Ζωηφόρος

Ομιλία εις την παραβολή του Ασώτου υιού, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

Ομιλία εις την παραβολή

του Ασώτου υιού

(Λουκ. 15, 11-32)

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου


Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στόν Ἀμμότοπο στίς 23/2/2003

***

Γιορτάζομε σήμερα

Σήμερα εἶναι «ἡ Κυριακή τοῦ Ἀσώτου».

Βέβαια ὁ «ἄσωτος υἱός», δέν εἶναι ὄνομα γιά νά γιορτάζει κάθε χρόνο αὐτή τήν Κυριακή. Εἶναι μία ἰδιότητα, τήν ὁποία ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν μέσα στήν καρδιά του ὑποτιμᾶ τόν λόγο καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τήν ψυχή, τήν αἰώνια ζωή καί τόν Θεό τόν ἴδιο.

Γιατί ὑποτιμώντας μέσα στόν λογισμό του τόν Θεό, τήν αἰώνια ζωή καί τήν ψυχή, ὅτι δέν εἶναι δά καί σπουδαῖα πράγματα, μιμεῖται τόν ἄσωτο υἱό.

Καί ὡς μιμητής τοῦ ἀσώτου υἱοῦ εἶναι καί αὐτός ἕνας ἄσωτος.

Ὅταν λοιπόν ἔχομε τήν οὐσία, τί τά θέλομε τά ὀνόματα;    Γι’ αὐτό, σήμερα πρέπει νά λέμε «εἰς ἑαυτούς καί ἀλλήλους»: «χρόνια πολλά».

Ἴσως μᾶς κακοφαίνεται ἄν μᾶς πεῖ κάποιος «χρόνια πολλά» τήν σημερινή Κυριακή τοῦ ἀσώτου. Ἀλλά ἀντί νά στενοχωριόμαστε, τό καλύτερο εἶναι νά κάνομε ἐκεῖνο πού ἔκανε στή συνέχεια ὁ ἄσωτος: Αὐτοέλεγχο. Νά προβληματισθοῦμε γιά τήν πορεία μας.

Ξέρετε πιό εἶναι τό παράξενο;

Ἐμᾶς, μᾶς κακοφαίνεται ὅταν μᾶς... «εὔχονται» σήμερα.

Μά ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, λέει γιά τόν ἑαυτό του:

«Ὅταν ἤμουν δεκαεννέα χρονῶν παιδί, ἔγραψα στά παληά μου παπούτσια τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τήν ψυχή καί τήν αἰώνια ζωή. Τά ὑποτίμησα μέσα μου. Ἤθελα νά ἀκολουθήσω διαφορετική ζωή. Τήν ζωή τῆς ἁμαρτίας. Καί ἐνῶ ἔψαχνα γιά τίς ἁμαρτίες, πού εἶναι δυνατό νά κάνει ἕνα νέο παιδί, γιά νά εὐχαριστηθεῖ τή ζωή του, ὅπως νομίζει, σκέφθηκα τί σημασία ἔχει ἡ αἰώνια ζωή. Καί τί κάνουν ἄλλοι γιά τήν αἰώνια ζωή. Καί ἦρθα σέ κατάνυξη.

Κατάνυξη, γλυκειά κατάσταση

Ἔτσι, ἐνῶ ἑτοιμαζόμουν νά ὁρμήσω κάθετα γιά τήν ἁμαρτία καί νά φύγω μακρυά ἀπό τόν Θεό, ἦρθε μέσα στήν ψυχή μου μιά γλυκειά κατάσταση, πού λέγεται κατάνυξη. Καί συναισθάνθηκα, μέσα σ’ αὐτή τήν κατάνυξη, τί εἶμαι ἐγώ καί τί κάνει γιά μᾶς ὁ Θεός. Γιά τήν σωτηρία μας. Καί ἔκανα πίσω.

Πῶς τήν θυμᾶμαι αὐτή τήν μεταστροφή! Δέν τήν ξεχνῶ ποτέ! Γι’ αὐτό σᾶς λέω ἀδελφοί, μή κρίνετε καί μή καταδικάζετε ποτέ κανέναν. Γιατί καί ἐγώ βρέθηκα στό χεῖλος τοῦ τάφου καί τοῦ γκρεμοῦ...

Μή κυττάζετε τόν ἄνθρωπο τότε πού γοητευμένος ἀπό τήν ἁμαρτία, ἐνεργεῖ σάν δαιμονόληπτος.

Δεῖτε τον, στίς καλές του στιγμές. Τότε, πού γονατισμένος μπροστά στό Θεό προσεύχεται καί εἶναι θεόληπτος.

Τότε πού ἔχει μέσα του τόν Θεό».

Ὁ ἄσωτος καί οἱ ἀναρχικοί

Ἀλλά ἄς παρακολουθήσομε τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου.

Ἦταν ἕνα παιδί, πού ζοῦσε κοντά σ’ ἕνα καλό πατέρα καί κοντά σέ ἕνα καλό ἀδελφό. Ὅμως γοητευόταν ἀπό τήν κοσμική ζωή. Φανταζόταν τόν ἑαυτό του νά περνᾶ ὄμορφα, νά γλεντᾶ τή ζωή του, νά τήν χαίρεται, νά τήν ἀπολαμβάνει.

Μά ὅσο πιό πολύ σκεπτόταν πόσο θά μποροῦσε νά γλεντήσει τή ζωή του, καί πῶς, κοντά στόν πατέρα του -πού ἦταν καλός καί αὐστηρός ἄνθρωπος- δέν μποροῦσε νά τό κάνει, ἄφηνε τήν καρδιά του νά μισεῖ τόν πατέρα του καί τό σπίτι τοῦ πατέρα του. Καί ἔψαχνε νά βρεῖ τρόπο νά φύγει ἀπό κοντά του. Τελικά τά κατάφερε. Καί μάλιστα μέ γεμάτη τήν τσέπη μέ τά ἀγαθά τοῦ πατέρα του.

Ἔφυγε λοιπόν, γιά νά ζήσει τή ζωή του.

Τί θά ὀνειρευόταν ἕνα παιδί τῆς ἡλικίας του; Ἐκεῖνα πού τοῦ γαργαλίζουν τά σαρκικά του πάθη. Γι’ αὐτό πῆγε μακρυά, καί ἔφαγε ὅλα ὅσα πῆρε ἀπό τόν πατέρα του μέ τίς πόρνες. Στή χειρότερη καί στήν πιό σιχαμερή ἁμαρτία. Ἁμαρτία πού εἶναι σιχαμερή γιά τόν Θεό καί τούς ἀγγέλους, πρέπει νά εἶναι καί γιά μᾶς.

Ἅμα ἐμεῖς βρίσκομε τά ἔργα τῆς σαρκός γλυκά, τό λάθος εἶναι δικό μας.

Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἄσωτος υἱός σπαταλοῦσε ἔτσι τά χρήματά του, στό τέλος ἄρχισε νά σκέπτεται τί ἔκανε.

Ἄς γυρίσομε στό «σήμερα».

Στήν ἐποχή μας, ὑπάρχει μιά κατηγορία νέων ἀνθρώπων πού λέγονται ἀναρχικοί. Σ’ ὅλο τόν κόσμο, οἱ ἀναρχικοί εἶναι νέα παιδιά, πού φαντάζονται ὅτι χωρίς τόν Θεό καί χωρίς σεβασμό σέ κανένα, θά πάει καλύτερα ἡ ζωή τους. Γι’ αὐτό, βρίζουν τά πάντα.

Καί ὁ ὁ ἄσωτος τήν ἴδια δουλειά θά ἔκανε.

Ὄντας μακρυά ἀπό τόν πατέρα του, τόν ἔβριζε. Ἔβριζε καί τόν Θεό, ἔβριζε τίς ἀρχές τοῦ πατέρα του καί τό σπίτι του. Περιφρονοῦσε τήν αἰώνια ζωή καί τήν ψυχή του. Νά ἡ μόνιμή του ἀπασχόληση.

Δέν εἶναι λοιπόν παράξενο πού γράφουν οἱ ἀναρχικοί:

«Μιά ζωή ὁλόκληρη, τήν ἴδια δουλειά. Καί τί πιά;

Ἄλλη μιά φορά καί ἄλλη μιά φορά· καί τί πιά.

Καλύτερα ἕνα ἄθλιο τέλος, παρά μιά ἄθλια ζωή».

Καί ὁδηγοῦνται πολλές φορές στήν αὐτοκτονία τά παιδιά αὐτά. Γιατί;

Τά ξυλοκέρατα δέν δίνουν εὐτυχία

Εἶναι πολύ ἁπλό. Ὁ Θεός, ἔφτειαξε τόν ἄνθρωπο γιά τόν οὐρανό, νά εἶναι κοντά του. Συνεπῶς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μένει στή γῆ καί κολλάει στή γῆ, δέν χορταίνει. Οὔτε μέ φαγητό, οὔτε μέ κρασί, οὔτε μέ γλέντι, οὔτε μέ χρήματα, οὔτε μέ ὅλες τίς διασκεδάσεις τοῦ κόσμου καί τοῦ ὑποκόσμου.

Τί σημαίνει «δέν χορταίνει»;

Σημαίνει δέν μένει εὐχαριστημένος. Δέν γεμίζει ἡ ψυχή του.

Καί ἀφοῦ δέν γεμίζει ἡ ψυχή του, ψάχνει γιά κάτι περισσότερο. Μά τί περισσότερο νά βρεῖ στή γῆ;

Ἀπό φαΐ, καλό ντύσιμο καί καλοπέραση, ποιός ἔγινε εὐτυχισμένος;

Πόσοι εἶναι πλούσιοι, πού δέν ξέρουν τί ἔχουν καί εἶναι πιό ταλαίπωροι καί πιό δυστυχισμένοι ἀπό τούς φτωχούς. Γιατί;

Γιατί ἡ ψυχή δέν χορταίνει μέ τά ξυλοκέρατα τοῦ κόσμου τούτου. Παράδειγμα:

Κάποιο παιδί γοητεύτηκε ἀπό τά ναρκωτικά. Καί νά τό δένεις, δέν κάνει πίσω. Τά νομίζει τήν μεγαλύτερη εὐτυχία. Μά ὅταν τό δεῖ καί τό καταλάβει ὅτι εἶναι καταστροφή καί ὄχι εὐτυχία, ἀρχίζει νά ζητᾶ ἀποτοξίνωση καί ἀπεξάρτηση.

Ἔτσι καί ἐκεῖνος πού πέφτει σέ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία.

Πάντως, εἶναι μακάριος καί εὐτυχισμένος, ὅταν γυρίσει τό μάτι τῆς ψυχῆς του, μέσα του, γιά νά δεῖ ποῦ κατάντησε καί ποῦ πάει. Γιατί ἄν μείνει στήν ἁμαρτία θά χάσει γιά πάντα τόν Θεό, τήν αἰώνια ζωή καί τήν ψυχή του.

Εἶναι λοιπόν μακάριος ἄν ἀρχίσει νά ζητᾶ τήν ἀπεξάρτηση.

Πνευματική ἀπεξάρτηση

Ἡ ἀπεξάρτηση, λέγεται μετάνοια καί ἐπιστροφή.

Καί ἡ αἴσθηση ὅτι δέν πάω πνευματικά καλά λέγεται κατάνυξη.

Τί εἶναι αὐτό τό αἴσθημα;

Εἶναι ὁ σπόρος τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Μᾶς ἔκανε ὁ Θεός εἰκόνα του καί ὁμοίωσή του. Καί μιά καί εἴμαστε εἰκόνα καί ὁμοίωσή του, δέν μᾶς ταιριάζουν τά γήινα, τά φθαρτά. Δέν γεμίζουν τήν καρδιά μας. Ὅταν τά τρῶμε, μένομε πεινασμένοι γιά πάντα.

Ὁ ἄσωτος υἱός, τά σκέφθηκε ὅλα αὐτά καί ἀποφάσισε:

-Θά ταπεινωθῶ καί θά γυρίσω στόν πατέρα μου.

Ἀλλά μετά ἀπό τέτοια καμώματα, καί τέτοια συμπεριφορά ἀπέναντί του, ποῦ θά πάω;

Καί εἶπε μέσα του:

-Χίλιες φορές προτιμότερο δοῦλος κοντά στόν πατέρα μου, μέ τό ἔλεος τοῦ πατέρα μου, κοντά του πάντως, παρά ἐδῶ πού βρίσκομαι.

Θά πάω καί θά τοῦ πῶ:

«Πατέρα μου, εἶμαι ὁ χειρότερος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου. Δέν εἶμαι ἄξιος νά εἶμαι παιδί σου. Δέξου με ὅπως θέλεις. Κάνε με ὅπως θέλεις. Μόνο πᾶρε με κοντά σου. Νά ζῶ καί ἐγώ σάν ψωμοζήτης κοντά σου».

Ἐνῶ πήγαινε γιά τό πατρικό σπίτι, ὁ πατέρας του τόν εἶδε ἀπό μακρυά. Ἔτρεξε καί τόν ὑποδέχθηκε. Τόν ἔσφιξε στήν ἀγκαλιά του, καί εἶπε: «ὁ υἱός μου οὗτος, νεκρός ἦν καί ἀνέζησε καί ἀπολολώς ἦν καί εὑρέθη».

Καί διάταξε νά γίνει τό μεγαλύτερο γλέντι, πού εἶχε γίνει ποτέ σπίτι του. Γιατί;

Γιατί ὁ Θεός ἔχει ἀπέραντη ἀγάπη γιά μᾶς...

Οἱ γονεῖς μερικές φορές ἔχουν κάποια ἰδιοτέλεια ὅταν ἀγαποῦν τά παιδιά τους. «Θά μέ ζήσουν τά παιδιά μου σάν γεράσω...»

Τά παιδιά πάλι βλέπουν καμιά φορά τόν πατέρα σάν οἰκονομική ἀξία. Σκέπτονται τί θά ὠφεληθοῦν ἀπό τόν πατέρα τους. Λάθος μυαλά! Καμιά ἀντίρρηση.

Μά ὁ Θεός, δέν θέλει καμμιά ὠφέλεια ἀπό μᾶς. Μᾶς ἀγαπᾶ τόσο, ὥστε ἔστειλε τόν Υἱό Του στόν κόσμο, νά ὑποφέρει καί νά σταυρωθεῖ, δηλαδή νά ὑπομείνει τήν χειρότερη ντροπή, γιά τήν σωτηρία μας. Πάνω ἀπό τόν Σταυρό, ἅπλωσε ὁ Κύριος τά χέρια του, γιά νά μᾶς ἀγκαλιάσει ἕναν-ἕναν πού γυρίζομε κοντά του.

Γιά τόν Θεό, δέν εἴμαστε οἰκονομικές μονάδες. Δέν τοῦ προσθέτομε τίποτε. Γιά τόν Θεό εἴμαστε ὅλοι παιδιά του. Μᾶς ἀγαπᾶ, σάν νά εἶχε τόν καθένα μας μοναχοπαίδι· παρότι εἴμαστε δισεκατομμύρια.

Γι’ αὐτό -ὅπως ἀναφέρεται στήν παραβολή τοῦ καλοῦ ποιμένα- ὅταν πλανηθεῖ ἕνα πρόβατο, ἀφήνει τά 99 στό μαντρί καί πάει νά βρεῖ τό χαμένο στά ὄρη.

Καί ἐκείνους πού ψάχνουν νά βροῦν τά πρόβατά του, τούς θεωρεῖ σάν τούς καλύτερους φίλους του. Τούς τιμᾶ περισσότερο ἀπό ὅλους.

Γι’ αὐτό πιό ἅγιοι καί ἔνδοξοι ἄνθρωποι στόν κόσμο, εἶναι οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι. Πού μέ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ γύρισαν ὅλο τόν κόσμο, γιά νά μαζέψουν τά χαμένα του παιδιά στήν αὐλή του. Καί νά τούς ποῦν, ὅτι ὁ Θεός σᾶς ἀγαπᾶ καί δέν σᾶς ἀπορρίπτει ποτέ.

Ἡ μόνιμη ἀπασχόληση

Ὅλα αὐτά νά τά φέρνομε συνεχῶς στό νοῦ μας.

Μήν γοητευόμαστε ἀπό τά ἐπίγεια. Εἶναι λίγα, τιποτένια καί προσωρινά. Δέν εἶναι τίποτε μπροστά στήν αἰώνια ζωή. Ὅλοι θά φύγομε ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Τί θά μείνει; «Ἐπελθών ὁ θάνατος, κλείσανε ὅλα». Τίποτε δέν μένει ἀπό τά ἐπίγεια.

Αὐτό πού μένει εἶναι ἡ ψυχή, ἡ αἰώνια ζωή καί ὁ Θεός.

Ἐκεῖνα δηλαδή, πού κάθε ἄνθρωπος πού φεύγει ἀπό τό σπίτι τοῦ πατέρα του, τά βλασφημεῖ. Καί λέει: «καί τί εἶναι ἡ αἰώνια ζωή; Ποιός τήν εἶδε;» Καί κάτι ἄλλες δαιμονικές ἐξυπνάδες.

Ὅταν σκεπτόμαστε τόν Χριστό καί τήν ἀγάπη του, τότε γεμίζομε κατάνυξη. Ἡ κατάνυξη μᾶς φέρει κοντά στό Θεό.

Λέγει ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ:

«Ὅταν στήν καρδιά μας ἔχομε κατάνυξη, γιατί θυμόμαστε τόν Θεό, ἔχει κατεβεῖ στήν καρδιά μας ὁ Χριστός. Εἶναι μέσα μας. Εἶναι μαζί μας.

Χαρά μου, τί σέ ταλαιπωρεῖ; Τί σέ θλίβει;

Κύτταξε τί Ἐκκλησία ἔχεις μέσα σου. Τί θαυμάσια Ἐκκλησία πού γίνεται ἡ ψυχή μας, ὅταν ἔχομε κατάνυξη. Ναός τοῦ ζῶντος Θεοῦ, καθώς εἶπε ὁ Θεός.

Ἔχεις κατάνυξη; Περπατᾶ μέσα σου ὁ Θεός.

Χαρά, χαρά, χαρά!».

Καί λέγοντας αὐτά ὁ ἅγιος Σεραφείμ, ἔλαμπε τό πρόσωπό του· καί ἡ φωνή του ἦταν γεμάτη γλύκα καί εἰρήνη.

Αὐτά θά ἔπρεπε νά εἶναι ἡ μεγάλη μας μόνιμη ἀπασχόληση. Νά θυμόμαστε τόν Θεό, τήν ψυχή μας καί τήν αἰώνια ζωή. Πῶς νά τά θυμόμαστε;

Μέ κατάνυξη. Τότε πού ἔχομε πάρει τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς πρός τόν Θεό.

Ἄν τά θυμόμαστε μέ καταφρόνηση, τότε γινόμαστε δαιμονόληπτοι.

Λευκά ἄνθη ἐλπίδας

Ἄς τελειώσομε μέ μιά ἱστορία.

Κάποιος νέος, παντρεμένος μέ τρία παιδιά, ἔκανε ἕνα ἔγκλημα καί βρέθηκε στή φυλακή. Ἡ ποινή του, ἰσόβια δεσμά. Ἐκεῖ, στή φυλακή, κατάλαβε τό λάθος του. Χτύπησε τό στῆθος του καί εἶπε:

«Συχώρεσέ με Θεέ μου. Τί μοῦ χρώσταγε αὐτή ἡ γυναίκα, νά μείνει στά 25 της ἔρημη μέ τρία παιδάκια πεντάρφανα. Πῶς θά ζήσουν;».

Ἄλλαξε τακτική καί ἄρχισε νά ζεῖ στή φυλακή ἥσυχα καί ἤρεμα. Μιά μέρα, ἔστειλε μήνυμα στή γυναίκα του:

«Εἶμαι καταδικασμένος σέ ἰσόβια. Μήν ἀσχολεῖσαι μέ μένα. Ἐδῶ θά πεθάνω καί ὅπου θέλουν ἄς μέ πετάξουν. Κύτταξε τόν ἑαυτό σου καί τά παιδιά».

Περίμενε, ἀλλά ἀπάντηση δέν πῆρε.

Μετά 30 χρόνια, μέ ἐνέργειες τοῦ Διευθυντῆ πῆρε χάρη. Ὅταν τοῦ τό ἀνήγγειλαν εἶπε:

-Τί νά τήν κάνω; Ποῦ νά πάω; Τώρα πιά γέρασα.

Γράφει λοιπόν ἄλλο γράμμα στή γυναίκα του. Τῆς λέει:

«Μοῦ δόθηκε χάρη. Εἶμαι ἐλεύθερος. Δέν ἔχω κανέναν στόν κόσμο. Ὅλη μου τήν ζωή τήν πέρασα κάνοντας τήν σκέψη τί κακό ἔκανα σέ σένα καί στά παιδιά. Δέν τολμῶ νά φαντασθῶ ὅτι μέ θέλετε. Ἀλλά δέν ξέρω καί ποῦ ἀλλοῦ νά πάω.

Σέ παρακαλῶ, ἄν μέ θέλετε κοντά σας, κρέμασε στό δένδρο πού εἶναι ἔξω ἀπό τό χωριό, στό τάδε σημεῖο, ἕνα ἄσπρο μαντῆλι. Θά περάσω ἀπό κεῖ. Ἄν δῶ τό μαντῆλι, θά ἔρθω στό σπίτι. Διαφορετικά θά κάνω μεταβολή. Θά πάω, ὅπου μέ ὁδηγήσει ὁ Θεός».

Ἦρθε ἡ ὥρα καί πλησίασε στό χωριό μέ πόδια πού ἔτρεμαν καί ἡ καρδιά του ἔσπαζε ἀπό ἀγωνία. Ὅταν ἔφτασε κοντά, βλέπει τό δένδρο νἆναι γεμᾶτο ἄσπρα μανδήλια. Σάν νά ἦταν φορτωμένο μέ ἄσπρα λουλούδια.

Πῆρε θάρρος καί τράβηξε γιά τό σπίτι.

Ὅταν πλησίασε εἶδε τήν γυναίκα του, πού καί αὐτή εἶχε ἀσπρίσει καί τρεῖς λεβέντες νά τρέχουν καί νά τόν ἀγκαλιάζουν. Ἡ ψυχή του γέμισε χαρά καί εἰρήνη.

Πόσο τόν κατανοοῦμε!

Μά ἡ ἀγάπη ἡ δική μας, καί ἡ συγχώρηση ἡ δική μας, δέν εἶναι τίποτε μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ Ἐπουράνιου Πατέρα μας.

Καί ἄν ἡ γυναίκα γέμισε τό δένδρο μέ ἄσπρα μανδήλια, γιά νά τοῦ ποῦν «σέ περιμένομε», ὁ Χριστός γέμισε ὅλο τόν κόσμο μέ μαντήλια, πού μᾶς θυμίζουν ὅτι μᾶς προσκαλεῖ νά γυρίσομε στό σπίτι του.

Τά μαντήλια εἶναι: οἱ Ἐκκλησίες, οἱ εἰκόνες, οἱ ἅγιοι, ὁ λόγος του. Πού μᾶς φωνάζουν:

-Σκέψου καί πᾶρε τήν ἀπόφαση:

«Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου. Ἡ θέση μου εἶναι κοντά του».

Ζωή χωρίς τόν Πατέρα μας, δέν πρέπει οὔτε νά τήν διανοούμαστε οὔτε νά τήν καταλαβαίνομε.

Νά μᾶς φωτίσει ὁ Κύριος νά ἐμβαθύνομε στό ὡραῖο καί βαθύ νόημα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ.

Νά θυμόμαστε, ὅτι καί μεῖς κάποια στιγμή στή ζωή μας καταφρονήσαμε καί ὑποτιμήσαμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί ἄν μᾶς ἄφηνε νά κολλήσομε σ’ αὐτή τήν κατάσταση, θά εἴμαστε γιά τήν ἀπώλεια, γιά τήν καταστροφή. Μόνοι μας πᾶμε στά σκουπίδια τῆς αἰωνιότητος χωρίς τήν πίστη στό Θεό.

Ἄς παρακαλέσομε τόν Κύριο νά μᾶς συνετίζει καί νά γεμίζει τή ζωή μας μέ τήν παρουσία Του. Ἀμήν.-

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration