Ζωηφόρος

Ομιλία εις το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΖ΄ Κυριακής του Ματθαίου που αναφέρεται στην Χαναναία, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου,

Ομιλία εις το ευαγγελικό ανάγνωσμα

της ΙΖ΄ Κυριακής του Ματθαίου

που αναφέρεται στην Χαναναία

(Ματ. 15, 21-28)

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου

Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου


Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στόν Ἅγιο Σπυρίδωνα στίς 2/2/2006

Ἔχει σύνορα ὁ Θεός;

            Κάθε Κυριακή, στήν Ἐκκλησία, ἔχομε ἀνάμεσά μας τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, πού ὄχι μόνο μᾶς δίνει νά φᾶμε γιά εὐλογία καί ἁγιασμό μας τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του, ἀλλά ἐπιπλέον μᾶς διδάσκει μέ τό Εὐαγγέλιό Του.

            Ἀκούσαμε σήμερα, ὅτι ὁ Χριστός βγῆκε ἔξω ἀπό τά σύνορα τῶν Ἑβραίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πῆγε σέ δυό πόλεις ξένες. Στήν Τύρο καί στήν Σιδώνα. Ἐκεῖ, τόν συνάντησε μιά εἰδωλολάτρισσα γυναίκα, πού εἶχε ἕνα μεγάλο πρόβλημα:

            Ἡ κόρη της ἦταν δαιμονισμένη.

            Ἡ πονεμένη μάνα, ἔτρεξε στόν Χριστό καί τοῦ φώναζε συνεχῶς νά τήν βοηθήσει. Προφανῶς, εἶχε ἀκούσει ὅτι ἔχει τήν δύναμη νά κάνει θαύματα. Νά θεραπεύει ἀρρώστους, νά διώχνει δαιμόνια, νά ἀνοίγει τά μάτια τυφλῶν, νά ἀνασταίνει νεκρούς. Τί τοῦ ἔλεγε;

            -Ἰησοῦ, υἱέ τοῦ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Λυπήσου μέ. Ἡ κόρη μου εἶναι δαιμονισμένη.

            Τί μᾶς λένε τά λόγια αὐτά;

            Ἄς προσέξομε πρῶτα ὅτι ἀκούσαμε... Γιατί;

            Διότι, μέ ὅλα ὅσα κάνει ὁ Χριστός, τό φῶς τοῦ κόσμου, μᾶς φωτίζει. Μᾶς ἀνοίγει τά μάτια. Χωρίς τό φῶς τοῦ Χριστοῦ νομίζομε ὅτι βλέπομε, ἀλλά δέν βλέπομε τίποτε, δέν ξέρομε τίποτε καί δέν καταλαβαίνομε τίποτε.

            Βγῆκε ὁ Χριστός ἔξω ἀπό τά σύνορα...

            Σύνορα γιά τόν Θεό δέν ὑπάρχουν.

            Τά σύνορα τά βάζουν οἱ ἄνθρωποι. Στά χωράφια τους· στά σπίτια τους· στά κράτη τους. Οἱ ἄνθρωποι διαιροῦν. Οἱ ἄνθρωποι χωρίζουν. Οἱ ἄνθρωποι τσακώνονται γι’ αὐτά τά πράγματα.

            Ὁ Θεός ἀνήκει σέ ὅλους. Ὅλους τούς ἔχει παιδιά Του.

            Δέν χωρίζει. Ἑνώνει. Εἰρηνοποιεῖ. Καί ψάχνει νά μᾶς βρεῖ, νά μᾶς φέρει ὅλους στήν Ἐκκλησία Του.

            Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἑνώνει.

Ἐκκλησία: τόπος ἐλέους τοῦ Θεοῦ

            Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία;

            Εἶναι ἡ αὐλή τοῦ Θεοῦ. Ὄχι γιά νά μαζεύονται μερικοί ἐκλεκτοί, πού θά βρίζουν τούς ἄλλους, ἐκείνους πού δέν ἔρχονται στήν Ἐκκλησία. Ἀλλά ἔρχονται ἐδῶ, ἐκεῖνοι πού ἔχουν λίγη ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας. Γιά νά παρακαλέσομε ὅλοι μαζί τόν Χριστό καί τόν Πατέρα Του τόν ἄναρχο, νά λυπηθοῦν τόν κόσμο. Καί νά δώσει ὁ Κύριος φωτισμό στούς δικούς μας καί σέ μᾶς, νά ἀφήνομε τά ἔργα τοῦ σκότους.

            Ἄς ἀναφέρομε μερικά τέτοια ἔργα: ναρκωτικά, σαρκικά ἁμαρτήματα, κακίες, ψευδολογίες, ψευδομαρτυρίες, μίση καί τά παρόμοια κακά πού διαλύουν τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνουν σκουπίδι.

            Καί ἐνῶ ἔχει τά μάτια του τά σωματικά ἀνοικτά καί βλέπει πολύ καλά, δέν ἔχει καθόλου ἀνοικτά τά μάτια τῆς ψυχῆς του καί προχωράει, ἀπό καταστροφή σέ καταστροφή.

            Ἤ δέν εἶναι ἔτσι γιά ἐκείνους πού ἁπλώνονται στά ναρκωτικά καί στά ἔργα τοῦ ὑπόκοσμου;

            Καί χειρότερα εἶναι!

            Καλύτερα στραβός, παρά μέ τέτοιο τρόπο ἀνοιχτομάτης ὁ ἄνθρωπος. Ὄχι τόσο γιά τούς ἄλλους, ὅσο γιά τόν ἑαυτό του.

            Λοιπόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ τόπος τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.

            Ὅπου πηγαίνει, ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶναι τόπος τοῦ ἐλέους καί τῆς εὐσπλαγχνίας Του. Ἐρχόμαστε ἐδῶ, ὄχι γιά νά ξεχωρίσομε ἀπό τούς τούς ἄλλους, ἀλλά γιά νά θυμηθοῦμε βαθύτερα τό ἔλεος, τήν καλωσύνη καί τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Χριστοῦ.

            Ὁ Χριστός εἶναι ἀγάπη καί καλωσύνη. Ὅσο πιό πολύ τρέχομε στήν Ἐκκλησία, καί πνευματικά, ἀλλά καί μέ τά πόδια μας, πᾶμε ὅλο καί πιό κοντά στόν ἐπουράνιο Πατέρα μας.

            Καί τόσο πιό καλά εἶναι γιά μᾶς.

Εἶναι ἐρείπιο. Χάλασμα.

            Μά ὑπάρχουν χριστιανοί πού δέν πατοῦν στήν Ἐκκλησία. Μ’ ἄλλα λόγια: Μάτια κλειστά. Καρδιά πάγος. Στό σκοτάδι. Εἶναι νά μή λυπᾶται κανείς; Καί ἐρχόμενος στήν Ἐκκλησία νά μή στενάζει καί νά μή λέει:

            «Ἄνοιξε του Πατέρα μας Ἐπουράνιε, τό φῶς τοῦ κόσμου, τά μάτια τῆς ψυχῆς αὐτοῦ τοῦ ἀδελφοῦ μας. Φώτισέ τον, νά βρεῖ τό δρόμο του»...

            Χριστιανός πού δέν προσεύχεται γιά τούς ἄλλους· χριστιανός πού δέν κηρύττει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ, δέν κατάλαβε οὔτε τί εἶναι ὁ Χριστός, οὔτε τί εἶναι ἡ ζωή, οὔτε τί εἶναι ἡ αἰώνια ζωή.

            Ἄς τό ποῦμε ὁλοκάθαρα: εἶναι ἐρείπιο. Χάλασμα.

            Ἀλλά γι’ αὐτό ἔχομε τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, γιά νά τό μελετοῦμε. Νά ἀνοίγουν ἔτσι τά μάτια τῆς ψυχῆς μας καί νά αὐξάνει ἡ ἐπίγνωση καί ὁ ζῆλος.

Ἐνεργεῖ σάν ἀληθινός Πατέρας

            Ἐνῶ λοιπόν ἡ Χαναναία φωνάζει στόν Χριστό: «Ἐλέησέ με, Υἱέ τοῦ Δαυΐδ», ὁ Χριστός δέν τῆς δίνει καμιά σημασία. Δέν τῆς λέει λέξη. Ἡ στάση αὐτή τοῦ Χριστοῦ μᾶς προκαλεῖ κατάπληξη, γιατί ξέρομε ὅτι εἶναι πολυέλεος.

            Πῶς σιωπᾶ σέ τέτοια δυστυχία; Γιατί κρατᾶ ἀπόσταση; Γιατί ἀδιαφορεῖ; Μήπως δέν τήν δέχεται ἐπειδή εἶναι ἀπό ἄλλο ἔθνος; Αἰσθάνεται καί αὐτός ἐχθρότητα; Δικαιολογούμαστε λοιπόν καί ἐμεῖς νά μισοῦμε τούς λαούς πού μᾶς ἐχθρεύονται; Καί νά μή θέλομε νά μπεῖ στόν Παράδεισο, ἄλλος ἄνθρωπος πλήν τῶν ὁμοεθνῶν μας;

            Θεός φυλάξοι!

            Ἐπιτρέπεται νά ἀποδίδομε ἐχθρότητα καί κακία στό Θεό;

            Τότε τί συμβαίνει; Δηλαδή ὅταν βρεθοῦμε καί ἐμεῖς σέ δύσκολη θέση καί Τόν παρακαλοῦμε, θά σιωπᾶ καί γιά μᾶς;

            Δέν ἔχομε δίκιο. Ὁ Θεός, δέν μένει ἀπέναντί μας ἀδιάφορος, ποτέ. Γιατί εἴμαστε παιδιά Του. Μᾶς ἔπλασε καί μᾶς ἀγαπᾶ. Ἐμεῖς ἀγαπᾶμε ἕνα μικροπραγματάκι πού τό φτειάξαμε ἄψυχο ἀπό χῶμα ἤ ἀπό ὅτι ἄλλο παληοϋλικό. Καί φυσικά χίλιες φορές περισσότερο ἀγαπᾶμε τά παιδιά μας. Τά θυσιάζομε ὅλα γιά τά παιδιά μας. Ὅταν ἔχομε παιδιά αἰσθανόμαστε σάν νά μήν ὑπάρχομε. Οὔτε νά φᾶμε, οὔτε νά πιοῦμε, οὔτε νά ντυθοῦμε, οὔτε νά γλεντήσομε πιά. Ὅλα γιά τά παιδιά. Αὐτό εἶναι ἀνθρωπιά. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται ἔτσι, ἔχει πολύ χαλάσει. Ἄν δηλαδή δέν προσέχει καί δέν θυσιάζει τά πάντα γιά τά παιδιά του.

            Γιατί σιωπᾶ ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μας; Ὄχι γιατί δέν μᾶς ἀγαπᾶ. Μά νά τό ποῦμε ἁπλᾶ. Σάν ἀληθινός Πατέρας, θέλει νά μᾶς ὁδηγήσει πιό βαθειά στό καλό.

            Καί κάτι ἀκόμη. Εἶναι καί πνευματικός μας πατέρας.

            Ὁ πνευματικός πατέρας, ὅταν πάει κάποιος νά ἐξομολογηθεῖ, τόν ἀκούει μέ καλωσύνη καί μετά τοῦ βάζει ἕνα ἐπιτίμιο. Ἅμα δέν κάνεις ἐκεῖνο καί ἐκεῖνο δέν θά κοινωνήσεις ποτέ. Γιατί τοῦ βάζει τό ἐπιτίμιο; Γιά νά διορθωθεῖ ἀπό τό κακό. Ὄχι γιά νά τόν τιμωρήσει. Γιά νά τοῦ ἀνοίξει τήν πόρτα τοῦ Παραδείσου καί τῆς αἰώνιας ζωῆς.

            Νά κάτσει νά σκεφθεῖ ὁ ἐξομολογούμενος.

            Νά φιλοσοφήσει, νά διαβάσει, νά ἀνοίξουν τά μάτια του. Ψυχῆς καί σώματος.

            Νά ξεκλειδωθεῖ ἡ θέλησή του.

            Νά πάψει νά γκρινιάζει καί νά βλέπει τή ζωή μόνο σάρκα, κοιλιά, γλέντι καί σέξ.

            Νά καταλάβει ὅτι ὑπάρχει ψυχή, ἀγάπη, καλωσύνη, αἰώνια ζωή.

            Γι’ αὐτό βάζει ἐπιτίμια ὁ ἐπουράνιος Πατέρας καί οἱ πνευματικοί πατέρες στήν ἐξομολόγηση. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός ἔκανε τόν κουφό. Γιά νά ὁδηγήσει τήν εἰδωλολάτρισσα στήν ἀληθινή θεογνωσία.

            Τό μόνο πού ἤξερε μέχρι τότε ἡ Χαναναία, ἦταν ὅτι ἀγάπαγε τό παιδί της. Τίποτε ἄλλο δέν ἤξερε. Βέβαια, ἤξερε καί φανταζόταν, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀλλά ποιός εἶναι καί τί εἶναι, δέν ἤξερε καθόλου.

            Ἡ Χαναναία, δέχθηκε τό ἐπιτίμιο καί ὁ Χριστός τῆς εἶπε: «Ἡ πίστη σου, σέσωκέ σε».

Διαλέξτε, πληρῶστε, τελειώσατε

            Δηλαδή; Ἡ ἴδια εἶχε τό κλειδί μέσα στήν τσέπη της καί ἄνοιξε τήν πόρτα μέ τήν πίστη της; Λάθος μας. Ἡ πίστη δέν μᾶς παρέχει ὑπηρεσίες τύπου self- service. Αὐτοεξυπηρετεῖσθε! Μπές στό super market πᾶρε μόνος σου ὅτι θέλεις πλήρωσε καί φύγε. Ἤ πατᾶς τά κουμπάκια στό κομπιοῦτερ καί βγαίνει ἐκεῖνο πού θέλεις.

            Ὁ Θεός, θέλει πρῶτα νά καταλάβομε σωστά τόν ἑαυτό μας, τόν κόσμο, τήν ἀγάπη, τόν Θεό, τήν αἰώνια ζωή. Νά ἀνοίξουν τά μάτια μας. Μετά μᾶς εὐεργετεῖ. Ὅταν εἴμαστε πιά ἄξιοι. Χρονοδιάγραμμα στό Θεό μέ τήν προσευχή μας, δέν βάζομε.

            Πονᾶς καί φωνάζεις:

            -Λυπήσου με, Θεέ μου.

            Πότε;

            -Τώρα. Πονάω!

            Δέν μπορεῖς νά βάλλεις χρονοδιάγραμμα στό Θεό. Οὔτε νά τόν διατάξεις. Εἶναι μεγαλύτερος. Καί σοφότερος. Ἔχει πολλή ἀγάπη καί στοργή. Ξέρει τό συμφέρον σου, καλύτερα ἀπό σένα. Τό θέλημά σου νά τό ἐπιβάλλεις στό Θεό δέν μπορεῖς. Κανένας δέν τό μπορεῖ. Ὁ Θεός μέ τήν καλωσύνη Του δίνει σέ ὅλους ἐκεῖνο πού πρέπει.

            Ἐμεῖς, ἔχομε χρέος κάθε μέρα νά ρωτᾶμε τόν ἑαυτό μας:

            -Στέκω καλά ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ; Εἶναι ἀρκετά αὐτά πού λέω στήν προσευχή μου; Εἶναι ἀρκετά ἐκεῖνα πού κάνω; Εἶναι ἀρκετή ἡ ἀγάπη πού ἔχω γιά τούς τούς ἄλλους;

            Ἔτσι προχωρᾶμε στό καλό.

            Ὅταν λοιπόν φώναζε ἡ Χαναναία, πῆγαν οἱ ἀπόστολοι στόν Χριστό καί τοῦ εἶπαν:

            -Ἀμάν Χριστέ μου, δέν ἀκοῦς; Μᾶς ξεκούφανε! Ἀπόλυσον αὐτήν. Κάνε την νά φύγει. Θά ρεζιλευτοῦμε μ’ αὐτή τήν γυναίκα. Ὅλος ὁ κόσμος ξέρει πῶς εἶσαι πολυεύσπλαγχνος καί ἐδῶ πέρα ἔγινες πάγος. «Ἀπόλυσον αὐτήν. Κράζει ὄπισθεν ἡμῶν». Ἀκούει ὁ κόσμος.

            Φοβήθηκαν οἱ ἀπόστολοι μήπως χαλάσει τό image (= ἡ βιτρίνα) τους. Ἡ εἰκόνα πού θά ἔχει ὁ κόσμος γι’ Αὐτόν. Ἀλλά ὁ Χριστός ψάχνοντας γιά τό καλό τῆς Χαναναίας, δέν φοβήθηκε μήπως χαλάσει ἡ ὑπόληψή Του. Ὅπως κάνουν καί οἱ καλοί πατεράδες ὅταν τιμωροῦν παιδαγωγικά τά παιδιά τους, στερώντας τους κάτι, καί οἱ παπᾶδες ὅταν βάζουν στόν κόσμο ἐπιτίμια.

            Ὁ Θεός θέλει νά μᾶς βοηθήσει, νά ὡριμάσομε πνευματικά. Νά γίνομε σωστοί χριστιανοί. Νά δοῦμε τά ἔσω καί τά ἄνω. Τά αἰώνια. Αὐτή εἶναι ἡ ὡριμότητα. Μέσα ἀπό τά προβλήματα τῆς καθημερινότητος, τῆς ὑγείας μας καί ἐκείνων πού μᾶς συμβαίνουν, μᾶς ὁδηγεῖ στό νά ἀποκτήσομε ἐπίγνωση. Πίστη ἀληθινή, ἀγάπη ἀληθινή, ἐλπίδα ἀληθινή.

            Καί γιά νά βοηθήσει ὁ Χριστός τήν Χαναναία, τῆς εἶπε μερικά λόγια σκληρά. Ποιά;

            -Δέν εἶναι καλό πράγμα, νά πάρει κανείς τό ψωμί τῶν παιδιῶν του καί νά τό πετάξει στά σκυλιά.

            Ἄν εἴμαστε στή θέση της, τί θά λέγαμε; Ὥστε σκυλί εἶμαι ἐγώ; Δέν εἶμαι ἄνθρωπος; Καί θά ἀρχίζαμε νά «γαυγίζομε». Καί ἐνῶ θά «γαυγίζαμε», θά παραπονιόμαστε γιατί μᾶς εἶπε σκυλιά.

Δές πού εἶσαι. Ἄλλαξε δρόμο

            Ὁ Θεός, οὔτε βιάζεται, οὔτε συγκινεῖται ἀπό ἀνοησίες.

            Ὅπως δέν βιάζεται καί δέν συγκινεῖται ὁ στοργικός πατέρας, ἀπό τίς ἀνοησίες τῶν παιδιῶν του. Ἀλλά τά παιδαγωγεῖ συστηματικά, γιά νά βάλλουν μυαλό καί νά γίνουν καλοί ἄνθρωποι.

            Δέν μπαίνει ὁ Θεός στό δικό μας μοτίβο. Μᾶς βάζει στό δικό Του. Αὐτό εἶναι ἡ σωτηρία. Μᾶς ὁδηγεῖ νά προχωροῦμε ὅπως ἐκεῖνος ξέρει. Μᾶς σταματᾶ, ἐκεῖ πού Ἐκεῖνος θέλει. Καί μᾶς σπρώχνει συνεχῶς πρός τό καλύτερο.

            Ὅταν ὁ Χριστός εἶπε:

            -Δέν θά δώσω τό ψωμί τῶν παιδιῶν μου στά σκυλιά, ἡ Χαναναία τοῦ ἀπάντησε:

            –Ναί, Κύριε, καί τά σκυλάκια τρῶνε κάτι ἀπό ἐκεῖνο πού περισσεύει ἀπό τά παιδιά.

            Γιατί τῆς εἶπε αὐτό τό λόγο ὁ Χριστός;

            Γιατί ἤθελε νά τήν κάνει νά καταλάβει, ὅτι ὄντας ἐκεῖνο πού ἦταν –εἰδωλολάτρισσα- δέν βάδιζε καλά.

            Ἐπιτρέπεται γιά παράδειγμα, σύ χριστιανός, νά πεῖς ποτέ σέ μουσουλμᾶνο ὅτι βαδίζει καλά; Μά ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύει στόν Χριστό.

            Ἅμα τοῦ τό πεῖς ἀδελφέ, ἀρνήθηκες τόν Χριστό καί ἔσπρωξες τόν ἄνθρωπο νά πέσει στό σκοτάδι. Γιατί ἐξίσωσες ἕναν ἄνθρωπο καί μάλιστα πλανεμένο, τόν Μωάμεθ, μέ τόν Κύριον τῆς Δόξης τόν Χριστό.

            Ἀναφέρεται στό βίο τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Νικολάου τοῦ ἐν Χίῳ*:

            Ὅταν ὁ Νικόλαος ὁμολόγησε ὅτι «ἐγώ εἶμαι χριστιανός», οἱ Τοῦρκοι, ἀπείλησαν νά σφάξουν ὅλους τούς χριστιανούς τοῦ χωριοῦ του. Καί πῆγε ὁ παπᾶς τοῦ χωριοῦ καί τοῦ λέει:

            -Νίκο παιδάκι μου, ἄκουσες τί εἶπαν αὐτοί οἱ βάρβαροι; Θά μᾶς σφάξουν ὅλους ἅμα σύ δέν ἀρνηθεῖς τόν Χριστό. Ἀρνήσου τον, νά ζήσουμε καί μεῖς, γιά νά ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει Χριστός καί Ἐκκλησία σ’ αὐτόν τόν τόπο. Τί ὠφέλεια νά μᾶς σφάξουν ὅλους μας;

            Ἀκούοντας ὁ Νικόλαος τοῦτα τά δαιμονικά λόγια, ἄνοιξε τό στόμα του καί ἔφτυσε τόν παπᾶ στό πρόσωπο λέγοντάς του:

            -Παπᾶς εἶσαι σύ; Μέ συμβουλεύεις νά προδώσω τήν πίστη μου, ἀντί νά μέ διδάσκεις νά τήν φυλάξω ἕως θανάτου;

Νά μπαίνομε στό νόημα

            Ὁ Χριστός ἤθελε νά δώσει στήν Χαναναία νά καταλάβει, ὅτι ἡ πορεία γιά τήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ καί γιά τήν ἀλήθεια, στό μυαλό, στήν καρδιά, στά χέρια, στό σῶμα μας καί σ’ ὁλόκληρο τόν ἑαυτό μας, εἶναι ἱερό καί μεγάλο πράγμα.

            Καί ὅταν αὐτή ὁμολόγησε: «τό καταλαβαίνω Κύριε, τίποτε δέν ἔχω, καί δοξάζω τόν Θεό πού βρέθηκες κοντά μας καί εἶμαι πρόθυμη νά ὑπομείνω ὅλα ὅσα πεῖς», ὁ Χριστός τήν ἐπαίνεσε.

            Γιατί ὁ ἄνθρωπος πρῶτα θυσιάζει κάτι ἀπό τήν τσέπη του, μετά θυσιάζει κάτι ἀπό τά συναισθήματά του καί τέλος-τέλος μέ χίλια ζόρια δέχεται νά τόν ὑποτιμήσεις ἔστω καί μιά τρίχα.

            Προτιμᾶ νά καεῖ τό σπίτι του, παρά νά κατεβάσει τήν γνώμη του λίγο παρακάτω. Ἔτσι μᾶς κάνει ὁ ἐγωισμός. Γι’ αὐτό ἐκείνη πού εἶπε: «Ναί, Κύριε, ἕνα ψιχουλάκι, σάν σκυλάκι σου γυρεύω», ἔδειξε ὅτι εἶχε καταλάβει πολλά πράγματα...

            Τῆς εἶπε ὁ Χριστός:

            -Ὤ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστη! Εἶσαι σέ σωστή πορεία. Γενηθήτω σοι, ὡς θέλεις. Καί γιατρεύτηκε ἡ κόρη της, ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα.

            Ἄς προσέξομε: Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού φαίνονται κοντά στόν Χριστό, μά εἶναι ψυχικά πολύ μακρυά. Καί ἄλλοι φαίνονται νά εἶναι μακρυά, μά μπορεῖ νά εἶναι καλύτεροι. Γιατί πορεύονται μέ συνέπεια, κατά συνείδηση καί ἀγωνίζονται πολύ, νά εἶναι εὐάρεστοι στόν Χριστό.

            Λέει ἕνας ἅγιος:

            «Καλύτερα νά εἶσαι καλός χριστιανός, καί νά μή τό δείχνεις, παρά νά τό δείχνεις, καί νά μήν εἶσαι».

            Τήν πρώτη φορά ὁ Θεός σ’ ἀγαπᾶ περισσότερο.

            Ἡ συνάντηση τῆς Χαναναίας μέ τόν Χριστό, εἶναι τόσο ὡραία!

            Μά καί ὅλο τό Εὐαγγέλιο εἶναι ὑπέροχο.

            Ὅποιος δέν τό διαβάζει, ἀδικεῖ τόν ἑαυτό του.

            Ὅποιος τό διαβάζει, βλέπει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ.

            Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός, νά κατανοοῦμε μέσα ἀπό τό φῶς Του, τό νόημα τοῦ πόνου καί ὅλων τῶν γεγονότων πού ἔχουν νά κάνουν μέ τήν ὑγεία καί τή ζωή μας.

            Καί τά γεγονότα αὐτά νά γίνονται αἰτία γιά μεγαλύτερη συνειδητοποίηση τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπίγειας πορείας μας. Ἀμήν.-

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration