Ζωηφόρος

Κυριακή της Πεντηκοστής,

Κυριακή της Πεντηκοστής

Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής

η απόδοσή τους στην νεοελληνική

και κήρυγμα επί του Ευαγγελίου.

***

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο

Κεφ.  7, χωρίο 37 έως χωρίο 53 και Κεφ.8, χωρίο 12

Ζ΄\ 37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι' αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ' οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ' αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται 53 και ἐπορεύθη ἔκαστος εἰς τον οἰκον αὐτοῦ.

8, 12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Την τελευταία μέρα της μεγάλης γιορτής στάθηκε ο Ιησούς και φώναξε δυνατά λέγοντας, οποίος δίψα ας έρχεται σε μένα και ας πίνει. Όποιος πιστεύει σε μένα, όπως το είπε η Γραφή, θα τρέξουν από την καρδιά του ποταμοί ζωντανού νερού. Και το είπε αυτό για το Πνεύμα πού θα έπαιρναν εκείνοι πού θα πίστευαν σ' αυτόν γιατί ακόμη δεν ήταν Άγιον Πνεύμα, επειδή ο Χριστός ακόμα δεν είχε δοξαστεί. Πολλοί λοιπόν από τον λαό, όταν άκουσαν τον λόγο έλεγαν αυτός είναι αληθινά ο προφήτης. Άλλοι έλεγαν αυτός είναι ο Χριστός. Άλλοι έλεγαν μήπως από τη Γαλιλαία έρχεται ο Χριστός; Μήπως δεν το είπε η γραφή πώς από τη γενιά του Δαβίδ και από το χωριό Βηθλεέμ, πού καταγόταν ό Δαβίδ, έρχεται ο Χριστός; Χωρίστηκαν λοιπόν οι γνώμες ανάμεσα στο λαό γι' αυτόν. Μερικοί δε από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν άπλωσε χέρι επάνω του. Ήλθαν λοιπόν οι υπηρέτες στους αρχιερείς και τους Φαρισαίους και τους είπαν εκείνοι, γιατί δεν τον πιάσατε να τον φέρετε εδώ; Αποκρίθηκαν οι υπηρέτες, ποτέ δε μίλησε έτσι άνθρωπος, όπως αυτός εδώ ο άνθρωπος. Οι Φαρισαίοι λοιπόν τους απάντησαν μήπως και σεις έχετε πλανηθεί; Είδατε κανένα από τους άρχοντες ή από τους Φαρισαίους να πιστεύσει σ' αυτόν; Όμως αυτός ο όχλος, πού δεν γνωρίζει τον νόμο, πιστεύει σ' αυτόν και γι' αυτό είναι καταραμένοι. Τότε τους λέγει ο Νικόδημος, πού ήλθε στον Ιησού τη νύκτα και πού ήταν ένας από αυτούς πού τον πίστευαν. Μήπως μπορεί ο νόμος μας να κρίνει αυτόν τον άνθρωπο, αν προηγουμένως δεν ακούσει τον ίδιο και μάθει τί ακριβώς κάνει; Τότε του αποκρίθηκαν και του είπαν μήπως και συ είσαι από τη Γαλιλαία; Ψάξε να δεις, πώς κανένας προφήτης δεν έχει βγει ποτέ από τη Γαλιλαία. Και ο καθένας πήγε στο σπίτι Του.

Πάλι ο Χριστός τους μίλησε και τους έλεγε, εγώ είμαι το φως του κόσμου, όποιος με ακολουθεί δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει μέσα του το φως της ζωής.

***

Από τις Πράξεις των Αποστόλων

Κεφ. 2, χωρία 1 έως 11

Β΄\ 1 Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. 2 καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· 3 καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ' ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, 4 καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. 5 Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· 6 γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. 7 ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· Οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; 8 καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, 9 Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, 10 Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, 11 Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Είχαν πια συμπληρωθεί πενήντα μέρες από την Ανάσταση και ήσαν όλοι συνηγμένοι μαζί, με μια σκέψη και με μια καρδιά. Και ξαφνικά ακούστηκε μια βουή από τον ουρανό σαν να φυσούσε δυνατός αέρας και γέμισε όλο το σπίτι που κάθονταν.

Και φάνηκαν να μοιράζονται γλώσσες σαν από φωτιά, πού μια-μια κάθισαν πάνω στον καθέναν από αυτούς.

Και γέμισαν όλοι από Άγιο Πνεύμα και άρχισαν να ομιλούν διάφορες γλώσσες, καθώς το Πνεύμα τους έδινε τρόπο να εκφράζονται.

Κατοικούσαν δε τότε στην Ιερουσαλήμ Ιουδαίοι, άνθρωποι ευλαβείς από κάθε τόπο της ιουδαϊκής διασποράς.

Και όταν ακούστηκε αυτή η βοή, μαζεύτηκαν όλοι τρομαγμένοι, γιατί άκουαν ό καθένας να λαλούν οι Απόστολοι στη δική του γλώσσα.

Απορούσαν όλοι και θαύμαζαν και έλεγαν μεταξύ τους: Μην τάχα όλοι τούτοι εδώ πού λαλούν δεν είναι Γαλιλαίοι; Και πώς λοιπόν εμείς τους ακούμε ο καθένας μας στη δική μας μητρική γλώσσα; Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίται και όσοι κατοικούν στη Μεσοποταμία, στην Ιουδαία και την Καππαδοκία, τον Πόντο και την Ασία, την Φρυγία και την Παμφυλία, την Αίγυπτο και τα μέρη της Λιβύης προς το μέρος της Κυρήνης. Επίσης οι κατοικούντες εδώ Ρωμαίοι, και Ιουδαίοι και προσήλυτοι, Κρήτες και Άραβες τους ακούμε να μιλούν στις δικές μας γλώσσες για τα μεγαλεία του Θεού;

***

Κυριακή της Πεντηκοστής

( Ιω. ζ’, 37-52 και η’, 2 )

κήρυγμα επί του Ευαγγελίου

του Ιωάννη Δήμου

Θεολόγου - Φιλολόγου

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com

Είναι  γνωστό ότι  οι  Ορθόδοξοι χριστιανοί ομολογούν στο Σύμβολο της Πίστεως πίστη στον Τριαδικό Θεό, δηλαδή «εις ένα Θεόν,  Πατέρα…»,  και  «εις  ένα  Κύριον  Ιησούν  Χριστόν», και «εις το Πνεύμα το Άγιον». Τα τρία Πρόσωπα της Θεότητας αναφέρονται συχνά  μέσα στην Αγία Γραφή, δηλαδή στην Παλαιά και στην Καινή  Διαθήκη. Αρχικά μεν περισσότερο γνωστός ήταν ο Πατέρας,  όταν όμως  ήρθε το πλήρωμα του χρόνου εμφανίσθηκε στο προσκήνιο ο Υιός και Λόγος του Θεού, που γεννήθηκε «εκ Πνεύματος  Αγίου  και Μαρίας της Παρθένου». Κατά την ημέρα δε της Πεντηκοστής κατήλθε το Πνεύμα το Άγιο, «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον».

Η  αλήθεια  ότι   ο   Θεός  είναι   Μονάδα   και Τριάδα    είναι   Μυστήριο, το  λεγόμενο  Μυστήριο  της  Αγίας  Τριάδας, που μόνο με την πίστη πλησιάζεται. Μολονότι δε καθένα από τα Θεία Πρόσωπα φέρει ορισμένο γνώρισμα, δηλαδή ο  Πατέρας το αγέννητο,  ο  Υιός  το  γεννητό   και   το  Πνεύμα το εκπορευτό,   είναι  ισότιμα  μεταξύ  τους  και  απαρτίζουν  τον  ένα  Τριαδικό Θεό. Η ολοκλήρωση  της  αποκάλυψης  της Τριαδικής Θεότητας έγινε κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οπότε κατήλθε το Πνεύμα το Άγιο, το Οποίο φώτισε τους Αποστόλους και συνεχίζει να παραμένει στην   Εκκλησίας.

Η παρουσία του   Αγίου  Πνεύματος  εμποτίζει όλες τις φάσεις και εκδηλώσεις της εκκλησιαστικής ζωής και ασκεί ποικιλότροπο ευεργετική επίδραση στους προσερχόμενους στη Χριστιανική πίστη. Ταυτόχρονα φωτίζει τους πνευματικούς ποιμένες και διδασκάλους  της  Εκκλησίας  να ορθοτομούν το λόγο της αληθείας,  και  να  προστατεύουν  το  εκκλησιαστικό  πλήρωμα από τους διαφόρους αιρετικούς και κακόδοξους, οι οποίοι με τη  λανθασμένη διδασκαλία τους   προσπαθούν  να  παρασύρουν τους  πιστούς  στον  κρημνό  της  απώλειας.

Ένας   από  τους  πρώτους  αιρετικούς  που  πολέμησε τη Θεότητα του Αγίου Πνεύματος ήταν ο Μακεδόνιος του οποίου η κακοδοξία καταδικάστηκε από τη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ. Η Σύνοδος  αυτή    αποφάσισε  κατά  τρόπο  θεόπνευστο ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, όπως υποστήριζε ο Πνευματομάχος  Μακεδόνιος.  Συνέταξε  δε τα αναφερόμενα   στο  Άγιο Πνεύμα άρθρα του Συμβόλου   της  Πίστεως,  δηλαδή   «Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το  κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των προφητών».

Οι αιρετικοί όμως δεν έπαυσαν να παρακολουθούν την Εκκλησία και να κάνουν την παρουσία τους αισθητή σε κάθε εποχή με σκοπό να παρασύρουν ακόμα και τους εκλεκτούς στην ολέθρια πλάνη τους. Επειδή δε ο κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος, οι χριστιανοί οφείλουν να αποφεύγουν τους αιρετικούς και να προσέχουν να μη μολυνθεί η πίστη τους. Σύμφωνα δε προς την ομολογία τους πρέπει να έχουν και τον ανάλογο τρόπο ζωής   ώστε να μη λυπούν το Άγιο Πνεύμα με το οποίο αγιάσθηκαν. Πρέπει να αγαπάμε το Θεό, γιατί ο Θεός είναι η αξία των αξιών, δηλαδή το αξίζει να αγαπιέται από όλους.  Αυτό είναι άξιο και δίκαιο. Εάν κανείς δεν αγαπάει το Θεό προσβάλλει το Θεό, γιατί τον εμποδίζει η αμαρτία, όπως τα σύννεφα εμποδίζουν τον ήλιο. Εάν θέλουμε λοιπόν να σωθούμε, απαραίτητο καθήκον μας είναι να διατηρούμε την πίστη μας, όχι μόνο θεωρητικά αλλά και έμπρακτα,  παραμένοντας  για  πάντα  υποταγμένοι στο θέλημα του Θεού. Έτσι  «Η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού  και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος» θα  παραμένουν αδιάκοπα μαζί μας. Αμήν.

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Κυριακή ΙΕ' Λουκά Του Αγίου Πνεύματος, »

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration