Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Γ΄ Κυριακής Λουκά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΥΙΟΥ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ ΤΗΣ ΝΑΙΝ

(Λουκ. 7, 11- 16)

Ἡ ἀληθινή θρησκεία

            Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι σπόρος. Ἡ καρδιά τοῦ σπόρου, εἶναι ὅτι ὁ Θεός ἔστειλε τόν Υἱόν του στόν κόσμο, γιά τήν σωτηρία μας.

 

            Αὐτός ὁ σπόρος πρέπει νά φυτρώσει μέσα στήν καρδιά μας.

            Ὄχι ὁ σπόρος ὅτι ὑπάρχει Θεός καί ὅτι μπορεῖ νά ὑπάρχει κάτι παραπέρα ἀπό τή ζωή αὐτή μετά τόν θάνατο.

            Αὐτό δέν εἶναι θρησκεία ἀληθινή. Αὐτή εἶναι μιά ψεύτικη θρησκευτικότητα, πού τήν ἔχουν καί οἱ ἀλλόθρησκοι καί ὅλου τοῦ κόσμου οἱ ἄνθρωποι καί οἱ ἄθεοι ἀκόμη. Γιατί καί ἐκεῖνοι πού κοροϊδεύουν τόν κόσμο λέγοντας ὅτι εἶναι ἄθεοι ἀναγνωρίζουν καί λένε ὅτι «κάποια ἀνώτερη δύναμη πρέπει νά ὑπάρχει».

            Σπόρος τοῦ Θεοῦ εἶναι τό ὅτι ὁ Υἱός του ἔγινε ἄνθρωπος καί ἦλθε στόν κόσμο γιά μᾶς. Καί ὅτι σταυρώθηκε καί ἐθυσίασε τόν ἑαυτό του γιά μᾶς.

            Αὐτή τήν πίστη πρέπει νά κλείσομε μέσα στήν καρδιά μας, αὐτή πρέπει νά καλλιεργήσομε, αὐτή πρέπει νά κάνομε νά γίνει δένδρο μεγάλο, νά βγάλει λουλούδια, νά εὐφρανθοῦμε μέ τήν εὐωδία τους. Νά καθίσομε κάτω ἀπό τήν δροσιά του. Ἀλλά καί προπαντός νά ἀπολαύσομε τούς καρπούς αὐτῆς τῆς πίστεως.

Γιατί ὁ πόνος καί ὁ θάνατος;

            Ὅταν ὅμως ἀκοῦμε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦλθε στόν κόσμο καί σταυρώθηκε καί ὑπέφερε καί ἐκοπίασε καί ὑβρίσθη καί ἐκακουχήθη· ρωτᾶμε: Γιατί; Ἀφοῦ ἦταν Υἱός τοῦ Θεοῦ· καί σάν ἄνθρωπος ἦταν ὁ καλύτερος πού πέρασε στόν κόσμο. Ποτέ δέν ἁμάρτησε, ποτέ δέν ἔκανε κακό, ποτέ δέν ἔσφαλε.

            Γιατί ὑπέφερε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ; Γιατί σταυρώθηκε;

            Ἀπό τό «γιατί» αὐτό καί ἀπό τό πῶς τό ἀντιμετωπίζομε, ἀρχίζει νά φυτρώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί νά καρποφορεῖ μέσα στήν ψυχή μας.

            Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καλό. Ὡραῖο. Ἀναμάρτητο. Μέ καλό σῶμα καί καθαρό. Καί μέ καλή καρδιά καί καθαρή. Καί μέ διάνοια καί μέ ψυχή μέ πόθους νά γίνεται ἡμέρα μέ τήν ἡμερα καλύτερος καί καθαρώτερος, ἁγιώτερος, ὠφελιμότερος, κοινωνικότερος.

            Ἀλλά κάποια μέρα ὁ Ἀδάμ, παρεσύρθη ἀπό τόν διάβολο καί ἔκανε κάτι τό ἀντίθετο στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό ὁποῖο τό θεώρησε σπουδαῖο κατόρθωμα. Ὅπως τό κάνομε ὅλοι μας. Ὅπως συμβαίνει μέ ὅλους μας.

            Ὅταν κάνομε κάποιες ἁμαρτίες, μᾶς γοητεύουν. Καί τίς θεωροῦμε κατορθώματα. Ἐπιτεύγματα μεγάλα. Ὠφέλεια. Λέμε «κάποιες ἁμαρτίες», γιατί εἶναι μερικές πού τίς κάνομε καί τίς σιχαινόμαστε.

            Τί λέει ἡ Ἁγία Γραφή; Ἡ ἁμαρτία, ἡ παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, σημαίνει πορεία ἔξω καί μακρυά ἀπό τόν Θεό. Ὅμως ἔξω καί μακρυά ἀπό τόν Θεό δέν εἶναι ζωή, οὔτε βλάστηση, οὔτε καρποφορία. Γιατί ζωή εἶναι ὁ Θεός. Δημιουργός τῆς ζωῆς καί συντηρητής τῆς ζωῆς εἶναι ὁ Θεός. Ὅτι φεύγει ἀπό τόν Θεό παύει σιγά-σιγά ἤ ἀπότομα νά ἔχει ζωή καί πορεύεται στό θάνατο.

            Γιά τόν ἄνθρωπο ὁ Θεός οἰκονόμησε, κάνοντας τήν ἁμαρτία νά μήν πεθαίνει ἀμέσως. Γιατί ὁ Θεός ὁ εὔσπλαγχνος, ὁ πολυέλεος καί οἰκτίρμων, δέν θέλει τόν θάνατο καί τήν τιμωρία κανενός. Καί γι’ αὐτό δέν θέλει νά πεθάνει κανένας. Καί γιά νά μήν πεθάνει εἰ δυνατόν κανένας, ἔστειλε τόν Υἱόν του νά βαστάσει τό βάρος τῆς ἁμαρτίας ὅλων ἐπάνω στό Σταυρό του, στό θάνατό του. Ἀπέθανε γιά μᾶς καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς. Πέθανε γιά τήν ἁμαρτία μας, καί ἀναστήθηκε γιά νά δώσει σέ ὅλους μας τήν ἀληθινή καί τήν αἰώνια ζωή.

            Ποτέ ὅμως; Ὅταν βάλομε αὐτή τήν πίστη σπόρο μέσα στήν καρδιά μας καί τήν κάνομε νά φυτρώσει νά μεγαλώσει, νά κάνει ὄμορφα φύλλα, πράσινα, δροσιά γιά τήν ψυχή μας, νά κάνει λουλούδια, εὐωδία γιά τήν ψυχή μας καί νά κάνει καρπούς, τροφή μας γιά τήν αἰώνια ζωή.

Ὁ πόνος μᾶς θυμίζει τί κακό εἶναι ἡ ἁμαρτία

            Ὅμως γιά νά μᾶς θυμίζει ὁ Θεός τί κακό εἶναι ἡ ἁμαρτία, τό ἠθικό κακό, ἐκεῖνο τό κακό πού βγαίνει ἀπό τήν καρδιά μας, παραχώρησε τό κακό νά τό αἰσθανόμαστε στό πετσί μας. Ἐπάνω μας. Νά τό βλέπομε τό φυσικό κακό, κατάσπαρτο μέσα στόν κόσμο. Γιά νά καταλαβαίνομε πόσο κακό εἶναι ἡ ἁμαρτία. Γι’ αὐτό ὅρισε ὁ Θεός νά ὑπάρχει τό κακό μέσα στόν κόσμο.           Ποιό εἶναι τό κακό;

            Γίνεται ἕνας σεισμός, πέφτουν πέντε σπίτια, καί ὅσους εἶναι ἀπό κάτω τούς πλακώνουν ὅλους. Δίκαιους καί ἁμαρτωλούς. Ἔρχεται μιά ἐπιδημία καί πεθαίνουν χιλιάδες ἄνθρωποι, δίκαιοι καί ἁμαρτωλοί. Γίνεται κάποιο ἄλλο κακό καί πεθαίνουν ἤ ἀρρωσταίνουν πολλοί. Ἄς μήν ἀπαριθμοῦμε τέτοια πράγματα, γιατί ὅλοι μας τό ξέρομε μέ πόσες μορφές ἐκδηλώνεται τό φυσικό κακό.

            Καί γιά ποιό λόγο τά ἐπιτρέπει αὐτά ὁ Θεός;

            «Φιλανθρώπως». Ἀπό ἀγάπη γιά μᾶς.

            Γιατί βλέποντας ἐμεῖς τά ἀποτελέσματα τοῦ ἠθικοῦ κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας, ἐπάνω στό πετσί μας, στή ζωή μας, μέ τό φυσικό κακό, νά καταλαβαίνομε ὅτι ἄν τό φυσικό κακό εἶναι τόσο φρικαλέο, καί μισητό, πόσο φρικαλέο καί μισητό, πρέπει νά μᾶς εἶναι τό ἠθικό κακό· ἡ ἁμαρτία;

            Ἄφησε λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος ὁ Θεός τό φυσικό κακό νά πλήττει καί τούς ἁγίους καί τούς ἁμαρτωλούς.

            Πιό ἅγιος ἀπό τόν Χριστό δέν ὑπάρχει. Καί ὅμως ὑπέφερε περισσότερο ἀπό τό φυσικό κακό ἀπό ὅτι ὅλοι μας.

            Πιό ἁγία γυναίκα ἀπό τήν Παναγία δέν ὑπάρχει. Ἀλλά ὑπέφερε πολύ ἀπό τό φυσικό κακό.

            Πιό ἅγιος ἄνθρωπος ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, δέν ὑπῆρξε. Καί ὅμως ὑπέμεινε τίς ταλαιπωρίες τῆς φυλακῆς καί στό τέλος τοῦ ἔκοψαν τό κεφάλι.

            Τί ἦταν αὐτά; Σημάδι!  Γιά ὅλους.

            Ὅτι ὁ Θεός δέν ἔχει προσωπικά μέ κανένα.

            Ὅταν ἔρχεται ἕνα φυσικό κακό, ἐπάνω σέ μένα, δέν μισεῖ ὁ Θεός οὔτε ἐμένα, οὔτε τόν πατέρα μου, οὔτε τήν μητέρα μου.             Ἁπλῶς δείχνει καί σέ μένα καί στόν ἀδελφό μου καί στήν ἀδελφή μου καί στόν ξάδελφό μου καί στόν γνωστό μου, σέ ὅλους, ὅτι κάτι δέν πηγαίνει καλά στόν κόσμο ἐξ’ αἰτίας τοῦ ἠθικοῦ κακοῦ πού βγαίνει μέσα ἀπό τήν καρδιά μας. Δηλαδή ἀπό τήν διάθεση πού μᾶς σπρώχνει, νά κάνομε ὄχι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τοῦ κεφαλιοῦ μας.

            Πόσοι δέν ἀναρωτιοῦνται γιατί νά πεθάνει ἕνα χαριτωμένο παιδί, μέ τήν καρδιά του γεμάτη καλωσύνη, πού ἔτρεχε ὅλο περισσότερο στήν Ἐκκλησία καί ἔκανε προσευχές;            Τί ἔφταιξε; Τίποτα δέν ἔφταιξε. Ἀπολύτως τίποτε δέν ἔφταιξε. Ὁ πατέρας του, τί ἔφταιξε; Ἡ μάνα του τί ἔφταιξε; Ὁ παπποῦς του τί ἔφταιξε; Τίποτε δέν ἔφταιξαν.

            Εἶχε τίποτε ὁ Θεός ἐναντίον τους;

            Ἐναντίον τοῦ Ἡρώδη δέν εἶχε...

            Ἐναντίον μεγάλων ἁμαρτωλῶν δέν εἶχε καί τούς ἐκάλεσε σέ μετάνοια. Γιά νά σωθοῦν.

            Οὔτε μέ κείνους πού τόν κακοποίησαν προσωπικά, εἶχε προηγούμενα. Γι’ αὐτό τούς κάλεσε σέ μετάνοια. Γιά νά σωθοῦν. Καί σώθηκαν πολλοί. Διῶκτες του, σταυρωτές του.           Πῶς λοιπόν νά ἔχει ἐναντίον κανενός;

            Ὁ σπόρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού πρέπει νά βλαστήσει μέσα μας εἶναι: ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ πολυεύσπλαγχνος Υἱός τοῦ πολυευσπλάγχνου Πατέρα, κατέβηκε στή γῆ γιά μᾶς, καί σταυρώθηκε γιά μᾶς, γιά νά μᾶς σώσει. Ὄχι γιά νά μᾶς παιδέψει. Γιά νά μή μᾶς παιδέψει καί νά γιά νά μήν παιδευτοῦμε ποτέ εἰ δυνατόν στήν αἰώνια κόλαση, γι’ αὐτό ἦλθε στή γῆ.

Πεντηκοστή στή λεωφόρο

            Ἕνας κληρικός διηγεῖται τήν ἑξῆς ἐμπειρία του:

            «Βρισκόμουνα στήν Ἀθήνα. Καί μπῆκα σ’ ἕνα ταξί. Ταξιτζής ἦταν ἕνας νέος ἄνθρωπος γύρω στά 25 μέ 26 χρόνια. Μοῦ λέει λοιπόν μέ πάθος:

            -Πάτερ τί γνώμη ἔχετε γιά τόν Χριστόδουλο;

Τοῦ ἀπαντῶ:

            -Παιδί μου, ἐγώ παπάς εἶμαι καί ἀρχιεπίσκοπος εἶναι ὁ Χριστόδουλος. Ἔτσι καί ἀλλιῶς τόν ἀγαπάω. Ἐσύ νά μοῦ πεῖς τήν γνώμη σου γιά τόν Χριστόδουλο.

            -Ξέρεις, μοῦ λέει, πάτερ. Ἐγώ τόν Χριστόδουλο, τόν ἀγαπάω καί τόν λατρεύω. Τόν ἔχω μέσ’ τήν καρδιά μου. Τόν Θεό δέν χωνεύω. Καί δέν θέλω νά τόν ἀκούω.

            -Παράξενος μοῦ φαίνεσαι, τοῦ ἀπαντῶ. Ὁ Χριστόδουλος, εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ. Πῶς ἀγαπᾶς καί ἐκτιμᾶς τόσο βαθειά τόν ἀντιπρόσωπο καί δέν θέλεις ν’ ἀκούσεις τίποτε γιά τόν Θεό;

            -Ἄκουσε νά σοῦ πῶ πάτερ. Ἐγώ εἶχα μείνει στόν κόσμο μέ ἕναν ἀδελφό. Εἴμαστε οἱ δυό μας. Καί πρίν ἀπό λίγο καιρό, πέθανε ὁ ἀδελφός μου καί ἔμεινα μοναχός μου.

            Καί ἄρχισε νά κλαίει. Τό παιδί τῶν 25 χρονῶν.

            -Μοναχός μου. Τό καταλαβαίνεις τί σοῦ λέω πάτερ; Γιατί νά μοῦ τό κάνει ἐμένα αὐτό ὁ Θεός;

            -Κοίταξε νά σοῦ πῶ παιδί μου. Στραβά ἄρχισες νά τό βλέπεις. Σέ στραβό συμπέρασμα θά βγεῖς. Λάθος ἔκανες στήν ἔναρξη, λάθος θά κάνεις καί στό συμπέρασμα.

            -Καί ποιά εἶναι ἡ σωστή ἔναρξη; Μοῦ κάνει εἰρωνικά.

            -Νά σέ ἐρωτήσω· τοῦ λέω. Ἅμα ρθεῖ κάποιος καί σοῦ πεῖ: «Σέ καταλαβαίνω παιδί μου πόσο πονᾶς», τί αἰσθάνεσαι;

            -Λίγη ἀνακούφιση· ἀπάντησε.

            -Ἅμα δεῖς κάποιον ἄλλο ἄνθρωπο νά ἔχει πάθει ἀνάλογο μέ σένα καί νά βρίσκεται καί αὐτός μόνος του στόν κόσμο τί αἰσθάνεσαι;

            -Μή μοῦ λές, ἀπαντᾶ, πῶς ὑπάρχει καί δεύτερος ἄνθρωπος στόν κόσμο σάν καί μένα.

            -Γιατί παιδί μου; Τοῦ λέω. Γιατί νά μήν τ’ ἀκούσεις;

            -Γιατί θά ξεσπάσω σέ κλάματα. Γιά κεῖνον αὐτή τήν φορά.

            -Γιατί θά ξεσπάσεις σέ κλάματα;

            -Γιατί πονάω, μοῦ κάνει. Πονάω ἀπό τόν ἑαυτό μου καί πονάω καί γιά κεῖνον.

            -Ἄ, τοῦ λέω. Κάτι εἶπες παιδάκι μου τώρα. Κατάλαβες τί εἶπες;

            -Τί εἶπα;

            -Νά σοῦ πῶ τί εἶπες. Εἶπες ὅτι ὁ πόνος σου, σέ ἔμαθε νά εἶσαι πονετικός, ὥστε νά καταλαβαίνεις τόν πόνο τῶν ἄλλων. Ξέρεις τί σημαίνει αὐτό; Ἔγινες ὅμοιος μέ τόν Θεό. Γιατί ὁ Θεός ἀπό συμπόνια γιά μᾶς, ἔστειλε τόν Υἱόν του στόν κόσμο, γιά νά ὑποφέρει γιά μᾶς καί νά τό δείξει ὅτι ὑποφέρει γιά μᾶς. Νά κλάψει καί νά πονέσει καί νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς, νά ὑποφέρει πόνο πού δέν τόν αἰσθάνθηκε ἄνθρωπος ἀπάνω στόν κόσμο· γιά μᾶς. Ἄν δέν εἶχες πονέσει ἐσύ θά πονοῦσες τόν ἄλλο;

            Μοῦ λέει:

            -Ἔχεις δίκιο πάτερ. Δέν θά τόν καταλάβαινα.

            -Δέν μοῦ λές παιδί μου. Πές μου τώρα εἰλικρινά. Τί εἶναι καλύτερα. Νά ἔχεις ἕνα σῶμα καί μιά καρδιά χορτάτα. Τό σῶμα ἀπό ἡδονή, καί τήν καρδιά ἀπό ἀπληστία καί ἀπό πάθη· ἤ νά ἔχεις ἀνθρωπιά πάνω σου;

            Ἀπαντᾶ:

            -Πάτερ, τί λές; Ξέρεις τί λές πάτερ;

            -Τί λέω παιδί μου; Σοῦ λέω ὅτι ἁπλῶς, ὁ Κύριος οἰκτίρμων καί ἐλεήμων θέλει νά εἴμαστε καί ἐμεῖς οἰκτίρμονες...

            -Ξέρεις τί μοῦ λές πάτερ; Αὐτή τήν στιγμή, Πεντηκοστή ἔγινε μέσ’ τό αὐτοκίνητό μου. Καί ἦλθε ἡ λάμψη τοῦ φωτός μέσ’ τήν καρδιά μου. Σέ εὐχαριστῶ. Σέ εὐχαριστῶ. Σέ εὐχαριστῶ.

            -Παιδί μου, τόν Θεό νά εὐχαριστεῖς πού ὁδήγησε νά βρεθῶ μέσα καί νά ἀρχίσομε αὐτή τήν κουβέντα καί νά σοῦ πῶ τό θέλημά του, ἀπό τήν σωστή πλευρά».

Ἡ τελειότητα τοῦ χριστιανικοῦ βίου

            Ἡ τελειότητα τοῦ χριστιανικοῦ βίου, λέει ὁ Χριστός εἶναι:

«Γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθώς καί ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος οἰκτίρμων ἐστί». Καί οἰκτίρμων σημαίνει, ὅταν βλέπετε πονεμένο νά κλαίει, νά κλαῖτε καί σεῖς μαζί του. Ὄχι τρίβοντας κρεμμύδια στά μάτια σας, ἀλλά ἀπό ἀγάπη καί ἀπό συμπόνια.         Θά τήν βάλετε τήν ἀγάπη μέσα στήν καρδιά σας!

            Δέν θά περιμένετε νά ρθεῖ μόνη της, ὅπως πέφτει ἡ βροχή στό κεφάλι σας. Θά γίνετε μιμητές τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ καλλιέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, αὐτή εἶναι ἡ βλάστησή του, αὐτή εἶναι ἡ καρποφορία του. Αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ ἀγώνας μας ἐπάνω στή γῆ.

            Πιστεύω στόν Χριστό σημαίνει: «ξέρω ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή  καί ἀγωνίζομαι νά περπατῶ κοντά στόν Χριστό καί πίσω ἀπό τόν Χριστό».

            Σέ μιά σπηλιά, μέσα σ’ ἕνα λαγκάδι ἀσκήτευε ἕνας καλόγερος. Ἔκανε ὅλη τήν ἡμέρα προσευχή. Ξεχνιόταν στήν προσευχή. Δέν ἤθελε νά τόν ἐνοχλεῖ τίποτε στήν προσευχή του. Τόσο τήν ἀγαποῦσε.

            Ἀλλά μιά ἡμέρα, ἐνῶ προσευχόταν, μέ τέτοια ἀφοσίωση, αἰσθάνθηκε κάτι νά ἀνεβαίνει στό πόδι του. Τόν ἐνόχλησε, καί γύρισε νά δεῖ. Καί τί εἶδε; Ἦταν ἕνα ποντίκι. Ἀνέβαινε στό πόδι του. Ὀργίσθηκε λοιπόν τοῦ κοπάνισε μιά καί τοῦ λέει:

            -Κάνε πίσω, ἐπάνω μου ἦλθες καί μάλιστα αὐτή τήν στιγμή; Νά μοῦ διακόψεις τήν προσευχή μου καί τήν ἐπικοινωνία μου μέ τόν Θεό.

            Τοῦ λέει τό ποντίκι:

            -Νά σοῦ πῶ πάτερ. Ἄν δέν φροντίσεις πρῶτα νά ἀποκτήσεις καλή ἐπικοινωνία μέ ἐμένα τό τιποτένιο, καί νά καταλάβεις ἐμένα, δέν θά ἀποκτήσεις ποτέ ἐπικοινωνία σωστή μέ τόν Θεό. Καί δέν θά καταλάβεις ποτέ σωστά τόν Θεό.

            Καί τό ποντίκι ἐξαφανίστηκε.

            Ὁ καλόγερος ἔτριβε τό κεφάλι του γιά νά καταλάβει τά σοφά λόγια πού τοῦ εἶπε τό ποντίκι: «Ἄν δέν ἀποκτήσεις σωστή ἐπικοινωνία μέ ἐμένα, καί δέν καταλάβεις ἐμένα, τό μικρό, τό ταπεινό, τό τιποτένιο πλάσμα πού βρίσκεται δίπλα σου, ποτέ δέν θά καταλάβεις τόν Θεό. Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη. Καί ὁ Θεός ζεῖ μέσα μας ὅταν ἔχομε, ὅταν θέλομε νά ἔχομε ἀγάπη».

            Κανείς δέν θά μπορέσει ποτέ νά ἐξηγήσει γιατί ἕνα παιδί τόσο μικρό, τόσο χαριτωμένο, τόσο ἀθῶο καί τόσο ἁγνό ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο. Ἡ μόνη ἐξήγηση πού δίνει ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι:      

Τό κακό πού ἔκανε ὁ Ἀδάμ, μένει νά μᾶς θυμίζει πόσο μεγάλο κακό εἶναι κεῖνο πού ἔχομε μέσα μας. Τό κακό πού γίνεται στόν κόσμο, τό φυσικό, εἶναι νά μᾶς θυμίζει τί κακό εἶναι κεῖνο πού εἶναι μέσα μας. Ἡ ἁμαρτία μας. Χωρίς νά φταίει ὁ τάδε ἤ ὁ τάδε. Ἡ ἁμαρτία φταίει.

            Καί ὅσο πιό πολύ βγάζομε τήν ἁμαρτία ἀπό μέσα μας, τόσο πιό πολύ γεμίζει ἡ καρδιά μας, τό πνεῦμα μας, ἡ ψυχή μας καί τό σῶμα μας ἀπό τή ζωή τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς ἀνοίγει τόν δρόμο γιά τήν ἀληθινή ζωή.

            Ἀφοῦ χάσαμε αὐτή τήν ἀληθινή ζωή ἐπάνω στή γῆ μέ τήν ἁμαρτία, νά κερδίσομε τήν αἰώνια καί τήν ἀληθινή ζωή, σέ ἄλλο τόπο καλύτερο ἀπό αὐτόν, χωρίς τά πάθη καί τά λάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

            Σέ κεῖνο τόν τόπο νά δώσει ὁ Θεός, νά εἴμαστε ὅλοι μαζί. Ἀμήν.-

Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στό Θεσπρωτικό στίς 5/10/2003

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration