Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής του Τυφλού, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

Ομιλία

στο ευαγγελικό ανάγνωσμα

της Κυριακής του Τυφλού

(Ιω. 9, 1-38)

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης

κ. Μελετίου


Διασκευασμένη ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου,

πού ἔγινε στόν Γυμνότοπο τήν 1/6/2003.

***

Μιά μεγάλη εὐλογία

            Κάθε φορά πού ἀξιωνόμαστε νά μπαίνομε στήν Ἐκκλησία, στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας τοῦ ἐπουράνιου, πρῶτα ἀπ’ ὅλα πρέπει νά τόν εὐχαριστοῦμε γιατί μᾶς φώτισε νά θέλομε καί μᾶς ἀξίωσε νά μπορέσομε νά ἔλθομε στό σπίτι του· κοντά του.

            Ἐρχόμαστε, γιά νά τοῦ ποῦμε δύο λόγια, καί νά πάρομε τήν εὐλογία του, τήν χάρη του, καί τίς δωρεές του, πού εἶναι τόσο πολλές καί τόσο μεγάλες πού δέν μπορεῖ κανείς νά τίς ἐξαριθμήσει.

            Μιά ἀπό τίς μεγάλες εὐλογίες καί εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία, εἶναι ὅτι ἀκοῦμε στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς μας, τόν λόγο του καί αἰσθανόμαστε τήν παρουσία του.

            Αὐτό γίνεται ἰδιαίτερα μέ τήν ἀνάγνωση τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, πού μᾶς διηγεῖται πῶς ὁ Θεός τῆς δόξης, ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς καί γιά τήν σωτηρία μας καί περπάτησε ἀνάμεσά μας.

            Καί ἄν ὄχι σέ μᾶς τούς ἴδιους, σέ κάποιον ἄλλον ἀδελφό μας, ἔδωσε τήν χάρη του, τήν δύναμή του καί τόν φωτισμό του, γιά νά δείξει καί σέ μᾶς, πῶς θά φύγομε ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν πλάνη. Γιά νά βρεθοῦμε ὅσο μποροῦμε, καί ὅσο εἶναι δυνατόν, πιό οὐσιαστικά, κοντά του.

Τό δράμα τοῦ σκοταδιοῦ

            Σήμερα τό Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιά ἕναν «τυφλό ἐκ γενετῆς».

            Τυφλός ἐκ γενετῆς, σημαίνει: δέν εἶδε ποτέ τό φῶς.

            Δέν εἶδε ποτέ τά δένδρα, τά βουνά, τίς θάλασσες, τά ἀστέρια.

            Δέν εἶδε ποτέ τό πρόσωπο τοῦ πατέρα του καί τῆς μητέρας του.

            Δέν εἶδε ποτέ χαμόγελο.

            Δέν εἶδε ποτέ τίποτε.

            Λίγο νά μείνομε τυφλοί, νά μᾶς κλείσουν τά μάτια, αἰσθανόμαστε τραγικά δυστυχισμένοι. Γιά φαντασθεῖτε· γιά ὅλη του τή ζωή ὁ τυφλός ποτέ νά μήν ἔχει δεῖ τίποτε.

            Τί ταλαιπωρία καί τί δυστυχία!

            Γι’ αὐτό, ὅταν θέλομε νά ποῦμε σέ κάποιον, νά προσέχει κάτι πολύ λέμε: «Σάν τά μάτια σου».

            Τό ἅγιο Εὐαγγέλιο μᾶς λέγει, ὅτι σκότος βαθύ καί ἐξώτερο εἶναι ἡ κόλαση. Ἅμα θέλαμε λοιπόν νά ποῦμε τί ἦταν ἡ ζωή αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, πρέπει νά ποῦμε: ἦταν μία κόλαση.

            Στήν κόλαση οἱ ἄνθρωποι δέν βλέπουν τίποτε. Δέν βλέπουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Τό νά βλέπει ὁ ἕνας τόν ἄλλο, εἶναι ἡ μεγαλύτερη παρηγοριά στόν κόσμο αὐτό.

Τό ὀμορφότερο καί τό μεγαλύτερο πράγμα

            Νά ὅμως, πέρασε ἀπό ἐκεῖ ὁ Χριστός.

            Ἀπό τόν τόπο πού βρισκόταν ζητιανεύοντας γιά νά ζήσει ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός. Καί τί ἔκανε;

            Πῆγε κοντά του. Ἔκατσε δίπλα του. Ἔφτυσε κάτω, ἔφτειαξε ἀπό τό σάλιο του λίγη λάσπη, τοῦ τήν ἔβαλε στά μάτια καί τοῦ εἶπε: «Πήγαινε πλύσου τώρα». Πῆγε καί πλύθηκε ὁ τυφλός καί ἄνοιξαν τά μάτια του καί ἔβλεπε.

            Ἄνοιξαν τά μάτια τοῦ σώματός του, ἄνοιξαν καί τά μάτια τῆς ψυχῆς του. Καί εἶδε καί κατάλαβε τήν δύναμη καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ.

            Αὐτή ἡ αἴσθηση, νά συναισθάνεται ὁ ἄνθρωπος τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τήν δύναμή του, εἶναι τό ὀμορφότερο καί τό μεγαλύτερο πράγμα στόν κόσμο.

            Ἕνας μεγάλος φιλόσοφος λέγει:

            «Αὐτά πού βλέπομε μέ τά μάτια τοῦ σώματος ὄμορφα καί γλυκά, εἶναι ὅλα πικρά.

            Τά μεγάλα δέν τά βλέπομε μέ τά μάτια τοῦ σώματος.        

Ἀλλά εἶναι πολύ πιό μεγάλα ἀπό τά φαινόμενα».

            Ποιά εἶναι αὐτά;

            Ἡ στοργή, ἡ ἀγάπη, ἡ καλωσύνη, ἡ ἀλήθεια, ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἡ προστασία του, ἡ χάρη του.

            Τί νά τήν κάνεις τήν ζωή, τό φαγητό καί τό ποτό, ὅταν δέν ἔχεις ἀπό αὐτά. Χωρίς αὐτά, ἡ ζωή εἶναι ταλαιπωρία. Κόλαση εἶναι. Κάθε μέρα καί μεγαλύτερη πίκρα. Καί μεγαλύτερο φαρμάκι.

            Πῶς βρῆκε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός;

            Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή:

            Ὁ Θεός, πῆγε κοντά του. Ἐκεῖνος, τοῦ τήν ἔδωσε.

            Ἔφτειαξε λάσπη. Ἅπλωσε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός τά χέρια του καί τά ἀκούμπησε στά μάτια του. Τοῦ ἔβαλε τό σάλιο του στά μάτια του. Ὁ Θεός, σέ ὅλα ὅσα ἔχει, εἶναι παντοδύναμος. Γεμάτος χάρη, εὐλογία, εὐεργεσία.

            Γι’ αὐτό τό σάλιο του ἄνοιξε τά μάτια τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Καί τόν ἔκανε νά βλέπει ὄχι μόνο τά ἔξω -ἐκεῖνα πού δέν ἔβλεπε- ἀλλά τοῦ ἄνοιξε τά μάτια τῆς ψυχῆς νά δεῖ βαθύτερα καί καλύτερα. Τί νά δεῖ;

            Ἐκεῖνα πού προσπαθοῦσε νά φαντασθεῖ:

            Τήν στοργή, τήν ἀγάπη, τήν ἀλήθεια καί προπαντός τήν παρουσία τοῦ μεγάλου Θεοῦ, σωτήρα καί εὐεργέτη μας, κοντά του.

            Καί ἄρχισε νά φωνάζει καί νά τό διακηρύττει ὅτι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἔγινε καλά.

Ὑπάρχουν καί ἄς λέμε

            Ἀλλά τί παράξενο!

            Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού ἐκτός ἀπό ἐκεῖνα πού βλέπουν μέ τά μάτια τοῦ σώματος, δέν ξέρουν νά βλέπουν ἄλλα παραπέρα. Τό κακό εἶναι, πού ἐνῶ εἶναι ταλαίπωροι γι’ αὐτό, αὐτοί καμαρώνουν. Νομίζουν πῶς ξέρουν περισσότερα ἀπό ὅσα εἶπε ὁ Χριστός.

            Γιά νά δοῦμε, τί περισσότερα ξέρουν;

            Λέει ὁ Χριστός:

            Τί θά ὠφελήσει τόν ἄνθρωπο, ἄν κερδίσει τόν κόσμο ὅλο καί χάσει τήν ψυχή του καί τήν αἰώνια ζωή;

            Πές ὅτι ἕνας θεώρησε κέρδος τά ἐπίγεια. Πάλαιψε, κέρδισε ὅλο τόν κόσμο, ἔγινε ἄρχοντας τοῦ πλούτου· μά πεθαίνοντας πάει στήν κόλαση. Καί ἔχασε τήν αἰώνια ζωή, καί τήν ψυχή του.

            Ὅσο ζοῦσε, μπορεῖ νά μήν πίστευε τίποτε.

            Μά γιά φαντασθεῖτε, τί τραγωδία νά διαπιστώσεις τότε, ὅτι ὑπάρχει ψυχή καί αἰώνια ζωή. Κατόπιν ἑορτῆς βέβαια. Τήν στιγμή πού θά κλείσεις τά μάτια.

            Ἄν ἡ αἰώνια ζωή ἐξαρτιώταν ἀπό τό τί σκέπτεται γι’ αὐτήν ὁ καθένας, τότε ὅτι θέλεις πίστευε...

            Ἀλλά ὅπως τά φαινόμενα μέ τά μάτια τοῦ σώματος: οἱ πέτρες, τά δένδρα, τό σύμπαν, ὑπάρχουν ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν τό παραδεχόμαστε ἤ ὄχι, τό ἴδιο ἤ μᾶλλον πολύ περισσότερο συμβαίνει καί μέ τήν αἰώνια ζωή. Ὑπάρχει -ὅπως τό βεβαιώνει ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός- ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί πιστεύομε γι’ αὐτή.

            Ἄν δέν τήν βλέπομε φταῖνε τά μάτια μας.

            Γι’ αὐτό, ἐπειδή εἶναι πραγματικότητα, τί θά ὠφελήσει τόν ἄνθρωπο, ἄν κερδίσει τόν κόσμο ὅλο καί χάσει τήν αἰώνια ζωή; Τί θά δώσει ὁ ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα γιά τήν ψυχή του;    Μέ τί θά τήν ἀγοράσει καί μέ τί θά τήν πουλήσει τήν ψυχή του;

Νά πᾶμε καί μέ τήν καρδιά κοντά του

            Νά γιατί ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο φῶς.

            Ἦλθε κοντά μας νά μᾶς φωτίσει, νά μᾶς ἀνοίξει τά μάτια, νά μᾶς βοηθήσει νά βλέπομε λίγο πιό καλά καί πιό καθαρά τήν ἀλήθεια, τό φῶς, τήν αἰώνια ζωή, τήν δόξα πού μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει στόν οὐρανό.

            Κάποτε, ἕνας μεγάλος παληάνθρωπος, πού ἦταν καί ληστής, ὅλη του τή ζωή πίστευε ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό ὅτι θά κερδίσει.

            Γι’ αὐτό ἔκλεβε καί σκότωνε χωρίς φόβο Θεοῦ.

            Μιά μέρα τόν ἔπιασαν καί τόν κάρφωσαν στό σταυρό. Καί βλέποντας τόν Χριστό ἀπέναντί του, κατάλαβε ὅτι ἡ ζωή του ὁλόκληρη ἦταν λάθος καί τοῦ εἶπε: «Μνήσθητί μου Κύριε».

            Φωτίστηκε ἡ καρδιά του, κατάλαβε τό λάθος του, καί ὁ πολυεύσπλαγχνος Θεός, πού γι’ αὐτό ἦλθε στόν κόσμο, γιά νά μήν μᾶς ἀφήσει νά μᾶς παίρνει τό ποτάμι τοῦ σκοταδιοῦ καί τῆς κακῆς μας διάθεσης, τῆς τύφλωσής μας, πού μᾶς ἔρχεται ἀπό χίλια-δυό αἴτια, βλέποντας τον νά λέει: «Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου», τόν συγχώρησε.

            Γιά νά μᾶς δείξει ὅτι καί ἐμεῖς πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε, γιά νά μή χάσομε τά πάντα. Νά γνωρίσομε τόν Χριστό, νά γνωρίσομε τήν ἀλήθεια, νά καταλάβομε τήν ἀξία τῆς ψυχῆς μας καί νά προσπαθήσομε νά τήν σώσουμε.

            Ἅγιο τό ἔργο πού κάνομε ὅταν πηγαίνομε κοντά στόν Χριστό, ὅταν ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία, γιά νά τόν αἰσθανθοῦμε κοντά μας καί νά πάρομε κάτι ἀπό αὐτόν.             Μά ὑπάρχει κάτι ἀκόμη πιό μεγάλο πού μποροῦμε νά κάνομε:

            Νά πᾶμε καί μέ τήν καρδιά κοντά του.

            Νά ψάξομε καί ἐμεῖς νά τόν βροῦμε.

            Πῶς ψάχνει ὁ ἄνθρωπος νά βρεῖ τόν Χριστό;

            Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τό χρέος μας εἶναι νά σκεπτόμαστε τά λόγια του. Ἐκεῖνα πού ξέρομε καί ἔχομε ἀκούσει. Ἐκεῖνα πού δέν ξέρομε νά φροντίζομε νά τά μάθομε.

            Ὁ κάθε λόγος τοῦ Χριστοῦ ἔχει κάτι γιά τήν σωτηρία μας. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού ἀνοίγει τά μάτια του καί τήν καρδιά του καί ψάχνει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τό ἅγιο Εὐαγγέλιο καί κάθε βιβλίο πού μιλᾶ γιά τόν Χριστό.

            Πῶς πρέπει νά ψάχνομε;

            Μέ ζῆλο καί ὄρεξη.

            Ἕνας ἄνθρωπος διάβαζε πολύ. Ἔλεγε ὅμως σέ ἕναν παπᾶ.

            –Πάτερ, πολλά διαβάζω· μά γιατί δέν μπορῶ νά καταλάβω πολλά; Γιατί δέν ζέστανε ἡ ψυχή μου ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό; Γιατί δέν καταλαβαίνω τί εἶναι ἡ αἰώνια ζωή καί ὁ Παράδεισος καί τί εἶναι ἡ ψυχή μου;

            -Ξέρεις, τοῦ λέει ὁ παπᾶς, δέν ἔσκυψες ὅσο πρέπει.

            -Μά παππούλη, μερικές φορές μένω ὧρες σκυμμένος στό βιβλίο.

            Ἀπάντησε ὁ παπᾶς:

            -Εὐλογημένε, δέν σοῦ λέω νά μήν εἶναι σκυμμένο τό κεφάλι. Μά νά σκύψεις λίγο τό «μέσα κεφάλι» στόν Χριστό. Νά διαβάζεις μέ ταπείνωση καί νά τόν παρακαλεῖς μέ ταπείνωση.         Νά τοῦ λές:

            «Ἄνοιξέ μου τά μάτια Χριστέ μου, φώτισέ με νά τά καταλάβω, γιατί ἡ ἀλήθεια τοῦ οὐρανοῦ, ἡ ἀλήθεια τήν αἰώνια ζωή εἶναι λίγο δύσκολη σέ μᾶς πού ζοῦμε μπλεγμένοι μέ τά ἐπίγεια καί βασιζόμαστε στό μυαλό μας».

Πῶς ξημερώνει;

            Προσέξαμε ποτέ πῶς ξημερώνει;

            Ἔρχεται ἡ αὐγή καί σιγά-σιγά βλέπεις...

            Αἰσθάνεσαι μιά ἀλλαγή στόν ὁρίζοντα. Ἐνῶ ἦταν σκοτάδι, ἀρχίζει καί γίνεται φῶς.

            Κάτι ἀνάλογο γίνεται μέσα στήν ψυχή, ὅταν αρχίσει νά ἀναζητᾶ τόν Θεό. Ἐνῶ εἶναι σκοτάδι, γίνεται φῶς.

            Ποτέ λάμπει φῶς μέσα στήν ψυχή μας;

            -Ὅταν θά παύσομε νά βλέπομε τόν διπλανό μας ἀντίπαλο. Ὅταν θά τόν βλέπομε φίλο καί ἀδελφό.

            Κάνοντας μιά τέτοια προσπάθεια, νά ἔχομε τόν διπλανό φίλο καί ἀδελφό, τό φῶς τοῦ Χριστοῦ θά ἔλθει γρήγορα στήν ψυχή μας.

            Ἀκούσαμε στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ὅτι ξυλοφόρτωσαν τόν ἀπόστολο Παῦλο στούς Φιλίππους καί τόν ἔβαλαν στή φυλακή.

            Τήν νύχτα ἔγινε ἐκεῖ παρουσία τοῦ Θεοῦ.

            Σείσθηκε ἡ φυλακή. Λύθηκαν τά δεσμά. Ἄνοιξε ἡ πόρτα.

            Φοβήθηκε ὁ δεσμοφύλακας πῶς ἔφυγαν οἱ φυλακισμένοι καί θά ἔχει νά δώσει λόγο. Γι’ αὐτό τράβηξε τό μαχαίρι του νά αὐτοκτονήσει.

            Τοῦ φωνάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

            -Μή! Ὅλοι ἐδῶ εἴμαστε.

            Εἶχε τήν δυνατότητα νά φύγει, ἀλλά δέν τό ἔκανε. Γιατί ἔβλεπε τόν δεσμοφύλακά του, ἀδελφό του.

            Νά ποῦμε κάτι ἀκόμη;

            Τότε ἀρχίζει νά λάμπει φῶς στήν ψυχή σου, ὅταν αἰσθάνεσαι τήν παρουσία σου στήν Ἐκκλησία χαρά.

            Ὅταν ἀγαπᾶς τήν προσευχή.

            Ὅταν ἀγαπᾶς τήν νηστεία τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς, πού γίνονται εἰς δόξαν τοῦ Χριστοῦ. Πού γιά μᾶς, σταυρώθηκε τήν Παρασκευή καί τήν Τετάρτη τόν πρόδωσε ὁ μαθητής του Ἰούδας.

            Νηστεύομε, γιά νά μήν καταντήσομε νά τόν προδώσομε ὅπως ἐκεῖνος.

            Τότε ἔχεις φῶς μέσα σου, ὅταν βλέποντας τόν παπᾶ νά εὐλογεῖ, καταλαβαίνεις ὅτι δέχεσαι τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἴδιου. Ὁ ἱερέας σάν ἄνθρωπος -ἀπό τόν ἑαυτό του- δέν ἔχει νά δώσει τίποτε.

            Ἀπό τόν Χριστό ὅμως, ἔχει νά δώσει ὅλα τά πλούτη τῆς Βασιλείας του. Γιατί μέ τήν ἱερωσύνη, ἔβαλε ὁ Χριστός τόν πλοῦτο του καί τίς εὐεργεσίες του στά χέρια καί τίς ἐνέργειες τῶν ἱερέων.

            Εὐεργεσία εἶναι τό Βάπτισμα.

            Εὐεργεσία ἡ ἐξομολόγηση καί ἡ Θεία Κοινωνία.

            Εὐεργεσία ὁ χριστιανικός γάμος.

            Εὐεργεσία εἶναι οἱ εὐχές γιά τούς κεκοιμημένους. Νά τούς συγχωρήσει ὁ Θεός, ἐκεῖνα πού οἱ ἴδιοι δέν πρόφθασαν νά ρυθμίσουν στή ζωή τους.

            Εὐεργεσία εἶναι τό κάθε τί, πού γίνεται μέσα στήν Ἐκκλησία. Μέσα στό σπίτι τοῦ πατέρα μας.

            Ἄς φιλοτιμηθοῦμε νά πηγαίνομε μέ τά πόδια τῆς ψυχῆς μας, ὅλο καί πιό κοντά στόν πατέρα μας τόν Ἐπουράνιο.

            Γιά νά ἀνοίγουν τά μάτια μας καί νά βλέπομε ἐκεῖνα πού προηγουμένως δέν βλέπαμε:

            Τίς δωρεές Του καί τήν ἀξία τους.

            Καί ἀκόμη νά βλέπομε τόν ἑαυτό μας σωστά.

            Νά βλέπομε τήν ἀξία πού ἔχει ἡ ψυχή μας καί τήν ἀξία καί τήν χαρά τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀμήν.-

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration