Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής Δ΄ Νηστειών, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΝΕΟΥ

(Μαρκ. 9, 17-31)

Ἡ οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς

 

            Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ συγγραφέως τῆς Κλίμακος πού ἑορτάζομε σήμερα καί τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε, θέτουν μπροστά μας τό πρόβλημα, «τί εἶναι ἡ πνευματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου». Καί σέ τί πρέπει νά ἀποβλέπει.            Γιατί ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία;

            Γιατί κάνομε προσευχή;

            Γιατί θέλομε νά κοινωνήσομε;

            Γιατί νηστεύομε;

            Γιατί κάνομε λειτουργίες;

            Ἡ ἀπάντηση πολύ συνοπτικά εἶναι:

            Στόχος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, εἶναι νά φωτισθοῦν καί μένουν φωτισμένα τά αἰσθητήρια τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς μας. Νά ξεχωρίζομε τό καλό ἀπό τό κακό.

            Τό καλό ἀπό τό κακό, τό ξεχωρίζομε λίγο-πολύ ὅλοι. Γιατί ὅλοι θέλομε νά τό κάνουν οἱ ἄλλοι τό καλό σέ μᾶς. Ὅλοι θέλομε νά μᾶς δείχνουν πραότητα, ταπείνωση, ὑπομονή, μακροθυμία, καλωσύνη. Νά ἔχουν ἀπέναντί μας κατανόηση. Ὅταν πονοῦμε νά μᾶς συμπονοῦν. Ὅταν ἔχομε ἀνάγκη νά μᾶς συμπαρίστανται.

            Ὅμως ὅταν ἔρχεται ἡ σειρά μας νά κάνομε τό καλό, ἡ καρδιά μας σφίγγεται, τά χέρια μας σφίγγονται, τά χείλη μας σφίγγονται, τά μάτια μας σφίγγονται, καί δέν κάνομε ἐκεῖνο πού πρέπει.

            Τό ξέρομε τό καλό. Τό ξέρομε καί τό κακό. Ὅμως παρότι καλό καί κακό, τά ξέρομε, τά καταλαβαίνομε, τά διαισθανόμαστε, τό καλό δέν τό ἀγαπᾶμε. Καί τό κακό, δέν τό ἀποστρεφόμαστε.

            Μόνο γιά τόν ἑαυτό μας, τό θέλομε τό καλό!

            Γιατί; Γιατί τό κριτήριο μέσα μας εἶναι χαλασμένο. Εἶναι βρωμισμένο.

            Στόχος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, εἶναι νά γίνει ἐκεῖνο πού λέμε σέ μία μυστική εὐχή τῆς Θείας Λειτουργίας, «ὅτι σύ εἶ ὁ φωτισμός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν Χριστέ ὁ Θεός».

            Ἄν θέλαμε νά ξεκινήσομε ἀπό κάπου, θά λέγαμε ὅτι ὁ φωτισμός γιά τό σῶμα καί γιά τήν ψυχή, ἀρχίζει μέ τό νά ξέρει κανείς (νά φροντίζει νά μάθει) τό καλό καί τό κακό.

            Καί μετά νά προχωρᾶ στήν πράξη: Δηλαδή, νά ἀγαπᾶ τό καλό καί νά ἀποστρέφεται τό κακό.

            Ὅταν αὐτό δέν τό κάνομε, ζοῦμε «ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ».            Ὅπως μᾶς σπρώχνουν κάθε φορά οἱ διαθέσεις μας, πού δέν εἶναι πάντοτε καλές. Ἤ μᾶλλον ποτέ δέν εἶναι καλές, ἄν δέν φροντίσομε νά τίς καλλιεργήσομε.

Σέ ποιά πόρτα χτυπᾶς;

            Ἄς δοῦμε τώρα, πῶς ὅλα αὐτά ἐφαρμόζονται στήν καθημερινότητα, μέσα ἀπό ἕνα περιστατικό πού μᾶς ἀφηγεῖται τό ἅγιο Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα.

            Ἕνας πατέρας εἶχε ἄρρωστο τό παιδί του.

            Ἄρρωστο φαινόταν, δαιμονισμένο ἦταν. Πατέρας καί παιδί  ὑπέφεραν πολύ.

            Ἀκούγοντας ὁ πατέρας ὅτι ὁ Χριστός κάνει θαύματα, ἅρπαξε τό παιδί του καί πῆγε στόν Χριστό. «Ἤνεγκα τόν υἱόν μου πρός σέ». Σοῦ ἔφερα τό παιδί μου. Ἔχει τό τάδε καί τό τάδε. «Ἄλλ’ εἰ τί δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν».

            Τί θέλει νά πεῖ μ’ αὐτά τά λόγια;

            «Ὅπου πόρτα ἀνοιχτή, τήν χτύπησα. Ὅπου κάποια ἐλπίδα, ἔτρεξα νά βρῶ παρηγορία καί δύναμη».

            Ὅπως καί οἱ σημερινοί ἄνθρωποι.

            Καί στόν παπᾶ, καί στό γιατρό, καί στό μάγο. Καί σέ κάτι χειρότερο καμιά φορά. Ὅποια πόρτα εἶναι ἀνοιχτή ἤ δίνει κάποια ἐλπίδα, τήν χτυπάω. Χωρίς νά ἐξετάζω ποῦ ὁδηγεῖ.

            Συμπέρασμα πρῶτο. Τό παιδί ἔχει τό κακό ἀπό «ἔξω» αἰτία. Μπῆκε ὁ διάβολος μέσα του καί ταλαιπωρεῖται. Ὁ πατέρας ἔχει τό κακό μέσα στήν καρδιά του. Τό ἔχει μέσα του.

            Δέν ξέρει τί θέλει, δέν ξεχωρίζει καλό καί κακό. Χτυπᾶ ὅποια πόρτα βρεῖ μπροστά του. Πῶς βαδίζει;

            Μέ ἕνα ἐσωτερικό κόσμο ἀκατάστατο. Βαδίζει ἀκατάστατα. Καί στό Θεό καί στόν διάβολο. Ἀφοῦ ἔτυχε ὁ Χριστός μπροστά του, φέρεται μέ τόν ἴδιο τρόπο, μήπως κάτι ὠφεληθεῖ.

Λάθος φρόνημα. Νά τό πρόβλημα

            Βλέποντας αὐτή τήν συμπεριφορά ὁ Χριστός, ἀγανάχτησε. Γιά ποιόν ἀγανάχτησε;

            Γιά τόν πατέρα αὐτοῦ τοῦ πονεμένου παιδιοῦ; Γιά τόν πονεμένο ἐκεῖνο ἄνθρωπο ἀγανάκτησε; Ἄς προσέξομε.

            Εἶπε:

            -Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη, ἕως ποτέ ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; Ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;

            Τί ἤθελε νά πεῖ;

            Αὐτός ὁ πατέρας, εἶναι ἕνας ταλαίπωρος, πού ἅμα θέλει κανείς νά τοῦ βρεῖ δικαιολογητικά, θά τοῦ τά βρεῖ μέ τό τσουβάλι, θά τόν συμπονέσει καί θά κλάψει μαζί του.

            Τό πρόβλημα δέν εἶναι ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος.

            Τό πρόβλημα εἶναι τό πνεῦμα καί τό φρόνημα πού τόν διέπει. Καί δέν εἶναι μοναδικό μέσα του καί ἐπάνω του, ἀλλά εἶναι γενικό κακό.

            Γι' αὐτό ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶπε:

            «Ἄπιστε καί διεστραμμένε», ἀλλά

            «Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν, ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν».

            Ἄραγε ἄν ὁ παντογνώστης Χριστός ἦταν ἐδῶ. Μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἔλεγε αὐτά τά λόγια τί θά κάναμε; Δέν θά σηκώναμε τά χέρια μας, νά κρύψομε τό πρόσωπό μας ἀπό ντροπή; Δέν θά παθαίναμε σύγχυση καί ταραχή;

            Τό κακό, τό «ἔξω» κακό, μᾶς ταλαιπωρεῖ.

            Τό «ἔσω» κακό, ἐκεῖνο πού ἡ ψυχή, κρατᾶ μέσα της, μᾶς διαλύει.

            Μερικές φορές, τό «ἔξω» κακό, μᾶς συνεφέρνει καί μᾶς κάνει νά ἀνοίγομε τά μάτια μας. Γιά νά σκεφθοῦμε, ὅτι πρέπει ἐπιτέλους νά ἐλευθερωθοῦμε.

            Τό «μέσα» κακό, ἅμα τό ἀφήσομε ἄθικτο, μᾶς τυφλώνει.   Καί μᾶς διαλύει γιά πάντα.

            Γι' αὐτό ἀκριβῶς, λέμε: «ὅτι σύ εἶ ὁ φωτισμός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν Χριστέ ὁ Θεός».

            Τό σῶμα ὑποφέρει ἀπό τό κακό πού τοῦ ἔρχεται ἀπ'  ἔξω μέ τίς ἀρρώστιες ἤ μέ ὁτιδήποτε ἄλλο.

            Τό «ἔξω» κακό, ἀποτέλεσμα τοῦ «μέσα» κακοῦ, εἶναι τιμωρία τοῦ ἐσωτερικοῦ κακοῦ πού εἶναι ρίζα τῆς ἁμαρτίας.

            Ἀκοῦμε στήν εὐχή πού διαβάζομε στίς κηδεῖες καί στά μνημόσυνα:

            «Γιά νά μήν μείνει τό κακό ἀθάνατο μέσα μας, ὁ Θεός ὅρισε θάνατο. Ἀπό ἀγάπη ὁ Θεός γιά μᾶς, ὅρισε τόν θάνατο. Αὐτό τό τόσο πικρό πράγμα. Καί γιά τούς ἄλλους, καί γιά μᾶς τούς ἴδιους. Γιά νά πεθαίνει καί τό κακό, νά μή γίνομε δαιμόνια, μένοντας αἰώνια στό κακό... Ὁ διάβολος ἔμεινε αἰώνια μέ τό κακό στήν καρδιά του».

            Καί γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τόν θάνατο, πού ὅρισε γιά ὅλους, ἦλθε καί πέθανε ὁ ἴδιος στό Σταυρό καί ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν. Γιατί; «Ἵνα ὁδοποιήσῃ πάσῃ σαρκί τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν», λέμε στή Λειτουργία τοῦ ἁγίου Βασιλείου. Γιά νά ἀνοίξει τόν δρόμο, νά ρθεῖ ἡ ὥρα, νά ξανααναστηθοῦν ὅλοι οἱ πεθαμένοι καί νά σταθοῦν κοντά του.

Μπορεῖς; Ἄν μπορεῖς κάνε κάτι

            Αὐτά κάνει ὁ πολυεύσπλαγχνος Θεός. Καί τότε πού γύριζε στόν κόσμο, γι' αὐτά ἀγωνιζόταν.

            Ἀλλά νἄσου ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖνος ἀκατάστατος πατέρας μπροστά στόν Χριστό· καί τοῦ λέει:

            -Κύριε...

            -Ἀπό πότε πάσχει τό παιδί; Ρωτᾶ ὁ Χριστός.

            -Ἀπό μικρό. Καί στό νερό πέφτει καί στή φωτιά. «Εἰ τί δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν, σπλαγχνισθείς ἐφ’ ὑμᾶς». Λυπήσου με· καί ἄν μπορεῖς βοήθα.

            Ἄν εἶχε ὁ Χριστός τά νεῦρα μας θά τοῦ ἔδινε «μία» νά τόν διαλύσει.

            «Εἰ τι  δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν, σπλαγχνισθείς ἐφ’ ὑμᾶς».             Μπορεῖς; Μπορεῖς; Ἄν μπορεῖς κάνε κάτι.

            Ἔχοντας μπροστά μας τόν πανάγαθο καί παντοδύναμο Θεό, λέμε γι' αὐτόν τέτοιες ἀνοησίες...

            Λέμε τέτοιες ἀπρέπειες, πού ὅτι καί νά ἔκανε εἰς βάρος μας, θά ἦταν χίλιες φορές δικαιολογημένος.

            Ἀλλά ἄς ἔχει δόξα. Δέν εἶναι μπόγιας. Δέν ψάχνει νά βρεῖ ἀφορμή γιά νά μᾶς τιμωρήσει. Ἀφορμή νά μᾶς σώσει θέλει.

            Γι' αὐτό, ἅπλωσε τό χέρι του ὁ Χριστός, σταύρωσε τό παιδί θά λέγαμε σήμερα, καί τοῦ εἶπε: «Τό πνεῦμα τό ἀκάθαρτον καί πονηρόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω. Ἔξελθε καί μηκέτι εἰσέλθης εἰς αὐτόν».

            Τί εἶπε ὁ Χριστός;

            -Θέλεις, δέν θέλεις, ἐγώ ἐπιτάσσω.

            Ὅποιος δέν τό πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός «διατάζει καί γίνεται», τίποτε δέν εἶναι. Ποιό κούφιος εἶναι ἀπό τόν πατέρα ἐκεῖνο. Ἤ τοὐλάχιστον τό ἴδιο κούφιος.

            Τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, «τό πνεῦμα τό ἀκάθαρτο, ἐγώ διατάζω», πρέπει νά μποῦν στήν καρδιά μας. Καί θά μᾶς βοηθήσουν νά καταλάβομε καλύτερα, ὅτι ἀπό ταπείνωση ἀνέβηκε στό Σταυρό. Γιά τή σωτηρία μας.

Ὁ Χριστός: Τό φῶς καί ἡ σωτηρία

            Ἡ πνευματική ζωή, ἀρχίζει ἀπό τό σημεῖο πού ὁ ἄνθρωπος καταλαβαίνει ὅτι ὅλα «τά τοῦ Χριστοῦ», ἔργα καί λόγια του, εἶναι φῶς καί σωτηρία.

            Ὅταν κανείς κρίνει καί θέλει νά κρίνει ποιό εἶναι φῶς καί ποιό εἶναι σωτηρία, ποιό εἶναι ὠφέλιμο καί ποιό δέν εἶναι, ἄπιστος εἶναι. Στό σκοτάδι εἶναι. Τό κακό μέσα του τό ἔχει. Καί μόνο τήν ἀγανάκτηση τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά περιμένει νά στραφεῖ ἐναντίον του.

            Ἄν θέλομε νά ἔχομε σωστή πνευματική ζωή, πρέπει νά τό καταλάβομε, ὅτι τό κακό εἶναι δύο εἰδῶν.

            Ἕνα ἀπ'  «ἔξω». Ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο ὑποφέρομε.

            Καί ἕνα ἀπό «μέσα» μας. Πού κάνομε νά ὑποφέρουν οἱ ἄλλοι. Καί ἀνάμεσα στούς ἄλλους ὁ Πατέρας μας «ὁ ἐν οὐρανοῖς». Ὁ Κύριος τῆς δόξης, ὁ σωτήρας καί λυτρωτής μας Ἰησοῦς Χριστός.

            Θριαμβευτής τῆς πνευματικῆς ζωῆς, εἶναι ἐκεῖνος πού βλέπει τήν νίκη ἐναντίον τοῦ ἐσωτερικοῦ κακοῦ, δόξα, τιμή καί καύχημα.

            Καί προσπαθεῖ νά ἔχει ἀγάπη, καλωσύνη, ταπείνωση, ὑπομονή, πραότητα, θυσία. Μιμούμενος τόν σωτήρα καί λυτρωτή καί ἐλευθερωτή μας· τόν Θεό τῆς δόξης, τό φῶς τοῦ κόσμου. Τό φῶς καί τόν φωτισμό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.

            Αὐτῷ ἡ δόξα καί ἡ εὐχαριστία εἰς τούς αἰώνας. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στόν  Ἅγ. Χαράλαμπο Πρεβέζης στίς 6/4/2003

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration