Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής της Σαμαρείτιδος, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

(Ἰω. 4, 5-42)

Ἀναπόφευκτο ἐρώτημα

 

            Εἴτε τό θέλομε, εἴτε ὄχι, κυκλοφορεῖ μέσα μας τό ἐρώτημα: «Γιατί τάχα ζοῦμε; Ὑπάρχει ἄραγε τίποτε μετά τόν θάνατο; Μήπως τό πιό καλό ἀπ’ ὅλα εἶναι ἐκεῖνο πού ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι: «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκωμεν»;

            Ἤ πιό ἁπλά ὅπως τό λένε σήμερα:

            «Δέν ὑπάρχει τίποτε. Φάει, πιέ, γλέντα. Πέρασε ὅσο πιό καλά μπορεῖς στή ζωή σου. Αὐτό τελικά μένει. Μήν ἀπασχολεῖσαι μέ τό τί λέει ὁ καθένας γιά τά πέρα ἀπό τόν τάφο».

            Ἡ Σαμαρείτιδα, γιά τήν ὁποία ἀκούσαμε στό σημερινό Εὐαγγέλιο, ἦταν γυναίκα μέ τέτοιες ἰδέες. Δέν σκοτιζόταν γιά πολλά. Τό μόνο πού τήν ἔνοιαζε, ἦταν πῶς θά περάσει καλά, πῶς θά διασκεδάσει, πῶς θά εὐχαριστηθεῖ τή ζωή της. Ὅλες οἱ ἐνέργειές της κατευθύνονταν ἀπό αὐτό τό φρόνημα καί τίποτε δέν τήν μετατόπιζε ἀπό τίς τοποθετήσεις της αὐτές.

            Κάποτε πῆρε τήν στάμνα της καί ξεκίνησε γιά τό πηγάδι τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ, ἀπ'  ὅπου ἔπαιρνε νερό τό χωριό της.

            Ἐκεῖ βρῆκε καθισμένο τόν Χριστό. Τῆς λέει:

            -Δόσ’ μου νά πιῶ.

            Τοῦ ἀπαντᾶ:

            -Καλά. Οἱ Ἰουδαῖοι, μέ τούς Σαμαρεῖτες δέν μιλιοῦνται. Ἐσύ πῶς τολμᾶς, Ἰουδαῖος ἄνθρωπος νά μιλᾶς σέ Σαμαρείτη καί μάλιστα σέ γυναίκα;

            Τῆς εἶπε ὁ Χριστός:

            -Ἄν ἤξερες ποιός εἶναι αὐτός πού βρίσκεται μπροστά σου καί τί εὐκαιρία σοῦ δίνεται ἀπό τήν παρουσία του, θά τοῦ γύρευες ἐσύ νερό νά πιεῖς. Καί θά σοῦ ἔδινε ἕνα νερό, πού θά γέμιζε τή ζωή σου. Θά χόρταινες μιά γιά πάντα.

Χορταίνεις μέ νερό;

            Ξέρετε τί σημαίνει γιά τόν κοσμικό ἄνθρωπο τό: «θά χόρταινες μιά γιά πάντα».

            Αὐτό πού ἀναζητᾶ κάθε στιγμή!

            Τούς κοσμικούς ἀνθρώπους, ἐκείνους δηλαδή πού δέν δίνουν σημασία σέ ψυχή καί σέ Θεό, τό μόνο πού τούς ἐνδιαφέρει εἶναι: «νά χορτάσουν». Ἀπ’ ὅ,τι καί ἄν ἀπολαμβάνουν θέλουν νά χορτάσουν.

            Ὅμως χορταίνουν ποτέ;

            Ἡ πείρα ἔχει ἀποδείξει, ὅτι κανείς, ποτέ, δέν χόρτασε· οὔτε ψωμί, οὔτε νόστιμο φαΐ, οὔτε κρασί, οὔτε κανενός εἴδους διασκέδαση, ὅσο ὡραῖα καί ἄν τά καταφέρνει. Ποτέ κανείς δέν εἶπε: «μπράβο χορτάσαμε». Αὔριο θά τρέχει γιά περισσότερα καί διαφορετικότερα. Αἰσθάνεται πεινασμένος ἀπό τήν ἴδια στιγμή πού σκουπίζεται καί σηκώνεται ἀπό τό τραπέζι.

            Τά ἔχασε ἡ γυναίκα μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, γιατί τά πῆρε ἐπί λέξει.

            -Καί πῶς θά μοῦ δώσεις ἐσύ νερό; Ἀφοῦ δέν ἔχεις κουβά· ἀπό ποῦ θά βγάλεις τό νερό;

            Τῆς εἶπε ὁ Χριστός:

            -Τό νερό πού θά σοῦ δώσω δέν εἶναι ἀπό τό πηγάδι αὐτό. Εἶναι ἕνα ἄλλο νερό. Ἄλλου εἴδους νερό.

            Ἐκείνη τοῦ εἶπε:

            -Δόσ’ μου το Κύριε. Νά μήν διψάω πιά. Νά χορτάσω καί ἐγώ. Νά ἡσυχάσω.

            Τῆς λέει ὁ Χριστός:

            -Κάθε καλό, καί κάθε πράξη στή ζωή, ἔχει κάποιες προϋποθέσεις. Ἀκόμα καί τό πιό ἁπλό. Ἔχεις τό φαΐ στό πιάτο σου; Γιά νά τό φᾶς, χρειάζεται μία προϋπόθεση. Νά ἁπλώσεις τό χέρι σου, νά τό πάρεις, νά τό βάλεις στό στόμα σου καί νά τό μασήσεις.

            Τό ἴδιο καί μέ τό ροῦχο σου. Γιά νά τό φορέσεις καί νά ζεσταθεῖς, χρειάζεται μία προϋπόθεση: Ὁπωσδήποτε νά τό πάρεις καί νά τό φορέσεις. Καί πρίν ἀπό αὐτό νά τό ἀγοράσεις.

            Κατά τόν ἴδιο τρόπο, γιά νά σοῦ δώσω, αὐτό πού μοῦ ζητᾶς, χρειάζεται μιά νόμιμη προϋπόθεση. Πήγαινε, φώναξε τόν ἄνδρα σου καί ἐλᾶτε ἐδῶ μαζί. Καί νά σᾶς τό δώσω.

            Ἀπαντάει ἡ Σαμαρείτισσα:

            -Δέν ἔχω ἄνδρα.

            -Μμμ... Τί ὡραῖα πού μοῦ τά λές, εἶπε ὁ Χριστός. Δέν ἔχω ἄνδρα.... Πέντε εἶχες τόν ἕνα μετά τόν ἄλλο στή ζωή σου. Καί τώρα ἔχεις ἄνδρα, ἀλλά δέν εἶναι δικός σου.

            Τί μᾶς λέει ὁ Χριστός;

            Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά ζεῖ ὁ καθένας μέ τήν δική του γυναίκα καί ἡ γυναίκα μέ τόν δικό της ἄνδρα. Πού τόν παίρνουν εἰς τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.      Ἐκείνη πού παίρνει ὁ καθένας, καί ἐκεῖνον πού παίρνει ἡ καθεμιά τήν ὥρα πού τῆς ἀρέσει, δέν εἶναι κατά Θεόν. Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Κύριος: «Καί νῦν ὅν ἔχεις», δέν εἶναι δικός σου.

Ἡ ἀληθινή λατρεία

            Λέει τότε ἡ γυναίκα:

            -Καταλαβαίνω πῶς ἐσύ βλέπεις μέσα στήν καρδιά. Εἶσαι προφήτης. Δέν βλέπεις μόνο λουλούδια, πέτρες, ζῶα καί δένδρα. Ἀλλά βλέπεις τά μέσα καί τά αἰώνια. Ξέρεις τοῦ Θεοῦ τό θέλημα. Πές μου λοιπόν γιατί ἐμεῖς ἔχομε πελαγώσει. Ποῦ πρέπει νά λατρεύομε τόν Θεό; Σ’ αὐτό τό βουνό πού λένε οἱ πατέρες μας, ἤ στήν Ἱερουσαλήμ πού λέτε ἐσεῖς;

            Στό βουνό ἤ στό λαγκάδι; Ποῦ;

            Τῆς ἀπάντησε ὁ Χριστός:

            -Λάθος κάνεις. Καί τό λάθος εἶναι πού ρωτᾶς ποῦ πρέπει νά προσκυνήσεις καί νά λατρεύσεις τόν Θεό. Τό σωστό ἐρώτημα εἶναι, ὄχι ποῦ ἀλλά, ποιόν; Καί πῶς;

            Ἐμεῖς ξέρομε, συνέχισε ὁ Χριστός, ὅτι θά ρθεῖ στόν κόσμο ἕνας πού θά εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Αὐτόν προσκυνᾶνε, αὐτόν σέβονται, αὐτόν λατρεύουν. Γιατί ἔρχεται στόν κόσμο γιά νά σώσει τόν κόσμο. Αὐτόν ὅπου καί ἄν τόν προσκυνᾶς, καλά κάνεις.

            -Μήπως εἶσαι σύ ὁ Χριστός, λέει ἡ Σαμαρείτιδα. Ξέρομε ὅτι αὐτόν πρέπει νά περιμένομε.

            Τῆς ἀπάντησε ὁ Χριστός:

            -Ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι.

            Καί ἡ γυναίκα παρόλο πού ἦταν τόσο διεφθαρμένη, ὅταν ἄκουσε τό «ἐγώ εἶμαι ὁ Χριστός», ξέχασε τήν στάμνα της στό πηγάδι καί ἔτρεξε στό χωριό της νά πεῖ:

            -Ἐλᾶτε. Ἐλᾶτε νά δεῖτε ἄνθρωπο πού μοῦ εἶπε ὅσα ἔκανα. Μήπως εἶναι ὁ Χριστός; Ἐλᾶτε νά δεῖτε, νά ξέρομε τί κάνομε.

Ἐνδιαφερόμαστε γιά τήν οὐσία τῆς πίστης;

            Ἐμεῖς, δέν ἔχομε ἀνάγκη νά μάθομε ποιός εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, γιατί τό ξέρομε. Τόν λατρεύομε 2000 χρόνια τώρα. Τό ξέρει ἡ Ἐκκλησία.

            Ναί. Τό ξέρει ἡ Ἐκκλησία. Τό ξέρανε οἱ πατέρες μας. Ἐγώ ὅμως τό ξέρω; Ἤ ἐγώ ἔχω χάσει τόν δρόμο μου;

            Αὐτό εἶναι τό πρόβλημα.

            Ἡ πίστη στόν Χριστό, δέν εἶναι σέ ποιό μανουάλι θά ἀνάψεις τό κερί καί ἄν τώρα εἶναι στιγμή πού πρέπει νά πᾶς ν’ ἀνάψεις τό κερί μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί μετά μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Αὐτά εἶναι τύποι ὄμορφοι, ὅταν ξέρεις ποιά εἶναι ἡ οὐσία. Διαφορετικά εἶναι πεθαμένοι.

            Πότε εἶναι ζωντανοί οἱ τύποι;

            Ὅταν ξέρεις τί σημαίνει λατρεία τοῦ Χριστοῦ. Τί σημαίνει Χριστός. Τί ἔκαμε ὁ Χριστός γιά μᾶς.

            Δηλαδή τὄχεις βάλει στήν καρδιά σου, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀπό ἀγάπη καί ἀπό εὐσπλαγχνία γιά μᾶς, ἦλθε στόν κόσμο. Γιά νά μή μᾶς πάρει ὁ κατήφορος καί πνιγοῦμε μέ τίς ἁμαρτίες μας, ὄχι σέ κανένα ποτάμι, ἀλλά στό αἰώνιο πῦρ, τῆς κολάσεως. Γι' αὐτό ἦλθε καί σταυρώθηκε γιά μᾶς. Καί πέθανε γιά μᾶς.

            Καί μᾶς ἔδωσε τροφή αἰώνια τό σῶμα του καί τό αἷμα του.             Ὁ Θεός εἶναι ἡ ζωή, ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ζωή τοῦ κόσμου. Μᾶς δίνει τόν ἑαυτό του νά τόν φᾶμε, γιά νά ἀποκτήσομε καί ἐμεῖς τή ζωή του.

            Ἀλλά γιά νά φᾶμε τόν Χριστό καί νά ἔχομε ζωή, δέν ἀρκεῖ νά πάρει κανείς λίγη Θεία Κοινωνία.

            Ποιός ἀποκτᾶ ζωή αἰώνια τρώγοντας καί πίνοντας τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ; Ἐκεῖνος πού κοινωνεῖ ὅπως τόν καλεῖ ἡ Ἐκκλησία. «Μετά φόβου Θεοῦ πίστεως καί ἀγάπης». Τί σημαίνει αὐτό; Μέ εὐλάβεια. Φοβᾶται τόν Θεό. Μέ πίστη πάει. Καί μέ ἀγάπη. Ἀγωνιζόμενος νά ἔχει τήν καρδιά του σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

            Νά γιατί εἶναι ἀπαραίτητο νά διαβάζει καί νά ψάχνει ὁ ἄνθρωπος γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.

            Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ φωτίζει. Νοῦ καί καρδιά. Χωρίς τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἐνεργεῖ ὅπως τόν πάει ἡ φύση. Ὅπως ἐνεργεῖ ἕνα ὁποιοδήποτε ζῶο. Σκέπτεται μόνο τίς φυσικές ἀνάγκες καί αὐτήν ἐδῶ τή ζωή.

Ἡ ὥρα τῆς ἀναχωρήσεως

            Ὅμως αὐτή ἡ ζωή κυλάει. Ποῦ εἶναι οἱ ἀδελφοί μας πού τούς κάνομε τά μνημόσυνα; Πέθαναν καί ἔφυγαν.

            Καί ποῦ πᾶνε;    Ὅλοι ἔχομε ἀκούσει ἤ δεῖ γεγονότα πού συμβαίνουν τήν ὥρα τοῦ θανάτου. Πολλοί ἄνθρωποι τήν ὥρα πού φεύγουν ἀπό τόν κόσμο αὐτό, ἔχουν ὁράματα. Ἄλλοι βλέπουν ἀγγέλους καί ἄλλοι δαιμόνια. Ἄλλοι σκιρτοῦν ἀπό χαρά γιατί φεύγουν νά πᾶνε κοντά στόν Χριστό. Καί ἄλλους τούς πιάνει ἀγωνία· τρέμουν καί στενάζουν.

            Λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες: Τήν ὥρα πού ὁ ἄνθρωπος ἑτοιμάζεται νά φύγει, κατεβαίνουν γύρω του, ἄγγελοι καί δαιμόνια. Καί ὁ ἄνθρωπος πελαγώνει. Τόν πιάνει φρίκη ἀπό τήν παρουσία τῶν δαιμονίων. Χαρά ἀπό τήν παρουσία τῶν ἀγγέλων. Ἀλλά τά δαιμόνια, παρουσιάζουν εἰκόνες ἀπό ἐκεῖνες πού τοῦ ἄρεσαν ὅσο ζοῦσε. Καί τότε, μερικές φορές, ἄνθρωποι μέ σκοτισμένη καρδιά καί νοῦ, ἀντί νά θυμοῦνται ὅτι φεύγουν καί πηγαίνουν στόν Χριστό καί στήν κρίση, ὁρμᾶνε πρός τό μέρος τῶν δαιμόνων, γιατί θέλουν νά συνεχίσουν νά ἀπολαμβάνουν ἐκεῖνα πού ἐπιθυμοῦσαν στή ζωή τους. Καί ἔτσι σφιχταγκαλιάζονται μέ τά δαιμόνια στήν ἀπώλεια.

            Γι' αὐτό τό λόγο, ὅταν ἐπρόκειτο νά πεθάνει ἡ Παναγία μας, ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ κορυφή τῆς ἁγιωσύνης πάνω στή γῆ, νήστευσε δεκαπέντε ἡμέρες, πρίν ἀπό τόν θάνατό της. Τήν νηστεία πού κάνομε καί ἐμεῖς. Καί γονατιστή παρακαλοῦσε τόν Χριστό, νηστεύοντας, νά ρθεῖ νά τήν πάρει, γιά νά νά μήν δεῖ τήν φοβεράν ὄψιν τῶν ζοφερῶν δαιμόνων. Νά μή δεῖ τά δαιμόνια πού περιμένουν τήν ὥρα τοῦ θανάτου τοῦ ἀνθρώπου, νά ὁρμήσουν πάνω του. Νά μήν δεῖ τέτοιο ἀπαίσιο θέαμα.

            Καί ὅπως τό ξέρομε καί τό βλέπομε στίς εἰκόνες, κατέβηκε ὁ Χριστός καί τήν πῆρε στήν ἀγκαλιά του, ἀμοιβή γιά τήν ἀρετή της, τήν ἀγάπη της καί γιά τήν πίστη της. Καί ὁ θάνατός της ἦταν πανηγύρι. Εἰρηνικός.

Τό χρέος μας

            Ἐμεῖς, ἔχομε ἕνα χρέος.

            Εἶπε ὁ Χριστός στή Σαμαρείτιδα: Προϋπόθεση, νά σοῦ δώσω τό ζωντανό νερό, εἶναι νά φωνάξεις τόν ἄνδρα σου καί νά ἔλθετε ἐδῶ.

            Προϋπόθεση γιά μᾶς εἶναι:

            Νά καλλιεργοῦμε τήν πίστη, τήν ἀγάπη, τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά νά εἴμαστε ἀληθινοί πιστοί, ἄξιοι νά τρῶμε τό σῶμα του καί τό αἷμα του, πού εἶναι ἁγιασμός καί σωτηρία γιά ζωντανούς καί γιά πεθαμένους.

            Ἡ Σαμαρείτιδα πίστευσε στόν Χριστό. Καί ὁδήγησε κοντά του μέ τά λόγια της καί τούς ἄλλους Σαμαρεῖτες. Καί ὅλη τήν οἰκογένειά της. Τίς τέσσερες ἀδελφές της, πού ὅπως διαβάζομε στό βίο της ἦταν ἴδια ποιότητα μέ αὐτή. Καί δύο παιδιά πού εἶχε ἀποκτήσει. Ὅλοι μαζί ἑπτά. Ἔγιναν καί οἱ ἑπτά ἀπόστολοι καί μεγαλομάρτυρες. Ἑορτάζονται σήμερα.

            Νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Χριστός, μέ τήν πίστη σ’ αὐτόν νά βρεθοῦμε ὅλοι στήν Βασιλεία του.

            Καί ὅσο εἴμαστε σ’ αὐτό τόν κόσμο, νά γεμίζει ὁ Χριστός τή ζωή μας, ὅπως ἔλεγε, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, μέ εἰρήνη, μέ καλωσύνη, μέ χαρά καί μέ κάθε εἴδους εὐλογία. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

 

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Ἀηδονιά στίς 9/5/2004.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration