Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Σαμαρειτίδος, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

Ομιλία στο ευαγγελικό ανάγνωσμα

της Κυριακής της Σαμαρειτίδος

(Ιω. 4, 5-42)

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης

κ. Μελετίου


Διασκευασμένη ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου,

πού ἔγινε στήν Ἀνέζα στίς 4-5-1980.

***

            Τό σημερινό εὐαγγέλιο, μᾶς χειραγωγεῖ στήν οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Μιά ἁπλοϊκή γυναίκα, Σαμαρείτιδα, ἀλλά πολύ ἁμαρτωλή, ξεκίνησε νά πάρει νερό ἀπό ἕνα πηγάδι.

            Ζητοῦσε ἐπίγειο νερό, ἀλλά τελικά βρῆκε ἐπουράνιο.

Κοπίαζε γιά ὑλικά καί πρόσκαιρα, βρῆκε τά ἄϋλα καί αἰώνια.

Πήγαινε γιά κάτι πού θά τῆς χρησίμευε στήν παροῦσα ζωή, βρῆκε ἐκεῖνο πού χρειαζόταν καί ποθοῦσε ἡ ἀθάνατη ψυχή της...

            Βρῆκε τό Χριστό!

Τό παράξενο σ' αὐτή τήν ἱστορία, εἶναι τό ὅτι ὄχι μόνο βρῆκε τόν Χριστό, μά τό «πῶς τόν εὑρῆκε».

Καί εἶναι παράξενο, γιατί πολλοί ἄνθρωποι, δέν τόν βρίσκουν τόν Χριστό, δέν τόν ἀναγνωρίζουν. Τόν συναντοῦν καθημερινά, μά δέν τόν καταλαβαίνουν. Ἡ Σαμαρείτιδα, τόν εἶδε γιά μιά στιγμή, γιά λίγα λεπτά· τόν γνώρισε καί ὁδήγησε τούς συμπολίτες της κοντά Του.

Πιό εἶναι τό μυστικό; Ποιά ἡ αἰτία, πού μερικοί ἄνθρωποι τόν συναντοῦσαν τότε τόν Χριστό, τόν συναντοῦν καί σήμερα, κάθε ὥρα καί κάθε στιγμή, καί ποτέ δέν τόν γνωρίζουν.

            Πῶς ἡ Σαμαρείτιδα τόν συνάντησε καί τόν γνώρισε;

Ἡ πτώση τῆς Εὔας

Λέγει τό εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Χριστός κουρασμένος ἀπό τήν ὁδοιπορία, κάθησε δίπλα σ’ ἕνα πηγάδι στή Σαμάρεια, πού τό ὀνόμαζαν «φρέαρ τοῦ Ἰακώβ». Σέ λίγο νά, ἐμφανίζεται μία γυναίκα, Σαμαρείτιδα, γιά νά πάρει νερό. Ἦταν ὥρα «ὡσεί ἕκτη». Μεσημέρι.

            Γιατί αὐτή ἡ λεπτομέρεια; Δηλαδή τό ὅτι ἦταν ἕκτη ὥρα;

Τήν ἕκτη ὥρα εἶχε πέσει ἡ Εὔα στήν ἁμαρτία. Ἦταν τότε πού ὁ διάβολος μπῆκε στόν παράδεισο καί ἄνοιξε κουβέντα μαζί της. Τί τῆς εἶχε πεῖ;

- Εὔα, γιατί ὁ Θεός σᾶς εἶπε νά μή τρῶτε; Τί εἴσαστε σεῖς πού σᾶς εἶπε νά μή τρῶτε;

Ἡ Εὔα ἔπεσε ἀμέσως στήν παγίδα...

            ῾Ο διάβολος τῆς κέντρισε τόν ἐγωϊσμό. Ἐκείνη τσίμπησε. Φούντωσε ὁ ἐγωισμός της. Ἄρχισε τίς διαμαρτυρίες:

- Δέν τά ξέρεις καλά! Ὁ Θεός μᾶς εἶπε, ὅτι μποροῦμε νά φᾶμε τούς καρπούς κάθε δένδρου. Μόνο ἀπό αὐτό τό δένδρο δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά φᾶμε. ῎Εχομε καί ἐμεῖς δικαιώματα στή ζωή.

Τότε ὁ διάβολος, προχωρώντας στό δρόμο πού τοῦ ἄνοιξε ὁ ἐγωϊσμός τῆς Εὔας, ὅτι «ἔχουν κι’ αὐτοί δικαιώματα στή ζωή», τῆς πέταξε δεύτερο δόλωμα, πιό ἐπικίνδυνο ἀπό τό πρῶτο:

- Καλά· καί γιατί σᾶς ἀπαγόρευσε νά φᾶτε αὐτό τό φροῦτο; Δέν τό βλέπεις; Εἶναι τόσο ὡραῖο, τόσο ὄμορφο, τόσο γλυκύ, τόσο θρεπτικό; Αὐτό, ὅταν τό φᾶτε, θά ὀμορφήνει τή ζωή σας. Θά αἰσθανθεῖτε μιά χαρά διαφορετική. Τότε θά καταλάβετε τί εἶναι ζωή.

Ἔπειτα ἔριξε καί τόν τελευταῖο του πόντο:

- Καί ξέρετε Εὔα, γιατί σᾶς τό εἶπε ὁ Θεός; Αὐτός ὁ καρπός ἔχει δύο μεγάλα καλά:

῞Ενα, πού εἶναι τόσο εὐχάριστος, τόσο ἡδονικός, τόσο ὡραῖος.

Καί κάτι ἀκόμη:

῞Αμα τό φᾶτε, ὄχι μόνο θά εὐχαριστηθεῖτε μέ τήν ὑπέροχη γεύση του, ἀλλά θά γίνει καί κάτι ἄλλο μέσα σας: Ἀμέσως θά ἐλευθερωθεῖτε. Θά πάψετε πιά νά εἴσαστε, δοῦλοι. Θά γίνετε καί σεῖς Θεοί. Σεῖς, μόνοι σας πιά, θά ξέρετε πιό εἶναι τό καλό καί πιό τό κακό. Δέν θά ἔχετε ἀνάγκη νά σᾶς τό πεῖ κάποιος ἄλλος μέ τό δικό του νόμο. Τἄχα ὁ Θεός. ῾Ο καθένας σας, θεός γιά τόν ἑαυτό του. ῾Ο ἴδιος θά καθορίζει τί εἶναι γιά τόν ἑαυτό του καλό καί τί κακό. ᾿Από κεῖ καί πέρα, θά ζῆτε ὅπως σᾶς ἀρέσει. Θά κάνετε ὅτι σᾶς ἀρέσει. ῞Οτι θέλετε· χωρίς νά ὑπολογίζετε κανέναν ἀπολύτως.

Θλιβερή ἡ συνέχεια... Ἡ Εὔα, πιάστηκε στό ἀγκίστρι τοῦ διαβόλου. Σκέφτηκε: αὐτά πού μοῦ λέει εἶναι πολύ σπουδαῖα! ῎Ετσι γίνεται ἡ ζωή, ζωή. Διαφορετικά, τί ζωή εἶναι;

Νά κάνεις ὅτι σοῦ λέει ὁ ἄλλος;

Νά βλέπεις τόσο ὄμορφα πράγματα πάνω στή γῆ, νά τά ἐπιθυμεῖς καί νά μή μπορεῖς νά τά πλησιάσεις;

Καί νά σοῦ λένε ὅλο νηστεία καί προσευχή;

            Γοητευμένη ἀπό τίς σκέψεις της, πῆρε τόν καρπό καί τόν ἔφαγε. Ἔδωσε καί στόν Ἀδάμ. Ἀφοῦ ἔφαγαν, οὔτε καλό αἰσθάνθηκαν, οὔτε Θεοί ἔγιναν. ᾿Αλλά τί ἔπαθαν; ῎Επαθαν ἕνα φιάσκο. Τήν πάτησαν. Γιατί;

Γιατί ἀπό τή στιγμή πού ἔφαγαν τόν καρπό, ἀντί νά αἰσθανθοῦν ὡραῖα, ἀμέσως κατάλαβαν ὅτι εἶναι γυμνοί καί εἶπαν: «ποῦ θά κρυφθοῦμε τώρα». Βρῆκαν κάτι θάμνους, καί κρύφθηκαν. Καί τρέμουν μή τούς δεῖ κανένα μάτι!

Μήπως ξέρετε, μήπως εἴδατε ἄνθρωπο πού ἔκανε ἁμαρτία καί δέν ντρέπεται; Καί δέν τρέχει νά κρυφθεῖ;

Ξέρετε καμμία ἁμαρτία γιά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος καμαρώνει καί δέν προσπαθεῖ νά τήν κρύψει;

Νά ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας τῆς Εὔας: ὁ ἄνθρωπος, πού ἦταν ἐλεύθερος καί ζοῦσε εὐχάριστα καί ἄνετα κοντά στό Θεό, τώρα θέλει νά κρύβεται. Ἀκριβῶς γι' αὐτό ὅλες οἱ ἁμαρτίες χαρακτηρίζονται ἀπό τόν Κύριο ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστό «ἔργα τοῦ σκότους». Ὁ ἄνθρωπος γιά νά τίς κάνει χρειάζεται σκοτάδι. Νά μήν τόν βλέπει κανένας. Ἀπόμερα. Κρυφά. Νύχτα!

Καί ἀφοῦ τίς κάνει, πάλι θέλει νά βυθίσει τόν ἑαυτό του στό σκοτάδι. Νά μή μπορεῖ κανένας νά διαβάσει τήν καρδιά του, νά δεῖ πόσες ἁμαρτίες ἔκανε.

Καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα; ῞Ολο ψέμματα. Ὅλο αὐτοεπαίνους. Αὐτοκολακεῖες. Αὐτοπροβολή. Αὐτοδιαφήμιση. ᾿Ενῶ πνευματικά εἶναι πανούκλα, παριστάνει τόν ὡραῖο ἄνθρωπο. Τόν καλό.

Νά τό κατάντημα μετά τήν ἁμαρτία.

Ὅμως ὑπάρχει καί συνέχεια!

῞Οσο παληάνθρωπος καί νἆναι κανείς, ἔρχεται στιγμή πού ἀκούει μιά φωνή νά τοῦ λέει: ᾿Αδάμ, ᾿Αδάμ πού εἶ;

            Θυμᾶστε πῶς ὁ Θεός φώναξε τόν ᾿Αδάμ στόν παράδεισο «᾿Αδάμ, ᾿Αδάμ πού εἶ»; Ταλαίπωρε. Ποῦ εἶσαι κρυμμένος; Ἀπό ποιόν κρύφθηκες; ᾿Από κεῖνον πού διαβάζει τά κατάβαθα τῆς καρδιᾶς; ᾿Από τό Θεό κρύβεσαι;

            Αὐτή τή φωνή τήν ἀκούει κάθε ἄνθρωπος πού ἁμάρτησε.

Λίγο πολύ ὅλοι κάναμε κάποια ἁμαρτία. Μικρή ἤ μεγαλύτερη. Σίγουρα, καθένας μας, τήν ἔχει ἀκούσει τή φωνή τοῦ Θεοῦ πού τοῦ λέγει: «᾿Αδάμ, ᾿Αδάμ πού εἶ;». Ποῦ κατάντησες; Ἐσύ, νά τρέχεις νά κρυφθεῖς; Καί ἀπό ποιόν; ῎Ελα ἔξω. Παρουσιάσου.

            Τί σημαίνει «ἔλα ἔξω καί παρουσιάσου»;

Ξεσκέπασε τήν ἀκαθαρσία σου.

Ζήτησε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Νά τήν πλύνει. Νά τήν καθαρίσει... Γιά νά μπορεῖς νά σταθεῖς μπροστά του μέ θάρρος καί παρρησία.

Πότε στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μέ θάρρος καί παρρησία;

῞Οταν γονατίζομε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ λέμε μέ ταπείνωση: «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο θάρρος καί ἡ μεγαλύτερη παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

῾Η προσευχή πού ἱκετεύει γιά ἄφεση καί συγχώρηση, εἶναι ἡ πιό ὑπέροχη ἐλευθερία!

Σαμαρείτιδα. Τό ἀντίθετο τῆς Εὔας.

            ᾿Αλλά ἄς ἔρθουμε στή Σαμαρείτιδα. Ἄς προσέξομε πῶς βρῆκε τό Θεό.

Πῆγε νά πάρει νερό. Ὁ Χριστός, ἀριστοτέχνης δάσκαλος – εἶναι δυνατό ὁ πάνσοφος Θεός νά μήν εἶναι ἀριστοτέχνης δάσκαλος; - τῆς λέγει:

- Δός μου λίγο νερό νά πιῶ.

            ῾Η Σαμαρείτιδα, σά Σαμαρείτιδα, δέν ἤθελε νά δεῖ ῾Εβραῖο. Οἱ ῾Εβραῖοι, δέν ἤθελαν νά δοῦν Σαμαρεῖτες. Καί ὅσοι ἦταν φανατικοί -῾Εβραῖοι καί Σαμαρεῖτες - ὅταν συναντιόντουσταν στό δρόμο, ὅπως κάνουνε καί σήμερα μερικοί «ἀγαπημένοι χωριανοί», ἔστριβαν ὁ ἕνας στόν ἄλλον τά νῶτα. Ἄλλαζαν δρόμο.

Βρίζονταν μέσα τους, χωρίς νά μιλιοῦνται.

῾Υπῆρχαν βέβαια κάποιοι εἰρηνικοί ἄνθρωποι, πού τό καταλάβαιναν: οἱ Σαμαρεῖτες καί οἱ ῾Εβραῖοι εἶναι ἀδέλφια. Γεννημένοι ἀπό τόν ἴδιο πατέρα, τόν ᾿Αδάμ. Καί ὅλοι τέκνα τοῦ Θεοῦ.

Ἐνῶ λοιπόν ἡ Σαμαρείτιδα - κανονικά - ἔπρεπε νά πεῖ «δέ μέ ξεφορτώνεσαι» ἀπαντᾶ:

- Πῶς τολμᾶς σύ, ῾Εβραῖος ἄνθρωπος, καί μοῦ ζητᾶς νερό; Ποτέ δέν ἔγινε τέτοιο πράγμα.

Τότε ὁ Χριστός ἀρχίζει μιά ὡραιότατη διδασκαλία:

῎Αν ἤξερες ποιός σοῦ ζητᾶ νερό, θά τόν παρακαλοῦσες νά σοῦ δώσει «τό ὕδωρ τό ζῶν». Πού σημαίνει: Καλό εἶναι τό νερό πού βγάζεις μέ τόν κουβά. Ὅμως, ὑπάρχει καί ἕνα ἄλλο.

῎Αν ἤξερες τί ἀξίζει, θά τό ἀναζητοῦσες. Θά ἄφηνες στήν ἄκρη τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ...

            Τί κάνει μέ τοῦτα τά λόγια ὁ Χριστός; Εἴπαμε πρίν, ὅτι ὁ διάβολος, προκάλεσε τήν Εὔα νά ἐκδηλώσει ἐγωϊσμό.

῾Ο Χριστός, προκαλεῖ τή Σαμαρείτιδα νά δείξει ταπείνωση.

Τίποτε δέν ξέρεις· τῆς λέει! ῎Αν ἤξερες!... Θά ταπεινωνόσουνα. Θά ζητοῦσες νά πάρεις νερό. Δέν θά ἔλεγες: ἔχω τόν κουβά. Θά βγάλω καί θά πιῶ. Νἆναι καλά τά χέρια μου. Δέν ἔχω ἀνάγκη κανένα.

            Ἄς φαντασθοῦμε τόν τόπο. Εἶναι κατάξερος. Δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο παρά ἕνα πηγάδι πολύ βαθύ. Καί νά σοῦ λέει κάποιος, ἄν ἤξερες ποιός σοῦ μιλάει, σύ θά τοῦ ζητοῦσες νερό. Καί αὐτός θά σοῦ ἔδινε νερό ὄχι σάν αὐτό, ἀλλά διαφορετικό. Ζωντανό.

            Λίγο ἐγωϊσμό νά εἶχες, θά τοὔλεγες: «Δέν εἶσαι καλά». Ποῦ θά τό βρεῖς τό νερό; Σχοινί ἔχεις; Κουβά ἔχεις;

᾿Αλλά ἡ Σαμαρείτιδα, μίλησε στό Χριστό ταπεινά. Δέν ἄφησε τόν ἐγωϊσμό νά κυριαρχήσει πάνω της. Νά τήν κάνει νά σκεφθεῖ ὅπως τῆς σφύριζε ὁ διάβολος.

            Ἀπάντησε ταπεινά:

-Κύριε, γιά τέτοιο νερό ψάχνω. Ἀλλά πές μου, γιά νά τό καταλάβω καλύτερα. Ποῦ θά τό βρεῖς; Εἶσαι μεγαλύτερος ἀπό τόν πατέρα μας τόν ᾿Ιακώβ, πού ἄνοιξε αὐτό τό πηγάδι;

            Ὁ Χριστός προχωρώντας τή διδασκαλία Του, τῆς εἶπε ὅτι πράγματι, ὁ ᾿Ιακώβ ἄνοιξε ἕνα πηγάδι πού πίνουν οἱ ἄνθρωποι νερό καί κάποια στιγμή πεθαίνουν. Αὐτός ἔχει ἕνα νερό πού ὅποιος τό πιεῖ ζεῖ αἰώνια.

Τί εἶναι αὐτό πού τῆς λέγει; Δεύτερη πρόκληση γιά ταπείνωση.

Γιατί;

῞Ολοι ξέρομε, ὅτι θά πεθάνομε. Μετά λίγα χρόνια, πενῆντα, ἑκατό, οὔτε τά νήπια δέ θά ὑπάρχουν στή ζωή. Καί νά· ἔρχεται ὁ Χριστός καί τῆς λέει ὅτι ὃποιος πιεῖ ἀπό τό νερό πού θά τοῦ δώσω, δέ θά πεθάνει!

            Ἡ Σαμαρείτιδα, καί σ' αὐτή τήν πρόκληση δέν ἀπαντᾶ ἐγωϊστικά. Οὔτε τόν ἐμπαίζει. ᾿Αλλά λέγει: «δόσ' μου αὐτό τό νερό. Τό θέλω».

Ἀπαντᾶ ὁ Χριστός: Θά στό δώσω ὑπό ἕνα ὅρο. Νά πᾶς πρῶτα νά φωνάξεις τόν ἄνδρα σου. ᾿Εκείνη, προσπαθώντας νά κρυφτεῖ, τοῦ εἶπε «῎Ανδρα οὐκ ἔχω». Δέν ἔχω ἄνδρα.

Τῆς λέγει ὁ Χριστός: Λές ἀλήθεια, ὅτι δέν ἔχεις ἄνδρα. Μέχρι τώρα εἶχες πέντε. Καί τώρα, ἔχεις κάποιον, ἀλλά δέν εἶναι δικός σου.

Τί τῆς ἔλεγε; ῞Οτι ὅλη της τή ζωή, τήν πέρασε βουτηγμένη στήν ἁμαρτία.

Τί ἦταν τά λόγια τοῦ Χριστοῦ γιά τή Σαμαρείτιδα; ῞Ενα γερό χαστούκι. Προσβολή. ᾿Εξευτελισμός.

Πότε ὁ ἐγωϊσμός ἐπαναστατεῖ χειρότερα;

῞Οταν θίγεσαι καί ἐξευτελίζεσαι. ᾿Αλλά ἡ Σαμαρείτιδα, παρότι αἰσθάνθηκε ὅτι θίγεται καί ἐξευτελίζεται, βλέπει νά ἀνοίγει μπροστά της μιά ἐντελῶς διαφορετική πραγματικότητα. Πραγματικότητα πού δέ δικαιολογεῖται ἀνθρώπινα, γιατί κανένας ἄνθρωπος – καί προπαντός περαστικός – δέν ἤξερε τί ἔκανε στήν ἰδιωτική της ζωή. Γιατί ἤξερε νά κρύβεται...

Κατάλαβε λοιπόν, ὅτι αὐτός πού τῆς μιλοῦσε ἦταν τοῦ Θεοῦ. Καί ταπεινώθηκε μπροστά του. Κατάλαβε ὅτι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀνθρώπινη. Καί ζήτησε τή σοφία τοῦ Θεοῦ λέγοντας: Μήπως εἶσαι σύ ὁ Χριστός;

Ὁ Χριστός τῆς εἶπε: Ναί, ἐγώ εἶμαι.

Τότε ἡ Σαμαρείτιδα αἰσθάνθηκε τέτοια χαρά, πού παράτησε τή λαγήνα της, ἔτρεξε στήν πόλη καί κάλεσε τόν κόσμο νά δεῖ τό Χριστό.

Ἄφησε ὁ κόσμος τήν πόλη καί ἦλθε στό Χριστό. Ἄκουσαν τό λόγο Του καί ἐπίστευσαν πολλοί.

Πειρασμός... Πάντα ὁ ἴδιος

            Σήμερα, περνᾶμε μία κρίση. Μοναδική αἰτία της – εὔκολα τό καταλαβαίνουμε – εἶναι ὁ ἐγωκεντρισμός μας. Τόν ἴδιο πειρασμό πού ἀντιμετώπισε ἡ Εὔα τόν ἀντιμετωπίζει κάθε ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας, μέ τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο.

Πιό ἁπλᾶ:

Ἕνας ἔφηβος πού καλά – καλά δέν πρόλαβε νά βγεῖ στή ζωή, βομβαρδίζεται μέ δελεαστικά συνθήματα πού ἀπροκάλυπτα παρακινοῦν στήν ἱκανοποίηση τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν.

Στό νέο αὐτό, κανείς ἀπό τούς γύρω του, δέν θά τοῦ μιλήσει γιά ἐγκράτεια. Ἀντίθετα, ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού κάνουν τό ἴδιο ἔργο πού ἔκανε ὁ διάβολος στήν Εὔα. Θά τόν πλευρίσουν καί θά τοῦ ποῦν: ζῆσε τή ζωή σου! Κάνε ὅτι σέ εὐχαριστεῖ.

Τούς ἀκούει καί κάνει ὅτι τόν εὐχαριστεῖ, πρίν ἀκόμα ἀποκτήσει μυαλό καί σωστή κρίση. Καί τί συμπέρασμα βγάζει;

Αὐτή εἶναι ζωή! Αὐτά ἀποτελοῦν τήν ὀμορφιά τῆς ζωῆς!

Μά ἔλα πού θυμᾶται καί τό Εὐαγγέλιο: «Δέν ἐπιτρέπεται νά κάνεις αὐτό καί ἐκεῖνο»!

Τότε ἔρχεται ὁ διάβολος ἤ κάποιος ἄνθρωπος - ὄργανό του - καί τοῦ λέει: «Ὤχ καϋμένε! Παράτα τα! Οἱ παπάδες τά ἐπινόησαν. Δέν τό κατάλαβες πώς ἡ θρησκεία εἶναι τό ὄπιον τοῦ λαοῦ;

            Ἠθικές ἀρχές δέν ὑπάρχουν. Τίποτα δέν ὑπάρχει. Μόνο σύ ὑπάρχεις. Ἀξία στή ζωή, ἔχει νά τήν περάσεις καλά.

Νά φᾶς, νά πιεῖς, νά διασκεδάσεις!».

            Ὅτι γίνεται μέ τήν ἁμαρτία γιά τήν ὁποία μίλησαμε, τό ἴδιο γίνεται καί μέ τίς ἄλλες ἁμαρτίες. Ὁ διάβολος ξέρει νά φουσκώνει τόν ἐγωϊσμό μας.

Γι' αὐτό ἡ ἁγία μας ᾿Εκκλησία, ἀκολουθώντας τή μεθοδολογία τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ὁποία μάζεψε ἀπό τήν ἁμαρτία τήν Σαμαρείτιδα, τήν ἴδια ὥρα πού ἡ Εὔα ἔπεφτε στήν ἁμαρτία, μᾶς διδάσκει ὅτι:

«τό ἀντίθετο τῆς... Εὔας, εἶναι ἡ... Σαμαρείτιδα».

Καί ὅτι ὅποιος θέλει νά γλυτώσει ἀπό τήν καταστροφή τῆς Εὔας πρέπει νά ἀκολουθήσει τό δρόμο τῆς Σαμαρείτιδας: Νά ἀκοῦμε μέ προσοχή τό λόγο Θεοῦ. ῾Απλός φαίνεται. ᾿Αλλά εἶναι ζωή αἰώνιος.

Ὁ σίγουρος δρόμος

            Μέ τό λόγο Του, ὁ Κύριος καλεῖ σέ ταπείνωση. Γιατί ἅμα δέν καταπατήσομε τόν ἐγωϊσμό καί δέν ἀποκτήσομε ταπείνωση σώματος, πνεύματος καί ψυχῆς, στό δρόμο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατο νά μποῦμε.

            Τί σημαίνει ταπείνωση σώματος, πνεύματος καί ψυχῆς.

● ᾿Εγωϊσμός τοῦ σώματος εἶναι ἡ φιληδονία.

᾿Αντίθετα ταπείνωση τοῦ σώματος εἶναι ἡ ἐγκράτεια καί ἡ νηστεία. Γι' αὐτό ἀκριβῶς ἡ ᾿Εκκλησία, τονίζει ὅτι χωρίς νηστεία καί ἐγκράτεια πορεία πρός τό Θεό εἶναι ἀδύνατη. Μήν ἀπατώμεθα. Χωρίς νηστεία καί ἐγκράτεια, πορεία πρός τό Χριστό δέ γίνεται. Τελεία καί παῦλα.

● ᾿Εγωϊσμός τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ κακία καί ἡ ἁρπακτική διάθεση. ῞Ολα γιά τόν ἑαυτό μου.

Ταπείνωση τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ θυσία, ἡ προσφορά. Νά δίνεις. Ὄχι νά παίρνεις. Νά συγχωρεῖς, ὄχι νά μισεῖς.

● Ἐγωϊσμός τοῦ πνεύματος εἶναι ἡ καταφρόνηση τῶν ἄλλων.

            Ταπείνωση πνεύματος εἶναι, τό νά μή κάνεις παντοῦ καί πάντοτε τόν ἔξυπνο. Ἰδίως στά θέματα τῆς πίστης. Νά μή πουλᾶς πνεῦμα. Εἶπε ὁ Χριστός: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστίν ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».

Ἡ τριπλή αὐτή ταπείνωση, μεταφράζεται:

- σέ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γιά νά μάθουμε.

- σέ ἀναζήτηση τοῦ βάθους τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, δηλ. στήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ.

- σέ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας μας, ὅπως ἡ Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία:

Πρῶτα, γνώρισε τό λόγο τοῦ Θεοῦ,

δεύτερον, ἐγνώρισε τό Χριστό,

Καί τρίτον, κατάλαβε βαθειά τήν ἁμαρτία της, ὅτι δέν ἦταν σωστό αὐτό πού ἔκανε.

Μεγάλο δίδαγμα: ἀπό τήν κατάσταση τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀπάτης τοῦ διαβόλου, τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τό Θεό, ἀποδεσμευόμαστε μέ τήν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τῶν βίων τῶν ῾Αγίων, τή νηστεία, τήν ἐξομολόγηση.

Ἄς σταθοῦμε ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, γιά νά τοῦ ποῦμε: «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Καί μετά –εἶναι ἀπαραίτητη- ἡ ἐξομολόγηση. Μπροστά σέ ἐκεῖνον πού ὁ Χριστός ὥρισε ὡς ἀντιπρόσωπό Του στή γῆ. Στόν πνευματικό. Αὐτός θά μᾶς συγχωρήσει ἐξ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ἔτσι θά βροῦμε τό δρόμο πρός τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί; Γιατί διαφορετικά κρατᾶμε τόν ἐγωϊσμό μας. Καί ὅσο δέν ἐξομολογούμεθα τί κάνομε; Κρυβόμαστε σάν τούς πρωτόπλατους σέ «φράχτες καί θάμνους».

 

Καί σήμερα, τό εὐαγγέλιο μᾶς ἀπεκάλυψε τό φῶς καί τήν ἀλήθεια. Μᾶς ἔδειξε τό δρόμο τῆς ταπείνωσης. Ἄς τόν ἀκολουθήσομε. Θά γίνομε πρόξενοι μεγάλης χαρᾶς στόν οὐρανό. Ποιᾶς χαρᾶς; ᾿Εκείνης πού εἶπε ὁ Κύριος: «Χαρά γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».

Χαίρει ὁ Χριστός, χαίρουν οἱ ἄγγελοι, χαίρει ἡ ῾Υπεραγία Θεοτόκος. Φαντασθεῖτε πόση χαρά θά γίνει, ὅταν ὄχι μόνο ἕνας, ἀλλά πολλοί ἄνθρωποι βαδίσουν πιό σωστά, ἀπ' ὅτι βάδιζαν μέχρι τώρα, τό δρόμο πρός τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός, ἄς ἀνοίξει τίς καρδιές καί τίς διάνοιές μας, νά δεχθοῦν τό ζωντανό νερό, σέ τέτοιο βαθμό πού νά πλημμυρίσει ἡ καρδιά μας, ὁ νοῦς μας, τό σῶμα μας.

Ὄχι μόνο νά ξεδιψάσομε καί νά δροσιστοῦμε, ἀλλά νά γίνει μέσα μας, «πηγή ὕδατος, ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον» πού θά πλημμυρίσει καί θά σκορπίζει -ὅπου κι' ἄν στεκόμαστε- τό φῶς καί τή δροσιά τοῦ Χριστοῦ καί στούς ἄλλους ἀνθρώπους. ΑΜΗΝ.-

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration