐν ἔ­τει 2004 τόν τό­πο πού ψά­χνει. Σέ μᾶς μέ­νει νά ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τήν θε­ό­τη­τα τοῦ  θείου βρέ­φους καί νά  ζη­τή­σου­με εἰ­λι­κρι­νά νά  γεν­νη­θεῖ μέ­σα μας. Καί τό­τε, ἄς εἴμαστε βέ­βαι­οι, ὅ­τι θά  γεν­νη­θεῖ στίς καρ­δι­ές μας τό θεῖ­ο Βρέ­φος καί θά ἀ­ξι­ω­θοῦ­με στήν προ­σω­πι­κή μας ζω­ή, πα­ρ΄  ­λη τήν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά μας, τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ γλυ­κυ­τά­του Ἰησοῦ...

 


[1]  π. Σταῦρος Κοφινᾶς, κεφ. Ἐλπίδα καί Δύναμη ἀπό τή Φάτνη, Χριστούγεννα, ἐκδ. «ΑΚΡΙΤΑΣ», ἀνατύπωση 4η, 1999, σελ. 152.

[2]  Κολ. 3,5.

[3]  Πρβλ. Λουκ. 2,7.

[4]  Ἁγίου Συμεών Ν. Θεολόγου, Ἠθικός Λόγος Αʼ, ι, 2, τ. 19β, ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»,  Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 177.

[5]  Λουκ. 2,14.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration