Ζωηφόρος

Χристос Воскрес! Воистину Воскрес!

Χристос Воскрес!

(Χριστός Βοσκρέs=Χριστός Ανέστη)

Воистину Воскрес!

 (Βοϊστινο Βοσκρέs=Αληθώς Ανέστη)

Άρθρο στο περιοδικό “Η Δράσις μας”, τεύχος Απριλίου 2009(468)

Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο με την ιαχή της νίκης στο Τομπόλσκ της Σιβηρίας, κοντά στα Ουράλια όρη. Κι οι βαριές ρωσικές καμπάνες έκρουαν θριαμβικά στην πόλη κι αντηχούσαν σ' όλα τα περίχωρα. Μικροί-μεγάλοι συνάχτηκαν στις εκκλησιές με το βλέμμα γεμάτο προσδοκία. Το Πάσχα το περίμεναν να τους λυτρώσει απ' τους ολοχρόνιους καημούς τους, απ' τη μιζέρια της φτωχής τους καθημερινότητας οι μουζίκοι, απ' τις συμβατικότητες της ζωής τους οι άρχοντες. Λαχταρούσαν όλοι ν' ακούσουν τα σπασμένα κλείθρα του Άδη, να ψηλαφήσουν τη ζωή πού λαφυραγώγησε τα σκοτεινά βασίλεια. Κι υστέρα το πανηγύρι στη μεγάλη πλατεία της πολιτείας. Μπαλαλάικες και ντέφια, χοροί, φωνές, χαρές, τραγούδια φυγάδευσαν απ' τις καρδιές κάθε σκιά και φόβο. Κι όταν πια πήρε να σουρουπώνει, πήραν κι εκείνοι το δρόμο για τα σπίτια τους.

Ο μεγαλέμπορος Αλέξη Σαϊλόφσκυ με τη σύζυγο του Τατιάνα βολεύτηκαν στο ζεστό τους έλκηθρο, πήρε στα κεριά τα ηνία ο Σαϊλόφσκυ και το έλκηθρο κύλησε γοργά με τα κουδουνάκια του ν' αφήνουν γλυκύ απόηχο. Τους περίμενε στο αρχοντικό τους ο μονάκριβος γυιός τους, με τη συντροφιά της, καλόγνωμης παραμάνας και δυο πιστών θεραπόντων. Σαν άκουγαν τα κουδουνάκια, έβγαιναν να τους καλοδεχτούν και το πλουσιόσπιτο γέμιζε πάλι ξεφωνητά και ζωή. Επιβλητικό ορθωνόταν σε λίγο και τώρα μπροστά τους, μεγαλόπρεπο, μα... σιωπηλό. Η σιγή κυρίαρχη και η μισάνοιχτη πόρτα έκαναν τους Σαϊλόφσκυ ν' ανησυχήσουν.

- Δόμνα! Ντμητρέι! Κυρίλλεφ!

Τους απάντησε ο κρύος αντίλαλος και τους έζωσε ο φόβος. Κι έγινε ο φόβος φρίκη, σαν αντίκρισαν στην είσοδο τους δυο άνδρες να κείτονται κοντά-κοντά με τα κεφάλια ανοιγμένα και την καλόγνωμη Δόμνα πιο μέσα παραμορφωμένη φρικτά. Αστραπιαία ήρθε ο στυγερός Λυκοθωμάς στη σκέψη τους και τους κυρίευσε αγωνία θανάτου.

- Παιδί μου! Μικαέλ! Μικαέλ!

Ήταν ο Λυκοθωμάς βαρυποινίτης, πού μια δικαστική πλάνη τον έκλεισε με ισόβια καταδίκη στα κάτεργα της Σιβηρίας. Θωμάς Ρυζκόφ το όνομά του Λυκοθωμά τον φώναζαν οι άλλοι κατάδικοι, γιατί τυραγνισμένο κι εξαγριωμένο λύκο τον είχαν καταντήσει η κακότητα των ψευδομαρτύρων κι οι ανελέητοι ραβδισμοί. Κι όταν μιαν άγρια φθινοπωριάτικη βραδιά, πού καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τις φυλακές και οι σειρήνες των κάτεργων σφύριζαν συναγερμό, κατάφερε να δραπετεύσει, έκανε έργο του χθόνιο την εκδίκηση. Κι ούτε τον πέτυχαν οι ομοβροντίες των δεσμοφυλάκων πού τον κυνήγησαν τότε στο δάσος, ούτε τον βρήκαν οι στρατιωτικές αρχές του Τομπόλσκ, ούτε οι ανιχνευτές με τα κυνηγετικά σκυλιά πού χτένισαν ξανά και ξανά την περιοχή. Ούτε και στάθηκε ικανή η επικήρυξη με το τεράστιο ποσό. Μόνο εκτελούσε μ' ένα κυνηγετικό κιστέν και με τον ίδιο ειδεχθή πάντα τρόπο τα θύματα του, δέκα χρόνια τώρα, κι έμενε άφαντος, η φοβερή πληγή των Ουραλίων.

-  Μικαέλ! Μικαέλ! δευτέρωσε, ματωμένη κραυγή, η φωνή της Τατιάνας.

Ξύπνησε απορημένος ο μικρός και την κάλεσε κοντά του. Ρίχτηκε εκείνη αλλόφρονη από χαρά στο παιδικό του κρεβάτι, κατατρεγμένη λαφίνα πού ξανάβρε το σπλάχνο της, τον έσφιγγε στον κόρφο της σ' ένα ακόρεστο μητρικό παραλήρημα και βάλθηκε να τον φιλά μ' αναφιλητά. Ο Μικαέλ της ζούσε! Ζούσε!

Κι άρχισε ο αθώος μικρός με τον αγγελικό κόσμο να της ιστορεί πώς κοιμόταν, όταν όρμησε στο δωμάτιο ένας πολύ μεγάλος άνθρωπος με μακριά μαλλιά και γένια, κρατώντας ψηλά ένα παιχνίδι. Και πώς βιάστηκε ο μικρός να του δώσει αντιχάρισμα κι αυτός το δικό του παιχνιδάκι απ' το προσκέφαλο, το ωραίο πασχαλιάτικο αβγό πού ζωγράφισε μόνος του.

- Χристос Воскрес! (Χριστός Ανέστη) είπε τείνοντας το στον άνθρωπο.

Και πώς έμεινε ο άνθρωπος να τον κοιτά ώρα πολλή στα μάτια αμίλητος  κι  ακίνητος,   άγαλμα ίδιος.   Κι   υστέρα   άρχισε   να κατεβάζει το χέρι του, και του 'πεσε το δικό του παιχνίδι και πήρε το αβγό του Μικαέλ. Και πώς το κοιτούσε ολόγυρα επίμονα, ώσπου σήκωσε τα μάτια κι αντείπε με λαχτάρα:

- Воистину Воскрес!(Αληθώς Ανέστη)

Τα είδε τότε ο μικρός ν' αφήνουν άφθονα δάκρυα, δίχως να νοιάζεται ο άνθρωπος να τα σκουπίσει και πώς τον ρώτησε γιατί τάχα κλαίει, μα εκείνος, σφίγγοντας παιδιάστικα το αυγό πάνω στο στήθος του, χάθηκε τρέχοντας σα να μην άκουσε. Και πώς τότε, ευτυχισμένος ο μικρός πού ο μεγάλος δέχτηκε το, δώρο του, αποκοιμήθηκε πάλι γλυκά...

Γνωστή ίσως σε πολλούς η ιστορία του Λυκοθωμά*, πού έγινε Καλοθωμάς, άγγελος αγάπης για τους χολεριασμένους του Τομπόλσκ, παραστάτης σ' ό,τι πίσω τους άφηναν, πατέρας για τα ορφανά τους' η ιστορία του Ρώσου ασκητού του 19ου αιώνα, πού πότισε τα Ουράλια με τα δάκρυα της μετανοίας ως τα βαθιά του γεράματα.

Μα κι απ' όσους δεν έτυχε να την ακούσουν ή να τη διαβάσουν, πολλοί θα μπορούσαν να την ιστορήσουν μ' άλλα άλλων ονόματα. Κάθε όνομα και μια Ιστορία, τόσο όμοια και τόσο διαφορετική. Σάυλος ο διώκτης, Μαρία η Αιγύπτια, Μωυσής ο Αϊθίωψ...

Γνωστή η ιστορία κι ωστόσο πάντα κάτι θα μένει ακατανόητο και θαυμαστό, αφθαστο και προσφιλές, αψηλάφητο κι ερασμιότατο. Πάντα κάτι θα μαγνητίζει την ψυχή, μα η ψυχή θα στέκεται με θάμβος· κι ούτε να περιγράψει θα ημπόρει όσα έζησε ούτε να εξηγήσει όσα ένιωσε. Θα μαγνητίζει την ψυχή μια ελάχιστη ριπή χρόνου, μια στιγμή της αιωνιότητας, μια στιγμή της Ανάστασης.

Έσπερος

*Για την ιστορία χρησιμοποιήθηκε το βιβλίο «Μια στιγμή του Πάσχα. Η ζωή ενός ρώσσου ασκητού», εκδ. Ί. Καλύβης Αγ. Χαραλάμπους - Ν. Σκήτη, Αγ. Όρος, 2004.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration