Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Δ΄ Κυριακής του Ματθαίου, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ

(Ματθ. 8, 5-13)

Ἀναζητώντας τόν Θεό

 

            Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε εἶναι μία ἐνδιαφέρουσα καί διδακτική ἱστορία γιά ὅλους.

            Μᾶς μιλάει γιά τή σχέση πού πρέπει νά ἔχομε μέ τόν Χριστό.

            Ἡ σωστή σχέση μέ τόν Χριστό, εἶναι ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε νά ἐπιθυμήσομε στή ζωή μας.

            Συγκεκριμένα μᾶς περιγράφει τήν συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ ἕναν Ρωμαῖο ἀξιωματοῦχο, πού εἶχε χρήματα, ἀξίωμα καί μεγάλες τιμές. Ὅλα πλούσια. Ρωτάει κανείς:

            -Καί τί ἄλλο ἤθελε ὁ ἄνθρωπος αὐτός; Ἀφοῦ κατά τήν γνώμη τοῦ κόσμου τά εἶχε ὅλα καί πολλοί θά τόν ζήλευαν.

            Ναί. Ἀλλά ἡ δική του συνείδηση τοῦ ἔλεγε, ὅτι δέν τά εἶχε ὅλα.

            Γι' αὐτό προβληματιζόταν:

            «Τί εἶναι αὐτά πού ἔχω; Μήπως αὐτά εἶναι ἀληθινή ζωή; Σπίτι, περιουσία, τά ἀγαθά πού μᾶς ἐξασφαλίζουν τά χρήματα καί ἡ καλή ὑπόληψη, αὐτά τελικά εἶναι ἡ ζωή; Καί τί γίνεται μέ τόν ἔσω ἄνθρωπο, τήν ψυχή, τήν ζωή μετά τόν θάνατο καί τόν Θεό; Τί πρέπει νά κάνομε γι' αὐτά;»

            Καί κάθε μέρα, ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἀπασχολοῦσε τόν ἑαυτό του νά βρεῖ, πῶς πρέπει νά ρυθμίσει τήν ἐπικοινωνία του μέ τόν ἑαυτό του, μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους καί προπαντός μέ τόν Θεό. Γιά νά γίνει ἄνθρωπος σωστός. Καί νά ἀποκτήσει ὄχι ψεύτικη ἀλλά ἀληθινή χαρά καί ἐλπίδα γιά τήν αἰώνια ζωή.

            Καί ἐργαζόμενος ἔτσι, ἐνῶ ἦταν ἕνας εἰδωλολάτρης Ρωμαῖος, πρῶτα ἀπ'  ὅλα ἔψαξε καί βρῆκε, ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Ὄχι ὁ Δίας, ὄχι ὁ Ποσειδώνας, ὄχι ἡ Ἀθηνά... ἀλλά ὁ Θεός πού πίστευσαν καί μίλησαν οἱ Πατέρες μας Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ. Ὁ Θεός τόν ὁποῖο ἐκήρυξε ὁ προφήτης Μωυσῆς καί ὁ προφήτης Ἠλίας.

            Ψάχνοντας ὁ ἑκατόνταρχος γιά τόν Θεό, ἄρχισε νά τόν ἀγαπάει. Καί ἀκόμη ἔμαθε νά ἀγαπάει ὄχι τόν ἑαυτό του, ἀλλά τόν κάθε ἄνθρωπο πού εἶχε κοντά του. Νά νηστεύει, νά ἐγκρατεύεται, νά προσεύχεται, νά κάνει καλωσύνες.

            Συνήθως στήν ἀντίληψη ἑνός ἀνθρώπου κέρδος καί ὠφέλεια ἀπό τή ζωή εἶναι:

            Νά ἔχει, νά τρώει καί νά ἀπολαμβάνει.

Αὐτά, ἔλεγε ὁ ἑκατοντάρχης, εἶναι ἀνόητα. Εἶναι πιό καλό, ἀντί νά μαζεύεις γιά τόν ἑαυτό σου, νά δίνεις. Ἀντί νά καλοτρῶς καί νά καλοπερνᾶς, νά νηστεύεις καί νά ἐγκρατεύεσαι. Ἀντί νά κοιτάζεις τήν ἀνάπαυσή σου, νά τρέχεις στήν Ἐκκλησία καί στήν προσευχή.

Σωστή στάση μπροστά στό Θεό

            Ἔτσι ζοῦσε ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Καί κάθε μέρα αἰσθανόταν πιό καλά καί πιό εὐτυχισμένος ἀπό τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἀπό τήν ἐλπίδα τοῦ ὅτι μία ἡμέρα θά βρεθεῖ κοντά στό Θεό πού τόν πίστευσε καί τόν ἀγάπησε.

            Ἀλλά στή ζωή ἔρχονται καί τά δυσάρεστα.

            Ἀρρώστησε ἕνα πρόσωπο ἔμπιστο καί ἀγαπητό του. Ἕνας καλός ὑπηρέτης του. Καί βάδιζε πρός τόν θάνατο. Ὁ ἑκατόνταρχος πονώντας καί συμ-πονώντας τόν φτωχό ἀδελφό του, σκέφθηκε τί περισσότερο καί τί καλύτερο μποροῦσε νά κάνει. Κάνοντας προσφορά καί θυσία ἀπό τόν ἑαυτό του.

            Πρώτη του κίνηση ἦταν, ὅτι ξεκίνησε ὁ ἴδιος νά βρεῖ τόν Χριστό καί νά τόν παρακαλέσει. Εἶχε ἀκούσει, ὅτι κάνει πολλά θαύματα.

            Ὁ ἴδιος ἦταν ἑκατοντάρχης. Γιά τήν σημερινή ἐποχή ἀστυνομικός διευθυντής, ἄν μή καί νομάρχης. Εἶχε δικαίωμα νά τοῦ στείλει ἕναν ἄνθρωπο καί νά τοῦ πεῖ: «Ἔλα δῶ σέ θέλω. Γιά πετάξου λίγα λεπτά στό σπίτι μου».

            Ἀλλά ἀντί νά καλέσει ἔτσι τόν Χριστό, πῆγε μόνος του καί ἀφοῦ τόν προσκύνησε καί τόν χαιρέτησε μέ σεβασμό, τοῦ εἶπε ἁπλά:

            -Ὁ δοῦλος μου εἶναι ἄρρωστος.

            Ἔδειξε τό ἐνδιαφέρον καί τόν πόνο του. Ὁ Χριστός τοῦ ἀπάντησε:

            -Ἔρχομαι νά τόν θεραπεύσω. Πᾶμε.

            Λέει ὁ ἑκατόνταρχος:

            -Κύριε, ποῦ νά πᾶμε; Δέν εἶμαι ἄξιος νά μπεῖς στό σπίτι μου. Ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός.

            Ὅποιος θέλει νά δεῖ τόν Θεό καί τόν ἑαυτό του σωστά, βλέπει πρῶτα ἀπ'  ὅλα τίς λάθος πράξεις του καί ἐνέργειές του. Τά λάθος συναισθήματά του, τίς κακίες του, τίς παραλείψεις του ἀπό τό καλό. Αὐτά δέν εἶναι ἀσήμαντα πράγματα. Ἔχουν σημασία. Γιατί εἶναι ἁμαρτίες.

            Ὁ ἑκατοντάρχης δέν κοίταζε τί φταῖνε οἱ ἄλλοι, ἀλλά τί φταίει ὁ ἴδιος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Καί ὅταν ὁ Χριστός τοῦ εἶπε «ἔρχομαι, πᾶμε στό σπίτι σου», τοῦ εἶπε:

            -Ὄχι Κύριε, δέν εἶμαι ἄξιος. Ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός. Ἐσύ εἶναι μεγάλος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Εἰπέ μιά κουβέντα καί θά γίνει. Καί ἐγώ τό ἴδιο κάνω. Ἔχω μιά ἐξουσία· μοῦ τήν ἔδωσε κάποιος ἄνθρωπος. Καί λέω στόν ὑπηρέτη μου, «κάνε τοῦτο» καί τό κάνει. Καί στόν ὑφιστάμενό μου τρέξε ἐκεῖ, καί τρέχει. Εἰπέ καί σύ ἕνα λόγο μόνο «καί ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Καί θά γίνει καλά ὁ δοῦλος μου.

Ἡ πρώτη ἐντολή

            Μόλις ἄκουσε ὁ Χριστός τά λόγια αὐτά εἶπε:

            -Οὐδέ ἐν τῷ Ἰσραήλ, τοσαύτην πίστιν εὗρον.

            Τί ἦταν ὁ Ἰσραήλ τότε; Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Σάν νά λέγαμε σήμερα, πῆγα στήν πιό χριστιανική πόλη, στό πιό χριστιανικό χωριό. Δέν εὑρῆκα τέτοια πίστη. Πῆγα στό Ἅγιον Ὄρος, δέν εὑρῆκα τέτοια πίστη. Κάτι τέτοιο λέει ὁ Χριστός γιά τόν ἑκατοντάρχη.

            Μέ ἀλλά λόγια τοῦ ἔβαλε ὁ Χριστός «ἄριστα».

            Σέ τί; Στήν πίστη. Τί εἶναι ἡ πίστη; Ἡ ἔκφραση τοῦ πόθου γιά ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Γιατί πίστη σημαίνει: Ἐμπιστοσύνη στό Θεό. Ὑπακοή στό Θεό. Ἀποδοχή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀγώνας καί προσπάθεια αὐτό πού λέει ὁ Θεός, νά τό κάνω καί ἐγώ ἔργο.

            Ἐμεῖς θαυμάζομε τήν τσέπη, τήν καλοπέραση καί τήν ὑπόληψη τοῦ κόσμου.

            Ἔχεις; Τρῶς; Διασκεδάζεις; Ὑποκλίνεται ὁ κόσμος στό περπάτημά σου; Σέ χαιρετάει μέ σεβασμό;

            Ὅλα τά ἔχεις.

            Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφή, λέει: Ἅμα ἔχεις μόνο αὐτά, εἶσαι τσόφλι. Εἶσαι αὐγό χαλασμένο, πού ἀξία ἔχει μόνο τό τσόφλι του, γιατί σκεπάζει τό κλούβιο αὐγό καί τήν βρῶμα.

            Δέν ἀρκεῖ τί ἔχεις. Καί τί φαίνεσαι. Προσπάθησε νά γίνεις κάτι.

            Πρέπει νά μᾶς πιάνει ἡ ἀγωνία νά γίνομε αὐτό πού πρέπει νά εἴμαστε. Αὐτό πού θέλει ὁ Θεός. Νά γίνομε σωστοί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

            Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι ὁ ἑκατοντάρχης μεγάλος ἄρχοντας, Ρωμαῖος, ἄνθρωπος τῶν κατακτητῶν δηλαδή στήν Καπερναούμ, ἦταν πονετικός. Ἔβλεπε πόνο καί πονοῦσε. Συμπονοῦσε. Ἡ συμπόνια πρός ἐκεῖνον πού πονάει, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀγάπης.

            Βλέπεις νά πονάει ἄλλος καί δέν πονᾶς; Εἶσαι πνευματικά ἀναίσθητος. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δέν μιλάει τήν καρδιά σου. Ἀγωνία πρέπει νά σέ πιάνει.

            Γιατί ὁ πρῶτος νόμος καί ἡ πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ συμπόνια, δέν ἔρχεται δεύτερη ἀπό τήν ἀγάπη, ἀλλά εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀγάπης. Πρῶτα θά συμπονέσεις καί μετά θά ἀποφασίσεις, νά κάνεις τοῦτο καί ἐκεῖνο καί ὅσα ὁρίζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἡ καλωσύνη του.

Οἱ δισταχτικοί

            Ἕνα καράβι, ἔπαθε ναυάγιο καί ἔστελνε συνεχῶς μηνύματα SOS. «Τρέξτε γιά βοήθεια». Καί πραγματικά ὅλα τά καράβια πού ἦταν στήν περιοχή ἔσπευσαν πρός τά ἐκεῖ. Ὅταν ἔφτασε τό πρῶτο, βλέποντας ὁ καπετάνιος του, τό ἄλλο καράβι νά βουλιάζει καί τούς ἐπιβάτες σέ ἀπελπισία, διάταξε: «Λέμβοι καί σωσίβια στή θάλασσα. Ὁλοταχῶς κοντά». Μπῆκε καί αὐτός σέ μιά λέμβο καί φώναζε: «Πηδᾶτε στή θάλασσα καί μή φοβᾶστε. Θά σᾶς σώσουμε. Χάνεται τό καράβι σας».

            Οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νά βουτᾶνε στά νερά καί νά ἁρπάζουν τά σωσίβια. Ἔμειναν μόνο δυό, πού δίσταζαν νά πηδήσουν στή θάλασσα. «Ἀφεῖστε τό πλοῖο καί μή φοβᾶστε» τούς φώναζε. Μά ἐκεῖνοι δίσταζαν. Τελικά ἦρθε ἕνα κύμα κατάπιε ὁλόκληρο τό καράβι καί χάθηκαν ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.

Τί μᾶς λέει ἡ ἱστορία;

            Σωσίβιο εἶναι ἡ  πίστη στόν Χριστό. Μᾶς φωνάζει ὁ Χριστός:

            -Ἐμπιστευθεῖτε με! Πιστεύσετέ με. Γιά σᾶς ἦλθα στόν κόσμο.

            Διαβάζομε στό εὐαγγέλιο: «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱό αὐτοῦ τόν μονογενή ἔδωκεν» νά γίνει σωσίβιο, μέσα σ’ αὐτή τήν θάλασσα. «Ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν», ὅποιος τόν ἐμπιστεύεται, καί τόν πιστεύει, πηδώντας στήν ἀγκαλιά του μέ τήν πίστη στόν Χριστό, «μή ἀπόληται», νά μήν κινδυνεύει νά χαθεῖ, ἀλλά «νά ἔχει ζωήν αἰώνιον». Γι' αὐτό καί λέμε τόν Χριστό· «ὁ σωτήρας μας».

            Δέν τόν λέμε μόνο. Εἶναι ὁ σωτήρας μας. Γιατί ἦλθε στόν κόσμο γιά μᾶς, γιά τήν σωτηρία μας. Καί ὄντας Θεός, Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔκανε τά πάντα, σταυρώθηκε καί ἀπέθανε γιά μᾶς. Ἀναστήθηκε γιά μᾶς καί ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό γιά νά μᾶς πάρει κοντά του.

            Ἄνοιξε τόν δρόμο γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

            Ἐρώτημα. Γιατί οἱ ἐκεῖνοι οἱ δυό-τρεῖς, δέν πήδησαν στά σωσίβια; Ἦσαν ἄτολμοι. Δειλοί. Δίσταζαν.

Γιατί ἦταν ἄτολμοι καί δειλοί;

            Γιατί μπλοκάριζε τό μυαλό τους σέ μερικές σάπιες καί ἀνόητες σκέψεις σάν αὐτές πού ἐμποδίζουν καί ἐμᾶς νά ἀκολουθήσομε τόν Χριστό: «Ἀλήθεια μᾶς λέει; Ἀλήθεια εἶναι καλύτερη ἡ ζωή κοντά στόν Χριστό; Ἀλήθεια θά σωθῶ; Ἄραγε ὑπάρχει αἰώνια ζωή; Ἄραγε ὑπάρχει Παράδεισος; Μήπως εἶναι καλύτερα «πέντε καί στό χέρι παρά δέκα καί καρτέρει». Τώρα εἶναι πού μπορῶ νά φάω, νά πιῶ, νά διασκεδάσω λιγάκι. Αὐτά τά καταλαβαίνω, τά αἰσθάνομαι. Ἐκεῖνα πού λέει ὁ Χριστός δέν τά καταλαβαίνω, δέν τά αἰσθάνομαι».

Πῶς νά τολμήσει ὁ ἄνθρωπος μέ τέτοια μυαλά;

Ποιός φταίει; Ὁ Χριστός πού φωνάζει «δεῦτε πρός με πάντες»;

Τό μυαλό σου φταίει. Δηλαδή ποιός; Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος φταίει. Γιατί ὁ Χριστός μᾶς λέει, τά μυαλά μας, πρέπει νά τά διορθώνομε. Καί τά συναισθήματά μας πρέπει νά τά διορθώνομε. Καί τίς πράξεις τοῦ σώματός μας ὅλες, πρέπει νά τίς κυβερνᾶμε ἐμεῖς. Ὄχι νά μᾶς κυβερνᾶνε. Οὔτε οἱ ὀρέξεις τοῦ σώματος, οὔτε τά συναισθήματα μιᾶς διάθεσης πού ρέπει στήν κακία, στόν ἐγωισμό, στό φθόνο, στό μῖσος. Ἀλλά νά μᾶς κυβερνάει τό φῶς τοῦ Θεοῦ. Καί τό ἅγιο θέλημά του.

Τό μεγάλο «ἄριστα»

Ἕνας νεαρός μπαμπᾶς, ἔκανε σκί στά χιόνια. Καί μή θέλοντας νά ἀφήσει μόνο τό μικρό γυιό του, τόν βόλεψε μέ ἀσφάλεια πάνω στά σκί καί ἔτρεχε στά χιόνια.

Ἐνθουσιασμένος ὁ μικρός βλέποντας τόν μπαμπᾶ του νά κάνει τά πιό ὄμορφα παιχνίδια τρέχοντας στά χιόνια, κάθε τόσο ξεφώνιζε: «Μπράβο μπαμπᾶ, Μπράβο μπαμπᾶ». Καί οἱ ἄλλοι τ’ ἀκούγανε καί χαίρονταν. Βλέπανε ἕνα μικρό παιδάκι νά ἀποδέχεται τόν πατέρα του καί νά τόν ἐπαινεῖ γιά τά παιχνίδια του.

Τό «μπράβο» πού εἶπε τό παιδί ἦταν ὡραῖο πράγμα.

Ἀλλά τό «μπράβο» τοῦ Θεοῦ εἶναι πολύ μεγαλύτερο. Καί τό μπράβο τοῦ παιδιοῦ ἦταν γιά ἕνα ἄθλημα πού καί νά ἔλειπε, δέν χανόταν ὁ κόσμος. Τό μπράβο τοῦ Χριστοῦ στόν ἑκατοντάρχη τῆς Καπερναούμ ἦταν γιά ἕνα θέμα, πού εἶναι τό μόνο «σύν» τῆς ζωῆς.

Τό ἔχεις; Τά ἔχεις ὅλα.

Δέν τό ἔχεις; Εἶσαι σέ ὅλα φτωχός. Κάθε ἡμέρα θά φτωχαίνεις περισσότερο.

Ἄς θυμηθοῦμε τόν ἄφρονα πλούσιο, πού μάζεψε ὅλα ὅσα εἶχε καί ἐπρόκειτο νά ἀποκτήσει καί εἶπε «Ψυχή ἔχεις πολλά ἀγαθά εἰς ἔτη πολλά. Φάγε πίε, εὐφραίνου».

Τοῦ εἶπε ὁ Θεός:

-Αὐτή τήν νύχτα θά πεθάνεις. Αὐτά πού ἀπόκτησες σέ ποιόν θά μείνουν; Λοιπόν τί ἔχεις; Τίποτε. Τίποτε.

Ἐρώτημα γιά μένα, γιά σένα, γιά τόν καθένα μας:

-Ἐσύ τί ἔχεις;

Ὁ ἑκατοντάρχης πῆρε ἀπό τόν Χριστό ἕνα «μπράβο», ἕνα ἄριστα, ἕνα βαθμό. Ἐσύ ἀξίζεις νά πάρεις ἕνα «μπράβο» ἀπό τόν Χριστό; Γιά τήν πίστη σου, γιά τήν χριστιανική σου ζωή, γιά τήν τόλμη μέ τήν ὁποία τοποθετεῖσαι ἀπέναντι τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἁγίου θέληματός του.

Θαυμάζομε τά παιδιά πού πρωτεύουν στίς Πανελλήνιες.  Γιατί εἶναι ὡραῖο πράγμα νά ἐπιτυγχάνει κανείς στήν ἐπιστήμη καί νά πιάνει τό «ἄριστα» ἐδῶ στή γῆ.

Ἀλλά τό νά πάρεις τό «ἄριστα» τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκόμη πιό μεγάλο. Τό πῆρε ὁ ἀπόστολος Πέτρος, τό πῆρε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τό πῆρε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, ὁ ἅγιος Βασίλειος κλπ.     

Μπορῶ νά τό πάρω καί ἐγώ;

Μπορῶ καί παραμπορῶ.

Καί τί μοῦ χρειάζεται; Πίστη καί ἐμπιστοσύνη στό Θεό.

Τόλμη καί θάρρος νά κάνω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί νά μήν κολλάω σέ μερικά πράγματα ἐντελῶς μικρά, πού θά μέ κρατήσουν γιά πάντα φτωχό καί ταλαίπωρο.

Αὐτό εἶναι τό μήνυμα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου.

Νά τό βάλομε στήν καρδιά μας, γιά νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς ἑνός μεγάλου ἐπαίνου ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

 

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Νέα Κερασούντα στίς 9/7/2006

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration