Ζωηφόρος

Ομιλία στην Κυριακή των Αγ. Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

Ομιλία στην Κυριακή των Αγ. Πατέρων

της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου

που αναφέρεται στην αιώνια ζωή

και στην αξία της προσευχής

για τους κεκοιμημένους

(Ἰω. 17, 1-13)

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης

κ. Μελετίου


***

Διασκευασμένη ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου,

πού ἔγινε στό Ριζοβούνι στίς 23-5-2004

***

Καί ἄν ὑπάρχει κάτι;

            Τό Εὐαγγέλιο σήμερα μᾶς εἶπε: «Αὕτη ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή ἵνα γινώσκωσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν».

            Δηλαδή ἡ αἰώνια ζωή εἶναι νά πιστεύει ὁ ἄνθρωπος στόν Ἰησοῦν Χριστόν.

            Μαζευτήκαμε σήμερα στήν Ἐκκλησία ἐπειδή πιστεύομε στήν αἰώνια ζωή. Γι’ αὐτήν ἤρθαμε. Καί γιά τόν Χριστό ἤρθαμε.

            Κάποια φορά ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πού τό καυχιόταν καί καμάρωνε ὅτι δέν πιστεύει σέ τίποτε. Ὅτι εἶναι ἄθεος. Ἀλλά τά χρόνια περνᾶνε. Ἔφθασε ἡ στιγμή τοῦ θανάτου του καί τότε εἶπε στή γυναίκα του:

            -Δέν πᾶς νά φέρεις ἕναν παπᾶ νά ἐξομολογηθῶ καί νά κοινωνήσω;

            Τοῦ λέει ἐκείνη:

            -Μά δέν εἶσαι ἄθεος; Τί τόν θέλεις τόν παπᾶ. Ἄστα αὐτά. Ὑπάρχει τίποτε; Σ’ ὅλη σου τή ζωή ἔλεγες ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε.

            Ἀπάντησε:

            -Καί ἄν ὑπάρχει κάτι, τί γίνεται;

            Καί ἄν αὐτό τό «κάτι», δέν εἶναι ἕνα σαριδάκι, οὔτε μιά χωρίς σημασία λεπτομέρεια, ἀλλά εἶναι ὁ Θεός τῆς δόξης καί ἡ αἰώνια ζωή; Τότε τί γίνεται;

            Ἐπέμεινε ὁ ἄνθρωπος λέγοντας· «πήγαινε φέρε ἕναν παπᾶ». Ἡ γυναίκα του πῆγε καί τόν ἔφερε. Καί ἐξομολογήθηκε καί κοινώνησε.

            Γιατί φερνόταν ἔτσι;

            Ἦταν πραγματικά ἄθεος;

            Ἄθεος, δέν εἶναι κανένας ἀπό φυσικοῦ του.

            Ὅλοι πιστεύουν καί τό καταλαβαίνουν ὅτι ὑπάρχει Θεός καί αἰώνια ζωή. Ἀλλά μερικοί φέρονται σάν τά πεισμωμένα παιδάκια, πού θέλουν νά κάνουν τόν καμπόσο. Ἔτσι γιά νά φαίνονται. Γιά νά τούς περνάει... Καί ταλαιπωροῦν ὄχι τούς ἄλλους, ἀλλά τόν ἑαυτό τους. Μετά μπλέκουν σέ ἕνα φαῦλο κύκλο, ἀπό τόν ὁποῖο δέν ξέρουν πῶς νά βγοῦν.

            Νά μᾶς ἐλεεῖ ὁ Θεός, νά μή γινόμαστε σέ μεγάλη ἡλικία νήπια, ἤ ἔστω ἔφηβοι, πού πεισμώνουν καί μπλέκονται στά δίχτυα τοῦ διαβόλου καί δέν ξέρουν πῶς νά ξεμπλέξουν.

Ποῦ νά φτάσει τό μυαλουδάκι μας...

            Ἀλλά τί εἶναι ἡ αἰώνια ζωή καί τά ἀγαθά της;

            Αἰώνια ζωή, εἶναι ὁ Χριστός. Καί ἡ ἀγάπη του.

            Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά μᾶς. Σταυρώθηκε γιά μᾶς. Ἐπειδή ἐμεῖς, ἄνθρωποι ἀδύνατοι καί ἀμελεῖς –νά τό τονίζουμε τό ἀμελεῖς- ὄχι μόνο ἀδύνατοι, ἀλλά καί ἀμελεῖς καί μέ λίγο μυαλό, κάνομε ἄσχημους ὑπολογισμούς καί ἄσχημες κρίσεις καί λερωνόμαστε.

            Καί ἔχυσε τό αἷμα του ὁ Χριστός, γιά νά μᾶς πλύνει, καί νά μᾶς ἁγιάσει, ἐπειδή μᾶς ἀγαπᾶ σάν πλάσματά του καί μᾶς θέλει κοντά του.

            Ἄς θυμηθοῦμε, ὅτι ἦταν σταυρωμένος δίπλα του ἕνας ληστής. Κακοποιός, φονιᾶς, ἄνθρωπος τοῦ ὑποκόσμου. Μά λίγο πρίν ξεψυχήσει, εἶπε στόν Χριστό: «Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου». Καί ὁ Χριστός τοῦ ἀπάντησε: «Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῇ Βασιλείᾳ μου».

            Πῶς ἔτσι γρήγορα στόν Παράδεισο ὁ ληστής; Ὁ φονιᾶς; Ὁ ὑπόκοσμος; Ἀπάντηση:

            Πλήρωσε γι’ αὐτόν ὁ Χριστός.

            Μέ τό αἷμα του καί τήν ἀγάπη του. Ἔβαλε ἀντίτιμο τόν ἑαυτό του. Λέμε τήν Μεγάλη Πέμπτη: «Τόν ληστήν αὐθημερόν τοῦ Παραδείσου ἠξίωσας Κύριε, κἀμέ τῷ ξύλῳ τοῦ Σταυροῦ φώτισον, συγχώρησον καί σῶσον με».        Πᾶρε με καί ἐμένα μαζί μέ τόν ληστή Χριστέ μου.

            Ξέπλυνε καί μένα μέ τό αἷμα σου.

            Πές μου καί ἐμένα τήν καλή κουβέντα: «Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ. Γιά σένα ἦλθα στόν κόσμο».

            Γύρω στό 400 μ. Χ. ἦταν δυό καλοί χριστιανοί. Διαρκή φροντίδα τους εἶχαν τήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τήν προσευχή καί τά καλά ἔργα. Ἀλλά διαφωνοῦσαν σέ κάτι. Στό πῶς θά εἶναι ὁ Παράδεισος... Λογόφερναν γιά τό θέμα αὐτό καί ἐπέμεναν στή γνώμη τους. Τελικά συμφώνησαν, ὅτι ὅποιος πεθάνει πρῶτος, ἄν πάει στόν Παράδεισο, νά φανερωθεῖ στόν ἄλλο καί νά τοῦ πεῖ πῶς εἶναι.

            Κάποτε πέθανε ὁ ἕνας καί ὁ ἄλλος τόν βλέπει στόν ὕπνο του ὁλόφωτο. Γεμάτο χαρά καί δόξα. Τόν ρωτᾶ:

            -Εἶσαι στόν Παράδεισο;

            -Ὅπως τό βλέπεις, στόν Παράδεισο εἶμαι.

            -Καί πῶς εἶναι; Ὅπως τά ἔλεγα ἤ ὅπως τά ἔλεγες;

            -Ἐντελῶς διαφορετικά ἀπ’ ὅτι τά λέγαμε καί οἱ δύο.

            Τί σημαίνει αὐτό; Ποῦ νά φτάσει τό μυαλουδάκι μας νά βρεῖ τί εἶναι ὁ Παράδεισος καί τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ.

            Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

            «Μέ ἀξίωσε ὁ Θεός καί ἀνέβηκα στόν τρίτο οὐρανό. Καί εἶδα πράγματα, πού δέν εἶναι δυνατόν στόμα ἀνθρώπου νά τά περιγράψει καί νά τά ἐξιστορήσει, οὔτε μυαλό ἀνθρώπου νά τά καταλάβει».

            Πρίν μερικά χρόνια* πέθανε στή Γαλλία ἕνας μεγάλος ἀκαδημαϊκός. Ἀπό τούς σοφώτερους ἀνθρώπους τῆς δυτικῆς Εὐρώπης. Ὁ Φρανσουά Μωριάκ. Αὐτός πίστευε σάν νά ἦταν μικρό παιδί, σάν ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος τοῦ χωριοῦ. Μέ τόση ἁπλότητα! Καί τό διεκήρυττε.

            Μιά μέρα κάποιος τόν πείραξε:

            -Δέν μοῦ λές κύριε Μωριάκ, ἐσύ ἀγωνίζεσαι γιά τόν Παράδεισο. Μᾶς λές τί εἶναι αὐτός ὁ Παράδεισος;

            -Ἄκουσε ἀγαπητέ μου, τοῦ ἀπαντᾶ. Ἐγώ ξέρω ὅτι ὁ Θεός εἶναι καλός. Μέ ἀγαπᾶ. Καί εἶναι σοφός. Καί ξέρω ὅτι ὁ πανάγαθος Θεός, ἑτοιμάζεται νά μοῦ κάνει μιά ἔκπληξη. Ποτέ δέν τόν ρώτησα, οὔτε ἔκατσα νά σκεφθῶ, τί ἔκπληξη θά μοῦ κάνει. Ἀλλά ξέρω, ὅτι αὐτή ἡ ἔκπληξη πού μοῦ ἑτοιμάζει, εἶναι τόσο μεγάλο καί τόσο ὡραῖο πράγμα, ὅσο εἶναι ἐκεῖνος παντοδύναμος καί σοφός. Πῶς νά τό περιγράψω; Τί μοῦ ζητᾶς;

            Ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀνοησία, μεγαλύτερη καθυστέρηση στό μυαλό, ἀπό τό νά ὑπάρχει ἄνθρωπος πού καυχιέται πώς εἶναι μυαλωμένος καί λογικός καί ὅμως παίζει κορώνα-γράμματα τόν Παράδεισο; Καί δέν κοπιάζει νά τόν κερδίσει; Καί δέν ἀγωνιᾶ ἄν θά πάει ἐκεῖ;

Εὐεργέτησε ζῶντες καί νεκρούς. Μπορεῖς!

            Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: Μακάριοι οἱ ἐκζητοῦντες τά μαρτύρια αὐτοῦ. Καλότυχοι ἐκεῖνοι πού ψάχνουν νά βροῦν ἀπαντήσεις στό λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά τό πῶς πρέπει νά ζοῦν πάνω στή γῆ. Μακάριοι οἱ ἄνθρωποι πού μελετοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Μακάροι ὅσοι κάνουν ὅτι καλό μποροῦν γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

            Ὅμως ὅλοι τό ξέρομε...

            Ὅτι καί νά κάνομε, σιγουριά δέν ἔχομε χωρίς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ποῦ νά ξέρομε ἄν τά ἔργα μας εἶναι τόσο καλά ὥστε νά εἶναι εὐάρεστα στό Θεό; Γι’ αὐτό ὅσο ζοῦμε, φροντίζομε νά κάνομε νηστεῖες προσευχές, ἐλεημοσύνες κλπ· ὅτι καλό περνᾶ ἀπό τά χέρια μας.

            Καί ὅταν πεθάνομε, φροντίζουν οἱ δικοί μας νά μᾶς προσφέρουν κάτι. Γιατί;

            Ὅποιος πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἔχυσε τό αἷμα του γιά μᾶς, ἀγαπᾶ τόν Χριστό. Εἶναι δυνατό νά μή τόν ἀγαπήσεις; Καί ἀφοῦ ἔχυσε τό αἷμα του ὄχι μόνο γιά μένα, ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀγαπῶ καί τούς ἄλλους. Τούς ἀγαπῶ ὅπως θέλει ὁ Χριστός. Θέλω νά εἶναι καί αὐτοί κοντά του στήν αἰώνια ζωή. Καί ἀγωνίζομαι νά κερδίσω τήν αἰώνια ζωή ὄχι μόνο ἐγώ μά καί οἱ ἄλλοι. Πῶς;

            Εἶπε ὁ Χριστός: Ἔχετε τήν δυνατότητα νά κάνετε καλά ἔργα γιά τόν ἑαυτό σας. Μά ὅτι κάνετε γιά κάποιον ἄλλο, ἐγώ τό δέχομε πολύ πιό καλύτερα, ἀπό ὅτι ἄν τό κάνατε γιά τόν ἑαυτό σας.

            Δέν εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι ὅποιος δώσει ἕνα ποτήρι νερό στόν διψασμένο, ἐγώ θά τόν πάρω στόν Παράδεισο;

            Ὅποιος ἐπισκεφθεῖ ἕναν πικραμένο, ἐγώ θά τόν πάρω στόν Παράδεισο;

            Πόσο ἀρέσουν στόν Χριστό τά καλά ἔργα γιά τούς ζωντανούς καί γιά τούς πεθαμένους. Γι’ αὐτό μᾶς ἔδωσε τό δικαίωμα νά κάνομε προσευχές, νηστεῖες, νά κοινωνοῦμε, νά κάνομε ἐλεημοσύνες καί μνημόσυνα γιά τήν ψυχή τοῦ κεκοιμημένου μας.

Ἡ ἀξία τῆς μνημονεύσεως

            Ὑπῆρχε στή Ρωσία ἕνας ἅγιος πού λεγόταν Θεοδόσιος καί ἦταν ἀρχιεπίσκοπος στό Τσερνιγκώφ.

            Διακόσια χρόνια μετά τήν κοίμησή του, καί ἐνῶ στόν τάφο του γίνονταν πολλά θαύματα, ἀποφάσισαν νά ἀνοίξουν τόν τάφο καί νά δοῦν τά λείψανά του. Τόν βρῆκαν ἄφθαρτο. Ἀνέλαβαν νά τόν βάλουν σέ λάρνακα νά προσκυνᾶ ὁ κόσμος. Ἀφοῦ τό ἔκαναν, ἐμφανίζεται ὁ ἅγιος σέ ἕναν παπᾶ, Ἀλέξιος λεγόταν, καί τοῦ λέει.

            -Σέ εὐγνωμονῶ γι’ αὐτά πού ἔκανες γιά μένα.

            Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ παπᾶ-Ἀλέξης:

            -Ἐσύ μέ εὐγνωμονεῖς ἅγιε τοῦ Θεοῦ; Ἐγώ πῆρα ἀπό ἐσένα ἁγιασμό καί δύναμη γιά τό ἔργο μου! Τί εἶναι αὐτά πού λές...

            -Σέ εὐχαριστῶ, ἐπανέλαβε ὁ ἅγιος. Μέ τίμησες καί μέ ὑπηρέτησες. Κάνε ὅμως καί κάτι ἄλλο. Νά μνημονεύεις τόν πατέρα μου καί τήν μητέρα μου. Νικήτα καί Μαρίνα.

            -Ἐσύ ἅγιε πού εἶσαι δίπλα στό θρόνο τοῦ Χριστοῦ ἔχεις ἀνάγκη τό δικό μου μνημόνευμα;

            -Ναί, παπᾶ μου. Γιατί σύ ὅταν μνημονεύεις στήν Ἐκκλησία καί βγάζεις μερίδα, τήν βουτᾶς στό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Καί λές: «πλῦνε Χριστέ μου τά ἁμαρτήματα τῶν δούλων σου πού μνημονεύσαμε, μέ τό αἷμα σου τό ἅγιο».

            Αὐτό εἶναι ἀνώτερο ἀπό ὅλες τίς προσευχές, ὅλων τῶν ἁγίων. Ἔτσι εἶπε ὁ ἅγιος Θεοδόσιος.

Ὁδηγίες ζωῆς αἰωνίου

            Ρώτησε κάποιος νέος τόν Χριστό:

            -Τί πρέπει νά κάνω διδάσκαλε, γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;

            Τοῦ εἶπε ὁ Χριστός:

            -Τίς ξέρεις τίς ἐντολές. Πρώτη ἐντολή εἶναι νά ἀγαπᾶς τόν Θεό, νά τόν λατρεύεις, νά τηρεῖς τό θέλημά του...

            Τί εἶναι οἱ ἐντολές;

            Ὁδηγίες γιά τήν αἰώνια ζωή.

            Τί ἄλλο νά τηρεῖς;

            Ἐκεῖνα πού λέει ἡ Ἐκκλησία. Καί αὐτά εἶναι συμβουλές γιά τήν αἰώνια ζωή.

            Εἴτε τό εἶπε ὁ Χριστός, εἴτε τό εἶπαν οἱ δοῦλοι του, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, περίπου τό ἴδιο εἶναι.

            Ὁδηγίες εἶναι γιά τήν αἰώνια ζωή.

            Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός, πρῶτα νά πιστεύομε στόν Χριστό τόν ἀληθινό Θεό καί τήν αἰώνια ζωή· καί νά ἐργαζόμαστε γιά τήν αἰώνια ζωή μέ πίστη. Ἀμήν.-

           

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration