Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Κυριακή του Τυφλού

Κυριακή του Τυφλού

Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής,

η απόδοσή τους στην νεοελληνική

και κήρυγμα επί του Ευαγγελίου.

 

***

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο

Κεφ. 9, χωρίο 1 έως 38

Η θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ

Θ´\ 1 Τῷ καιρῷ ἐκείνω, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.

13 ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.

17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.

29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ' ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Εκείνο τον καιρό, καθώς περνούσε ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο πού είχε γεννηθεί τυφλός. Τότε τον ρώτησαν οι μαθητές του και του λέγουν διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός; Αποκρίθηκε ο Ιησούς, ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν σ' αυτόν τα έργα του Θεού. Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα εκείνου πού με έστειλε, ως πού ακόμη είναι ήμερα, έρχεται νύχτα, οπού κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Όταν είμαι στον κόσμο, φως είμαι του κόσμου. Αφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω και με το σάλιο έκαμε λάσπη και έβαλε τη λάσπη πάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε, πήγαινε να νίφτεις στη δεξαμενή του Σιλωάμ, πού στα ελληνικά θέλει να πει «απεσταλμένος». Πήγε λοιπόν και νίφτηκε και ήλθε βλέποντας. Οι γειτόνοι του λοιπόν και εκείνοι πού τον έβλεπαν και ήξεραν πώς πρώτα ήταν τυφλός, έλεγαν αυτός δεν είναι πού καθόταν και ζητιάνευε; Άλλοι έλεγαν πώς αυτός είναι- άλλοι πώς κάποιος όμοιος του, εκείνος έλεγε πώς εγώ είμαι, του έλεγαν λοιπόν πώς ανοίχτηκαν τα μάτια σου; Αποκρίθηκε εκείνος και είπε, ένας άνθρωπος πού λέγεται Ιησούς έκαμε λάσπη και έβαλε πάνω στα μάτια μου και μου είπε, πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου, πήγα λοιπόν και νίφτηκα και είδα το φως μου. Του είπαν που είναι εκείνος; Λέγει, δεν ξέρω. Παίρνουν τον άλλοτε τυφλό και τον πηγαίνουν στους Φαρισαίους. Ήταν δε Σάββατο όταν έκαμε τη λάσπη ο Ιησούς και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. Ρωτούσαν λοιπόν πάλι οι Φαρισαίοι τον άλλοτε τυφλό, πώς είδε το φως του, και αυτός τους είπε, έβαλε λάσπη πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω. Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό, γιατί δε φυλάει την αργία του Σαββάτου. Άλλοι έλεγαν πώς μπορεί άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια θαύματα; Έτσι χωρίστηκαν οι γνώμες μεταξύ τους. Λέγουν πάλι στον τυφλό. Συ τί λες γι' αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί τα δικά σου μάτια άνοιξε. Και αυτός είπε πώς είναι προφήτης. Δεν πίστεψαν λοιπόν οι Ιουδαίοι γι' αυτόν πώς ήταν τυφλός και είδε το φως του, μέχρι πού φώναξαν τους γονείς του και τους ρώτησαν λέγοντας τους, αυτός είναι ο γιος σας, πού λέτε πώς γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοιπόν τώρα βλέπει; Τους αποκρίθηκαν οι γονείς του και είπαν ξέρουμε πώς αυτός είναι ο γιος μας και πώς γεννήθηκε τυφλός. Πώς όμως τώρα βλέπει δεν ξέρουμε ή ποιος του άνοιξε τα μάτια δεν ξέρουμε, ο ίδιος είναι σε ηλικία, τον ίδιο να ρωτήσετε, ο ίδιος θα πει για τον εαυτό του. Αυτά είπαν οι γονείς του, επειδή εφοβούντο τους Ιουδαίους γιατί είχαν κάνει κιόλας συμφωνία οι Ιουδαίοι, ώστε αν κανείς ομολογήσει τον Χριστό, να τον διώξουν από τη Συναγωγή. Γι' αυτό οι γονείς του είπαν πώς ο ίδιος έχει ηλικία, και να ρωτήσουν τον ίδιο. Για δεύτερη λοιπόν φορά φώναξαν τον άνθρωπο πού ήταν τυφλός και του είπαν, Να δοξάζεις το Θεό, εμείς ξέρουμε πώς αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Εκείνος απάντησε και είπε. Αν είναι αμαρτωλός δεν ξέρω, ένα ξέρω, πώς πριν ήμουν τυφλός και εδώ και λίγη ώρα βλέπω. Του είπαν πάλι, και τί σου έκαμε; Με ποιο τρόπο σου άνοιξε τα μάτια; Εκείνος τους απάντησε, λίγο πριν σας είπα και δεν ακούσατε; τί πάλι θέλετε να ακούτε; Μήπως θέλετε και σεις να γίνετε μαθηταί του; Εκείνοι γέλασαν μαζί του και είπαν εσύ είσαι μαθητής εκείνου, εμείς είμαστε μαθηταί του Μωυσή. Εμείς ξέρουμε πώς, Θεός μίλησε στον Μωυσή, γι' αυτόν όμως εδώ δεν ξέρουμε από που είναι. Ο άνθρωπος απάντησε και είπε, εσείς δεν ξέρετε από που είναι και αυτό είναι περίεργο, και όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πώς ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά ακούει εκείνους πού τον σέβονται και κάνουν το θέλημα του. Από τότε πού κτίστηκε ο κόσμος δεν ακούστηκε πώς άνοιξε κανείς τα μάτια ενός ανθρώπου πού γεννήθηκε τυφλός. Δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα τέτοιο, αν δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος από τον Θεό. Του απάντησαν και είπαν εσύ είσαι βουτηγμένος μέσα στις αμαρτίες και τώρα διδάσκεις εμάς; Και τον έβγαλαν έξω. Ο Ιησούς άκουσε πώς τον έβγαλαν έξω και του είπε, όταν τον βρήκε, συ πιστεύεις στον υιό του Θεού; Εκείνος απάντησε και είπε, Και ποιος είναι Κύριε, για να πιστέψω; Ο δε Ιησούς του είπε, και τον είδες και αυτός πού σου μιλεί αυτός είναι. Και είπε αυτός, πιστεύω, Κύριε, και τον προσκύνησε.

***

Από την Β΄ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου

Κεφ.  6, χωρία  6 έως 15

6 Αδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, 8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐξαπορούμενοι,

9 διωκόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι, 10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ.

11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. 12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν.

13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, 14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. 15 τὰ γὰρ πάντα δι’ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Ο Θεός που είπε: «Μέσα από το σκοτάδι να λάμψει το φως», αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας και μας φώτισε να γνωρίσουμε τη δόξα του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αλλά εμείς που έχουμε αυτόν το θησαυρό είμαστε σαν πήλινα δοχεία, έτσι γίνεται φανερό πως η υπερβολική αξία του θησαυρού αυτού προέρχεται από το Θεό κι όχι από μας. Αν και μας πιέζουν από παντού, δε μας καταβάλλουν. Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, αλλά δεν απελπιζόμαστε. Μας καταδιώκουν, ο Θεός όμως δε μας εγκαταλείπει. Μας ρίχνουν κάτω, μα δε χάνουμε τον αγώνα. Συνεχώς υποφέρουμε σωματικά μετέχοντας έτσι στο θάνατο του Κυρίου Ιησού, για να φανερωθεί στο πρόσωπό μας η ζωή του αναστημένου Ιησού. Δηλαδή είμαστε ζωντανοί, αλλά εκθέτουμε συνεχώς τον εαυτό μας στο θάνατο για χάρη του Ιησού, ώστε να φανερωθεί στο θνητό μας σώμα η ζωή του Ιησού. Έτσι, εμάς μας απειλεί συνεχώς ο θάνατος, ενώ εσείς κερδίζετε τη ζωή. Έχουμε, λοιπόν, την ίδια εμπιστοσύνη στο Θεό, που αναφέρει η Γραφή: Εμπιστεύτηκα τον εαυτό μου στο Θεό, γι’ αυτό και μίλησα. Κι εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό, γι’ αυτό και κηρύττουμε. Ξέρουμε ότι ο Θεός, που ανάστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς δια του Ιησού και θα μας παρουσιάσει μπροστά του μαζί σας. Όλα λοιπόν, γίνονται για σας. Έτσι, όσο πιο πολλοί δεχτούν τη χάρη τόσο πιο μεγάλη θα είναι η ευχαριστία και η δοξολογία προς το Θεό.

***

Κυριακή του τυφλού

(Ιω. θ', 1-38)

κήρυγμα επί του Ευαγγελίου

του Ιωάννη Δήμου

Θεολόγου - Φιλολόγου

από την ιστοσελίδα του: www.sostikalogia.com

Η σημερινή Κυριακή ονομάζεται του τυφλού, γιατί αναφέρεται στη θεραπεία ενός, από τη  γέννησή του, τυφλού  ανθρώπου  που έκανε ο Χριστός.

Νύχτα χωρίς ξημέρωμα ήταν η ζωή του ανθρώπου αυτού, αλλά ευτυχώς συναντήθηκε με τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Συναντήθηκε, δηλαδή  με Εκείνον που ήρθε να κηρύξει «αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν». Συναντήθηκε με Εκείνον που ήρθε στον κόσμο   για να χαρίσει το φυσικό και το ηθικό φως στους ανθρώπους, να τους μεταφέρει από το σκοτάδι στο φως και από την εξουσία του σατανά στην κυριαρχία του φιλάνθρωπου Θεού.

Ο Χριστός πέρασε ολόκληρο το βίο Του ευεργετώντας και θεραπεύοντας όλους τους ανθρώπους. Μία από τις πολλές Του ευεργεσίες ήταν και η θεραπεία του τυφλού της γνωστής σημερινής Ευαγγελικής περικοπής.  Η θεραπεία αυτή που έγινε μέσω της κολυμβήθρας του Σιλωάμ, έγινε   η αιτία ώστε  ο τυφλός να χρωστάει αιώνια ευγνωμοσύνη   στον ευεργέτη του.

Ας μη νομισθεί όμως ότι είναι ο τυφλός και ο μόνος που οφείλει ευγνωμοσύνη προς το σωτήρα Χριστό, γιατί η ευεργεσία του Θεού δεν περιορίσθηκε μόνο σ' αυτόν, αλλά επεκτάθηκε σε παγκόσμιο ακτίνα και προς όλα τα δημιουργήματά Του. Αυτό πιστοποιεί ο θεόπνευστος ψαλμωδός λέγοντας, «ανοίξαντός Σου την χείρα τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητας» και  «Ανοίγεις συ την χείρα Σου και εμπιμπλάς παν ζώον ευδοκίας».  Πράγματι  ο Θεός «εσκόρπισεν, έδωκεν τοις πένησι, η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα». Άρα δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη έχει ευεργετηθεί από το Θεό, γιατί τίποτα δεν έχουμε που να μη είναι δώρο της φιλανθρωπίας Του. Έτσι είμαστε επιφορτισμένοι με το καθήκον της μονίμου ευγνωμοσύνης απέναντι Του.

Η μεγαλύτερη δε ευεργεσία που μας πρόσφερε είναι το ότι μας άνοιξε τα μάτια της ψυχής και μας φώτισε για να δούμε το φως το αληθινό, να περπατάμε στο φως του Χριστού και να προσπαθούμε να κάνουμε το θέλημα Του. Όπως είναι γνωστό δεν υπάρχουν μόνο τα σωματικά μάτια αλλά υπάρχουν και τα μάτια της ψυχής. Βέβαια για τον άνθρωπο είναι αναγκαία και τα μάτια του σώματος  αλλά, εάν πρόκειται κανείς να έχει   μόνο τα μάτια του σώματος ανοιχτά και τα μάτια της ψυχής κλειστά, καθόλου δεν οφελείται. Ενώ εάν έχει ανοιχτά τα μάτια της ψυχής τότε αναπληρώνει και τα μάτια του σώματος και βγαίνει αληθινός ο λόγος του Κυρίου, «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται».

Το ότι λοιπόν είμαστε μέσα στη λογική ποίμνη της Εκκλησίας του Χριστού αυτό φανερώνει ότι  η πολυποίκιλη σοφία του Θεού εργάσθηκε και μας φώτισε τα μάτια της ψυχής, και μας χορήγησε την πίστη σε ένα βαθμό, για να μη πλανηθούμε μέσα στο ηθικό σκοτάδι αλλά για να βαδίσουμε την οδό της αλήθειας και καταντήσουμε στο φως της αιώνιας  ζωής.

Η ευγνωμοσύνη που χρωστάμε στο Θεό δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο σε τυπικά λόγια, αλλά πρέπει να αποδείχνεται και με έργα. Και βέβαια ο άνθρωπος σώζεται με τη χάρη του Θεού διά της πίστεως και όχι από τα έργα του. Αυτό όμως δε μειώνει σε καμία περίπτωση την αξία των καλών έργων ούτε τα καταργεί, αλλά αντιθέτως τα καλά έργα αποτελούν απαράβατη προϋπόθεση της νέας εν Χριστώ ζωής.

Όταν η πίστη συνοδεύεται από καλά έργα, τότε ο πιστός βαδίζει προς την τελειότητα και εξασφαλίζει την είσοδόν του στη Βασιλεία του Θεού την οποίαν βασιλεία είθε να κληρονομήσουμε όλοι μας. Αμήν.

***

Από το βιβλίο των Πράξεων

Κεφ. 16, χωρίο 16 έως 34

ΙΣΤ´\ ᾿Εν δέ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις 16 ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. 17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. 18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ.

Φυλάκισις καὶ ἀπελευθέρωσις τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα

19 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, 20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν ᾿Ιουδαῖοι ὑπάρχοντες.

21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. 22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ραβδίζειν, 23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· 24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. 25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. 27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. 29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ,

30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; 31 οἱ δὲ εἶπον· πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, 34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Στις ημέρες εκείνες, καθώς πηγαίναμε οι Απόστολοι να προσευχηθούμε μας απάντησε στο δρόμο μια υπηρέτρια πού είχε μέσα της πονηρό μαντικό πνεύμα και κάνοντας τη μάντισσα, άφηνε πολλά κέρδη στα αφεντικά της.

Αυτή η υπηρέτρια ακολούθησε από πίσω τον Παύλο και φώναζε, λέγοντας: Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου και μας κηρύττουν το δρόμο της σωτηρίας. Αυτό το έκανε πολλές ήμερες, ώσπου ο Παύλος αγανάκτησε και γύρισε κι είπε στο πονηρό πνεύμα: Σε προστάζω στο Όνομα του Ιησού Χριστού να βγεις απ' αυτήν και το πονηρό πνεύμα βγήκε την ίδια ώρα.

Όταν τα αφεντικά της υπηρέτριας εκείνης είδαν πώς βγήκε το πονηρό πνεύμα και πώς χάθηκε η ελπίδα της εργασίας τους, έπιασαν τον Παύλο και τον Σίλα και τους έσυραν στην αγορά για να τους πάνε στους άρχοντες, και αφού τους έφεραν στους στρατηγούς, είπαν - Αυτοί οι άνθρωποι είναι Ιουδαίοι και μας κάνουν άνω κάτω την πόλη, μας κηρύττουν πράγματα, πού σαν Ρωμαίοι πού είμαστε δεν μας επιτρέπεται να τα παραδεχόμαστε ούτε και να τα κάνουμε.

Και μαζί με τα αφεντικά της υπηρέτριας τα έβαλε και ο κόσμος με τους Αποστόλους κι οι στρατηγοί, και αφού τους ξέσχιζαν τα ρούχα, διέταξαν να τους δείρουν, κι αφού τους έδειραν γερά, τους έβαλαν στη φυλακή και παράγγειλαν στο δεσμοφύλακα να τους φυλάει καλά. Ο δεσμοφύλακας μια και πήρε τέτοια διαταγή, τους έβαλε όσο μπορούσε στην πιο μέσα φυλακή και τους πέρασε και τα πόδια στο ξύλο. Γύρω στα μεσάνυχτα ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και υμνούσαν τον Θεό, και οι φυλακισμένοι άκουγαν με προσοχή. Ξαφνικά τότε έγινε μεγάλος σεισμός, τόσο πού σαλεύθηκαν τα θεμέλια της φυλακής, ανοίχθηκαν αμέσως όλες οι πόρτες και λύθηκαν τα δεσμά όλων των φυλακισμένων.

Και ο δεσμοφύλακας, καθώς ξύπνησε κι είδε ανοιγμένες τις πόρτες της φυλακής, τράβηξε το μαχαίρι κι ήταν έτοιμος να αυτοκτονήσει, νομίζοντας πώς είχαν φύγει οι φυλακισμένοι. Τότε ο Παύλος έβαλε δυνατή φωνή και είπε, μη κάνεις κακό στον εαυτό σου, γιατί όλοι είμαστε εδώ.

 

Ο δεσμοφύλακας ζήτησε φως και πήδησε μέσα στη φυλακή και τρομαγμένος έπεσε μπροστά στον Παύλο και τον Σίλα. Κι αφού τους οδήγησε έξω τους είπε - Κύριοι, τί πρέπει να κάνω για να σωθώ; Κι εκείνοι του είπαν, Πίστευσε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς και συ και όλο το σπιτικό σου. Και τον κατήχησαν το λόγο του Κυρίου και αυτόν και όλους όσοι ήσαν στο σπίτι του. Και ο δεσμοφύλακας την ίδια ώρα της νύχτας πήρε τους Αποστόλους και τους έπλυνε από τα αίματα των πληγών τους και βαπτίσθηκε και αυτός και όλοι οι δικοί του αμέσως. Και αφού τους ανέβασε στο σπίτι του, έστρωσε τραπέζι και χάρηκε η ψυχή του με όλους τους δικούς του, εξαιτίας πού πίστευσε στον Θεό.

Zoiforos.GR

Τελευταία άρθρα από τον/την Zoiforos.GR

©2005-2016 Zoiforos.gr || Σχεδίαση - Ανάπτυξη Lweb.GR