Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

(Λουκ. 18, 10-14)

 

Ἀδάμ ποῦ κατάντησες;

            Ὁ Θεός μᾶς ἀπευθύνει πολλά ἐρωτήματα γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τήν πορεία μας μέσα στή ζωή.

            Τό πρῶτο ἐρώτημα πού ἀπεύθυνε στόν ἄνθρωπο, ἦταν τό ἐρώτημα πού εἶπε στόν Ἀδάμ:

            -Ἀδάμ ποῦ εἶ;

            Μήπως περνᾶ ἀπό τό μυαλό μας, ὅτι ὁ Θεός ρωτοῦσε τόν Ἀδάμ ποῦ ἦταν γιατί ἤθελε νά μάθει;

            Ὁ Θεός τά ξέρει ὅλα, εἶναι πάνσοφος καί παντογνώστης. Δέν ρωτοῦσε τόν Ἀδάμ, ποῦ εἶναι, γιά νά μάθει, ἀλλά τόν ρωτοῦσε, γιά νά τόν κάνει νά διερωτηθεῖ γιά τόν ἑαυτό του καί νά συνειδητοποιήσει ποῦ βρισκόταν.

            Ἄν θέλαμε τό ἐρώτημα τοῦ Θεοῦ νά τό μεταφράσομε σωστά, θά λέγαμε:

            Ὁ Θεός εἶπε στόν Ἀδάμ:

            -Ἀδάμ ποῦ κατάντησες; Ποῦ ἔχεις ξεπέσει; Ποῦ βρίσκεσαι;

            Τά λόγια αὐτά, ἦταν σάν νά τοῦ ἔλεγε: «Ἀδάμ, ξαναγύρισε στή θέση σου. Ἀδάμ, μή τρέχεις ἔξω. Μαζέψου μέσα σου. Ἔλεγξε τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς σου, αὐτή τήν στιγμή, γιά νά καταλάβεις πῶς ἔπρεπε νά εἶσαι ἀπέναντι τοῦ Πατέρα καί Δημιουργοῦ σου καί πῶς ἔχεις καταντήσει».

Θά τά διορθώσω ὅλα

            Τήν ἄλλη Κυριακή, θά ἀκούσομε τήν παραβολή τοῦ Ἀσώτου. Ὁ ἄσωτος, ἐνῶ βρισκόταν ἐκτός ἑαυτοῦ, εἶχε χάσει καί ξεχάσει τόν ἑαυτό του, ἦλθε στιγμή κατά τήν ὁποία, «εἰς ἑαυτόν ἐλθών», ξαναγύρισε στόν ἑαυτό του καί διερωτήθηκε:             «Πόσοι μίσθιοι τοῦ Πατρός μου, περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι; Ἀναστάς οὖν, πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου καί ἐρῶ αὐτῷ». Καί θά τοῦ πῶ: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου».

            Πράγμα πού σημαίνει γιά μᾶς:

            -Γιά κοίταξε -νά ποῦμε στόν ἑαυτό μας- πόσοι ἅγιοι εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, πόσοι φαίνονται καί πόσοι δέν φαίνονται καί ὅλοι αὐτοί, δέν εἶναι σέ ἀνάγκη· ἐπειδή τό θέλησαν.

            Ἐγώ γιατί νά βρίσκομαι στήν κατάσταση τῆς πνευματικῆς φτώχειας; Τῆς πνευματικῆς λιμοκτονίας; Θά σηκωθῶ καί θά πάω στόν πατέρα μου καί θά τοῦ πῶ: «Ἡ μέχρι τώρα ζωή μου, Θεέ μου, Πατέρα μου, εἶναι λάθος. Ἀλλά ἀπό δῶ καί πέρα θά τά διορθώσω ὅλα καί θά φροντίσω νά γίνω παιδί σου, κατά τό θέλημά σου, ὅσο μπορῶ καλύτερος».

Ἀνεβαίνομε ἕνα σκαλάκι;

            Κάποια τέτοια σκέψη πέρασε ἀπό τόν νοῦ τῶν δυό ἀνθρώπων, γιά τούς ὁποίους μᾶς μιλάει τό σημερινό Εὐαγγέλιο· καί πῆγαν στήν Ἐκκλησία. Νά προσευχηθοῦν. Νά παρακαλέσουν τόν Θεό. Νά τοῦ ζητήσουν κάτι. Νά τοῦ ποῦν κάτι.

            Ἀλλά τί παράξενο! Μᾶς βεβαιώνει τό Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ καλός ἄνθρωπος, ὁ φαρισαῖος, ἴδιος μπῆκε, ἴδιος βγῆκε. Ἀλλαγή μέσα του, ἀπό τό πέρασμά του ἀπό τήν Ἐκκλησία καμιά. Προσθήκη καμία. Ὠφέλεια καμία. «Σκόρδο πῆγε, σκόρδο γύρισε».

            Ὁ κακός ἄνθρωπος, ὁ τελώνης, εἶναι ψυχικά ἀδύνατος.     Καί βγῆκε γερός. Πρίν μπεῖ στήν Ἐκκλησία, ἦταν μακρυά ἀπό τόν Θεό. Καί ἀπό τήν στιγμή πού μπῆκε, βρέθηκε κοντά στό Θεό. Μπῆκε ἁμαρτωλός, καί βγῆκε «τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος».          Τό ἴδιο καί μή μᾶς κακοφανεῖ, μπορεῖ νά γίνεται καί μέ μᾶς.

            Νά μπαίνομε καί νά βγαίνομε ἀπό τήν Ἐκκλησία σάν τόν φαρισαῖο. Ἀλλά μπορεῖ, ἄν θέλομε νά μήν ἀφήσομε τόν ἑαυτό μας σέ τέτοια κατάσταση νέκρας. Ἀλλά κάθε φορά πού μπαίνομε στήν Ἐκκλησία νά παίρνομε ζωή. Μεγαλύτερη ζωή. Περισσότερη ζωή. Καί περισσότερη δύναμη.

            Θυμᾶστε τί λέει ὁ Χριστός: «Ἐγώ ἦλθα ἵνα ζωήν ἔχωσι τά πρόβατά μου. Καί νά παίρνουν ἀπό μένα χάρη ἀντί χάριτος. Δηλαδή τήν μιά χάρη πάνω στήν ἄλλη. Σέ ὅλη τους τή ζωή». Κάθε φορά πού μπαίνομε στήν Ἐκκλησία, πρέπει νά ἀνεβαίνομε καί ἕνα σκαλάκι πρός τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

            Λέμε γιά τόν φαρισαῖο ὅτι «πρός ἑαυτόν προσηύχετο».      Δηλαδή κέντρο τῆς προσευχῆς του, δέν ἦταν ὁ Θεός, ἀλλά ὁ ἑαυτός του. Σάν νά κουβέντιαζε μέ τόν ἑαυτό του. Καί γιά τόν ἑαυτό του. Ἐνῶ τό ζητούμενο εἶναι, μπαίνοντας στήν Ἐκκλησία, νά θυμόμαστε καί νά ἔχομε κέντρο τῆς ζωῆς μας, τῆς σκέψης μας, τῶν συναισθημάτων μας τόν Θεό.

            Ἀποτέλεσμα: Ὁ φαρισαῖος, μέσα στήν Ἐκκλησία, οὔτε τόν Θεό κατάλαβε, οὔτε τόν ἑαυτό του. Ὅπως μπῆκε, ἔτσι βγῆκε.

            Τί προσευχή ἔκανε;

            Ἔλεγε μόνο τί κακό δέν ἔκανε. «Οὐκ εἰμι ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων. Ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί». Τί σημαίνει αὐτό;

            Ὁ ἄνθρωπος πού «μιλάει γιά τόν ἑαυτό του», κάνει κάτι τό ἄσχημο. Αἰσθάνεται μέσα του ἄσχημα. Καί ἐπειδή ἔχει κέντρο τῆς ζωῆς του τόν ἑαυτό του, γίνεται στούς ἄλλους ἐπιθετικός. Γίνεται φανατικός. Κατακρίνει, ἐπικρίνει, βρίζει.

            Ὅσο πιό πολύ θαυμάζει κανείς τόν ἑαυτό του καί θέλει νά ἔχει κέντρο στή ζωή του τόν ἑαυτό του, τόσο πιό πολύ κατακρίνει τούς ἄλλους, τούς βρίζει καί τούς κακολογεῖ.

            Καί ὅσο πιό πολύ ἕνας ἄνθρωπος ἔχει κέντρο τόν Θεό, τόσο περισσότερο βλέπει καί καταλαβαίνει καί αἰσθάνεται ὅτι ὅλοι γύρω του, μπορεῖ νά εἶναι καί καλύτεροι ἀπό αὐτόν. Καί σάν ἀδελφούς του, τούς ἀγαπᾶ καί προσπαθεῖ νά τούς ἐπαινεῖ.          Γιατί ἡ ἀγάπη ἐκφράζεται στήν καλωσύνη.

            Ὅταν κανείς ἔχει κέντρο τόν ἑαυτό του, μή φανεῖ παράξενο, αἰσθάνεται πλούσιος, ἀλλά εἶναι φτωχός. Καί μάλιστα ἀπελπιστικά φτωχός.

Τήν καρδιά σας θέλω

            Ἐρώτημα τώρα, γιά μᾶς.

            -Σύ ἀδελφέ μου, πού εἶσαι αὐτή τήν στιγμή στήν Ἐκκλησία, πῶς αἰσθάνεσαι;

            Αἰσθάνεσαι αὐτάρκεια στόν ἑαυτό σου;

            Ἄν ναί, ξέρε το. Πνευματικά εἶσαι φτωχός. Ὅσο πιό πολύ αὐτάρκεια αἰσθάνεσαι, τόσο πιό φτωχός εἶσαι. Τόσο πιό λίγο ἔχεις γνωρίσει τόν ἑαυτό σου.

            Δηλαδή ὁ φαρισαῖος καί κάθε ἄνθρωπος πού μπαίνει στήν Ἐκκλησία καί αἰσθάνεται κάποια ἱκανοποίηση, γιατί δέν ἔκανε τήν μιά παληοδουλειά, οὔτε τήν ἄλλη, δέν εἶναι καλός ἄνθρωπος; Δέν εἶναι θετικά στοιχεῖα αὐτά;

            -Βεβαίως εἶναι πάρα πολύ θετικά.

            Κάθε ἄνθρωπος ἔχει ὑποχρέωση νά ἀγωνίζεται νά τηρεῖ τόν νόμο (τοῦ Θεοῦ). Ἀλλά... Ὑπάρχει καί ἕνα «ἀλλά». Ποιό εἶναι αὐτό τό «ἀλλά»;

            «Οὐ θέλω τά ὑμῶν», λέει ὁ Χριστός «ἀλλά ὑμᾶς».

            Δέν θέλω τά πράγματά σας. Ἐσᾶς θέλω. Δέν θέλω μόνο τά ἔργα σας, τίς πράξεις σας. Θέλω τήν καρδιά σας. Δέν θέλω μόνο κάτι πού σᾶς περισσεύει. Θέλω ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σας.

            Πῶς τό ἐκφράζει αὐτό ὁ Θεός; Μᾶς λέγει:

            «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ’ ὅλης διανοίας σου καί ἐξ ὅλης ἰσχύος». Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Καρδιά, ψυχή, διάνοια;

            Μέσα σου πρέπει νά κατοικεῖ ὁ Θεός. Ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σου νά τόν ἔχεις τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ζητᾶ ὁ Θεός. Ἅμα ἀπό τόν ἑαυτό σου κόψεις καί πεῖς:

            -Τί θέλει ὁ Θεός; Ἕνα κεράκι τήν Κυριακή. Πόσο κάνει τό κεράκι; Ἕνα εὐρώ. Δέκα βάζω ἐγώ. Καί ξέμπλεξα. Ἤ ἄν θέλετε, χίλια βάζω.

            Ξέμπλεξα;

            Δέν ξέμπλεξες ἀδελφέ μου, δέν ξέμπλεξες! Ὁ Θεός δέν θέλει τά λεφτά σου, δέν τοῦ προσθέτουν τίποτε. Τί θέλει;

            -Ἐσένα θέλει.

            Καί γιατί θέλει τήν καρδιά σου καί ὄχι ἄλλες λεπτομέρειες;

            Γιατί ὁ ἑαυτός σου, ἐσύ δηλαδή, εἶσαι ἡ καρδιά σου, ἡ ψυχή σου καί ἡ διάνοιά σου. Ἅμα αὐτά εἶναι ἀλλοῦ, πῶς κάποια μέρα θά πᾶς κοντά στό Θεό;

            Ποιός θά βρεθεῖ τότε ζημιωμένος;

            Τό συμφέρον μας τό πνευματικό, ἐπειδή ἀκολουθεῖ θάνατος καί ἀνάσταση καί αἰώνια ζωή, εἶναι νά μήν ἀφήνομε τόν ἑαυτό μας, νά ἀπατᾶται ἀπό τίς μικρολεπτομέρειες τῆς ζωῆς, ἀλλά νά ψάχνομε γιά τήν οὐσία. Τήν μεγάλη οὐσία, πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἡ αἰώνια ζωή.

Μένουν πολλά σκαλάκια

            Γιατί ὁ τελώνης ἔφυγε δικαιωμένος ἀπό τήν Ἐκκλησία;      Πῆγε καί εἶπε, λέει τό Εὐαγγέλιο, «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Στάθηκε σέ μιά ἄκρη, χτύπησε τό στῆθος του καί εἶπε: «Ἐγώ φταίω. Ἐγώ δέν τά ἔκανα καλά τά ἔργα μου. Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Ἀπό δῶ καί πέρα, ἀλλάζω. Θά διορθωθῶ».

            Ἔτσι ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος στόν ἑαυτό του. Ἀπό τήν στιγμή πού στρέφει τά μάτια του, τά μάτια τῆς καρδιᾶς του καί τῆς ψυχῆς του στόν ἑαυτό του, στίς πράξεις του, στή σχέση του μέ τόν Θεό. Καί ψάχνει νά δεῖ πόσο εἶναι σωστή.

            Ὅταν αὐτό τό κάνει, καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἴδιος χρειάζεται βελτίωση. Καί ποιός δέν χρειάζεται βελτίωση;

            Ποιός μοιάζει μέ τόν ἅγιο Δημήτριο, ποιός μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, ποιός μέ τήν Παναγία;

            Γι' αὐτό «ἔχομε πολλά σκαλάκια νά ἀνεβοῦμε». Πολλή διόρθωση πρέπει νά θέλομε γιά τόν ἑαυτό μας, γιά  νά μπορέσομε νά ἀναπαυθοῦμε.

            Ὅταν αὐτό δέν τό κάνομε, ἔχομε ἐσωτερικά καρναβάλι.    Φορᾶμε μάσκες. Ὁ φαρισαῖος πῆγε μέ μάσκα στήν Ἐκκλησία. Ἔλεγε στό Θεό παχειά λόγια πού δέν ἀνταποκρίνονταν στήν πραγματικότητα. Ἀλλά ἐμεῖς νά μήν ἐκφραζόμαστε μέ ὑποκρισία.

            Οὔτε στό Θεό, στήν προσευχή μας, οὔτε στούς ἄλλους, οὔτε σέ κανέναν. Ποτέ καί πουθενά.

Ἔτσι ἀρχίζει ἡ πνευματική διόρθωση

            Ὁ Ντοστογιέφσκι λέει τά ἑξῆς:

            «Ἀποφεύγετε τήν ὑποκρισία. Ἀποφεύγετε κάθε ὑποκρισία. Μή λέτε ψέματα. Ποτέ, πουθενά, σέ κανένα. Καί προπαντός μή λέτε καί μήν κάνετε ποτέ ψέματα στόν ἑαυτό σας. Μήν ἀφήνετε νά βουτάει ἡ ζωή σας στό ψέμα. Ἀνοῖχτε τά μάτια σας καί δεῖτε μέ θάρρος τό κακό πού ἔχετε μέσα σας. Δεῖτε μέ θάρρος τήν ἁμαρτία σας. Γιατί μόνο τότε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κοιτάξει μέ θάρρος καί μέ εἰλικρίνεια τό κακό πού ἔχει μέσα του, τότε τό κακό αὐτό, παίρνει φῶς καί ἀπό σκοτάδι γίνεται φῶς».

            Εἶναι ἕνας παράξενος νόμος. Ὅταν μποροῦμε καί βλέπομε τό πνευματικό σκοτάδι μας, ἀρχίζει ἡ αὐτογνωσία. Καί τό πνευματικό σκοτάδι γίνεται φῶς.

            Ἔτσι ἀρχίζει ἡ πνευματική διόρθωση.

            Ὁ Χριστός, στιγμάτισε τόν φαρισαῖο, πού ἀντί νά κοιτάζει τό σκοτάδι, τό πολύ ἤ τό λίγο πού εἶχε μέσα του, κοίταζε μόνο τά φωτεινά του σημεῖα. Γιατί κάνοντας ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, ξεχνᾶ ὅτι χρειάζεται κάτι περισσότερο καί κάτι καλύτερο. Καί σιγά-σιγά βουλιάζει ὅλο καί περισσότερο στό ψέμα.

            Ὅταν κανείς βουλιάζει στό ψέμα, θά ρθεῖ μιά ἡμέρα πού τό ψέμα θά τόν καταπιεῖ.

Ψεύτικα λόγια, ψεύτικα δαχτυλίδια

            Ἕνας βασιλιάς, εἶχε γύρω του πολλούς ἐπίσημους ἀνθρώπους. Ὑπουργούς, φίλους, ἀξιωματούχους. Μιά μέρα τούς εἶπε:

            -Θέλω νά μοῦ πεῖτε μέ εἰλικρίνεια. Πῶς μέ βλέπετε. Νά μοῦ ἐκφράσετε τήν καρδιά σας. Ἀλλά θέλω τήν ἀλήθεια. Ὄχι κολακευτικά λόγια. Ἅμα μοῦ πεῖτε τήν ἀλήθεια θά σᾶς ἀμείψω. Τά ἔχω ἕτοιμα τά δῶρα.

            Καί τούς ἔδειξε κάτι διαμαντένια δαχτυλίδια.

            Τότε τά δαχτυλίδια ἦταν μεγάλο προνόμιο. Τά εἶχαν οἱ βασιλιάδες σάν σφραγίδες τους. Μέ τά δαχτυλίδια σφράγιζαν.

            Πλησίαζε λοιπόν τόν βασιλιά ὁ κάθε ἀξιωματοῦχος καί ἔχοντας τό νοῦ του στά δῶρα πού εἶχε ὑποσχεθεῖ, προσπαθοῦσε νά τοῦ πεῖ, ὅσο καλύτερα λόγια μποροῦσε.

            Ἔτσι φούσκωσαν τόν βασιλιά ψέματα: Πῶς ἦταν ὁ μεγαλύτερος καί ὁ καλύτερος τοῦ κόσμου.

            Καί αὐτός τούς ἔδινε ἀπό ἕνα δαχτυλίδι.

            Τέλος παρουσιάστηκε ἕνας καί τοῦ λέει:

            -Κοίταξε βασιλιά μου. Βασιλιάς εἶσαι, ἀφεντικό εἶσαι. Ὅτι θέλεις διατάζεις, ὅτι θέλεις γίνεται. Νά σοῦ πῶ ὅμως ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια; Εἶσαι καί σύ ἄνθρωπος, ὅπως εἶμαι καί ἐγώ. Μιά μέρα θά πεθάνεις καί σύ. Ἀπό κεῖ καί πέρα, σέ περιμένει ἡ κρίση. Φρόντισε νά γίνεις καλός ἄνθρωπος καί καλός βασιλιάς. Ὅσο μπορεῖς πιό καλός ἄνθρωπος καί πιό καλός βασιλιάς, γιά νά σέ δεχτεῖ ὁ Θεός στήν Βασιλεία του.

            Τοῦ λέει ὁ βασιλιάς:

            -Ἐσύ εἶσαι γιά μένα. Μεῖνε ἐδῶ κοντά μου. Σέ θέλω, νά μοῦ λές τέτοιες συμβουλές.

            Ὅσο γιά τούς ἄλλους, ἄς πάρει ὁ καθένας τό δαχτυλίδι πού τοῦ ἔδωσα καί ἄς φύγει.

            Μετά λίγες μέρες, ξαναγυρίζουν οἱ αὐλικοί καί τοῦ λένε:

            -Βασιλιά μου, σέ ποιόν παράγγειλες τά δαχτυλίδια; Σέ γέλασε. Εἶναι ψεύτικα.

            -Κανείς δέν μέ γέλασε, τούς ἀπάντησε. Θυμηθεῖτε ὅμως τί σᾶς εἶπα: «Θά σᾶς δώσω ἀμοιβή, ἀνάλογα μέ τά λόγια σας. Καί μέ τά ἔργα σας. Ψεύτικα ἦταν ἐκεῖνα πού μοῦ εἴπατε, ψεύτικα δῶρα σᾶς ἔδωσα καί ἐγώ. Ψέματα λέτε, ψεύτικα ἔργα κάνετε, ψέματα θά πάρετε».

            Μή τό ξεχνᾶμε. Βλέπει ὁ Θεός.

            Ὅταν ρωτᾶ: «Ποῦ εἶσαι;», δέν ρωτᾶ γιά νά μάθει, ἀλλά γιά νά μᾶς πεῖ:

            «Κοίταξε ποῦ ἔχεις καταντήσει, ποῦ βρίσκεσαι.

            Κοίταξε νά συνειδητοποιήσεις ποῦ κινδυνεύεις νά βρεθεῖς ἀπό στιγμή σέ στιγμή.

            Καί μετανόησε. Ἐλθέ στόν ἑαυτό σου γιά νά σωθεῖς».

            Τό μεγαλύτερο καί τό ὡραιότερο πράγμα εἶναι νά ἀκοῦμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τί λέγει ὁ ἀπόστολος;

            Μελετᾶτε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τά λόγια τοῦ Θεοῦ, τά μόνα «δυνάμενα σοφίσαι εἰς σωτηρίαν». Πού ὅταν τά βάζεις στό νοῦ καί στήν καρδιά σου, σέ κάνουν σοφό. Ὄχι γιά νά λές ὡραῖα λόγια, ἔξυπνα λόγια, γιά νά θαυμάζει ὁ κόσμος, ἀλλά γιά νά βρεῖς τήν σωτηρία. Τόν δρόμο πού διδάσκει ὁ Θεός. Τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στό Θεό.

            Αὐτό τόν δρόμο εἴθε καί ἐμεῖς νά τόν βροῦμε. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 20/2/2000 στή Γραμμενίτσα.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration