Ζωηφόρος

Για ποια αιτία και πως έγινε η ανακομιδή του αγίου λειψάνου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου,

Για ποια αιτία και πως έγινε

η ανακομιδή του αγίου λειψάνου

του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Εκ του εγκωμίου προς τον Ιερό Χρυσόστομο

Κοσμά του Βεστίτωρος


Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή έλεγχε την κάθε αδικία, ήλεγξε και την βασίλισσα Ευδοξία για τις παρανομίες και τις αδικίες που έκανε, κυρίως επειδή με τυραννικό τρόπο αφαίρεσε τον αγρό μιας χήρας, ονομαζόμενης Καλλιτρόπης. Γι’ αυτό το λόγο εξορίστηκε ο Άγιος πολλές φορές πέραν της Καππαδοκίας, σε τόπους έρημους και στερημένους ακόμα και των αναγκαίων. Εκεί ευρισκόμενος εξόριστος ο Άγιος, εκλήθη στους ουρανούς υπό του Δεσπότου Χριστού, διά μέσου Πέτρου και Ιωάννου των ιερών Αποστόλων και έτσι μετέβη από της γης στις ουράνιες σκηνές. Το δε άγιο λείψανό του αποθησαυρίσθηκε στα Κόμανα της Καππαδοκίας...

Αφού οι μαθητές του Αγίου, που τον συνόδευσαν στην εξορία, τον ενταφίασαν, πήγαν στην Ρώμη, όπου Πάπας ήταν ο Άγιος Ιννοκέντιος και βασιλεύς ο αδελφός του Αρκαδίου Ονώριος και διηγήθηκαν σ’ αυτούς εξ αρχής όλες τις τιμωρίες, τις οποίες έκαναν στον θείο Χρυσόστομο, δηλαδή ότι πλήρωσαν ανθρώπους για να τον φονεύσουν, όταν τον πήγαιναν στην εξορία και ότι πολλές του έκαμαν τυραννίες, για να πράξουν την εντολή των εχθρών του, όταν ως Άγγελο τον υποδέχονταν η Ανατολή, αλλά ο Θεός δεν θέλησε να γίνει τέτοιος φόνος και τον φύλαξε. Επίσης διηγήθηκαν σ’ αυτούς πώς εφάνησαν σ’ αυτόν οι ένδοξοι Απόστολοι, ομοίως δε και τον μέγα σεισμό τον οποίο έκαμε ο Θεός μετά την εξορία του δικαίου, ο οποίος χάλασε τα βασίλεια και σχεδόν άπασα την πόλη, την φοβερά χάλαζα, που προξένησε τόση ζημιά, ώστε και αυτήν την στήλη της μυσαρής Ευδοξίας συνέτριψε' το θείο πυρ το οποίο εξήλθε εκ του θρόνου του Αγίου, το οποίο έβλαψε πολύ τον Ναό εκ του οποίου θαυμασίως διαδόθηκε προς το ανάκτορο, διότι εντός τριών ωρών το κατέκαυσε τελείως. Τότε ο Πάπας και ο βασιλεύς, από θείο ζήλο έγραψαν αμφότεροι επιστολές προς τον Αρκάδιο ελέγχοντας την παρανομία και την αδικία του.

Ο Πάπας έπεμψε στον βασιλέα αφορισμό, έχοντα ως έξης: «Φωνή αίματος του δικαίου Ιωάννου βοά προς τον Θεό κατά σου, βασιλεύ Αρκάδιε! διότι τον καιρόν της ειρήνης εποίησες καιρό διωγμού στην Εκκλησία εξορίζοντας τον αληθή ποιμένα της, μαζί του και αυτόν τον Χριστό, φευ εξόρισες και παρέδωσες το ποίμνιό του σε μισθωτούς και όχι αληθείς ποιμένες. Εγώ δεν λυπούμαι για τον Χρυσόστομο, διότι είναι μακάριος εκείνος για τα μεγάλα του κατορθώματα και τρισμακάριος για τις αναρίθμητους κολάσεις, τις οποίες υπέμεινε, και έλαβε τον κλήρο στην Βασιλεία του Θεού μετά των Αποστόλων και Μαρτύρων, λυπούμαι όμως για την ιδική σου απώλεια, διότι, για να ποίησης το θέλημα μιας γυναικός άφρονος, στέρησες όλο τον κόσμο της μελιρρύτου διδαχής του. Για τούτο και εγώ ο ελάχιστος, ο οποίος επιστεύθη του Κορυφαίου τον θρόνο, σας κανονίζω και αυτήν, χωρίζοντάς σας της αγίας κοινωνίας των θείων του Χριστού Μυστηρίων, και αν κάποιος τολμήσει να σας κοινωνήσει, να είναι καθηρημένος και αφορισμένος. Εάν δε και εσείς βιάστε κάποιον, μη γένοιτο, να σας κοινωνήσει, καταφρονώντας την Αποστολική αυτή διάταξη, να είσθε ως οι τελώνες και εθνικοί παρά τω Ορθοδόξω συστήματι και να μένει η αμαρτία ενώπιόν σας, όπως την ημέρα της κρίσεως λάβετε την πρέπουσα παίδευση' τον δε Αρσάκιον, που τον βάλατε στο θρόνο του Χρυσοστόμου, τον καθαιρούμε και μετά θάνατον, ως και όλους τούς μετά τούτου συγκοινωνήσαντες, διότι μοιχώ τω τρόπω έλαβε την αξία ο ανάξιος, τον δε Θεόφιλο, όχι μόνον καθαιρούμε, αλλά και αφορίζομε, για να είναι και του Χριστού αλλότριος. Αυτά, που εμείς δένομε στη γη, έτσι δένονται και στον ουρανό καθώς ακούς στό ιερό Ευαγγέλιο».

Ο δε Ονώριος έστειλε και αυτός άλλη επιστολή: «Αδελφέ Αρκάδιε, δεν γνωρίζω ποια επαναστατική ενέργεια σε παρακίνησε να ακούσεις μία γυναίκα και να ποιήσεις αυτά, τα οποία άλλος βασιλεύς Χριστιανός δεν εποίησε, και δικαίως σε κατακρίνουν όλοι οι εδώ Επίσκοποι, ότι εξόρισες άνευ κρίσεως τον μέγα Αρχιερέα του Θεού, τον οποίο φόνευσαν διά τιμωριών και βασάνων οι στρατιώτες σου. Πάλι δε και ότι τούς Αρχιερείς τοποτηρητές, τούς οποίους έστειλε απ’ εδώ η Εκκλησία των Ρωμαίων, προς τιμήν μας και προς βεβαίωση της αληθείας, όχι μόνον φυλάκισες, αλλά και τα χρήματα που είχαν για έξοδα των αφήρεσες, γι’ αυτό και κινδύνευσαν υπό της πείνας σε θάνατο. Έτσι ποιήσας δεν κατεφρόνησες τα Αποστολικά παραγγέλματα; Σπεύσε, αδελφέ, ώστε δι' έργων να ευαρεστήσεις Θεό και ανθρώπους, διόρθωσε τα σφάλματά σου, γνωρίζοντας ότι οι προσευχές των Ιερέων στερεώνουν την βασιλεία μας».

Δεξάμενος τις επιστολές ο Αρκάδιος λυπήθηκε υπερβολικά και πρώτα τιμώρησε τούς κακοποιήσαντες τούς Ρωμαίους Αρχιερείς, εκ των οποίων άλλους μεν μαστίγωσε, ετέρους δε θανάτωσε, κρεμάζοντας αυτούς στα ξύλα. Όλους δε τούς συγγενείς της Ευδοξίας, οι οποίοι συνήργησαν στην του Αγίου καθαίρεση, καθήρεσε και δήμευσε την περιουσία των. Ούτε της ίδιας της γυναικός του εφείσθη τελείως, αλλ' έδειρε και την τιμώρησε τόσο, ώστε από της στενοχώριας της ασθένησε. Κατόπιν έδεσε τον Μηνά, τον Θεότεκνο και τον Ισχυρίωνα τούς ανεψιούς Θεοφίλου, τον Γαβάλων Σεβηριανόν και τον Βεροίας Ακάκιο, οι οποίοι βρέθηκαν εκεί και έστειλε αυτούς λίαν περιφρονημένους προς τον Πάπα Ιννοκέντιο, γράφοντας και επιστολή σ’ αυτόν με πολλή ταπείνωση προς απάντηση, λέγοντας: «Εγώ δεν γνώριζα ουδέν εξ όσων επράχθησαν κατά των απεσταλμένων σας, όταν δε τα έμαθα, θανάτωσα τούς αυτούς αδικήσαντες. Ούτε επίσης σε καθαίρεση του Ιωάννου ήμουν αίτιος, αλλά κάποιοι Επίσκοποι άθλιοι, οι οποίοι μου έδειξαν εκκλησιαστικούς Κανόνες και δήχθηκαν το αμάρτημα, τούς οποίους πιστεύοντας έδωκα την άδικο ψήφο. Στέλλω γι’ αυτό τη Οσιότητί σου τον Ακάκιο, τον Σεβηριανό και τούς συγγενείς του πονηρού Θεοφίλου, στον οποίο θέλω γράψει να έλθει εκεί βιαίως και τιμώρησε αυτούς ως βούλεσαι. Ημάς δε συγχώρησε τη πατρική φιλανθρωπία σου και μη ημάς στερήσεις της των Αχράντων Μυστηρίων ιεράς μεταλήψεως, διότι και το τέκνο σου Ευδοξία επαίδευσα και βαρέως μαστίγωσα. Γι’ αυτό και ασθενήσασα βαρέως κατάκειται κλινήρης. Λοιπόν μη ημάς παιδεύσεις περισσότερο, Πάτερ τιμιότατε, καθ' όσον μάλιστα μετανοούμε εξ όλης καρδίας και πρέπει κατά τήν άπειρο ευσπλαχνία του Παναγαθου Θεού, να συγχωρήσει ημάς η υμετέρα Οσιότης». Έγραψε δε και στον Ονώριο, να μεσιτεύσει προς τον Πάπα να του στείλει συγχώρηση.

Δεξάμενος ο Πάπας τις επιστολές του Αρκαδίου χάρηκε πολύ για την ταπείνωσή του, γι’ αυτό έγραψε στον μαθητή του Χρυσοστόμου Πρόκλο, ο οποίος ήταν τότε Επίσκοπος Κυζίκου, να πάγει στην Κωνσταντινούπολη, να λύσει τούς βασιλείς εκ του αφορισμού, να κοινωνήσει αυτούς των θείων Μυστηρίων και να καθίσει Πατριάρχης επιτροπικός, έως να εξετάσουν τον Αττικό επιμελώς. Έγραψε δε ιδιαιτέρως και προς τον Αρκάδιο, ότι δέχτηκε την μετάνοιά του και τον συγχωρεί, αλλά να διατάξει να γράψουν το όνομα του Χρυσοστόμου στα ιερά δίπτυχα και να στείλει τον Θεόφιλο στην Θεσσαλονίκη, στην οποία θα πάγει και ο ίδιος για αναγκαία υπόθεση. Αυτές τις εντολές ο βασιλεύς ασμένως δεξάμενος και έχοντας απόφαση να τις εκτελέσει, έγραψε προς τον Θεόφιλο: «Τάραξες όλη την οικουμένη και έλαβες την τοποκρατορία σατανικώς αφ' εαυτού σου, χωρίς να σεβασθείς νόμους εκκλησιαστικούς, ούτε βασιλική εξουσία' γι’ αυτό αναχώρησε ευθύς άνευ ουδεμιάς προφάσεως και ύπαγε στην Θεσσαλονίκη να κριθείς υπό του Ρώμης Αρχιεπισκόπου». Λαβών την επιστολή αυτή ο Θεόφιλος εταράχθη βλέποντας τις απειλές του αυτοκράτορα. Όμως δεν πρόφθασε να υπάγει στην Θεσσαλονίκη, διότι ο Θεός του έστειλε ανίατη ασθένεια και οδυνώμενος υπό λιθιάσεως ομολόγει παρρησία τις κακουργίες, τις οποίες έπραξε στον Χρυσόστομο και για τις οποίες δικαίως παιδευόταν, έως που κακώς ξεψύχησε.

Όχι δε μόνο ο Θεόφιλος, αλλά και όλοι όσοι συνεκοινώνησαν στην εξορία του Χρυσοστόμου τιμωρήθηκαν υπό θεηλάτου πληγής, κακώς οι κακοί απολεσθέντες. Εξόχως δε η Ευδοξία έπεσε σε αιμόρροια και σάπισε όλο το σώμα της, ώστε εξ αυτού σκώληκες εξερχόταν και δυσωδία ανυπόφορος, από τις οποίες γνώρισε ότι για τον Άγιο τιμωρείται. Γι’ αυτό τον παρεκάλει με γοερές φωνές, απέδωκε τον αμπελώνα στην χήρα όπως και τις άλλες αδικίες, τις οποίες εποίησε και με πολλές οδύνες ξεψύχησε. Και πάλιν ουδέ μετά θάνατον έμεινε ατιμώρητος, διότι έτρεμε ο τάφος της, εις έκπληξη των ορώντων ανείκαστο, ο οποίος κλόνος κράτησε τριάντα τρία έτη, μέχρι που έφεραν από της εξορίας το άγιο λείψανο. Αφήκε δε η Ευδοξία θυγατέρες τεσσάρες: Πουλχερία, Φουλία, Αρκαδία και Μαρία και ένα υιό ονόματι Θεοδόσιο. Βασίλευσε δε ο Αρκάδιος έτη δέκα τέσσαρα και τελεύτησε, οκταετούς όντος του νέου Θεοδοσίου, οι δε αδελφές του Θεοδοσίου δεν νυμφεύθηκαν. Κυβέρνα δε το βασίλειο η Πουλχερία, ούσα τότε ετών δέκα εννέα, έως πού ήλθε ο Θεοδόσιος σε ηλικία νόμιμη.

Βασιλεύοντος δε του Θεοδοσίου του Μικρού ήδη έτη τριάκοντα, ο Άγιος Πρόκλος, μαθητής και Διάκονος χρηματίσας του θείου Χρυσοστόμου, κοινή ψήφο έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Κατά δε τον τέταρτο χρόνο της πατριαρχίας του Πρόκλου (435), έπεισε τον βασιλέα και έπεμψε για να φέρουν στην Κωνσταντινούπολη το λείψανο του θείου πατρός. Φθάνοντας οι απεσταλμένοι στα Κόμανα, ρώτησαν τούς εγχώριους να δείξουν σ’ αυτούς τον τάφο, για πάρουν το λείψανο. Οι δε πικράθηκαν υπέρμετρα, διότι θα στερούνταν τέτοιου θησαυρού ατίμητου, όμως δεν τόλμησαν να εναντιωθούν στο βασιλικό πρόσταγμα, αλλ’ έφεραν αυτούς στον τάφο του μάκαρος και καθώς σήκωσαν τον λίθο να εκβάλουν έξω το λείψανο, έμεινε ακίνητο, ω του θαύματος! και δεν μπορούσαν τόσοι άνδρες να το σαλεύσουν ολοτελώς. Γι’ αυτό επέστρεψαν οι αποσταλέντες στα βασίλεια άπρακτοι, κηρύττοντες σ’ όλη την πόλη το θαυμάσιο τούτο, ότι δηλαδή ο Άγιος δεν έδωκε τον εαυτό του, αλλ' έμεινε ακίνητος (τούτο δε το έκαμε, διότι με αυθεντία και υπερηφάνεια ήθελε να πάρει το λείψανό του ο βασιλεύς, τον οποίο θέλησε να διδάξει ο Άγιος ταπεινοφροσύνη και μετριότητα). Τούτου χάριν παρεκάλεσε τον Άγιο ο βασιλεύς αποστέλλοντας σ’ αυτόν επιστολή που περιείχε αυτά:

«Στον Οικουμενικό Πατριάρχη, Διδάσκαλο και πνευματικό Πατέρα Ιωάννη τον Χρυσόστομο, την προσκύνηση προσφέρω, εγώ ο βασιλεύς Θεοδόσιος. Ημείς, Πάτερ τίμιε, νομίζοντας ότι το σώμα σου τυγχάνει νεκρό, ως και τα λοιπά σώματα των αποθανόντων, θελήσαμε να μεταφέρομε αυτό απλώς σε εμάς, διά τούτο και του ποθούμενου δικαίως στερηθήκαμε, αλλά συ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησε εμάς μετανοούντας, διότι συ εδίδαξες εις πάντας την μετάνοια και δός τον εαυτον σου, ως Πατήρ φιλόπαις, εις ημάς τούς φιλοπάτορας υιούς σου και τούς σε ποθούντας εύφρανε διά της παρουσίας σου».

Λαβόντες λοιπόν οι απεσταλμένοι την επιστολή αυτή και φθάνοντας στον τόπο, τέλεσαν καθώς ο βασιλεύς τους πρόσταξε και βλέπουν πάλι άλλο θαυμάσιο, δηλαδή φως άρρητο με πολλή λαμπηδόνα από του τάφου αναπήδησαν, ευωδία ανείκαστη εξήλθε του τάφου και δεν φαινόταν ως νεκρός ο Άγιος, αλλά φαιδρός στην όψη γεμάτος αμβροσίας και νέκταρος. Όταν λοιπόν επέμφθη η επιστολή αυτή και ετέθη επί του στήθους του Αγίου, έδωκε τον εαυτό του ο θείος Πατήρ, διότι η θήκη που περιείχε το άγιο λείψανο ευκόλως και χωρίς κόπο φερόταν ανεμποδίστως. Τότε έγιναν και πολλά θαυμάσια σε όσους μετά πίστεως τον ασπάσθηκαν. Εξόχως δε ήταν ένας χωλός στο μέσον του πλήθους και με πολύ κόπο έκαμε τρόπο και άγγιξε στους πόδας του το του Αγίου ιμάτιο και ευθύς ιάθη. Θέτοντες λοιπόν το ιερό λείψανο σε χρυσοκόλλητη λάρνακα και βαστάζοντας αυτήν, εκίνησαν την οδοιπορία πρόθυμοι με ψαλμωδία πολλή, με λαμπάδες και θυμιάματα και σε όσες πόλεις και χώρες υποδέχονταν τον Άγιο, αγιαζόντουσαν. Όταν δε πλησίασαν στην Χαλκηδόνα και το άκουσαν στην βασιλεύουσα, έδραμαν όλοι νέοι και γέροντες με πόθο πολύ να το προϋπαντήσουν, ως έπρεπε, και γέμισε πλοία όλη η θάλασσα, η οποία φαινόταν σαν γη στερεά.

Όταν έφθασε το άγιο λείψανο αντίπερα της Κωνσταντινουπόλεως, εξήλθε ο Πατριάρχης μετά του βασιλέως και όλη η Σύγκλητος για να προϋπαντήσουν τον Άγιο. Την θήκη δε την έχουσα το άγιο λείψανο έβαλαν σε πλοίο βασιλικό. Γενομένης δε τρικυμίας, τα μεν άλλα πλοία διεσκορπίσθησαν σε ένα και άλλο μέρος, το δε πλοίο το περιέχον το άγιο λείψανο εξήλθε στον αγρό της Καλλιτρόπης χήρας, την οποία η Ευδοξία αδίκησε, όπως προείπαμε, και τότε πάλιν έγινε στην θάλασσα γαλήνη. Όταν δε έφθασαν στον ορισμένο τόπο εκείνοι, που βάσταζαν το τίμιο λείψανο, είδαν ότι έκλινε πάλι θαυμασίως προς το εν μέρος αφ' εαυτού του, εκείνο το ηυτρεπισμένο και ετοιμασμένο για τον Άγιο κουβούκλιο και προσκαλούσε με σχήμα το λείψανο. Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Όταν έβαλαν στο πλοίο εκείνο το τίμιο λείψανο, ο μεν βασιλεύς είχε πόθο να υπάγει στα βασίλεια, αλλ’ ως φαίνεται δεν ήθελε ο Άγιος Χρυσόστομος, γι’ αυτό κατέβηκε τό ρεύμα της θαλάσσης του Ελλησπόντου δυνατό. Πρώτα λοιπόν εφέρθη το άγιο λείψανο στον Ναό του Αποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενο του Αμαντίου, όπου ο βασιλεύς ήταν παρών και σκέπαζε με την βασιλική του χλαμύδα την θεία σορό του λειψάνου και μαζί παρεκάλει τον Άγιο να παύσει τον κλονισμό του τάφου της μητρός του, ο οποίος έτρεμε ήδη τριάντα τρία έτη' και δη επέτυχε της αιτήσεως διότι στάθηκε, παραδόξως, ο κινούμενος τάφος εκείνης.

Μετά από αυτά εκομίσθη το άγιο λείψανο στο Ναό της Αγίας Ειρήνης. Εκεί, έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στο ιερό Σύνθρονο και εβόησαν άπαντες: «Απόλαβε τον θρόνο σου, Άγιε». Ύστερα απέθεσαν την θήκη του λειψάνου επί της βασιλικής αμάξης και έφεραν αυτό στον Ναό των Αγίων Αποστόλων. Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στην ιερά καθέδρα και, ω του θαύματος! επεφώνησε στο λαό το «Ειρήνη πάσι και τη Ευδοξία συγχώρησις». Και ύστερα ετέθη υποκάτω στην γη όπου και τώρα ευρίσκεται. Όταν δε η ιερά λειτουργία ετελείτο, θαύματα μεγάλα γινόντουσαν, δοξάζοντας ο Θεός με αυτόν τον τρόπο τους δοξάζοντες Αυτόν.

Πηγή: http://stratisandriotis.blogspot.com/2012/01/blog-post_26.html

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration