Ζωηφόρος

Ομιλία στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της B΄ Κυριακής των Νηστειών που αναφέρεται στη θεραπεία του Παραλυτικού της Καπερναούμ, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

Ομιλία στο ευαγγελικό ανάγνωσμα

της B΄ Κυριακής των Νηστειών

που αναφέρεται στη θεραπεία

του Παραλυτικού της Καπερναούμ

(Μαρκ. 2, 1-12)

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης

κ. Μελετίου


Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στά Ἀμπέλια Ν. Πρεβέζης στίς 23/3/2008

Φαίνεται ἡ καρδιά;

Τό εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιά ἕνα θαῦμα πού ἔκανε ὁ Χριστός. Θεράπευσε ἕνα παράλυτο. Ἐμεῖς προσέχομε καί θαυμάζομε τό θαῦμα· τήν θεραπεία. Μά ὁ Χριστός -μᾶς λέει τό Εὐαγγέλιο- θαύμασε τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων πού τοῦ πῆγαν τόν παράλυτο. «Ἰδών ὁ Κύριος τήν πίστιν αὐτῶν», καί ἐκφράζοντας τόν θαυμασμό του, εἶπε: «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».

Ἐρώτημα:

Φαίνεται ἡ πίστη;

Πῶς τήν βλέπει κανείς ἐξωτερικά;

Ὅτι ἔχομε μέσα μας, φαίνεται καί ἔξω. Γιατί ὁ Θεός ἔχει φτειάξει παράθυρα τῆς ψυχῆς μας, τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, τίς ἐνέργειές μας. Ἡ ψυχή μας, φαίνεται στό βλέμμα μας. Στό χρῶμα τῆς φωνῆς μας. Στίς ἐκδηλώσεις μας. Φαίνεται ἡ ψυχή μας στά χέρια μας, στά πόδια μας. Φαίνεται σ’ ὁλόκληρο τόν ἑαυτό μας.

Στήν περίπτωση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, πού πῆγαν στόν Χριστό τόν παράλυτο, ἡ πίστη φαινόταν σ’ ἕνα σωρό πράγματα. Καί ἰδιαίτερα σέ τέσσερα σχοινιά.

Πῶς ἦταν τά σχοινιά μαρτυρία πίστεως;

Ἔδεσαν τό ξυλοκρέβατο, ἔβαλαν πάνω τόν παράλυτο καί τόν πῆραν στόν ὦμο κρατώντας γερά τά σχοινιά. Καί ἔφθασαν ἔξω ἀπό τό σπίτι πού ἦταν ὁ Χριστός· στήν Καπερναούμ.

Καί ἐκεῖ; Ἐκεῖ διαπίστωσαν τό ἀδιαχώρητο. Ὅτι ἦταν ἀδύνατο νά μποῦν μέσα. Ἦταν τόσος κόσμος! Ὅλοι εἶχαν στραμμένο τόν νοῦ τους καί τήν προσοχή τους νά ἀκοῦνε τόν Χριστό. Κανένας δέν ἔλεγε νά παραμερίσει.

Ἄνθρωποι χωρίς βαθειά πίστη σέ ἐκεῖνο πού κάνουν καί πρέπει νά κάνουν γιά τοῦ Θεοῦ τό θέλημα, καταθέτουν ἀμέσως τά ὅπλα. Λένε:

-Τί νά κάνομε; Τόσος κόσμος εἶναι. Ἄφησέ τον ἐδῶ στήν πόρτα καί βλέπομε... Ἄς ἐλπίσομε ὅτι δέν θά βγεῖ ἀπό ἀλλοῦ ὁ Χριστός γιατί τότε τό χάσαμε τό παιγνίδι. Βρέ τί πάθαμε μέ τόσο κόσμο. Δέν γινόταν νἆταν λιγότεροι;

Βλέπομε καμιά φορά γεμάτη τήν Ἐκκλησία καί μουρμουρίζομε: «πνιγήκαμε στόν κόσμο. Δέν μπορέσαμε νά ἀνασάνομε, νά καθήσομε».

Ἁμαρτωλά λόγια! Ἅμα ἀγαπᾶς τόν Θεό, ἀγαπᾶς καί τά παιδιά του. Καί θέλεις ὅλα νά πορεύονται τόν ἅγιο δρόμο του, πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία.

Μᾶς ἐνοχλεῖ ὁ θόρυβος;

Ἔτσι λοιπόν οἱ τέσσεροι αὐτοί ἄνθρωποι, ὅταν εἶδαν ὅτι δέν μποροῦν νά μποῦν ἀπό τήν πόρτα, ἔκαναν ἕνα τόλμημα. Ἀνέβηκαν στή στέγη. Ὄχι μόνο αὐτοί. Ἀλλά ἀνέβασαν καί τόν παράλυτο πού ἦταν στό ξυλοκρέβατο. Πῶς τόν ἀνέβασαν; Τραβώντας τά σχοινιά.

Κάναμε ποτέ τέτοιο πράγμα;

Ἀνεβάσαμε πάνω στή στέγη κάποιον παράλυτο τραβώντας σχοινιά; Εἶναι πολύ δύσκολο. Ἀλλά οἱ ἄνθρωποι προχώρησαν ἤρεμα καί σταθερά. Ἀνέβηκαν οἱ ἴδιοι, ἀνέβασαν καί τόν ἄρρωστο.

Μετά ἄνοιξαν μιά τρύπα στή στέγη, ἔβγαλαν κεραμίδια, καδρόνια, ὅτι ἄλλο χρειαζόταν καί κατέβασαν τόν ἄρρωστο μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ.

Καλά· τόση φασαρία ἔγινε. Δέν ἄκουσε τίποτε ὁ Χριστός; Γιατί δέν τούς εἶπε:

-Σταματεῖστε ἐπί τέλους. Ἅμα εἶναι νά ἔχομε τέτοια, νά γίνει καλά. Πᾶρτε τον καί φύγετε νά ἡσυχάσουμε.

Δέν εἶπε τέτοια λόγια ὁ Χριστός.

Καί οἱ ἄλλοι, πού ἄκουαν τόν Χριστό νά μιλᾶ, παρότι γινόταν θόρυβος καί ἀσφαλῶς μεγάλος, δέν πρόσεχαν τόν θόρυβο, ἀλλά τό λόγο τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν εἴμαστε στήν Ἐκκλησία, κάνομε τό ἴδιο;

Προσέχομε ἔτσι;

Μᾶς ἐνοχλεῖ ὁ θόρυβος τήν ὥρα τῆς προσευχῆς μας;

Τήν ὥρα πού διαβάζομε τό Εὐαγγέλιο προσέχομε;

Ἤ ἀφήνομε τόν νοῦ μας νά τρέχει ἀλλοῦ;

Ἡ προσευχή εἶναι τό ἱερότερο ἔργο μέσα στήν Ἐκκλησία. Εἶναι λατρεία τοῦ Θεοῦ, παράκληση τοῦ Θεοῦ. Τί θά πεῖ παράκληση;

Ἱκεσία νά μᾶς δείξει τήν στοργή του, τό ἔλεός του, τήν καλωσύνη του.

Μιλᾶς γι’ αὐτά τά πράγματα στόν Χριστό, μέσα ἀπό τήν καρδιά σου; Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἀκούγεται τό στόμα σου.

Βέβαια μέσα στήν Ἐκκλησία φωνάζομε. Ἐκκωφαντικά πρέπει νά φωνάζομε. Νά σπάζομε τά αὐτιά τῶν ἁγίων ἀγγέλων καί τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μά ἡ φωνή μας νά βγαίνει ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας.

Οἱ τέσσεροι πού κατέβασαν τόν παράλυτο μέ τά σχοινιά, ἐνῶ ἐνεργοῦσαν μέ τό στόμα σφραγισμένο, μέσα ἀπό τήν καρδιά τους, φώναζαν πολύ.

Καί τά δυό δύσκολα

Καί ἰδών ὁ Χριστός τήν πίστη αὐτῶν...

Εἶδε ὁ Χριστός τήν πίστη τους καί δέν εἶπε κάτι γιά τόν παράλυτο, μά εἶπε:

-Γιά χάρη σας, ἐξ αἰτίας σας, πού τόν φέρατε μέ τέτοια πίστη, νά εἶναι συχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες του· ὅποιες καί ἄν ἔκανε.

Ἄν ἤσουν στή θέση τους, τί θά ἔλεγες;

-Τί ἁμαρτίες θυμήθηκες τώρα Χριστέ μου; Ἐμεῖς τόν φέραμε νά τόν κάνεις καλά. Ἄσε τήν κουβέντα γιά τίς ἁμαρτίες.

Λέει τό Εὐαγγέλιο ὅτι κάτι τέτοια σκέπτονταν μερικοί γραμματεῖς καί φαρισαῖοι. Ἀλλά τό πήγαιναν ἀλλοῦ.

Ἔλεγαν: Εἶναι δυνατόν, ἄνθρωπος, νά ἰσχυρίζεται ὅτι συγχωρεῖ ἁμαρτίες; Οἱ ἁμαρτίες εἶναι ζήτημα τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό.

Ὁ Χριστός ὅμως κατάλαβε τίς μυστικές τους σκέψεις.

Ἐμεῖς βλέπομε τά ἔξω, τά μέσα δέν τά καταλαβαίνομε καλά. Κάτι ὑποψιαζόμαστε μά τίποτε περισσότερο.

Τούς εἶπε:

-Γιατί σκέπτεσθε ἔτσι; Τί εἶναι εὐκολότερο; Νά πῶ σήκω, πᾶρε τό κρεβάτι σου καί φῦγε, ἤ νά πῶ: «εἶναι συχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου»; Ποιό εἶναι πιό κουραστικό γιά μένα;

Γιά μᾶς καί τό ἕνα νά λέγαμε καί τό ἄλλο, εἶναι νά μᾶς πιάνει κρύος ἱδρώτας.

Ἄντε πές σέ παράλυτο νά γίνει καλά. Δέν γίνεται. Γιατί;

Γιατί δέν εἶσαι ὁ Χριστός.

Ὁ λόγος σου εἶναι ἀνθρώπινος. Ἡ δύναμή του εἶναι λιγότερη ἀπό τήν δύναμη τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν σου. Γροθιά, μπορεῖς νά δώσεις. Κλωτσιά, μπορεῖς νά δώσεις. Ἐντολή στήν ἀρρώστεια καί στό διάβολο, δέν μπορεῖς νά δώσεις.

Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Χριστός:

-Γιά νά καταλάβετε ὅτι ἔχω ἐξουσία νά συγχωρῶ τίς ἁμαρτίες, ἀπό τά ὁρατά καί αἰσθητά πού ἀμέσως θά δεῖτε, καταλάβετε τά παραπέρα.

Καί συνέχισε ἀπευθυνόμενος στόν παράλυτο:

-Σήκω παιδί μου, πᾶρε τό κρεβάτι σου, περπᾶτα καί πήγαινε σπίτι σου.

Σηκώθηκε ὁ παράλυτος μέ ὑπακοή, χωρίς νά μιλᾶ, πῆρε τό κρεβάτι στόν ὦμο καί ἔφυγε.

Ὅλοι κατάλαβαν.

Σωστή καί βαθειά κρίση

Ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τό μυαλό, γιά νά κρίνομε σωστά καί βαθειά. Ὅσοι δέν ἔχουν μυαλό, κρίνουν ὅπως κρίνουν τά δημιουργήματα πού στεροῦνται λογικοῦ.

Πῶς κρίνουν τά σπουργιτάκια ὅταν περάσει κάποιο γεράκι; Κίνδυνος! Πᾶμε νά κρυφτοῦμε.

Τά ψάρια, ὁρμᾶνε στό δόλωμα. Τίποτε δέν τά σταματᾶ.

Ἐμεῖς, σάν ἄνθρωποι, δέν πρέπει νά ἐπηρεαζόμαστε ἔτσι, ἀπό ἐκεῖνα πού βλέπομε. Ἀλλά νά μελετᾶμε τό βάθος.

Ποιό εἶναι ἐκεῖνο πού βλέπομε; Ἕνας ἄρρωστος, ἔγινε καλά. Μεγάλο, ὑπέροχο, σπουδαῖο. Ἔργο γεμᾶτο εὐσπλαγχνία καί καλωσύνη. Γεμᾶτο ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως, ὑπάρχει καί κάτι ἄλλο.

Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἔγινε καλά γιά νά πεθάνει ἀργότερα, ἄν δέν ἔγινε καλά ψυχικά, ἐσωτερικά, ἄν δέν ἔλαβε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του, ποῦ θά πάει; Πόση εἶναι ἡ ὠφέλεια;

Τί κι’ ἄν ἔζησε 4, 5 χρόνια παραπάνω, ἄν πρόκειται νά χάσει τήν αἰώνια ζωή καί νά πάει στήν αἰώνια κόλαση;

Γιατί λυπᾶσαι τόν ἄνθρωπο πού εἶναι στό κρεβάτι καί πονάει;

Γιατί δέν μπορεῖ νά αἰσθανθεῖ τήν χαρά τῆς ζωῆς ὅπως τήν βλέπομε, ὅπως τήν ξέρομε, ὅπως μᾶς ἀρέσει καί τήν ἐπιθυμοῦμε. Ὁ Θεός ἔφτειαξε τόσο ὄμορφη τή ζωή μας.

Ὅμως ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει, ὅτι ἡ ἄλλη ζωή, ἡ αἰώνια ζωή εἶναι χίλιες φορές καλύτερη. Τί ἔλεγε ὁ Χριστός;

«Καλότυχος ἐκεῖνος πού θά φάει ἄρτο στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κακότυχος ἐκεῖνος πού θά πάει στήν κόλαση. Καλύτερα νά μήν εἶχε γεννηθεῖ.»

Κι ἄν ἦταν πάμπλουτος καί ὅλη τήν ἡμέρα γλεντοῦσε τί κέρδισε; Ὅλα αὐτά σύντομα θά τελειώσουν. Καί μετά τόν θάνατο ἀρχίζει τό πιό τραγικό.

Ἔτσι μᾶς βεβαίωσε ὁ Χριστός ὁ ἀληθινός Θεός, ἡ σοφία τοῦ κόσμου.

Ἐμεῖς ὅμως πρόσκαιροι καί μέ περιορισμένη «σοφία» ἄνθρωποι λέμε:

-Ὑπάρχει παράδεισος;

-Ὑπάρχει κόλαση;

-Θά γίνει ἀνάσταση;

Ἄς ἔχομε τό κεφάλι μας ὄχι γιά ὀμορφιά, ἀλλά γιά σοβαρό προβληματισμό.

Ἡ ἄφεση στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Καί... στά δικά μας

Τί σημαίνει ἁμαρτία;

Κάνω κάποιες πράξεις, πού τίς βλέπω ἐκ τῶν ὑστέρων καί λέγω: «Δέν ἦταν καλό αὐτό πού ἔκανα. Ἁμαρτία ἦταν. Πράξη ἀντίθετη σέ ἐκεῖνα πού θέλει ὁ Θεός».

Οἱ ἁμαρτίες ἔχουν διαβαθμίσεις.

Παράδειγμα: Ἔκανα μιά ἁμαρτία· μοῦ ξέφυγε. Δέν τήν ἔκανα ἠθελημένα, πεισματικά. Μά ὑπάρχουν πράξεις, πού γίνονται μέ τρόπο πεισματικό. Καί δαιμονικό. Τό ξέρω ὅτι εἶναι κακό καί τό κάνω.

Ὅλες οἱ πράξεις μας, λέει ἡ Ἁγία Γραφή, γράφονται σ’ ἕνα βιβλίο ἀνεξίτητλα. Ἐγώ, δέν μπορῶ νά τίς σβύσω. Οὔτε ἐσύ. Ἄνθρωπος, δέν μπορεῖ νά τίς σβύσει. Ὁ Χριστός ὅμως, ὁ Θεός, εἶναι κάτι τό διαφορετικό. Τοῦ εἶναι πανεύκολο, ἐκεῖνα πού εἶναι γραμμένα, ἀνεξίτηλα γιά μᾶς, νά τά σβύσει ὅπως σβύνει ὁ μαθητής μέ τό σφουγγάρι ὅσα εἶναι γραμμένα μέ τήν κιμωλία στόν πίνακα.

Φαίνεται τίποτε μετά; Ἀπολύτως τίποτε.

Ἔτσι καί ὅταν ὁ Θεός, σβύνει τίς ἁμαρτίες μας, τίς κάνει σάν νά μήν ὑπῆρξαν ποτέ.

Θέλεις νά πᾶς καλά; Νά γίνεις ὑγιής;

Ὄχι στά χέρια ἤ τά πόδια, οὔτε σέ κάποιο ἄλλο ὄργανο τοῦ σώματος ἀλλά νά γίνεις ὑγιής, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ὄχι ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Μέ τήν κρίση τοῦ Θεοῦ ὑγιής. Ὄχι μέ τά μυαλά τά δικά μας, πού δυστυχῶς εἶναι παιδιάστικα.

Θέλεις νά γίνεις ὑγιής;

Νά θυμᾶσαι τίς ἁμαρτίες σου. Νά ἀνοίγεις τά μάτια σου, νά τίς βλέπεις, νά τίς παρακολουθεῖς. Καί νά τίς κάνεις πόνο σου.

Ἀπόθεσαν οἱ τέσσεροι τόν παράλυτο, μπροστά στά πόδια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ...

Καταλαβαίνεις ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι χειρότερη ἀπό τήν παραλυσία τοῦ σώματος;

Ἄν ναί, κάνε κάτι. Περπάτα, πᾶρε σχοινιά, ἀνέβα στή στέγη, κατέβασε τήν ψυχή σου μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ.

Καί πές του μέ ταπείνωση:

-Ἐλέησέ με, Θεέ μου. Ὅπως συγχώρησες τόν παράλυτο καί τόν ἔκανες καλά, κάνε καί μένα καλά.

Πῶς θά πᾶμε στόν Χριστό γιά νά τοῦ ποῦμε «κάνε με καλά»;

Τήν ἀπάντηση, τήν ἔχει δώσει ὁ Χριστός καί εἶναι νόμος τῆς Ἐκκλησίας. Παίρνομε τήν ἀπόφαση, ἐξετάζομε τόν ἑαυτό μας, ἐπισημαίνομε τίς ἁμαρτίες μας καί παίρνομε τόν δρόμο περπατώντας μέ τήν καρδιά, ὄχι μέ τά πόδια, καί πᾶμε στόν πνευματικό νά ἐξομολογηθοῦμε.

Ὅπως κατέβασαν ἀπό τήν στέγη τόν παράλυτο μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ ἔτσι πᾶμε καί ἐκεῖ, καθόμαστε ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ καί λέμε στόν πνευματικό:

«Αὐτά ἔκανα παπούλη, τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπικαλοῦμαι».

Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τό δικαστήριο αὐτό τοῦ Θεοῦ, καταδίκη δέν γνωρίζει ὅταν ἔχει μετανοιώσει ὁ ἄνθρωπος. Ὅτι καί νά ἔχει κάνει, ὅλα τά συγχωρεῖ καί τά πλένει ὁ Χριστός μέ τό ἅγιο αἷμα του».

Εἶπε ὁ Κύριος: Δέν ἦλθα νά μέ ὑπηρετήσετε. Δέν ἦλθα νά μέ χειροκροτήσετε. Δέν ἦλθα νά μέ ταΐσετε. Δέν θέλω κάτι ἀπό τά πράγματά σας. Ἦλθα γιά νά δώσω τήν ψυχή μου, τόν ἑαυτό μου, λύτρο γιά σᾶς. Γιά νά σᾶς σώσω.

Τί σημαίνει λύτρο; Τήν παλαιά ἐποχή, ὅταν ἔπιαναν αἰχμάλωτους, ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά τούς τρέφουν τούς σκότωναν. Τούς κρατοῦσαν λίγο καιρό, μήπως κάποιος πληρώσει γιά νά γλυτώσουν. Καί βρίσκονταν καλοί ἄνθρωποι, πλήρωναν, τούς ἀγόραζαν καί τούς ἐλευθέρωναν. Μεγάλο ἔργο. Φιλανθρωπότατο.

Ἔτσι λέει ὁ Χριστός ἦλθα καί ἐγώ. Νά πληρώσω μέ τό αἷμα μου γιά νά γλυτώσετε ἀπό τόν αἰώνιο θάνατο. Καί ὅποιος παίρνει τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ δέν μένει στό στόμα του, ἀλλά μπαίνει στήν ψυχή του, τόν καθαρίζει ἀπό τίς ἁμαρτίες του καί τοῦ δίνει τήν αἰώνια ζωή.

Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος πού αὐτό τό ἔκανε τρόπο ζωῆς του.

Ἡ καρδιά ζητᾶ τό καλύτερο

Ὅλοι ξέρουμε τά ἀναπηρικά καροτσάκια. Εἶναι γιά ὅσους ἔχουν παράλυτα τά πόδια, μά κάπως γερά τά χέρια τους. Καί μέ τά χέρια ὁδηγοῦν τό καροτσάκι καί περπατοῦν.

Ὁ ἄνθρωπος ὅταν ὑποδουλωθεῖ στό κακό, ὅταν ἀφήσει τόν ἑαυτό του καί παρασυρθεῖ σέ ἁμαρτίες, χαλάει τό σῶμα του, χαλάει ὁ συναισθηματικός του κόσμος, χαλάει καί ἡ σκέψη του.

Νά τά ποῦμε ἁπλά: Ἕνα παιδί ἔμπλεξε μέ ναρκωτικά. Χάλασε τό σῶμα. Γιά νά ἀποδεσμευθεῖ χρειάζεται πολύς ἀγώνας. Πολλή ἀποτοξίνωση. Καί μέ ἄλλα πάθη βέβαια, χαλᾶ τό σῶμα. Ὅλοι ἔχομε πείρα καί καταλαβαίνομε τί λέμε.

Χαλᾶ ὅμως καί ὁ συναισθηματικός κόσμος.

Ἀντί γιά ἀγάπη, θά βρεῖς ἐκεῖ τήν βρῶμα τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν. Στήν κατάσταση αὐτή, τό μυαλό χαίρεται νά βρίσκει καί νά ἀσχολεῖται μέ ὅτι κακό. Ἄς ποῦμε μέ ἐγκληματικά μυθιστορήματα καί ὅτι ἄλλο.

Καί τό ἄσχημο εἶναι, ὅτι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἀκούει γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τήν αἰώνια ζωή καί ἀρχίζει νά χασμουριέται. Γιατί;

Εἶναι χαλασμένο τό σῶμα· χαλασμένος ὁ συναισθηματικός κόσμος, χαλασμένο τό μυαλό. Γερό, μένει μόνο κάτι πού λέγεται πόθος. Ἐσωτερικός πόθος γιά ἀλλαγή, γιά τό καλύτερο, γιά νά βρεθοῦμε κοντά στό Θεό.

Καθόμαστε λοιπόν στό «ἀναπηρικό καροτσάκι» καί σερνόμαστε στούς δρόμους γιά νά πᾶμε κοντά στόν Χριστό. Νά τόν παρακαλέσομε νά γιατρέψει ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας. Νά γιατρέψει τά συναισθήματά μας. Νά μᾶς κάνει νά μή κολλᾶμε στήν σαπίλα της διαφθορᾶς. Νά γιατρέψει καί τό μυαλό μας. Νά μᾶς γιατρέψει ὁλόκληρους.

Νά μᾶς κάνει ἄξιους νά στεκόμαστε κοντά του. Νά τόν ἀγαπᾶμε, νά τόν τιμᾶμε, νά τόν λατρεύομε. Καί τό πιό σημαντικό, νά ἐλπίζομε στήν αἰώνια ζωή. Γιατί ὅποιος ἐλπίζει στήν αἰώνια ζωή καί ποθεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὁ πολυεύσπλαγχνος Κύριος τόν καταδιώκει.

Νομίζομε ἴσως πῶς ἐμεῖς ψάχνομε γιά τόν Χριστό. Στήν πραγματικότητα ὅμως ὁ Χριστός τρέχει, ψάχνει νά μᾶς βρεῖ καί νά μᾶς περιμαζεύσει στή Βασιλεία του.

Ἤρθαμε στήν Ἐκκλησία μέ μιά καρδιά. Σάν τούς τέσσερεις πού ἔφεραν τόν παράλυτο στόν Χριστό.

Ἄν προσπαθήσομε νά ἔχομε κέντρο τῆς ζωῆς μας, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἄς ξέρομε ὅτι ὅσο περισσότερο τό ἐπιδιώκομε, τόσο περισσότερο πλησιάζομε τόν Χριστό καί τήν Βασιλεία του. Ἀμήν.-

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration