Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Β΄ Κυριακής του Λουκά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Αγάπη προς τους εχθρούς

(Λουκ. 6, 31- 36)

Ὁ οὐρανός στή γῆ

            Ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ἀκούσαμε σήμερα, μεταδίδει ἕνα ὑπέροχο μήνυμα στίς ψυχές μας:

 

            Τό μήνυμα τῆς ἀγάπης. Τήν ὑποχρέωση πού ἔχομε, νά ἀγαπᾶμε ὅλους τούς ἀνθρώπους. Καί μάλιστα, ὄχι μόνο ἐκείνους ἀπό τούς ὁποίους περιμένομε ἀνταπόκριση, ἀλλά καί τούς ἄλλους, πού δέν ἀνταποκρίνονται θετικά στήν ἀγάπη μας. Ἀκόμη καί αὐτούς πού μᾶς μισοῦν.

            Νά ἔχομε δηλαδή, ἀπέναντι ὅλων καλή διάθεση, νά θέλομε νά τούς εὐεργετήσομε, νά σταθοῦμε κοντά τους, νά τούς στηρίξομε.

            Τό ἀνάγνωσμα, ἀναφέρεται στά ἑξῆς λόγια τοῦ Κυρίου:

            Ἄν κάποιος θέλει νά δανειστεῖ ἀπό ἐσένα, βοήθησέ τον. Ἔστω καί ἄν δέν περιμένεις νά σοῦ τό ἐπιστρέψει πάλι, βοήθησέ τον. Μήν ἀρκεῖσθε σ’ αὐτό πού κάνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καί οἱ μεγαλύτεροι ἁμαρτωλοί, πού ἀγαποῦν ὅσους τούς ἀγαποῦν καί τούς βοηθοῦν.

            Σεῖς, οἱ μαθητές μου, κάνετε κάτι περισσότερο γιά χάρη τοῦ Πατέρα σας πού εἶναι στόν οὐρανό. Ὁ ὁποῖος ἔχει πάρα πολλή καλωσύνη.

            Τόση, ὥστε βοηθάει ἀδιάκριτα, δίκαιους καί ἁμαρτωλούς.

Τεκμήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ

            Τό μεγαλύτερο τεκμήριο, ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη, ὅτι ὁ Χριστός βοηθᾶ καί συμπονεῖ ὄχι μόνο τούς δίκαιους, ἀλλά καί τούς ἁμαρτωλούς, εἶναι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.

            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μισοῦσε τόν Χριστό καί ἤθελε νά μήν ἀφήσει πάνω στή γῆ οὔτε ἕναν χριστιανό. Καί ἔπαιρνε τήν πρωτοβουλία ἀπό μόνος του, χωρίς νά τοῦ ἔχουν δώσει ἐντολή, νά πάει νά τούς ξεπαστρέψει, μέ δικῆς του ἐπιλογῆς καί δικῆς του ἐπιστράτευσης μπράβους· δηλαδή δημίους.

            Μά τί συνέβη; Τότε πού πήγαινε νά ἐξοντώσει τούς χριστιανούς, στό δρόμο πρός τήν Δαμασκό, τοῦ παρουσιάστηκε ὁ Χριστός ἐν δόξῃ. Ὅπως τόν εἶδαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καί τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Μέσα στό φῶς. Χωρίς νά τόν γνωρίζει.

            Τόν ρώτησε ὁ Παῦλος: «Κύριε, ποιός εἶσαι σύ»;

            Ἀπάντησε ὁ Χριστός: «Ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, ὅν σύ διώκεις».

            Ἀμέσως, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἔπεσε κάτω ἀπό τό ἄλογο στό ὁποῖο ἦταν ἀνεβασμένος καί τόν προσκύνησε.

            Μετά, τόν πῆραν καί τόν πῆγαν στή Δαμασκό. Τυφλό.

            Καί ἐκεῖ ὁ Χριστός μιλᾶ σ’ ἕνα ἱερέα, τόν ἀπόστολο Ἀνανία. Τοῦ λέει:

            -Πήγαινε στό σπίτι τοῦ Ἰούδα, καί βρές τόν Παῦλο. Πήγαινε νά τόν διδάξεις καί νά τόν βαπτίσεις.

            -Κύριε, ἀποκρίνεται ὁ Ἀνανίας, αὐτός θέλει νά μᾶς ἐκτελέσει. Ποῦ μέ στέλνεις;

            -Πήγαινε, τοῦ λέει ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι «σκεῦος ἐκλογῆς» μου.

            Τί σημαίνει «σκεῦος ἐκλογῆς»;

            Εἶναι ἑβραϊκή ἔκφραση· σημαίνει: «μοῦ εἶναι πολύ ἀγαπητός».

            -Ἀπό τά τόσα πού ὑπάρχουν στόν κόσμο, αὐτόν, τόν ἀγαπῶ περισσότερο.

            Γιά φαντασθεῖτε... Ἐκεῖνος πήγαινε νά σβύσει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καί ὁ Χριστός τόν καμάρωνε καί τόν ἀγαποῦσε, γιατί εἶχε μεγάλη καί καλή καρδιά, γεμάτη ζῆλο γιά τίς πατρικές του παραδόσεις. Καί τόν κάλεσε κοντά του!

            Τόν  ζῆλο του, τόν ἐνθουσιασμό του καί τόν ἡρωισμό του, νά τόν ἐκδηλώσει γιά τήν ἀλήθεια. Ὄχι γιά τό ψέμα.

            Τί μαρτυρεῖ αὐτό;

            Ὅτι ὁ Χριστός, δέν ἐνεργεῖ - ὅπως τό κάνομε ἐμεῖς - μέ βάση τά συναισθήματα τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου.

            Τί λένε αὐτά τά συναισθήματα;

            -Μέ ἀγαπᾶς; Σέ ἀγαπάω.

            -Μοῦ χαμογελᾶς; Σοῦ χαμογελάω.

            –Μέ μισεῖς μιά φορά; Σέ μισῶ δέκα.

            –Θέλεις νά μοῦ κάνεις κακό; Θά σέ πατήσω στό λαιμό.

            Λέει ἕνας μεγάλος σοφός:

            «Ἡ φιλοσοφία τοῦ κόσμου τούτου εἶναι:

            -Μπορεῖς νά ἁρπάξεις; Ἅρπαξε!

            –Μπορεῖς νά ἀδικήσεις; Ἀδίκησε!

            -Σκοπός εἶναι, νά γεμίσεις τήν τσέπη σου καί νά φτειάξεις τή ζωή σου.

            -Ἅμα σοῦ κάνουν κακό ἐκδικήσου. Ὅσο μπορεῖς περισσότερο».

Μοιάζεις τοῦ Πατέρα σου;

            Ἡ φιλοσοφία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετη!

            Νά φέρεσαι πάντοτε μέ ἀγάπη. Ἀνεξάρτητα ἀπό τό πῶς στέκονται οἱ ἄλλοι ἀπέναντί σου. Ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν σέ ἀγαπᾶνε.

            Νά τό κάνεις, ὄχι γιά κάποιον ἄλλο λόγο, ἀλλά γιατί ἔτσι  σέ θέλει ὁ Πατέρας σου ὁ ἐπουράνιος: νά τοῦ μοιάζεις.

            Πόση χαρά αἰσθανόμαστε, τί καύχημα ἔχομε, ὅταν μᾶς λένε ὅτι μοιάζομε τοῦ πατέρα μας καί τῆς μητέρας μας.

            Καί πόση χαρά αἰσθάνεται ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα, ὅταν γιά ἕνα καλό τους παιδί, τούς λένε: Σοῦ μοιάζει!

            Ἄν τό θεωροῦμε τιμή μας, νά μοιάζομε μέ τόν ἐπίγειο πατέρα μας, πόσο μεγαλύτερη τιμή εἶναι νά μοιάζομε μέ τόν ἐπουράνιο. Πού δημιούργησε τόν κατά σάρκα πατέρα μας καί τοῦ ἔδωσε τήν δύναμη νά μᾶς φέρει στόν κόσμο καί νά μᾶς μεγαλώσει.

            Τά παλιότερα χρόνια, κάθε πόλη εἶχε καί ἕνα φρούριο – πύργο, γιά νά προστατεύεται ἀπό ἐχθρικές ἐπιδρομές. Φρούριο ἰσχυρό καί ψηλό, στό ὁποῖο μποροῦσαν νά καταφύγουν οἱ κάτοικοι, γιά νά μή τούς σφάξουν οἱ βάρβαροι ἐπιδρομεῖς.

            Τό φρούριο τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι ἡ κακία καί ἡ ἐκδίκηση.

            Εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ καλωσύνη. Μέ αὐτά τά ὅπλα, νικᾶ τήν κακία τοῦ ἄλλου.

            Πόσα παραδείγματα βρίσκομε ὄχι μόνο στήν Ἁγία Γραφή ἀλλά καί στήν καθημερινότητα!

Σωματοφύλακας τοῦ ἐχθροῦ του

            Ὁ βασιληάς τῶν Ἑβραίων ὁ Σαούλ, μισοῦσε τόν νεαρό ὑπηρέτη του Δαυΐδ.

            Γιατί; Γιατί εἶχε γλυκειά φωνή, ὡραῖο παρουσιαστικό καί  καλωσυνάτη καρδιά. Ἀκόμη ἦταν γενναῖος πολεμιστής. Ὅλος ὁ  λαός ἐπαινοῦσε τόν Δαυΐδ. Καί ἐπειδή οἱ ἔπαινοι ἀκούονταν παντοῦ, ἀκόμη καί στό παλάτι, φθόνησε ὁ Σαούλ.

            Ποιός, ποιόν; Ὁ βασιληάς τόν ἀφοσιωμένο δοῦλο του. Τόν ὑπηρέτη του. Τέτοια εἶναι ἡ ἀσυλλόγιστη  καρδιά.

            Ζητοῦσε εὐκαιρία νά τόν σκοτώσει. Καί ὁ Δαυΐδ πῆρε τά βουνά γιά νά σωθεῖ. Ὁ βασιληάς τόν κυνηγᾶ στίς ἐρημιές καί στά δάση, ὁ ἴδιος, αὐτοπροσώπως.

            Κάποτε, ὁ Δαυΐδ ἦταν κρυμένος σ’ ἕνα σπήλαιο. Ὁ Σαούλ πέρασε ἀπό ἐκεῖ καί κατάκοπος ἀπό τήν ὁδοιπορία, μπῆκε μέσα ξάπλωσε γιά νά ξεκουραστεῖ καί ἀποκοιμήθηκε.

            Ἐνῶ κοιμόταν λένε στό Δαυΐδ οἱ σύντροφοί του:

            -Νά ὁ Σαούλ. Ὁ Θεός τόν ἔρριξε στά χέρια σου. Θά τόν σκοτώσουμε. Εὔκολη δουλειά.

            Ἀπαντᾶ ὁ Δαυΐδ:

            -Εὔκολη δουλειά! Ἀλλά μεγάλη ἁμαρτία. Γιατί δέν εἶναι μόνο βασιληάς. Ἔχει ἅγιο χρῖσμα. Τόν ἔχρισε ὁ Σαμουήλ σέ τόπο ἱερό. Εἶναι χριστός Κυρίου. Τέτοια ἁμαρτία δέν τήν κάνω, νά ἁπλώσω χέρι πάνω στό χριστό Κυρίου.

            -Καί τί θά κάνομε; Θά περιμένομε νά μᾶς σφάξει;

            Τόν πλησίασε ἀθόρυβα ὁ Δαυΐδ, τοῦ ἔκοψε ἕνα κομμάτι ἀπό τό ροῦχο του καί τό κράτησε. Μετά «ἔδωσε μάχη», νά καταφέρει τούς ἐξαγριωμένους κατά τοῦ Σαούλ ἄνδρες του, νά μή τόν σκοτώσουν ἐπί τόπου.

            «Καί ἔπεισεν Δαυΐδ τούς ἄνδρας αὐτοῦ ἐν λόγοις καί οὐκ ἔδωκεν αὐτοῖς ἀναστάντας θανατῶσαι τόν Σαούλ» (Α’ Βασ. 24, 8).

            Τελικά ξύπνησε ὁ βασιληάς καί βγῆκε ἔξω. Σέ λίγο πετάγεται ξοπίσω του ὁ Δαυΐδ.

            -Βασιληά μου, ποῦ πᾶς;

            Τόν ρώτησε:

            -Ποιός εἶσαι σύ;

            -Ἐγώ εἶμαι ὁ Δαυΐδ. Πῶς ξεκίνησες σύ ὁλόκληρος βασιληάς καί κυνηγᾶς ἕνα ψύλλο; Ἕνα ψοφίμι. Γιατί μέ καταδιώκεις; Τόσο ἐχθρό σου μέ θεωρεῖς; Κύτταξε τό ροῦχο σου, τί σοῦ λείπει...  Ἄν ἤθελα θά σέ εἶχα σφάξει.

            Καί τοῦ ἔδειξε τό κομμάτι ἀπό τό ροῦχο του.

            Συγκλονίστηκε ὁ Σαούλ:

            -Παιδί μου, τοῦ εἶπε, σύ εἶσαι πιστός καί ἐγώ τιποτένιος. Σύ εἶσαι τοῦ οὐρανοῦ· ἐγώ τῆς γῆς. Σύ εἶσαι δίκαιος· ἐγώ ἁμαρτωλός. Καί ἀφοῦ ἀγκάλιασε καί φίλησε τόν Δαυΐδ, τόν πῆρε κοντά του.

            Τί ἐνίκησε;

            Νίκησε, τό ὅτι ὁ Δαυΐδ δέν ἔγινε καθρέπτης τῶν συναισθημάτων τοῦ Σαούλ.

Τό δωμάτιο καί ὁ καθρέπτης

            Τί παθαίνομε ἐμεῖς;

            Σέ ἕνα δωμάτιο ἦταν ἕνας μεγάλος καθρέπτης. Κάποτε, μπῆκε ἐκεῖ ἕνα σκυλί καί βλέποντας ἀπέναντί του –στόν καθρέπτη- ἕνα ἄλλο σκυλί, ἄρχισε νά ὁρμᾶ καταπάνω του. Καί ὅσο ἔβλεπε τό ἄλλο, τό εἴδωλό του, μέσα στόν καθρέπτη νά ἀγριεύει, τόσο περισσότερο τό ζῶο ἀγρίευε. Τό ἄλογο ζῶο, πού δέν μποροῦσε νά καταλάβει, ὅτι αὐτό πού ἔβλεπε στόν καθρέπτη ἦταν ὁ ἑαυτός του.

            Ἔτσι τήν παθαίνομε...

            Βλέπομε τόν συνάνθρωπο λίγο μουτρωμένο. Χωρίς νά σκεφθοῦμε μήπως εἶναι πικραμένος ἀπό ἄλλη αἰτία, λέμε:

            «Ἐξ αἰτίας μου κάνει ἔτσι. Μέ εἶδε καί θύμωσε. Τά ἔχει μαζί μου». Καί ἀμέσως συννεφιάζομε. Γιατί γινόμαστε καθρέπτης. Καθρεπτιζόμαστε στά συναισθήματα τοῦ ἄλλου.

            Γιατί τό λείψανο τοῦ ἁγίου Διονυσίου εἶναι ἄφθαρτο καί ἀκέραιο μέχρι σήμερα;

            Μελετώντας τόν βίο του, καταλαβαίνομε ὅτι μιά ἀπό τίς ἀρετές του, πού τόν πῆγαν στόν Παράδεισο καί τοῦ ἔδωσαν τήν δόξα αὐτή, ἦταν ὅτι πάτησε ὅλα του τά συναισθήματα, ὅπως τοῦ τά δίδαξε ὁ παλαιός ἄνθρωπος.  Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας. Καί ὑπετάγη στό νόμο τοῦ Θεοῦ.

            Συγχώρησε τόν φονιά τοῦ ἀδελφοῦ του. Καί ὄχι μόνο τόν συγχώρησε, ἀλλά φρόντισε νά τραβήξει πάνω του τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὁδηγώντας τον σέ μετάνοια καί σώζοντάς τον ὁλοκληρωτικά.

            Δηλαδή ἀντί νά πάρει ἕνα μαχαίρι καί νά τοῦ τό βυθίσει στήν καρδιά, πῆρε ἕνα σφουγγάρι καί τοῦ ἔπλυνε τήν ἁμαρτία.

Ἡ «ὁδός τῆς ἀγάπης»

            Πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἀγάπη.

            Καί μάλιστα ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς.

            Ὅποιος ἔχει τόν ἡρωισμό νά συγχωρεῖ τόν ἐχθρό του, τόν ἀπογράφει ὁ Θεός στόν οὐρανό σάν δικό του. Ὄχι ἄνθρωπο, ἀλλά ἄγγελο. Μιμητή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πού μᾶς συγχώρησε ἀνεβαίνοντας στό Σταυρό.

            Καί ἐκείνους πού τόν σταύρωσαν, καί αὐτούς τούς συγχώρησε.

            Μιλώντας γι’ αὐτούς στήν προσευχή του, τότε πού ὑπόφερε χειρότερα ἀπό κάθε ἄλλη στιγμή, εἶπε στόν Ἐπουράνιο Πατέρα του:

            -Πάτερ ἄφες αὐτοῖς οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι.

            Πατέρα μου, συγχώρησέ τους. Δέν ξέρουν τί κάνουν. Ἄν ἤξεραν, ἄν εἶχαν ἐπίγνωση, δέν θά τό ἔκαναν.

            Νά τώρα τό ἐρώτημα:

            Ἐμεῖς, ὅπως συμπεριφερόμαστε, τίνος εἴμαστε;

            Τοῦ ἑαυτοῦ μας; Τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου;

            Ἤ γιά νά ποῦμε κάτι πιό φοβερό: Γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ θεολόγος:

            «Καθένας πού μισεῖ τόν ἀδελφό του εἶναι ἀνθρωποκτόνος» (Α΄ Ἰω. 3, 15). Καί μοιάζει, σ’ αὐτόν πού εἶναι «ἀνθρωποκτόνος ἀπ’ ἀρχῆς» (Ἰω. 8, 44). Δηλαδή τοῦ διαβόλου.

            Λοιπόν μέ ποιόν εἴμαστε μέ τόν διάβολο ἤ μέ τόν Χριστό;

            Γιατί ἀφήνομε τόν ἑαυτό μας, νά ἔχει μαῦρα  αἰσθήματα  γιά τόν πλησίον, κακία, φθόνο, ἀντιπάθεια;

            Ἄς φροντίζομε νά μιμούμεθα τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό καί τούς ἁγίους του.

            Μή νομίζομε, ὅτι αὐτά εἶναι μόνο γιά τούς ἁγίους.

            • Ζοῦσε μιά ἁπλή γυναίκα μέ τέσσερα παιδιά. Στήν κατοχή τά ἐκτέλεσαν οἱ Γερμανοί τήν ἴδια μέρα. Καί ἔμεινε στόν κόσμο μόνη της. Μά ὅλη τήν ἡμέρα ἔλεγε:

            «Ὁ Θεός νά τούς συγχωρήσει. Δέν κρατάω κακία σέ κανένα. Ὁ Θεός νά ἐλεήσει καί ἐκείνους καί ἐμένα».

            • Μιᾶς ἄλλης γυναίκας, κάποιοι κακοποιοί, ἔσφαξαν τήν κόρη της καί τήν παράτησαν στήν ἐρημιά. Τό ἄλλο παιδί της, μόλις εἶδε τήν νεκρή ἀδελφή του, ἔχασε τά λογικά του.

            Ἔτσι, ὅταν γινόταν ἡ κηδεία πῆγαν τήν κόρη στό κοιμητήριο καί τόν ἀδελφό της στό ψυχιατρεῖο.

            Ἡ μάννα τους, ἡ ἁγία γερόντισσα, μένοντας μοναχή της, ἐφώναζε χωρίς νά σταματᾶ:

            «Ὁ Θεός νά τούς συγχωρήσει ὅλους».

            Οἱ ἄλλοι πού τήν ἄκουγαν νά προσεύχεται ἔτσι τήν ἔβριζαν.

            -Νά τούς καταραστεῖς πρέπει· τῆς ἔλεγαν.

            Ἀπαντοῦσε:

            -Ὁ Θεός, μᾶς βλέπει ἀπό πάνω. Πῶς θά τόν πῶ Πατέρα, πῶς θά πῶ τό «Πάτερ ἡμῶν», ἄν δέν συγχωρήσω τόν ἐχθρό μου»;

            • Στήν Πολώνια τῆς Ἰταλίας ὑπάρχει ἕνας δρόμος μέ τό ὄνομα: «ὁδός της ἀγάπης».

            Ἐκεῖ ἦταν τό σπίτι μιᾶς φτωχῆς, πού ἔκρυψε σάν τόν Ἅγιο Διονύσιο, τόν φονιά τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ της. Ἐνῶ τόν καταδίωκαν, ἐκείνη τόν δέχθηκε, τόν συγχώρησε καί τόν ἄφησε νά φύγει, χωρίς νά τόν καταδώσει.

            Ὅταν τῆς ζήτησαν τό λόγο εἶπε:

            -Μέγας ὁ Κύριος. Μᾶς εἶπε νά ἔχομε ἀγάπη.

            Ἐμεῖς, ἀντί νά ὀνομάζομε τούς δρόμους: «ὁδός τῆς ἀγάπης», εἶναι καλύτερο νά περπατᾶμε στό δρόμο τῆς ἀγάπης. Δηλαδή, νά ζοῦμε μέ ἀγάπη, συγχώρηση, καλωσύνη.

            Εἶπε ὁ Χριστός:

            Ὅταν τό κάνετε, μοιάζετε τοῦ Πατέρα σας, πού εἶναι οἰκτίρμων, γεμάτος καλωσύνη γιά τούς ἁμαρτωλούς καί πονηρούς.

            Καί νά ξέρετε: τέλειος εἶναι ἐκεῖνος πού μοιάζει τοῦ Πατέρα του, ὄχι στή δύναμη, ὄχι στή σοφία, ὄχι στήν παγγνωσία, δέν εἶναι δυνατόν.

            Ἀλλά στήν καλωσύνη καί στήν ἀγάπη.

            Αὐτή εἶναι ἡ τελειότητα.

            Τί θά μᾶς ὠφελήσει, ἄν ἀκολουθώντας τήν φιλοσοφία τοῦ κόσμου τούτου, ἐκδικούμεθα τούς ἄλλους;

            Μιά μέρα ἡ ἐπίγεια ζωή μας θά τελειώσει.

            Ἄν δέν τηρήσομε τό νόμο τοῦ Θεοῦ τί θά κερδίσομε ἀπό τήν ζωή αὐτή;

            Σήμερα, δέν ἔχει καθόλου σημασία γιά μᾶς, ἄν περάσαμε μερικές γλυκές ἤ πικρές στιγμές στό παρελθόν. Πολύ περισσότερο αὐτό δέν θἄχει καμμιά σημασία μετά τόν θάνατο.

            Γι’ αὐτό ἀληθινά εὐτυχισμένοι, εἶναι ὅσοι δέχονται μέ ταπείνωση καί ὑπακοή τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου μας, πού λέγει:

            «Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν». Ἀμήν.-

                     Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στόν Ἀμμότοπο στίς 4/10/1998

Σχετικά Άρθρα

©2005-2016 Zoiforos.gr || Σχεδίαση - Ανάπτυξη Lweb.GR