Ζωηφόρος

Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά – συμβολικά – ιστορικοδογματικά,(ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ), του Ανδρέα Θεοδώρου

Απαντήσεις σε ερωτήματα

δογματικά – συμβολικά – ιστορικοδογματικά

(ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ)

του Ανδρέα Θεοδώρου

Ομότιμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Από το βιβλίο "Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά – συμβολικά – ιστορικοδογματικά"

Εκδόσεις «ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ», 1995, τόμοι 1 και 2

    Τι αναφέρονται στα βιβλία αυτά για τα μυστήρια της Εκκλησίας και το βάπτισμα και το χρίσμα ειδικότερα….

Τι είναι το βάπτισμα;

Το βάπτισμα είναι το ιερό μυστήριο της Εκκλησίας κατά το οποίο ο πιστεύων στον Ιησού Χριστό άνθρωπος βαπτιζόμενος με τριπλή κατάδυση και ανάδυση σε αγιασμένο ύδωρ και στο όνομα της Αγίας Τριάδος, από τη μια μεριά ελευθερώνεται από το σώμα της προπατορικής αμαρτίας και της ενοχής της οφειλόμενης σ' αυτή, από την άλλη δε αναγεννάται πνευματικά σε μία νέα ένθεη ύπαρξη και ζωή, γίνεται υιός του θεού και κληρονόμος της αφθαρσίας και της αθανασίας. Κατά το βάπτισμα ο άνθρωπος αποβάλλει τον παλαιό Αδάμ και ντύνεται το Χριστό, αποκτώντας καθαρή και άσπιλη τη θεία εικόνα με την οποία πλάστηκε από το Θεό και την οποία αχρείωσε η αμαρτία.

Παρ' όλα τούτα και κατά τρόπο μυστηριώδη και ανεξήγητο η αμαρτητική επιθυμία και ορμή εξακολουθούν να παραμένουν και στο βαπτισθέντα, χωρίς όμως να καταλογίζονται σαν αμαρτία στη φύση πού ελευθερώθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, ενώ η ίδια ορμή στον αβάπτιστο πού έχει ψυχή μολυσμένη από την αδαμική παράβαση, καταλογίζεται ως αμαρτία. Ή μετά το βάπτισμα παρουσία της αμαρτητικής ορμής αποτελεί προφανώς μέσο της θείας παιδαγωγίας, αποτελούσα κίνητρο αγώνων του αναγεννημένου κατά των παθών και της αμαρτίας και μέσο ηθικής και πνευματικής εμπεδώσεως και τελειώσεως. Ή αδιαφορία όμως έναντι της αμαρτητικής ορμής μπορεί να οδηγήσει το βαπτισθέντα σε πτώσεις ηθικές και στην απώλεια της αιώνιας ζωής. Το βάπτισμα είναι το μυστήριο δια του οποίου ο άνθρωπος γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και αποκτά το δικαίωμα να μετέχει και των άλλων εκκλησιαστικών μυστηρίων.

Και μια τελευταία λέξη. Όπως τ' αποτελέσματα της δικαιώσεως είναι και αρνητικά και θετικά, δηλαδή από τη μια μεριά κάθαρση από την αμαρτία και από την άλλη πνευματική αναγέννηση και ανακαίνιση του ανθρώπου, τα ίδια αποτελέσματα έχει και το ιερό βάπτισμα, όπως είδαμε πιο πάνω, το οποίο είναι και το ληπτικό όργανο της δικαιώσεως.

Έχει θεία σύσταση το βάπτισμα;

Έχει και μάλιστα τέτοια που να μην μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει. Διότι το βάπτισμα το ίδρυσε ο ίδιος ο Κύριος μετά την ανάσταση του, όταν εμφανισθείς στους μαθητές τους έδωσε εντολή να μεταφέρουν την πίστη σε όλα τα έθνη της γης και να βαπτίζουν τους ανθρώπους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, τονίζοντας ότι αυτός που θα πιστέψει και θα βαπτιστεί θα σωθεί, ενώ εκείνος πού θ' απιστήσει θα κατακριθεί212. Ή γνώμη ότι το βάπτισμα συνεστήθη πριν από την ανάσταση, όταν ο Σωτήρας βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη ή όταν έστειλε τους μαθητές του να βαπτίζουν ή, τέλος, κατά το νυχτερινό Ιδιωτικό διάλογο πού είχε με το Νικόδημο, είναι αστήρικτη και αβάσιμη. Ένεκα της αναντίλεκτης σύστασης του από τον Κύριο το βάπτισμα ονομάζεται μυστήριο «κυριακόν».

Το βάπτισμα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία;

Ναι, είναι. Ό φυσικός άνθρωπος πού κουβαλάει μέσα του τη νέκρωση της φθοράς και του πνευματικού θανάτου δεν μπορεί να δει το θεό και να ζήσει στην αιώνια θεία βασιλεία. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι σε έκτακτες περιπτώσεις ο θεός δεν μπορεί να χορηγήσει τη σωτηρία, παρακάμπτοντας τον κανονικό αγωγό του ιερού βαπτίσματος.

Τα επτά Μυστήρια ειδικά

Αυτό βέβαια αποτελεί ιδιωτική υπόθεση του Θεού, την οποία εμείς δεν γνωρίζουμε και πολύ λιγότερο δεν μπορούμε ν' αμφισβητήσουμε. Την αναγκαιότητα του βαπτίσματος ως μέσου σωτηρίας βλέπουμε στα λόγια του Σωτήρος στη συνομιλία πού είχε με το Νικόδημο: «Αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού».

Στο αυτό πνεύμα κινούνται και οι λόγοι Ιωάννη του Βαπτιστή, ο οποίος διαστέλλοντας το δικό του βάπτισμα στον Ιορδάνη «εν ύδατι εις μετάνοιαν» από το λυτρωτικό βάπτισμα του Κυρίου, τόνισε ότι «αυτός —δηλ. ο Κύριος— υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι αγίω και πυρί». Την ίδια έννοια έχουν και οι χαρακτηρισμοί του βαπτίσματος ως «λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινίσεως Πνεύματος Αγίου», ως λουτρού δηλ. με το οποίο ο άνθρωπος γίνεται πάλι όπως ήταν πριν από την πτώση του και ανακαινίζεται από την παλαιότητα της αμαρτίας στην οποία υποδουλώθηκε δια της παρακοής του Αδάμ ως φωτισμού ή φωτίσματος, με την έννοια ότι ο βαπτιζόμενος γεμίζει από το φως της χάριτος του Θεού, έτσι πού να μπορεί να ζει ως «τέκνον φωτός». Στο πνεύμα αυτό οι κατηχούμενοι καλούνταν στην αρχαία Εκκλησία «φωτιζόμενοι», οι νεοβαπτισθέντες «νεοφώτιστοι» και το βάπτισμα «ένδυμα φωτεινόν».

Ποια έννοια έχει ο νηπιοβαπτισμός;

Τα νήπια βαπτίζονται για να καθαρθούν από το μολυσμό του προπατορικού αμαρτήματος και να είναι εύθετα στη βασιλεία των ουρανών. Διότι ή παρουσία του προπατορικού αμαρτήματος στα νήπια, έστω κι αν αυτά δεν έχουν προσωπικές αμαρτίες, τα εμποδίζει να γίνουν μέτοχα της αιώνιας ζωής. Για ν' αποφευχθεί δε το θλιβερό ενδεχόμενο να πεθάνουν αβάπτιστα, εισήχθη πολύ νωρίς στην αρχαία Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός, πού στην εποχή των αιρέσεων ήταν ισχυρό όπλο κατά του Πελαγιανισμού, πού δίδασκε ότι δια της παραβάσεως του προπάτορα ή φύση δεν έπαθε καμιά ουσιαστική ζημία από την αμαρτία. Στην άγ. Γραφή δεν υπάρχει βέβαια άμεση μαρτυρία περί του νηπιοβαπτισμού' υπάρχουν όμως έμμεσες μαρτυρίες και ενδείξεις σε όσα λέγονται περί βαπτίσματος ολόκληρων οίκων, στους οποίους είναι λογικό να υποτεθεί ότι υπήρχαν και μικρά παιδιά.

Υπάρχει βέβαια ή αιτίαση κατά του νηπιοβαπτισμού, ότι στα νήπια ελλείπει ή πίστη πού είναι ο απαραίτητος όρος λήψεως του βαπτίσματος, σύμφωνα με όσα είπε ο Κύριος: «Ό πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Αυτό είναι αλήθεια. Δεν υπάρχει δε καμία αμφιβολία ότι το τέλειο βάπτισμα είναι εκείνο στο οποίο ο άνθρωπος προσέρχεται με πίστη στο Σωτήρα και με συναίσθηση της σημασίας της μυστηριακής τελετής, δηλαδή το βάπτισμα των ενηλίκων. Εντούτοις ή έλλειψη της πίστεως δεν παρακωλύει τη λυτρωτική ενέργεια της χάριτος στα τρυφερά νήπια, στα όποια δεν υπάρχει και το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας πού αποτελεί το κύριο εμπόδιο επενέργειας της χάριτος του Θεού.

Υπάρχουν και Άλλα Βαπτίσματα εκτός από το εν ύδατι;

Ναι, είναι το βάπτισμα του μαρτυρίου, το οποίο μπορεί ν' αναπληρώσει το κανονικό εν ύδατι βάπτισμα. Στην Εκκλησία μας υπάρχει ή πεποίθηση ότι οι αληθείς μάρτυρες της πίστεως, όσοι δηλαδή εκουσίως και από αγάπη υφίστανται το θάνατο υπέρ της χριστιανικής τους πίστεως, είναι δυνατό, είτε βαπτισμένοι είτε όχι, να δικαιωθούν και να κερδίσουν την αιώνια ζωή. Μαρτυρίες από τη Γραφή προσάγονται συνήθως οι λόγοι του Κυρίου: «Πάς συν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ εν αύτφ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ούρανοίς». Και: «Ός γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει, ος δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Κατά τον Κυπριανό το βάπτισμα του μαρτυρίου είναι το μέγιστο και ενδοξότατο των βαπτισμάτων. Την πεποίθηση της Εκκλησίας στο βάπτισμα του μαρτυρίου τρανότατα βεβαιώνει ή εορτή των νηπίων των σφαγιασθέντων από την Ηρώδη (29 Δεκεμβρίου).

Τι είναι το βάπτισμα της επιθυμίας;

Το βάπτισμα της επιθυμίας (baptismous flaminis) είναι δόγμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, άγνωστο στην ορθόδοξη θεολογία. Κατά την εν Τριδέντω συνοδό το προπατορικό αμάρτημα δεν απαλείφεται άνευ του λουτρού της αναγεννήσεως ή του πόθου γι' αυτό (sine lavacro regenerationis aut ejuss voto). Κατά τη θεωρία αυτή, όσοι επιθυμούν διακαώς να βαπτισθούν, δια πολλούς όμως λόγους δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους αυτή, μπορεί να τύχουν της δικαιώσεως δυνάμει της μετάνοιας και της αγάπης, τις όποιες προϋποθέτει ο πόθος προς το Χριστό και την Εκκλησία. Από τη Γραφή προσάγονται ως μαρτυρίες τα χωρία: Λουκ. 7,47: «Ου χάριν λέγω σοι, αφέωνται αί αμαρτίαι αυτής αί πολλαί, ότι ηγάπησε πολύ» και Ίωάν. 14,21: «Ό δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν». Ότι όμως τα χωρία αυτά, ομιλούντα γενικώς περί αγάπης δεν μπορούν να στηρίξουν το δόγμα περί του βαπτίσματος της επιθυμίας είναι φανερό, τόσο περισσότερο όσο σιγούν σχετικώς οι πηγές της 'Αποκαλύψεως. Ό ιερός μάλιστα Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός εκφράζεται κατ' αυτού.

Ποια είναι η τύχη των νηπίων πού πεθαίνουν αβάπτιστα;

Το ερώτημα αυτό είναι πολύ δύσκολο και δεν μπορούμε να απαντήσουμε σ΄ αυτό από την οπτική γωνία της γης. Μόνο στην άλλη ζωή θα το εννοήσουμε, όπως γενικότερα θα εννοήσουμε και την τύχη του ανθρώπου αμέσως μετά το θάνατο. Το ζήτημα της τύχης των νηπίων πού πεθαίνουν αβάπτιστα ανάγεται τελικά, στην ευσπλαχνία και την αγαθότητα του Θεού ο όποιος οικονομεί τη ζωή και το θάνατο όλων των λογικών πλασμάτων του.

Το ερώτημα πού θέσαμε είναι δύσκολο γιατί προσδιορίζεται από δύο βασικές προτάσεις ασυμβίβαστες μεταξύ τους πρώτον, τα νήπια πού πεθαίνουν αβάπτιστα επειδή φέρουν το προπατορικό αμάρτημα δεν μπορούν να εισέλθουν στη βασιλεία των ουρανών και δεύτερον, τα αυτά νήπια επειδή δεν έχουν προσωπικές αμαρτίες δεν μπορούν να εξακοντισθούν στην αιώνια κόλαση. Ό άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός γράφει: «Τους δε (τα νήπια πού πέθαναν αβάπτιστα) μήτε δοξασθήσεσθαι μήτε κολασθήσεσθαι παρά του δικαίου κρητού ως ασφράγιστους μεν απονήρους δε, αλλά παθόντας μάλλον ή δράσαντας». Να υποθέσουμε ότι τα αβάπτιστα νήπια βρίσκονται ενδιάμεσα μεταξύ παραδείσου και κολάσεως (υπάρχει μια τέτοια ενδιάμεση κατάσταση;) ή ότι υφίστανται ελαφρότατες βασάνους;

Εν πάση όμως περιπτώσει θεωρίες πού διατυπώνονται από ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους προς εξοικονόμηση της δυσχέρειας, ότι οι προσευχές των γονέων μπορούν να σώσουν τα αβάπτιστα νήπια ή ότι αυτά, αποκτώντα συνείδηση, μπορούν να σωθούν δια του βαπτίσματος του πόθου προς το βάπτισμα, είναι θεωρίες αλλόκοτες και αστήρικτες πού έρχονται σε αντίθεση προς την περί βαπτίσματος διδασκαλία της πίστεως.

Τι φρονούν περί της ουσίας τον βαπτίσματος οι Διαμαρτυρόμενοι;

Τα περί της ουσίας του βαπτίσματος διδάγματα των Διαμαρτυρομένων είναι ανάλογα προς τις περί προπατορικού αμαρτήματος και δικαιώσεως ιδιαίτερες αντιλήψεις τους. Ενώ για μας το βάπτισμα καταργεί την αμαρτία από την ψυχή του βαπτιζομένου αναγεννώντας και αναπλάσσοντας αυτόν (το ίδιο παρατηρείται και στη δικαίωση), κατά τους Προτεστάντες, το μυστήριο δεν εξαλείφει την ουσία του προπατορικού αμαρτήματος άλλ' απλώς αίρει την ενοχή την οφειλόμενη τόσο σ' αυτό όσο και στις προσωπικές αμαρτίες των βαπτιζομένων, χωρίς ωστόσο να καθιστά άγιο και δίκαιο τον άνθρωπο, ενισχύοντας απλώς την πίστη του κι εξασθενώντας την υφιστάμενη αμαρτία. Ή αμαρτία στον άνθρωπο συγχωρείται όχι για να μην υπάρχει, αλλά για να μην καταλογίζεται.

Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι σωστές. Όχι μόνο διαστρεβλώνουν την αληθινή έννοια της δικαιώσεως (άρση της αμαρτίας και αναγέννηση), άλλ' έρχονται σε αντίθεση προς τη διδασκαλία της Γραφής κατά την οποία το βάπτισμα είναι «λουτρόν παλιγγενεσίας». Ό όρος αυτός εκφράζει θαυμάσια την ουσία του βαπτίσματος. Το βάπτισμα κάνει τον άνθρωπο νέα γένεση, του χαρίζει καινούργια πνευματική ύπαρξη, από την οποία έχει αφαιρεθεί το στοιχείο της αμαρτίας, το δηλητήριο της φθοράς και του πνευματικού θανάτου.

Το βάπτισμα κατά τους Διαμαρτυρόμενους δεν επαναλαμβάνεται. Σ' αυτό συμφωνούν με τους Ορθόδοξους και τους Ρωμαιοκαθολικούς. Όμως η μη επανάληψη αυτή δεν οφείλεται στη μοναδικότητα της πνευματικής γεννήσεως πού μόνο μια φορά γίνεται (όπως και η φυσική γέννηση) ούτε στο ότι το μυστήριο φέρει χαρακτήρα ανεξάλειπτο (Δυτικοί), αλλά στην ειδική συνθήκη πού δημιουργείται στο βάπτισμα μεταξύ θεού και ανθρώπου, η οποία από μέρους του Θεού είναι αμετακίνητη και ανεπανάληπτη.

Όσοι εκ των Διαμαρτυρομένων δέχονται το μυστηριακό χαρακτήρα του βαπτίσματος αποδέχονται και τον νηπιοβαπτισμό (Λουθηρανοί). Αυτό όμως δεν γίνεται χωρίς αντίφαση προς τη θεμελιώδη προτεσταντική αρχή περί πίστεως, ως της μόνης δυνάμεως πού προσδιορίζει την ενέργεια του μυστηρίου. Πώς μπορεί να ενεργήσει το βάπτισμα στα νήπια, τα οποία στερούνται λόγου και πίστεως; Προς εξοικονόμηση του πράγματος διατυπώθηκαν αλλόκοτες θεωρίες ότι τα νήπια πού είναι ευάρεστα στο Θεό και προστατεύονται από τους αγγέλους, πιστεύουν κι αυτά χωρίς να κατανοούν το Θεό, όπως ο Δαβίδ στην κοιλιά της μητέρας του εξεδήλωνε την αφοσίωση του στο Θεό και ο Βαπτιστής Ιωάννης σκιρτούσε ομοίως στην κοιλιά της Ελισάβετ, όταν αύτη άκουε το χαιρετισμό της Παρθένου Μαρίας. Άλλωστε η πίστη δεν έχει ανάγκη του λόγου, ο οποίος καμιά φορά την εμποδίζει, άλλ' είναι προϊόν του παναγίου Πνεύματος.

Τέλος όσοι εκ των Διαμαρτυρομένων (Καυάκεροι, Σωκινιανοί, Άρμινιανοί, Μεννωνίτες, Άναβαπτιστές) απορρίπτουν τον μυστηριακό χαρακτήρα του βαπτίσματος, φρονούντες ότι είναι απλή τελετή ιδρυθείσα όχι από τον Κύριο αλλά από τους Αποστόλους για τους εξ Ιουδαίων και εθνικών επιστρέφοντας των οποίων εδήλωνε δημόσια την είσοδο στην Εκκλησία, η είναι απλή εικόνα της εσωτερικής καθάρσεως του άνθρωπου και φραγίδα της αφέσεως των αμαρτιών στους πιστεύοντες και μετανοούντες, συναπορρίπτουν όλοι τον νηπιοβαπτισμό, του οποίου δεν κατανοούν τη φύση και τους σκοπούς.

Είναι σωστό το δι' επιχύσεως βάπτισμα των Παπικών;

Όχι, δεν είναι. Διότι, κατά την ορθόδοξη πίστη, το βάπτισμα για να είναι έγκυρο και κανονικό, πρέπει να γίνεται στο όνομα της αγίας Τριάδος και δια τριπλής καταδύσεως σε ύδωρ «ειλικρινές», δηλαδή αμιγές και καθαρό. Αν λείπει ένας από τους όρους αυτούς το μυστήριο είναι άκυρο. Ως προς τον δεύτερο όμως όρο, δηλαδή την τριπλή κατάδυση, δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών Εκκλησιών.

Το ρήμα βαπτίζω σημαίνει βυθίζω. Από αρχαιοτάτων δε χρόνων στην Εκκλησία το βάπτισμα ετελείτο δια τριπλής καταδύσεως σε ύδωρ. Την πράξη αυτή της Εκκλησίας μαρτυρούν τα σωζόμενα βαπτιστήρια, ειδικά κτίσματα κείμενα παραπλεύρως του ναού, στα οποία βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι. Ομοίως μαρτυρεί η πράξη των αποσχισθεισών Εκκλησιών των Αρμενίων, Κοπτών και Άβυσσηνίων, πού τελούν το βάπτισμα δια καταδύσεως. Είναι ενδεικτικό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας στα έργα τους δεν μνημονεύουν άλλον τρόπο βαπτίσεως. Φυσικά στην αρχαία Εκκλησία υπήρχε το έκτακτο και κατ' οικονομία βάπτισμα των κλινικών, δηλαδή των ασθενών πού, καθηλωμένοι στο κρεβάτι, δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, το οποίο γινόταν δι' επιχύσεως και ραντισμού.

Στο έκτακτο αυτό βάπτισμα στηριζόμενοι οι Ρωμαιοκαθολικοί και προφασιζόμενοι λόγους αστήρικτους, την τρυφερή ηλικία των νηπίων, τα όποια αν είναι ασθενικά κινδυνεύουν κατά την κατάδυση, το γήρας των λειτουργών με τις αρνητικές επιπτώσεις του, το άτοπο της γυμνώσεως προσώπων του ετέρου φύλου και γενικά τις δυσκολίες από το ψυχρό κλίμα των βορείων χωρών, ήδη από τον 14ο αιώνα το εκτάκτως γινόμενο βάπτισμα δι' επιχύσεως εισήγαγαν ως κανονικό της Εκκλησίας θεσμό. "Ότι όμως πρόκειται περί επιζήμιας καινοτομίας στη σειρά πολλών άλλων καινοτομιών της Εκκλησίας αυτής, μετά τα όσα είπαμε δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί.

Μπορεί άλλο πρόσωπο εκτός από τον ιερέα να τελέσει το βάπτισμα;

Ναι μπορεί, σε έκτακτες όμως περιπτώσεις. Το βάπτισμα αυτό είναι ομοίως βάπτισμα ανάγκης. Γίνεται δε συνήθως ενόψει επικείμενου θανάτου. Όταν, λόγου χάρη, ένα αβάπτιστο παιδί ασθενήσει ξαφνικά και κινδυνεύει να πεθάνει, τότε μπορεί να το βαπτίσει και λαϊκός, άνδρας ή γυναικα, κατά κανόνα όμως ορθόδοξος. Το βάπτισμα μπορεί να το κάνει σε νερό απλό και φυσικό, κάνοντας τις τρεις καταδύσεις και λέγοντας τα καθιερωμένα λόγια: «Βαπτίζεται ο δούλος (ή η δούλη) του θεού τάδε... εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμήν». Ελλείψει ύδατος το βάπτισμα μπορεί να γίνει και στον αέρα (αεροβάπτισμα). Και στις δύο περιπτώσεις (κυρίως όμως στην πρώτη) το βάπτισμα είναι έγκυρο και δεν μπορεί να επαναληφθεί, όταν παρέλθει ο κίνδυνος θανάτου.

Το έκτακτο αυτό βάπτισμα τελεί και ή Ρωμαϊκή Εκκλησία, διευρύνουσα όμως τον κύκλο των προσώπων πού μπορούν να το επιτελέσουν. Σε αντίθεση με τη δική μας Εκκλησία πού επιτρέπει την τέλεση του μόνο σε ορθόδοξους λαϊκούς, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το επιτρέπει και σε μη χριστιανούς, σε Ιουδαίους και σε εθνικούς. Ότι όμως μια τέτοια θεωρία, διαταράσσουσα τη «λογική» και τον φυσικό κύκλο των μυστηρίων, είναι άκρως μηχανική, είναι προφανές και αυτονόητο.

Και οι Διαμαρτυρόμενοι, τέλος, δέχονται την τέλεση του βαπτίσματος από πρόσωπα λαϊκά, εκτός από τους Καλβινιστές, οι όποιοι, αποδεχόμενοι ότι ο Θεός σώζει και χωρίς το βάπτισμα τους προορισμένους στην αιώνια ζωή, δεν δίνουν καμιά σημασία στο έκτακτο βάπτισμα της ανάγκης.

Ποια είναι ή θέση τον προσώπου του λειτουργού στην τέλεση των εκκλησιαστικών μυστηρίων;

Όπως ειπώθηκε στα προηγούμενα, ο τελετουργός των μυστηρίων είναι κατ' ούσίαν ο ιδρυτής αυτών, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ό ιερέας είναι απλό όργανο δια του οποίου επιτελούνται τα μυστήρια.

Στο πνεύμα αυτό ο ορθόδοξος ιερέας κρύβει επιμελώς το πρόσωπο του κατά την τέλεση των μυστηρίων, απαγγέλλοντας τις ιερουργίες σε τύπο παθητικό (σε τρίτο ενικό πρόσωπο) όπως: Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού και χρίεται, αρραβωνίζεται, στέφεται, μεταλαμβάνει, προχειρίζεται κ.τ,λ.

Αντίθετα στη Ρωμαϊκή Εκκλησία ο λειτουργός φέρεται να τελεί ό ίδιος τα μυστήρια, απαγγέλλοντας τις ιερουργίες σε πρώτο ενικό πρόσωπο, όπως: εγώ σε βαπτίζω, σε χρίω κ.ο.κ. Το ύφος αυτό είναι εκφραστικό του οξέος χωρισμού του κλήρου από τον λαό, πού παρατηρείται στη Λατινική Εκκλησία.

 

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration