Ζωηφόρος

Ορθόδοξη ψαλμωδία,

Ορθόδοξη ψαλμωδία

Επιμέλεια: Στρατής Ανδριώτης

από το βιβλίο «Βυζαντινής Μελουργίας και Ψαλτικής Τέχνης παρεπόμενα»,

του Γεωργ. Αγγελινάρα.

Η ψαλτική τέχνη της Εκκλησίας μας, δεν έπαυσε ποτέ να καλλιεργείται σε όλες τις περιόδους του χριστιανικού βίου, διατηρώντας ανόθευτη την απλότητα και τη γνησιότητα της Ευαγγελικής διδαχής συνδυάζοντας με τρόπο κυριολεκτικά αριστουργηματικό και ανεπανάληπτο την ποίηση με την απαρασάλευτη δογματική Αλήθεια, τη λογοτεχνική ευκαμψία και γλαφυρότητα με το βάθος της Θεολογικής σκέψεως και με το βίωμα της ενάρετης χριστιανικής ζωής..

Σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο, οι θαυμάσιες μελωδίες των ύμνων επινοήθηκαν ώστε οι πιστοί να τέρπονται από την ψαλμωδία και συγχρόνως να εκπαιδεύονται πνευματικά. Η ψαλμωδία γαληνεύει την ψυχή, εξασφαλίζει την ειρήνη, καταστέλλει τους παραλογισμούς, ηρεμεί τους ευερέθιστους, σωφρονίζει την ακολασία, ενισχύει τις φιλικές συναθροίσεις, συμβιβάζει τους αντιδίκους, ανακουφίζει τους ανθρώπους που μοχθούν καθημερινά σε εξαντλητικές εργασίες. Η ψαλμωδία καλλιεργεί την κορυφαία αρετή της αγάπης, εφόσον συνδέει τους υμνωδούς και «εἰς ἐνός χοροῦ συμφωνίαν τόν λαόν συναρμόζει». Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφερόμενος στη χρήση της μουσικής στην Εκκλησία παρατηρεί, ότι η ψαλμωδία αποτελεί μάθημα υψηλής θεολογίας, ρυθμίζει επακριβώς τη ζωή των πιστών και τους χειραγωγεί «πρός δογμάτων ἀκρίβεια… ἐξορίζει τήν ἀκολασία, ξηραίνει τήν άδικία, δυναμώνει τή δικαιοσύνη, ἀποστομώνει τούς αἰρετικούς, λαμπρύνει τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας». Οι Νηπτικοί Πατέρες θεωρούν τη ψαλμωδία απαραίτητο συμπλήρωμα της προσευχής, επειδή ο ρυθμός και η μελωδία επιδρούν ευεργετικά στην διαμόρφωση του ψυχικού κόσμου των πιστών. Ο συγχρονισμός και η ρυθμική πειθαρχία καλλιεργούν το ομαδικό πνεύμα, ενώ η προσπάθεια για την ακριβή απόδοση των μελωδιών αποτελεί σπουδαία άσκηση αυτοκυριαρχίας.

Η μελωδία αποτελεί το καλύτερο μέσον για να εκφρασθεί ο εσωτερικός κόσμος του προσευχομένου και να αισθανθεί ο εκκλησιαζόμενος βιωματικά την εξυψωτική δύναμη της κατανύξεως και της ευλαβείας.

Οι κανόνες των Ιερών Συνόδων και τα διδάγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αποσαφηνίζουν τον ακριβή χαρακτήρα της λατρευτικής μουσικής, που πρέπει να είναι σύμφωνος με το πνεύμα της ευαγγελικής απλότητας και της Εκκλησιαστικής τάξεως και ευκοσμίας. Οι κραυγαλέες επικλήσεις μαρτυρούν αλαζονεία και θρασύτητα, ενώ η περιττή ποικιλία και οι εξεζητημένοι φωνητικοί γλυκασμοί αποτελούν απαράδεκτες εκτροπές, επειδή ευτελίζουν τα υψηλά νοήματα των ύμνων και επηρεάζουν αρνητικά την ηθική συγκρότηση του εκκλησιάσματος.

Η Εκκλησία των πρωτοτόκων απέκλεισε από τη Θεία Λατρεία τα θορυβώδη μουσικά όργανα. «Ψαλμόν ὁργάνων σου οὐκ ἀκούσομαι» λέγει ο Προφήτης Αμώς. Οι μηχανικοί ισοκράτες είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται στη διδασκαλία όχι όμως και στη Θεία Λατρεία, γιατί αποτελούν το δούρειο ίππο της εισαγωγής του αρμονίου στην Εκκλησία, η οποία επιμένει στη φωνητική μουσική, επειδή η ανθρώπινη φωνή αποδίδει πληρέστερα, ακριβέστερα και πνευματικότερα τους ψαλλόμενους ύμνους…

Επίσης, με τις άτακτες βοές και τις παράφωνες εκφωνήσεις προκαλείται οχλαγωγία και ακαταστασία, η οποία επηρεάζει αρνητικά την όλη ψυχολογία των πιστών. Οι ψάλτες οφείλουν να ψάλλουν σωστά και για έναν ακόμη λόγο, επειδή αυτοί διαμορφώνουν το μουσικό και καλαισθητικό κριτήριο των πιστών και κυρίως των παιδιών. Μιλώντας προ καιρού σε μία τηλεοπτική εκπομπή ο σπουδαίος ζωγράφος Αλέκος Φασιανός παρατήρησε ότι όλοι οι νέοι τραγουδιστές έχουν σχεδόν το ίδιο ύφος και την ίδια αδυναμία. Δεν μπορούν να μεταδώσουν την συγκίνησή τους στους ακροατές. Και αυτό συμβαίνει, είπε ο ζωγράφος, γιατί δεν εκκλησιάζονται. Οι παλαιότεροι μουσικοί και τραγουδιστές πήγαιναν τακτικά στην Εκκλησία. Γνώριζαν από μνήμης πολλά τροπάρια και η βυζαντινή μουσική που είναι μία παράδοση πολλών αιώνων δεν έχει μόνο στοιχεία βυζαντινά, αλλά διασώζει και πολλά αρχαιοελληνικά στοιχεία, επηρέαζε ευεργετικά του μουσικούς και τους τραγουδιστές κυρίως και προ πάντων ως προς τον πλούτο και την δύναμη της εκφράσεως…

Οι μεγάλοι βυζαντινοί μελουργοί καθιέρωσαν και τον ήχο στον οποίο πρέπει να ψάλλεται το κάθε τροπάριο, επειδή η μελωδία πρέπει να είναι σύμφωνη με το νοηματικό περιεχόμενο του ύμνου. Ο Μέγας Βασίλειος συμπεραίνει ότι η τυποποίηση των τρόπων εκτέλεσης των ύμνων προκαλεί την ανία, οπότε ο προσευχόμενος αφαιρείται, ενώ με την εναλλαγή και την ποικιλία ανανεώνεται η επιθυμία της ψυχής να συμμετέχει ενεργά στη Θεία Λατρεία και αναζωπυρώνεται η προσοχή της.

Γι’ αυτό και ο πρώτος ήχος είναι πανηγυρικός και ευφρόσυνος, ο δεύτερος περιπαθής και εξυψωτικός, ο τρίτος ενθουσιαστικός και μεγαλόφωνος, ο τέταρτος μεγαλοπρεπής και αρχοντικός, ο πλάγιος του πρώτου πανηγυρικός και θρηνώδης, αισθηματοποιεί επακριβώς το χαροποιόν πένθος της Εκκλησίας. Πρόκειται για σοφή εξιστόρηση ανάμεσα στον παιάνα και τον θρήνο. Ο πλάγιος του δευτέρου είναι φλογερός και ηγεμονικός, ο βαρύς ανδροπρεπής και εμβατήριος, αλλά και εκρηκτικός και τανύπτερος, ο πλάγιος του τετάρτου είναι σοβαρός, κατανυκτικός και ιεροπρεπής.

Εν τούτοις κάποιοι προσπαθούν να επιβάλλουν τις προσωπικές τους ερμηνείες σύμφωνα με τα ατομικά τους φωνητικά προσόντα… Πολλοί σύγχρονοι ιεροψάλτες δεν διστάζουν να ψάλλουν όλους τους ύμνους των Κυριακών στον ήχο της ημέρας. «Ευλογητάρια» σε ήχο πλ. β΄, «Ταῖς πρεσβεῖαις τῆς Θεοτόκου» σε ήχο α΄, το «Σῶσον ἡμᾶς Ὑιέ Θεοῦ» σε ήχο βαρύ, το «Εἶδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν» σε ήχο γ΄, το «Ἀναστάσεως ἡμέρα» σε ήχο πλ. δ’ και άλλα…

Αυτή η αυθαιρεσία, η οποία δηλώνει απύθμενο εγωισμό και παντελή έλλειψη μουσικής παιδείας, δημιουργεί μία άνευ προηγουμένου μουσική σύγχυση… ασύστολη περιφρόνηση της παραδόσεως, αυθαίρετη αλλοίωση του από αιώνων καθιερωμένου τρόπου αποδόσεως των ψαλλομένων ύμνων… Σήμερα επικρατεί ο ατομικός εγωϊσμός «και η υπερηφάνεια επινοεί καινοτομίας» (Αγ. Εφραίμ Σύρος).

Τα ψαλλόμενα μελωδήματα πρέπει να έχουν ρυθμό και ύφος εκκλησιαστικό, σοβαρό και ιεροπρεπές. Η ψαλμωδία πρέπει να είναι ρέουσα… και οι ύμνοι να ακούονται ευκρινέστατα με ακριβέστατη άρθρωση και σεμνή απαγγελία…

Δυστυχώς στην εποχή μας έχει επικρατήσει το κοσμικό φρόνημα που έχει επηρεάσει λιγότερο ή περισσότερο την εκκλησιαστική ζωή και φυσικά και την ψαλμωδία. Άλλος ψάλλει μιμούμενος τον μουεζίνη και άλλος έχει την εντύπωση ότι βρίσκεται στη σκάλα του Μιλάνου. Κάποιοι άλλοι συγχέουν το Αναλόγιο με το πάλκο ψυχαγωγικού λαϊκού κέντρου. Όταν ψάλλουμε δεν δίνουμε ρεσιτάλ και οι Ιερές Ακολουθίες δεν μπορεί να μεταβάλλονται σε αμερικανικού τύπου θεαματική εκδήλωση και αυθόρμητη παράσταση…

Πολλοί φιλακόλουθοι δικαιως διαμαρτύρονται για τη μεγάλη και ανυπόφορη ένταση των μικροφωνικών εγκαταστάσεων που είναι συνήθως κάκιστης ποιότητος και μεγιστοποιούν τις παραφωνίες ψαλτών και κληρικών, οι οποίοι συναγωνίζονται ποιος θα ακουσθεί δυνατότερα και ποιος θα υπερκαλύψει τους άλλους. Στην Εκκλησία δεν πρέπει να ψάλλουμε ανταγωνιστικά. Οφείλουμε να ψάλλουμε κατανυκτικά και πάντοτε από χορού ως εξ ενός στόματος και μιάς καρδίας. Πρέπει να είμαστε συνεργάσιμοι και να έχουμε μεταξύ μας αγάπην Χριστού. Ο ιερός υμνογράφος παρακαλεί τον Κύριο να μας αξιώνει κάθε φορά να τον υμνούμε και να τον δοξολογούμε εκ καθαράς καρδίας. «Ψυχαῖς καθαραῖς και ἀρυπώτοις χεῖλεσιν». Με καθαρότητα ψυχής και σώματος, με αμόλυντα χείλη, με ηρεμία και με πραότητα πρέπει να διεξάγονται οι ιερές Ακολουθίες. Τότε ευστοχούν και τότε οι πιστοί κατανύγονται και προσεύχονται και η ψυχή τους αίρεται μετάρσιος στον ουρανό και προσευχόμενοι καθίστανται δοχεία του Παναγίου Πνεύματος. Πρέπει να είμαστε όλοι συνεργάσιμοι και ο ένας να βοηθεί τον άλλον, ούτως ώστε να προλαμβάνονται τα σφάλματα και να επιτυγχάνεται η αρμονία.

Οι ψαλμοτραγουδιστικές περικοκλάδες με τις οποίες τα τελευταία χρόνια απαγγέλλονται τα Αποστολικά αναγνώσματα έχουν ως αποτέλεσμα το εκκλησίασμα από ολόκληρη περικοπή να αντιλαμβάνονται μόνον κάποιες σποραδικές λέξεις τεντωμένες υπερβολικά από μία ατέρμονη μεγαλόφωνη φλυαρία.

Τα αναγνώσματα πρέπει να απαγγέλλονται καθαρά και με ύφος εκκλησιαστικό και όχι άχρωμα και υποτονικά ή με στομφώδη θεατρική απαγγελία… Το ορθό εκφωνητικό ύφος, το καθαρώς βυζαντινό, το χριστιανικό και ελληνοπρεπές οφείλουν να μυηθούν οι ψάλτες και οι κληρικοί, για να μην αυτοσχεδιάζουν και να μην εκτροχιάζονται… Το ιεροψαλτικό Αναλόγιο υπήρξε ανέκαθεν βήμα προσευχής και έδρα μαθήσεως και όχι εξέδρα τραγουδιστή και προσκήνιο θεατρικής παραστάσεως.

Μεγάλη πληγή της ψαλτικής τέχνης είναι ο εσμός των φιλομούσων που πλαισιώνουν τους ιεροψάλτες. Ανίκανοι οι ίδιοι να ψάλλουν σωστά έστω και ένα τροπάριο, προτρέπουν τους εξ επαγγέλματος ιεροψάλτες και συχνά τους παρασύρουν να ψάλουν σύμφωνα με τις δικές τους προτιμήσεις και τα δικά τους εσφαλμένα μουσικά κριτήρια… Αρκετοί ιεροψάλτες, δεν τους ενδιαφέρει η συνολική ευρυθμία και η αρμονία του συνόλου, αλλά μόνον η δική τους προβολή… δεν δίνουν ζεστό τόπο στους μαθητευόμενους. Με την πρόφαση ότι κάνουν λάθη και παραφωνίες, τους καταδικάζουν σε αφωνία και τους επιβάλλουν σιγήν ιχθύος. Στα νέα παιδιά που θέλουν να μάθουν την ψαλτική τέχνη πρέπει να δείχνουμε ανεκτικότητα και αγάπη, να είμαστε στις κρίσεις μας επιεικείς και να τα ενθαρρύνουμε στα πρώτα τους βήματα. Δεν πειράζει αν κάνουν και κάποιο λάθος. Μάθηση χωρίς σφάλμα δεν υπάρχει. Όταν τα καθοδηγούμε σωστά και τα βοηθούμε διακριτικά, προλαμβάνουμε και περιορίζουμε τα λάθη. Πώς θα μάθουν όταν δεν τους επιτρέπουμε ούτε το «Πάτερ ἡμῶν» να απαγγείλουν;

Για να καταρτισθεί ο μαθητής πολύ καλά πρέπει να έχει υπομονή και ταπεινοφροσύνη και σεβασμό στους Μουσικοδιδάσκαλους και τους διακεκριμένους Πρωτοψάλτες, για να ωφεληθεί από τις γνώσεις τους και την πολύτιμη πείρα τους… Όσοι ενδιαφέρονται για την Ψαλτική Τέχνη οφείλουν να σπουδάσουν όχι μόνο τη βυζαντινή μουσική, αλλά πρέπει να είναι κάτοχοι και των Τυπικών διατάξεων… να ψάλλουν σωστά και να μην αυτοσχεδιάζουν …

Πολλοί από τους νεότερους ιεροψάλτες και μελοποιούς παρασύρονται από την παρορμητική τους διάθεση και πολύ συχνά εκτροχιάζονται, οπότε η ψαλμωδία χάνει τη σοβαρότητα και την ιεροπρέπειά της… Μερικοί μαθητές, μόλις μάθουν να ψελλίζουν τα κεκραγάρια και τα πασαπνοάρια του Αναστασιματαρίου επιζητούν θέσεις περίοπτες πρωτοψαλτών και δεν καταδέχονται να επανδρώσουν τα αριστερά Αναλόγια. Και φυσικά ούτε τα προσόμοια ούτε τα ιδιόμελα είναι σε θέση να ψάλλουν σωστά, πολύ δε περισσότερο τους Κανόνες, τους οποίους αγνοούν παντελώς και είτε τους διαβάζουν είτε τους παραλείπουν όλως αυθαιρέτως και αντικανονικώς… Οι Πατριαρχικοί ψάλτες είχαν μαθητεύσει πολλά χρόνια κοντά σε επιφανείς Λαμπαδαρίους και περιωνύμους Πρωτοψάλτες. Ο Ιάκωβος ο Πελοποννήσιος διετέλεσε τριάντα ολόκληρα χρόνια Δομέστικος προτού γίνει Λαμπαδάριος και εν συνεχεία Πρωτοψάλτης. Ο αείμνηστος Θρασύβουλος Στανίτσας έλεγε ότι επί είκοσι δύο χρόνια είχε απέναντί του τον Κων/νο Πρίγγο.

Όπως έλεγε ο τελευταίος Λαμπαδάριος της Αγίας Σοφίας, ο Κυρ Μανουήλ Δούκας ο Χρυσάφης: «Ὁ θέλων μουσικήν μαθεῖν και θέλων ἐπαινεῖσθαι, θέλει πολλήν ὑπομονήν, θέλει πολλάς ἡμέρας, θέλει καλόν σωφρονισμόν και φόβον τοῦ Κυρίου, τιμήν πρός τόν Διδάσκαλον, δουκάτα εἰς τάς χεῖρας, τότε θά μάθει ὁ μαθητής και τέλειος θά γένει».

Μαρτυρίες

«…είχα γνωριμία και φιλία με τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη… Τον γνώρισα στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισαίου, ένα Σάββατο απόγευμα… Δεν έλειψα ποτέ από κοντά του, έψαλλα δίπλα του ως βοηθός του. Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά και με ευλάβεια, με κατάνυξη, φόβο Θεού και τρόμο. Πριν τον γνωρίσω έψελνα με υπερηφάνεια, δυνατά, για να ευχαριστούνται οι εκκλησιαζόμενοι και για να με επαινούν στη συνέχεια. Από τον Παπαδιαμάντη έμαθα να ψάλλω ταπεινά και με συναίσθηση… Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού… Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε το Θεό χαρμόσυνα…».

(Του μακαριστού Αρχιμ. Φιλόθεου Ζερβάκου)

«Όταν οι απεσταλμένοι του Τσάρου Βλαδιμήρου (980-1015) παρακολούθησαν τη Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία, έμειναν έκθαμβοι από τη λαμπρότητα του τελετουργικού και από το υπερκόσμιο μεγαλείο της βυζαντινής ψαλμωδίας. «Ενομίσαμεν, έλεγαν στον Τσάρο οι απεσταλμένοι στην Κωνσταντινούπολη Βογιάροι, ότι μεταφερθήκαμε στους Ουρανούς, ωσάν να έψαλλε χορός Αγγέλων κάτω από τους θόλους της Αγίας Σοφίας μαζί με τους Έλληνες ψάλτες». Αλλά και όταν το 1437 οι Βυζαντινοί Έλληνες πιεζόμενοι και συνθλιβόμενοι από τις διαρκώς εντεινόμενες κατακτητικές πολεμικές επιχειρήσεις των Οθωμανών Τούρκων απεφάσισαν να συναινέσουν στην ένωση των Εκκλησιών αποδεχόμενοι τους όρους του Πάπα μόνο και μόνο για τη σωτηρία της Πατρίδας, συνέβη το εξής αξιομνημόνευτο περιστατικό: «Όταν οι πολυμελείς συνοδείες του Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ του Παλαιολόγου και του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ έφτασαν στη Βενετία, οι Βενετοί υποδέχτηκαν τους Έλληνες με εγκαρδιότητα και τους παρεχώρησαν ιερό ναό για να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία. Την ημέρα εκείνη συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι της Βενετίας, άντρες και γυναίκες, για να δούν και να ακούσουν από κοντά τη Θεία μυσταγωγία σύμφωνα με την τάξη της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Και αφού παρακολούθησαν με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία εδάκρυσαν και ανεφώνησαν εκ βάθους ψυχής το ¨Κύριε φύλαξον τήν Ἐκκλησίαν σου ἄτρωτον ἀπό τῶν βελῶν τοῦ πονηροῦ¨. Εμείς οι Βενετοί, έλεγαν, μέχρι τώρα δεν είχαμε ξαναδεί Έλληνες, ούτε γνωρίζαμε τις τελετές τους. Είχαμε μόνο ακούσει κάποιες φήμες απόμακρες και τους θεωρούσαμε βαρβάρους. Τώρα όμως είδαμε και πιστέψαμε ότι αυτοί είναι οι πρωτότοκοι υιοί της Εκκλησίας και μέσα τους λαλεί και ενεργεί το πνεύμα του Θεού… ».

πηγή: http://stratisandriotis.blogspot.com/

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration