Ζωηφόρος

Ομιλία εις το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυροφόρων, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

Ομιλία εις το ευαγγελικό ανάγνωσμα

της Κυριακής των Μυροφόρων

(Μάρκ. 15, 43-47 και 16, 1-8)

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης

κ. Μελετίου


Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στόν Καλόβατο στίς 8/5/2011

Δίφυλλη πόρτα

            Ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος εἶπε, ὅτι ἡ πόρτα γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο φύλλα. Τόν φόβο καί τόν πόθο.

Ὁ φόβος, καί ὁ πόθος - ἡ λαχτάρα - εἶναι πράγματα πού κυβερνοῦν τή ζωή μας. Ὅμως πρέπει νά ξέρομε πῶς θά τά ἀξιοποιοῦμε, γιά νά πᾶμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πότε θά ἀνοίξομε τό ἕνα φύλλο καί πότε τό ἄλλο. Ἄν τά ἀνοίξομε παράκαιρα καί ἄτακτα, ἀντί γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά βρεθοῦμε σέ ἄλλο μέρος.

            Ἀναφέρεται γιά τόν βασιλιά τῆς Γαλλίας Λουδοβίκο, ὅτι ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα νά πεθάνει, βρέθηκε σέ μεγάλη ἀμηχανία. Εἶχε διαπράξει πολλές ἁμαρτίες στή ζωή του, γι’ αὐτό τίς τελευταῖες ὧρες του, δέν ἤξερε τί νά κάνει γιά νά ἀντιμετωπίσει τόν ἐπερχόμενο θάνατο.

            Καί ἐνέργησε μέ τρόπο σπασμωδικό. Κάλεσε ἕναν-ἕναν τούς ἀνθρώπους του, νά τοῦ ποῦν πῶς μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει χρόνο ζωῆς. Φυσικά ὁ καθένας, τοῦ ἔλεγε διάφορες σκέψεις.

            Τελικά υἱοθέτησε τήν γνώμη πού τοῦ εἶπε μιά μάγισσα καί νά τί ἔκανε: Ἔδωσε ἐντολή καί μάζεψαν ἀπό τίς Ἐκκλησίες λείψανα ἁγίων, πού τά ἔβαλε γύρω-γύρω ἀπό τό κρεβάτι του. Γιατί; Γιά νά τά βλέπουν τά δαιμόνια καί νά μή μποροῦν νά πλησιάσουν καί νά πάρουν τήν ψυχή του.

            Βέβαια, παρότι γέμισε τό κρεβάτι του μέ ἅγια λείψανα, ἐπειδή δέν εἶχε φροντίσει νά βάλει σέ σωστή σειρά τά πράγματα μέσα του, δέν ἔπαυσε εἶναι ἄπιστος. Κάποια στιγμή ἄκουσε ἕνα θόρυβο. Ἦταν κάποιος ὑπηρέτης του, πού πλησίασε νά δεῖ τί κάνει ὁ ἑτοιμοθάνατος βασιλιάς.

            Ὁ Λουδοβίκος, νόμισε πώς ἔρχεται ὁ διάβολος νά τόν παραλάβει καί πάνω στήν ἀγωνία του, σύρθηκε κάτω ἀπό τό κρεβάτι του νά κρυφτεῖ.

            Τήν ἄλλη μέρα τόν βρῆκαν ἐκεῖ· πεθαμένο.

            Ὅταν τό ἀκούει κανείς τοῦ ἔρχεται νά γελάσει. Μέ τό δίκιο του. Μά πρέπει νά σκεφθοῦμε μήπως καί ἐμεῖς φερόμαστε ἔτσι, ἀστεῖα καί γελοῖα καί ἀνοίγομε ἀκατάστατα τίς πόρτες τοῦ φόβου καί τῆς λαχτάρας τότε πού δέν πρέπει.

            Καί ἀντί νά πηγαίνομε γιά τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πηγαίνομε στό ἀντίθετο μέρος.

Δύσκολο νἆσαι μπροστάρης

            Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα, μᾶς μιλᾶ γιά δυό ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων. Τόν Ἰωσήφ καί τόν Νικόδημο.

            Τό μεγάλο Συνέδριο εἶχε 72 ἄρχοντες-μέλη. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς ἦταν ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας, καί ὁ Νικόδημος. Ἄνθρωποι μέ μεγάλη δύναμη καί μεγάλη πνευματική ἐξουσία. Αὐτοί οἱ δυό, ἀγαποῦσαν τόν Χριστό, τόν πίστευαν σωτήρα καί λυτρωτή τοῦ κόσμου.

            Ἀλλά ἐπειδή ὅλα τά ἄλλα μέλη τοῦ Συνεδρίου ἦταν ἐναντίον του, ἐφοβοῦντο νά πᾶνε νά τόν συναντήσουν ἡμέρα. Καί πήγαιναν μεσάνυχτα. Ἄρχοντες μεγάλοι, πού δέν ἤξεραν καί δέν μποροῦσαν νά ὑπολογίσουν τί εἶχαν σέ δύναμη πολιτική, σέ χρήματα, σέ ἀξίωμα καί σέ σεβασμό ἀπό ὅλο τόν κόσμο, ἔτρεμαν τούς συναδέλφους τους. Καί πήγαιναν νά δοῦν τόν Χριστό, πού εἶχαν πιστεύσει, τά μεσάνυχτα.

            Εὔκολο εἶναι νά φωνάζει κανείς κρυμμένος στό πλῆθος, ὅταν γίνεται ἕνα παλλαϊκό συλλαλητήριο...

            -Ἄντε καί ἐγώ μαζί τους...

            Δύσκολο ὅμως νά τό διακινδυνεύσει, ὅταν ξέρει πῶς πρέπει νά ἐμφανισθεῖ πρῶτος ἤ νά παλαίψει μόνος του.

            Γι’ αὐτό νά καταλαβαίνομε, νά κατανοοῦμε καί νά συμπονοῦμε τούς μαθητές αὐτούς τοῦ Χριστοῦ, Νικόδημο καί τόν Ἰωσήφ, πού δέν πῆγαν, ἀπ’ ὅτι φαίνεται, στήν ὑποδοχή τοῦ Χριστοῦ ὅταν ἔμπαινε στήν Ἱερουσαλήμ καθισμένος πάνω στό γαϊδουράκι.

            Ἀλλά κρύβονταν καί δέν ἤθελαν νά τούς δοῦν ὅτι πηγαίνουν συνεχῶς κοντά του καί ἀπό πίσω του... Ὅλοι μας εἴμαστε ἀδύναμοι ἄνθρωποι. Μερικές στιγμές μᾶς κυριεύει ὁ φόβος.

Διαμάντια μέσα στό Συνέδριο τῆς ματαιότητος

            Ὅμως τά πράγματα ἄλλαξαν.

            Λίγες ἡμέρες μετά τήν θριαμβευτική εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στά Ἱεροσόλυμα, τόν συνέλαβαν οἱ 70 ἄλλοι ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, τό συνέδριο καί οἱ ἀρχιερεῖς, τόν δίκασαν, τόν παρέδωσαν στόν Πιλᾶτο, τόν καταδίκασαν σέ θάνατο.

            Σταυρώθηκε καί ἀπέθανε πάνω στό Σταυρό. Ὁ νόμος τότε ἔλεγε, ὅτι ἐκεῖνοι πού πεθαίνουν σάν κακοῦργοι πάνω στό Σταυρό, δέν θά θάπτονται. Ἀλλά τά σώματά τους θά τά πετᾶνε στή χωματερή. Στό σκουπιδότοπο. Νά μένουν ἐκεῖ καί νά τά τρῶνε τά σκυλιά καί τά τσακάλια.

            Ὁ ἅγιος Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος, αὐτοί οἱ δύο μεγάλοι βουλευτές ὅταν σκέφθηκαν τί περίμενε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖον εἶχαν παραδεχθεῖ ὅτι εἶναι «ἀπό Θεοῦ διδάσκαλος» καί σωτήρας τοῦ κόσμου ἔσπασε ἡ καρδιά τους.

            Καί εἶπαν: «τοῦ Χριστοῦ τό σῶμα στά σκυλιά καί στά τσακάλια καί στή χωματερή; Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ὄχι! Ὅτι καί ἄν χρειαστεῖ νά θυσιάσομε».

            Ἦταν μεσάνυχτα ὅταν πῆραν τό θάρρος καί πῆγαν στόν Πιλάτο. Τοῦ ζήτησαν ἐν ὀνόματι τοῦ ἀξιώματός τους, καί τῆς φιλίας πού εἶχαν μαζί του ρουσφέτι.

            Παράνομο ρουσφέτι ζήτησαν! Γιατί εἶχε καταντήσει ὁ Χριστός μέ τίς κατηγορίες τῶν Ἑβραίων, νά θεωρεῖται ἄξιος νά σταυρωθεῖ. Νά θεωρεῖται ληστής καί ἡ ταφή του νά εἶναι παρανομία.

            Ζήτησαν λοιπόν ρουσφέτι ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἀπό τόν Πιλάτο. Αὐτός τούς χάρισε τό σῶμα τοῦ Κυρίου.

            Καί πῆρε ὁ Ἰωσήφ ἕνα μεγάλο καθαρό σεντόνι, ἄλειψε τό σῶμα μέ μύρα καί ἀρώματα καί τό κήδευσε μαζί μέ τόν Νικόδημο. Σέ ἕνα τάφο πού τόν εἶχε φτειάξει στό χωράφι του. Τόν εἶχε σκαλίσει μοναχός του, γιά τόν ἑαυτό του, σ’ ἕνα βράχο.

            Ἔτσι ὁ Κύριος τοῦ κόσμου, ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, τάφηκε σέ ξένο τάφο. Ἀπό εὐσπλαγχνία καί ἀπό ἔλεος δύο δούλων του.

            Ποιός;

            Αὐτός, ἀπό τόν ὁποῖο περιμένομε ὅλοι τό ἔλεος καί τήν εὐσπλαγχνία. Αὐτός, ἐτάφη ἀπό τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ Νικοδήμου.

            Θαυμάζομε τούς δύο αὐτούς ἄνδρες, πού μέσα στό κλῖμα πού ἐπικρατοῦσε τότε, ἔκαναν λέει τό Εὐαγγέλιο, ἕνα μεγάλο τόλμημα. Ἦταν τόλμη μεγάλη νά πᾶνε νά ζητήσουν τό σῶμα.        Ἦταν γιά τό δεδομένα τῶν Ἰουδαίων παρανομία.

            Τί σημαίνει τόλμη σέ θέματα πίστεως;

            Σημαίνει ὁμολογία πίστεως. Ἔκαναν μεγάλη ὁμολογία πίστεως ὁ ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἅγιος Δημήτριος, ἡ ἁγία Παρασκευή, πού ἐκήρυξαν τόν Χριστό Θεό ἀληθινό καί σωτήρα τοῦ κόσμου. Ὅτι καί ἄν τούς στοίχιζε.

            Καί τούς στοίχισε τό πολυτιμότερο πού ἔχουν οἱ ἄνθρωποι. Τήν ζωή τους. Ἐμαρτύρησαν.

            Οἱ ἅγιοι Ἰωσήφ καί Νικόδημος, δέν ἐμαρτύρησαν. Κανείς δέν τόλμησε νά τούς θίξει, ἀφοῦ τούς ἔκανε ρουσφέτι ὁ Πιλάτος. Μά ἔγιναν ἀπόστολοι καί κήρυκες τοῦ Χριστοῦ. Ἔθαψαν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπό καθῆκον ἱερό καί πόνο μέ ἡρωισμό καί θυσία.

Ἡρωισμός σέ ὀστράκινα σκεύη

            Ἀπό μακρυά παρακολουθοῦσαν φοβισμένες πέντε γυναῖκες: Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου, Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, Μαρία ἡ Μαγδαληνή, Σαλώμη καί ἡ Ἰωάννα. Παρακολουθοῦσαν δειλά, νά δοῦν τί θά γίνει.

            Καί ἀφοῦ εἶδαν ὅτι ἐτάφη ὁ Χριστός καί πού ἐτάφη, ἔφυγαν καί κλείστηκαν στό σπίτι τους, γιατί ἡ μέρα πού ἀκολουθοῦσε ἦταν Σάββατο καί ἀπαγορευόταν ἀπό τόν θρησκευτικό νόμο τῶν Ἑβραίων ἀκόμη καί νά περπατοῦν.

            Τήν ἄλλη μέρα, πρωί-πρωί ξεκίνησαν νά πᾶνε στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἦταν τό ἔθιμο τότε.

            Νά ρίξουν πάνω στό λείψανό του ἀρώματα, νά κλάψουν καί νά προσευχηθοῦν. Ἐμεῖς ὅταν ἔχομε κεκοιμημένους, πᾶμε ἄνδρες καί γυναῖκες, κυρίως οἱ γυναῖκες στόν τάφο, ἀνάβουν κεράκι, ἀνάβουν καντῆλι, καῖνε λίγο λιβάνι καί κλαῖνε.

            Οἱ πέντε αὐτές γυναῖκες ξεκίνησαν ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ γιά τόν τάφο τοῦ Χριστοῦ.

            Ἔλεγαν στό δρόμο:

            -Ποῦ πᾶμε; Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον; Ποιός θά κυλίσει αὐτή τήν πέτρα πού ἔρριξαν μπροστά. Εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἐμεῖς πέντε γυναῖκες δέν θά τά καταφέρομε.

            Παρά ταῦτα, δέν γύρισαν πίσω, γιατί σκέφθηκαν:

            -Τό χρέος μας εἶναι θρησκευτικό. Ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἱερό. Ἔχομε ὑποχρέωση νά κάνομε καί θά κάνομε τά πάντα. Μά τί θά γίνει ὅταν φτάσομε ἐκεῖ; Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον; Ὁ Θεός ξέρει τί θά γίνει. Ἐμεῖς πᾶμε. Καί ἄν βροῦμε τό λίθο στήν πύλη τοῦ μνημείου, θά ἀδειάσομε τά μύρα πάνω στήν πέτρα αὐτή, θά προσευχηθοῦμε καί θά τά ἀφήσομε ὅλα στά χέρια τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος ξέρει νά τά δεχθεῖ, νά τά χρησιμοποιήσει ὅπως πρέπει, νά γίνουν δεκτά ἐνώπιόν του καί νά χρησιμοποιηθοῦν πρός τιμήν τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖον ἐμεῖς πενθοῦμε.

            Ἀλλά ὅταν ἔφτασαν εἶχε κυλίσει ἡ πέτρα.

            Καί εἶδαν ἕνα νεαρό λαμπροφορεμένο, ἕναν ἄγγελο, πού καθόταν ἐκεῖ πού βρισκόταν προηγουμένως τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

            Τίς ρώτησε:

            -Ποιόν ψάχνετε νά βρεῖτε; Δέν εἶναι πεθαμένος ὁ Χριστός. Δέν εἶναι νεκρός ὁ Χριστός. Εἶναι ἡ ζωή τοῦ κόσμου. Σηκώθηκε ὅποτε ἤθελε· καί ἔφυγε ἀπό δῶ μέσα. Πηγαίνετε νά τό πεῖτε στούς μαθητές του, ὅτι δέν εἶναι πιά ἐδῶ. Πηγαίνει στή Γαλιλαία καί θά τούς περιμένει ἐκεῖ, γιά νά τούς μιλήσει καί νά τούς δώσει τίς ὁδηγίες του καί τίς ἐντολές του.

Τά μύρα γιά τούς κεκοιμημένους μας

            Καί ἐμεῖς ὅταν κάνομε μνημόσυνο, τά ἀφήνομε ὅλα στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Γιατί πραγματικά, εἶναι ὅλα στά χέρια τοῦ Κυρίου. Στή Θεία Εὐχαριστία, ἕνα μικρό κομμάτι ἀπό τό πρόσφορο γίνεται τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Δίπλα σ’ αὐτό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ -μέσα στό ἅγιο Ποτήριο- βρίσκεται καί ἕνα ψιχουλάκι, πού ἔχει τό ὄνομα τοῦ πεθαμένου πού τόν μνημονεύομε:

            «Μνήσθητι Κύριε, τοῦ δούλου σου (τάδε) καί ἀνάπαυσέ τον».

            Αὐτή ἡ προσφορά μας, γίνεται ἀπό τήν καρδιά μας καί ἀπό τήν πίστη μας, στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ὁ ζῶν καί ἔχει τήν δύναμη νά νικᾶ τόν θάνατο καί νά φεύγει ὁ ἴδιος ἀπό τόν θάνατο.

            Γίνεται στό ὄνομα αὐτοῦ πού δημιούργησε τόν κόσμο καί ἔχει τήν δύναμη, νά κάνει ὅτι θέλει «ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς».

            Γι’ αὐτό μέ τά μνημόσυνα, λέει ἕνας ἅγιος, παίρνεις καί σύ πού τά κάνεις, μεγάλη δύναμη, μεγάλη χάρη, μεγάλη εὐλογία.

            Ὠφελεῖ ἡ Θεία Λειτουργία καί τό μνημόνευμα στή Θεία Λειτουργία, ὅταν μνημονεύονται τά ὀνόματα γιά ζωή καί ὑγεία. Μά πολύ περισσότερο ὠφελοῦν τά μνημόσυνα καί ἡ μνημόνευση τούς κεκοιμημένους.

            Γιατί;

            Γιατί ὁ Παντοδύναμος Θεός, εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου καί τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κατέβηκε στόν Ἅδη ὁ Χριστός καί ἀνέστησε τόν Ἀδάμ καί ὅλους τούς κεκοιμημένους ἀπό καταβολῆς κόσμου Ἁγίους. Καί οἱ ψυχές τῶν κεκοιμημένων μας στά χέρια του βρίσκονται...

Ἄνοιξε διάπλατα τήν πόρτα

            Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος πού κατάλαβε ὅτι ἡ πόρτα τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἔχει δύο φύλλα:

            Λαχτάρα-πόθο καί φόβο.

            Κάνε πόθο σου, νά εἶσαι δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί νά ἐργάζεσαι γιά τό ἅγιο θέλημά του.

            Κάνε πόθο σου, νά ἀγαπᾶς τόν Χριστό.

            Κάνε πόθο σου, νά μή ξεχνᾶς τήν αἰώνια ζωή.

            Κάνε πόθο σου, νά κάνεις κάτι γιά τήν αἰώνια ζωή.

            Καί κάνε φόβο σου, μή τυχόν ξεχάσεις τόν Χριστό καί ξεχάσεις νά ἐπικαλεῖσαι τό ὄνομά του τό ἅγιο.

            Γιατί τότε πού ὁ ἄνθρωπος τό ξεχνάει, ἀποκόπτεται ἀπό τόν Χριστό καί κινδυνεύει νά χαθεῖ.

            Τά δύο φύλλα τῆς πόρτας γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος, εἶναι φόβος καί πόθος. Μά φρόντισε νά ξέρεις πιό ἀνοίγεις καί γιατί τό ἀνοίγεις, γιά νά πηγαίνεις καλά.

            Ἀλλοίμονο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφήνει τόν ἑαυτό του νά παρασύρεται ἀπό τά αἰσθήματα του, ἀπό τίς ὀμορφιές τῆς ζωῆς καί τά συναισθήματα του.

            Εἴτε δηλαδή ἀπό σωματικές αἰτίες, εἴτε ἀπό ψυχικές, ψυχολογικές καί ξεχνᾶ τήν ἀληθινή ζωή καί νομίζει ὅτι ζεῖ καλά.

            Ὅταν αὐτά τά ξεχνᾶ τόν πιάνει ἄκαιρος φόβος, γιά πρόσκαιρα πράγματα. Σάν τόν φόβο τοῦ Λουδοβίκου. Πού ἐπειδή φοβήθηκε μήπως πεθάνει, μάζεψε ὄντας πρακτικά ἄπιστος, τά λείψανα γιά νά τά βάλει γύρω του, λές καί ἦταν μάγια. Γιά νά ἀναβάλλουν τόν θάνατο.

            Πόσο; Μιά μέρα; Πέντε; Δέκα;

            Ἐκεῖ εἶναι τό νόημα;

            Δέν θά ἦταν καλύτερο νά τρέμαμε στή σκέψη ὅτι μέ τίς ἁμαρτίες μας, διώχνουμε τόν σωτήριο φόβο;

            Γιά τό ἐνδεχόμενο ὅτι μέ τήν μακρυά ἀπό τόν Θεό ζωή μας, κινδυνεύομε νά χάσομε τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν;

            Ὁ θάνατος θά ἔλθει.

            • Μά ὁ ἄνθρωπος πού τόν ἀντιμετωπίζει μέ πίστη καί ἐλπίδα στό Χριστό, κρατᾶ τό πρῶτο φύλλο τῆς πόρτας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀνοικτό.

            • Καί ἐκεῖνος πού τόν φόβο του τόν στηρίζει πάνω ὅτι δέν πρέπει νά κάνει παράνομες πράξεις καί φοβᾶται μήπως κυριαρχηθεῖ ἀπό κακές σκέψεις, κακές παρορμήσεις καί ξεφύγει, αὐτός κρατᾶ ἀνοικτό καί τό δεύτερο φύλλο τῆς εὐλογημένης αὐτῆς πόρτας. Ἀμήν.-

           

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration