Ζωηφόρος

Ομιλία εις την αρχήν του νέου έτους, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

meletios1Ομιλία εις την αρχήν

του νέου έτους

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου



Ἀπό τις διασκευασμένες ὁμιλίες πού ἔγιναν

στόν Ἱ. Ναόν Ἁγίου Βασιλείου Πρεβέζης τήν 1/1/2004 καί τήν 1/1/2006.

***

Ἡ Πρωτοχρονιάτικη ρεβεγιόν

            Συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι, νά γιορτάζουν ὅσο πιό ἐντυπωσιακά μποροῦν, τήν ὑποδοχή τοῦ νέου χρόνου.

            Ἡ κοσμική αὐτή γιορτή, λέγεται ρεβεγιόν.

            Εἶναι φανερό πῶς δέν ἔχει καμία σχέση οὔτε μέ Ἕλληνες, οὔτε μέ ρωμηοσύνη, οὔτε μέ ὀρθοδόξους.

            Ἐκφράζει τήν μαγική ἀντίληψη, ὅτι ἅμα γίνει καλή ἀρχή, ὅλα θά πᾶνε καλά. Γι’ αὐτό λοιπόν φροντίζομε νά ἔχομε τήν Πρωτοχρονιά καλό κέφι, χαρά, διασκέδαση σωματική, νά ἀσπαστεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί «ὅλα καλά».

   «Μισή ὥρα ζωή. Δίνω τό μισό μου Βασίλειο»

            Ἀλλά δέν πᾶνε ὅλα καλά!

            Ζώντας καθημερινά τήν πραγματικότητα, μᾶς μένει μιά πικρή γεύση ἀπό τόν χρόνο πού περνᾶ. Καί κάθε φορά λέμε: «Τί τά θέλεις; Κάθε πέρσι καί καλύτερα. Ὅλο στραβά πηγαίνουμε».

            Γιατί πηγαίνουμε στραβά;

            Προφανῶς δέν μᾶς φταίει οὔτε ὁ χρόνος, οὔτε ἐκεῖνα πού συμβαίνουν. Ἀλλά φταίει καρδιά καί νοῦς.

            Κάτι δέν ἐκτιμᾶμε καλά.

            «Κάτι», πού ἐνῶ ξέρομε ὅτι πρέπει ἐπιτέλους νά τό ἀρχίσομε, δέν ἀποφασίζομε νά τό κάνομε.

            Καί περνώντας οἱ μέρες, ἄλλα μᾶς ἀρέσουν ἀπό ἐκεῖνα πού συμβαίνουν, ἄλλα θά τά θέλαμε κάπως ἀλλοιῶς ἀπό ὅπως γίνονται καί ἔτσι ζοῦν μέσα σ’ αὐτό τό μοτίβο χρόνια καί χρόνια, αἰῶνες καί αἰῶνες οἱ ἀνθρώπινες γενεές.

            Ὁ χρόνος κυλάει. Ὅμως κατά ποῦ πάει;

            Γιά ὅλους μας, πάει πρός τό τέλος. Τό τέλος τῆς ζωῆς.

            Ἡ ζωή εἶναι κάτι τό πολύ ποθητό.

            Ὅλοι τήν ἀγαπᾶμε. Ὅλοι τήν θέλουμε. Νά συνεχιστεῖ. Ἤ μᾶλλον νά συνεχίζεται αἰώνια. Γι’ αὐτό, ὅλο τό χρόνο καί ἰδιαίτερα τίς μεγάλες γιορτές, ἀνοίγομε τήν καρδιά μας καί εὐχόμαστε, ὅσο μποροῦμε πιό θερμά σ’ ἐκείνους πού ἀγαπᾶμε:             «Χρόνια πολλά. Ζωή γεμάτη ὑγεία καί χαρά».

            Καί ὁ πόθος μας εἶναι, νά ἀκούσομε ὅσο τό δυνατόν περισσότερες εὐχές. Ὅσο τίς ἀκοῦμε καί τό αἰσθανόμαστε ὅτι βγαίνουν ἀπό τήν καρδιά τῶν ἄλλων καί εἶναι πραγματικά εὐχές, τόσο σκιρτᾶμε ἀπό χαρά.

            Τό τέλος τῆς ζωῆς, γιά ὅποιον δέν πιστεύει στό Θεό καί στήν αἰώνια ζωή, εἶναι φρίκη καί τρόμος. Ὅταν σκέπτεται τόν θάνατο, τόν πλακώνει «μαυρίλα», πού λέει ὁ ποιητής.

            Ναί, μπροστά στό θάνατο μᾶς πιάνει παραλήρημα φρίκης καί τρόμου.

            Ἡ βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας Ἐλισάβετ -κοσμοκράτειρα ἦταν- ὅταν ἔφτασε στό θάνατο φώναζε:

            «Λίγη ζωή. Μισή ὥρα ζωή. Δίνω τό μισό μου Βασίλειο». Ἀλλά δέν μπόρεσε κανείς, νά τῆς δώσει μισή ὥρα ζωῆς.

            Τέλος τῆς ζωῆς, γιά ὅποιον πιστεύει, εἶναι γύρισμα κοντά στόν Πατέρα. Στόν Πατέρα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τόν στοργικό καί γεμᾶτο ἀγάπη καί καλωσύνη.

            Πού κοντά Του, ἐπικρατεῖ χαρά, χαρά, χαρά.

            Γιά ὅποιον δέν πιστεύει, ἡ ἀναζήτηση παράτασης τῆς ζωῆς εἶναι ἀγώνισμα δρόμου καί ἀγωνία.

            Ψάχνει νά τήν βρεῖ στά πιό παλαβά πράγματα: στά χαρτιά, στό ὡροσκόπιο, στήν ἀστρολογία, στά μέντιουμ. Καί σέ ἕνα σωρό ἄλλες ἀνοησίες πού ὅποιος ἔχει λίγη κρίση, καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού κάνει ἔτσι, εἶναι ψυχολογικά καί πνευματικά ἀνώριμος.

            Ὅποιος δέν ἔχει Θεό καί ὅποιος δέν ἔχει ὑπευθυνότητα, τέτοια καμώματα κάνει.

            Ὅποιος πιστεύει στό Θεό, ἔχει στά χείλη καί στήν καρδιά του εὐχές.

Οἱ ἀληθινές εὐχές

            Τί εἴδους εὐχές;

            Ὅταν οἱ ἱερεῖς σηκώνουν τά χέρια, γιά νά εὐλογήσουν τόν κόσμο, πρέπει νά τοῦ εὔχονται νά ἔχει εἰρήνη μέσα του.

            Νά λένε: «Ὁ Θεός οἰκτειρήσαι ἡμᾶς καί εὐλογήσαι ἡμᾶς· ἐπιφάναι τό πρόσωπον αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καί ἐλεῆσαι ἡμᾶς».

            Ἡ εὐχή αὐτή ἐκφράζει τήν σωστή σχέση μέ τούς ἀνθρώπους καί μέ τόν Θεό. Καί μᾶς διδάσκει:

            «Καλό νά θέλεις.

            Καλό νά κάνεις.

            Καλό νά λές καί καλό νά ποθεῖς γιά τόν κάθε ἄνθρωπο.

            Γιά καλό νά μιλᾶς, σέ ὅποιον ἔχεις ἀπέναντί σου».

            Καί σύ βέβαια νά τό εὔχεσαι, ἀλλά προπαντός νά τό εὔχεσαι ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ.

            Νά λές στόν ἄλλο τίς εὐχές σου...

            Ἀλλά προπαντός, γι’ αὐτά πού ἐκφράζει ἡ εὐχή, νά παρακαλεῖς κατά πρῶτο καί κύριο λόγο τόν πανάγαθο καί φιλάνθρωπο Θεό καί Πατέρα μας, νά μᾶς τά δωρήσει.

            Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί καλωσύνη καί ὅταν μᾶς κυττάζει, μᾶς βλέπει πάντα μέ στοργή καί ἀγάπη. Γι’ αὐτό λέμε: «ἐπιφάναι τό πρόσωπον αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς». Νά γυρίζει τό πρόσωπό Του, νά μᾶς κυττάζει καί νά μᾶς ἐλεεῖ.

            Δέν εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά μᾶς κυττάζει, χωρίς νά μᾶς ἐλεεῖ.

            Γι’ αὐτό τό μεγαλύτερο χρέος μας εἶναι, νά φροντίζομε νά μή κάνομε πράξεις καί ἔργα καί νά μήν ἔχομε στήν καρδιά μας αἰσθήματα καί συναισθήματα, πού κάνουν τόν Θεό νά ἀποτραβιέται. Νά στρέφει ἀλλοῦ τό πρόσωπό Του, γιά νά μή τά βλέπει καί ὀργισθεῖ.

            Ἀπό εὐσπλαγχνία ὁ Κύριος στρέφει τά μάτια Του ἀλλοῦ, ὅταν κάνομε πονηρές πράξεις...

            Ἡ μεγαλύτερη λοιπόν προσφορά στόν κόσμο εἶναι ἡ καλωσύνη καί ἡ ἀγάπη. Καί τά συναισθήματα καλωσύνης καί ἀγάπης.

            Μιά ζωή ἀγάπη ἦταν στόν κόσμο ὁ Χριστός, ἀνταύγεια τῆς ἀγάπης καί τῆς καλωσύνης τοῦ Πατέρα τοῦ Ἐπουράνιου.

            Μιά ζωή ἀγάπη καί θυσία ἦταν καί ὁ μεγάλος ἱεράρχης τόν ὁποῖον σήμερα ἑορτάζομε, ὁ ἅγιος Βασίλειος. Ἔδωσε ὄχι κάτι ἀπό τήν τσέπη του, ἀλλά ἀπό τήν καρδιά του. Ἤ μᾶλλον ἔδωσε ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του.

            «Αὕτη ἡ πίστη τήν οἰκουμένην ἐστήριξε».

            Ἡ πίστη ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί καλωσύνη καί θέλει ἀγάπη καί καλωσύνη νά σκορπίζομε παντοῦ, γιά νά στηρίζεται ὁ κόσμος.

            Ἄν διαμορφώσουμε τέτοιο φρόνημα, μποροῦμε νά ἐλπίζομε, ὅτι ὁ νέος χρόνος θά πάει καλά.

Ἡ ἁλυσίδα καί τό σχοινί

            Εἶπε κάποιος σοφός, ὅτι ὁ καινούργιος χρόνος, θά πάει καλά ὅταν τόν καταλάβομε σάν μιά ἁλυσίδα. Ἡ ἁλυσίδα, ἀποτελεῖται ἀπό κρίκους. Κάθε κρίκος, ἔχει τήν σημασία του γιά τή ζωή. Μικρή ἤ μεγαλύτερη. Ἀνάλογα μέ τήν θέση του.

            Ἕνας εἶναι ἡ οἰκογένεια.

            Ἄλλος τό ἐπάγγελμα.

            Ἄλλος τά χρήματα.

            Ἄλλος εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ καλωσύνη. Ὁ κρίκος αὐτός, βρίσκεται στή μέση τῆς ἁλυσίδας.

            Ἄλλος εἶναι ἡ ἐντιμότητα.

            Ἄλλος εἶναι ἡ σχέση πού ἔχομε μέ τά πρόσωπα πού εἶναι γύρω μας· καί ἄλλα πολλά.

            Ὄμορφη ἡ εἰκόνα τῆς ἁλυσίδας. Λέει ὅτι ἄν κοπεῖ ἕνας κρίκος, ἀπό αὐτούς πού εἶναι στή μέση, ἡ ἁλυσίδα τί ἔγινε; Δυό κομμάτια. Δυό κομμάτια ὅμως, σημαίνει ὅτι καί ἡ ζωή μας κομματιάστηκε.

            Καλή ἡ εἰκόνα, ἀλλά ὄχι ὅσο πρέπει.

            Ἕνας ἄλλος εἶπε κάτι πιό παραστατικό. Ἡ ζωή μας, μέσα στό χρόνο, ἐπί παραδείγματι στό 2012, πρέπει νά μοιάζει μέ ἕνα σχοινί. Τό σχοινί, ἀποτελεῖται ἀπό μικρότερους σπάγγους, πού ὅλοι μαζί ἔχουν πλεχτεῖ καί ἔχουν γίνει ἕνα. Ὁ σπάγγος πού λέγεται καλωσύνη, εἶναι στό κέντρο τοῦ σχοινιοῦ. Εἶναι ἡ «ψυχή» του. Ἄν τόν κόψομε θά κοποῦν ὑποχρεωτικά καί πολλοί ἄλλοι μαζί του. Θά καταστραφεῖ τό σχοινί.

            Ἡ παρομοίωση αὐτή, μᾶς λέει καί κάτι ἀκόμη:

            Τό σχοινί, δέν κινδυνεύει μόνο ἀπό τό μαχαίρι, ἀλλά ἄν δέν τό προσέξεις, καταστρέφεται –χωρίς νά τό πάρεις εἴδηση- μέ τόν καιρό.

            Γιά παράδειγμα· ὅσο πιό πολύ τό τρίβεις στό χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ, προσπαθώντας νά βγάλεις νερό, κάποια στιγμή περνώντας ὁ χρόνος, φθείρεται σιγά-σιγά καί κόβεται.

            Ἀλλοίμονό μας ἄν κοπεῖ. Καί μάλιστα πότε;

            Τότε πού τό ἔχομε πιό πολύ ἀνάγκη. Λίγο πρίν νά φύγομε ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Στά γεράματά μας.

            Τό νόημα εἶναι πῶς περπατώντας στή ζωή, πρέπει τό σχοινί νά γίνεται ὅλο καί πιό γερό, πιό γερή ἡ ἁλυσίδα. Νά λάμπει περισσότερο. Ἀλλιῶς, κάτι δέν πάει καλά.

            -Σύ τί κάνεις γιά νά γίνει ἡ ἁλυσίδα σου –ἡ ζωή σου- πιό λαμπρή;

            -Τό ρεβεγιόν μου!

            Τί σημαίνει αὐτό; Γενική ἀποτυχία. Φαλίρισμα ὁλοκληρωτικό. Τί βγαίνει ἀπό ἕνα ρεβεγιόν; Ἡ πικρή γεύση ὅτι κάποιες εὐχάριστες στιγμές πέρασαν τόσο γρήγορα. Καί δέν μᾶς πρόσφεραν κάτι τό οὐσιαστικό. Τίποτε ἄλλο!

Καθαρά χέρια, ἀλλά ἄδεια.

            Ἕνας «καλός» ἄνθρωπος, πού φρόντιζε νά φαίνεται ἡ ζωή του σάν μιά ἀστραφτερή ἁλυσίδα, μέ τό νά ἔχει τυπικά καλή ἐπικοινωνία μέ τούς τούς ἄλλους, μιά κάποια ἐντιμότητα στό ἐπάγγελμα, στήν οἰκογενειακή του ζωή καί στίς σχέσεις του μέ τόν κόσμο, ἔφυγε γιά τήν ἄλλη ζωή.

            Ἐκεῖ, παρουσιάστηκε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί Κριτοῦ καί μισθαποδότη. Τόν ρωτᾶ ὁ Χριστός:

            -Τί ἔκανες στή ζωή σου;

            -Χριστέ μου, τί νά κάνω; Φτωχός ἄνθρωπος ἤμουνα, οὔτε ἔκλεψα, οὔτε ἔβαλα ψεύτικες ὑπογραφές γιά νά συκοφαντήσω, οὔτε σκότωσα. Τά χέρια μου τά ἔχω καθαρά.

            Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Κύριος:

            -Καθαρά μέν, ἄδεια ὅμως.

            Ποτέ ἔχομε τά χέρια γεμάτα;

            Ὅταν ἔχουν πράξεις πού εὐφραίνουν καί τούς ἀνθρώπους καί τόν Θεό. Διότι ὅτι δέν ἀξίζει γιά τήν αἰωνιότητα, δέν στέκει πουθενά καί μέ τίποτε.

            Νά τό καταλάβουμε: Ὅτι δέν ἔχει ἰσχύ καί ἀξία γιά τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων, δέν μετρᾶ.

            Γι’ αὐτό λέμε στήν Ἐκκλησία «καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Γιά νά τό συνειδητοποιήσουμε, ὅτι αὐτά τά προσωρινά, πού ἰσχύουν σήμερα, αὔριο, ἤ γιά μιά στιγμή, πρέπει νά παύσουν ἐπιτέλους νά εἶναι τό κέντρο τῆς ζωῆς μας.

            Κέντρο τῆς ζωῆς μας, νά γίνουν ἐκεῖνα πού ἔχουν πέραση στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

            Ὅλοι ξέρομε τήν μικρή πετσετούλα, πού τήν βουτᾶμε σέ ὡρισμένα ὑγρά καθαρισμοῦ καί μετά περνᾶμε ἕνα στρῶμα λοῦστρο στά ἀσημικά. Καί τά κάνομε νά λάμπουν.

            Ἕνα τέτοιο πανάκι μᾶς χρειάζεται.

            Γιά νά τρίβομε τό νοῦ καί τήν καρδιά μας. Γιά νά μποροῦμε νά βλέπομε, πότε τά ἔργα μας καί τά αἰσθήματά μας λάμπουν. Καί νά ἀγωνιζόμαστε νά τά κάνομε νά λάμπουν.

Τό Εὐαγγέλιο τοῦ φτωχοῦ

            Ἕνας φτωχός, παληότερη ἐποχή, πού τά βιβλία ἦταν πανάκριβα, βρῆκε ἕνα Εὐαγγέλιο. Τό ἀγόρασε μέ λαχτάρα.

            «Αὐτό», εἶπε «ἔχει μέσα ὅτι πιό καλό. Μᾶς μαθαίνει νά ζοῦμε, ὅπως θέλει ὁ Θεός. Νά τό διαβάσω λοιπόν, νά φωτισθεῖ ἡ διάνοιά μου, νά ἀνάψει ὁ ζῆλος στήν καρδιά μου, νά κάνω καί ἐγώ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιά νά ἔχω ἐλπίδα αἰώνιας ζωῆς καί Ἀναστάσεως».

            Δυό μέρες μετά, τό σπίτι του ἔπιασε φωτιά. Δέν ἔμεινε τίποτε. Κάηκε καί τό Εὐαγγέλιο. Ὁ ἄνθρωπος βγῆκε ἀπό τήν περιπέτεια, φτωχότερος.

            Ἔκανε τόν Σταυρό του, καί εἶπε: «Κύριε, δέν κλαίω τό σπίτι μου. Κλαίω αὐτό τό βιβλίο. Τώρα τί θά διαβάζω; Ποῦ θά βρῶ τό φῶς γιά τό νοῦ μου καί τήν ζέστη γιά τήν καρδιά μου, νά κάνω ἐκεῖνα πού εἶναι εὐάρεστα ἐνώπιόν Σου, γιά νά ἔχω ἐλπίδα αἰώνιας ζωῆς καί Ἀνάστασης;»

            Ἀπό τότε ὁ ἄνθρωπος σέ κάθε πρόβλημα πού τοῦ παρουσιαζόταν, ἔκανε τήν πολύ ἁπλή σκέψη:

            «Ἄραγε, τί θά ἤθελε ὁ Θεός νά κάνω. Τί θά ἔγραφε τό ἅγιο Εὐαγγέλιο γι’ αὐτή τήν περίπτωση;»

            Ἔτσι, κάθε μέρα, ὅτι καί ἄν τύχαινε μπροστά του, σκεπτόταν:

            -Ἄραγε τί θά ἔλεγε γι’ αὐτό τό θέμα τό Εὐαγγέλιο, τό βιβλίο τοῦ Χριστοῦ;

            Καί ἔκανε ὅτι τόν πληροφοροῦσε ἡ συνείδησή του ὅτι θά ἔλεγε τό Εὐαγγέλιο, γιά νά ἀντιμετωπίσει κατά Θεόν τό πρόβλημα καί νά κερδίσει τήν αἰώνια ζωή.

            Μιά μέρα, ἔφυγε ἀπό αὐτή τή ζωή καί πῆγε στήν ἄλλη, τήν ἀληθινή. Ἐκεῖ στάθηκε μπροστά στόν Κύριο.

            Τόν ρωτᾶ ὁ Χριστός:

            -Σύ, τί ἔκανες στή ζωή σου;

            Ἔσκυψε τό κεφάλι πικραμένος:

            -Κύριε, ἔλπιζα νά μπορέσω νά κάνω κάτι, γι’ αὐτό βρῆκα τό ἅγιο Βιβλίο Σου καί ἤθελα νά τό διαβάσω, γιά νά μέ ὁδηγήσει. Δυστυχῶς ὅμως, κάηκε. Δέν μπόρεσα νά βρῶ ἄλλο. Δέν ξέρω τί ἔκανα. Οὔτε ξέρω ἄν ἔκανα κάτι τό εὐάρεστο ἐνώπιόν Σου.

            Ὁ Χριστός, ἔκανε νόημα στούς Ἀγγέλους:

            -Φέρτε τό βιβλίο τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ· τό χαμένο. Φέρτε το, νά τοῦ τό δώσουμε αὐτή τήν στιγμή.

            Ἔτρεξαν οἱ ἄγγελοι καί ἔφεραν... ἀνθρώπους πού ὁ φτωχός τούς γνώριζε ὅλους. Χάρηκε πού τούς εἶδε στόν Παράδεισο.

            Τούς ρώτησε ὁ Χριστός:

            -Νά μᾶς πεῖτε, πῶς βρεθήκατε ἐδῶ πέρα...

            Ἀπάντησαν:

            -Ἡ καλωσύνη αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου μᾶς ὁδήγησε, μᾶς ἀνέπαυσε, μᾶς ξεκούρασε στήν ἐπίγεια ζωή. Φώτισε τήν καρδιά μας.

            Εἶπε ὁ Κύριος στό φτωχό:

            -Διάβασέ το τώρα τό Εὐαγγέλιο καί κατάλαβε ὅτι ὅλα ἐκεῖνα πού ἔκανες, ἀπό τόν πόθο πού εἶχες μέσα σου, ἦταν γραμμένα στό Βιβλίο μου. Καί σοῦ τά ἔφερνε ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά σου τότε πού ἔπρεπε.

Τό νόημα τῆς Πρωτοχρονιᾶς

            Ἄνοίγομε σήμερα μιά σελίδα στή ζωή μας πού θά λέγεται 2012 μετά Χριστόν. Διαβάζει ὁ καθένας τά χρόνια του: Τριάντα, σαράντα, ὀγδόντα, δέκα...

            Τί θά γράψομε σ’ αὐτή τήν σελίδα;

            Ἡ ἀπάντηση πρέπει νά εἶναι:

            Τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

            Καί τί θά παρακαλέσομε νά φανεῖ ἐκ μέρους μας μέσα σ’ αὐτή;

            Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Καί ἡ πίστη στήν αἰώνια ζωή.

            Τήν ζωή τήν γλυκαίνει, ὄχι ἡ ἡδονή. Ὄχι τό φαΐ. Ὄχι τό τραγούδι. Ὄχι τό γλέντι.

            Τήν ζωή τήν γλυκαίνει καί τήν ὀμορφαίνει ἡ ἀγάπη καί ἡ καλωσύνη.

            Μακάριος ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Χριστό καί πιστεύει σ’ Αὐτόν.

            Αὐτό εἶναι τό νόημα τῆς ἑορτῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς.

            Θά προσθέταμε: Ὁ ἅγιος Βασίλειος πού ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, γέμισε τή ζωή του μέ τήν πίστη στόν Χριστό καί τήν Ἀνάσταση καί ἔκανε τόσα καλά, ἀπό τά ὁποῖα, θά ἀναφέρομε μόνο ἕνα.

            Ἔγινε, λέει ἕνα τροπάριό του, «ἀρχιερέων δόξα καί ἑδραίωμα. Καί διδασκάλων καί πατέρων ἁπάντων, ὑπόδειγμα διδασκαλίας».

            Τί θέλει νά πεῖ;

            Μέ τό νά γεμίσει τήν καρδιά του ἀπό ἀγάπη γιά τόν Χριστό, ἔγινε δόξα καί ἑδραίωμα ἐκείνων πού πρέπει νά εἶναι οἱ ἴδιοι δόξα καί ἑδραίωμα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ:

            Τῶν ἀρχιερέων καί τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας.

            Καί διδασκαλίας ὑπόδειγμα.

            Τέτοιος γίνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν πιστεύσει στόν Χριστό, ἀγαπήσει τόν Χριστό καί ζήσει μέ τήν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως.

Μή κοροϊδεύομε τόν ἑαυτό μας

            Μή κοροϊδεύομε τόν ἑαυτό μας μέ γελοιότητες.

            Οἱ εὐχές εἶναι καλές καί πρέπει νά λέγονται, γιά νά ἀνάβουν τό ζῆλο καί νά ἐκδηλώνουν τήν ἀγάπη, πού πρέπει νά εἶναι ἀπέραντη μέσα στίς καρδιές μας.

            Ἀλλά τό νόημα, ὁ πόθος καί ἡ προσευχή τοῦ καθενός ἄς εἶναι, νά φωτίζει ὁ Θεός τόν κόσμο Του, νά βρεῖ τήν ἀληθινή ἀγάπη, χαρά καί εὐτυχία κοντά Του, μέσα στό ἄπλετο καί καθαρό φῶς τοῦ Κυρίου μας. Ἀμήν.-

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration