Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ομιλία στην αγία μεγαλομάρτυρα Αικατερίνη, του π. Μελετίου Καλαμαρά

Ἤρθαμε ἐδῶ γιά τήν γιορτή, παράλληλα ἤρθαμε ἐδῶ γιά ἕνα τραπέζι.

 

            Ὄχι βέβαια σάν ἐκεῖνο πού κάνομε στό σπίτι μας. Λίγο διαφορετικό. Ἤρθαμε νά γεμίσομε ὄχι τήν κοιλιά μας, ἀλλά τήν καρδιά μας μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί μέ τό παράδειγμα τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης, τήν ὁποία τιμᾶμε.

            Νά τήν ὁραματιστοῦμε. Νά ἰδοῦμε τήν πορεία της πρός τόν Χριστό. Νά χορτάσει ἡ ψυχή μας ἀπό τό παράδειγμά της, ἀφοῦ καί ἐμεῖς, γι' αὐτό ἤλθαμε ἐδῶ στήν Ἐκκλησία ἐπειδή ψάχνομε γιά τόν Χριστό. Καί νά πορευθοῦμε ὀπίσω της στά ἀχνάρια τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης κατά τό δυνατό. Κατά τά μέτρα μας. Ἐκείνη πολύ, ἐμεῖς λίγο. Ἀλλά ὅτι καί νά κάνομε θά εἶναι ὠφέλεια γιά μᾶς μεγάλη.

            Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Μᾶς ἐκάλεσε ὁ Χριστός. Ἤλθαμε καί βρισκόμαστε στήν Ἐκκλησία ἀνταποκρινόμενοι στήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ. Νοερά μέσα μας. Μέ τό Πνεῦμα του τό Ἅγιο. Μέ τόν ἄγγελο φύλακα ἀπεσταλμένο του, μίλησε στήν καρδιά μας καί μᾶς εἶπε: «Πηγαίνετε, πηγαίνετε. Ὑπάρχει ὠφέλεια. Ὁ Χριστός προσφέρει πράγματα πολλά».

            Ἀπό πού μᾶς κάλεσε;

            Ὅπως τό λέει καί ἡ παραβολή, ἀπό τάς τριόδους, ἀπό τά σοκάκια. Δηλαδή ἀπό ἐκεῖ πού βρισκόμαστε ὁ καθένας. Δέν βρισκόμαστε ἴσως σωματικά στά σοκάκια, ἀλλά πνευματικά μπορεῖ νά εἴμαστε καί χειρότερα ἀπό τά σοκάκια. Ἀπό ὅποια κατάσταση καί ἄν βρισκόμαστε, ὁ Χριστός μᾶς ξυπνάει μέ τήν δική του κλήση καί μᾶς λέει: «Ξεκινεῖστε νά κάνετε κάτι περισσότερο γιά τήν εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ὠφέλεια καί γιά τήν σωτηρία σας».

            Καί ἐμεῖς ἀκούσαμε καί ἤρθαμε. Τί ἤρθαμε νά κάνομε; Νά ἀκούσομε τόν λόγο του. Νά πάρομε εὐλογία. Νά αἰσθανθοῦμε ὅτι ἁπλώθηκε τό χέρι του, ἀπό ἐπάνω ἀπό τόν οὐρανό καί μᾶς ἄγγιξε γιά νά θεραπευθοῦμε. Καί σωματικά καί ψυχικά καί διανοητικά. Καί προπαντός πνευματικά· νά μᾶς θεραπεύσει ἀπό τήν λέρα καί ἀπό τήν λέπρα τῆς ἁμαρτίας. Ἀπό τά λάθη μας καί ἀπό τά πάθη μας.

            Ποιά λάθη καί πάθη;

            Ἡ ἀπάντηση εἶναι: Ζωή, σκέψη, αἰσθήματα, ὅλα ἐμεῖς τά στρέφομε γύρω ἀπό τόν ἑαυτό μας.

            Αὐτό εἶναι λάθος;

            Λάθος. Στραβωμάρα εἶναι. Κακό. Ὄχι μόνο ἁπλῶς κακό ἀλλά λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες: «Τό νά εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, σκέψη, αἰσθήματα, σῶμα, διάθεση, ὅλα γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, σημαίνει ὅτι βρίσκεται εἰς τά βαθέα τοῦ σατανᾶ».

            Δηλαδή, εἶναι οὐσιαστικά αἰχμαλωτισμένος ἀπό τόν διάβολο.

            Γιατί ἀδελφοί μου; Νά τό ἰδοῦμε. Γιατί λέει ἡ Ἁγία Γραφή, ὅτι ὁ διάβολος ἀπ'  ἀρχῆς, δηλαδή πρίν ἀκόμη φτειάξει ὁ Θεός τόν κόσμο, πρίν ἀκόμη, ἀπ'  ἀρχῆς, πρίν κάνει ὁ Θεός ἀρχή νά φτειάξει τόν κόσμο, ὁ διάβολος, εἶχε στό κακό τό νοῦ του. Ἄγγελος ἦταν καί κοίταζε τόν ἑαυτό του.

            Δέν γύριζε τά μάτια του νά δεῖ τόν Θεό καί τούς ἄλλους ἀγγέλους νά ὠφεληθεῖ, ἀλλά ὅπως θά λέγαμε σήμερα, ἐκοίταζε τόν ἑαυτό του στόν καθρέφτη καί ἐκαμάρωνε. Καί ὅσο τόν κοίταζε καί τόν καμάρωνε, τόσο περισσότερο γινόταν φίλαυτος, κόλλησε στόν ἑαυτό του καί δέν μπόρεσε ἀπό κεῖ καί πέρα ποτέ νά ξεκολλήσει ἀπό τόν ἑαυτό του. Γιατί;

            Γιατί τά πάθη ἀδελφοί μου, τό ξέρομε ὅλα δημιουργοῦν μιά ὑποδούλωση.

            Τό καταλαβαίνομε καλά ὅταν θυμηθοῦμε τό κρασάκι, τό τσιγαράκι, τά ναρκωτικά. Καί κάτι ἀλλά πράγματα. Παθαίνομε μιά τέτοια ὑποδούλωση, ξεχνᾶμε καί πατέρα καί μητέρα καί παιδιά καί ἀδελφούς καί ἀδελφές. Τά πάντα. Καί τί θυμόμαστε; Μόνο τόν ἑαυτό μας καί τό πάθος μας. Κακό πράγμα νά εἶναι κανείς κλεισμένος στόν ἑαυτό του, νά συγκεντρώνεται (φίλαυτα) στόν ἑαυτό του, νά ἔχει τόν νοῦ του στόν ἑαυτό του καί ὄχι στό Θεό.

            Τό φοβερότερο σκεπτικό στόν ἄνθρωπο, τό πιό ἀπαίσιο, τό πιό διαλυτικό εἶναι νά λέει: «Γιατί νά εἶναι ὁ Θεός κέντρο τῆς ζωῆς μου καί ὄχι τό ἐγώ μου; Γιατί; Ἐγώ πρέπει νά κοιτάζω τόν ἑαυτό μου».

            Καί κλειδώνεται ὁ ἄνθρωπος στόν ἑαυτό του. Καί ἀπό τήν στιγμή πού κλειδώνεται στόν ἑαυτό του καί φυλακίζεται, ξέρετε μέ τί μοιάζει ἀδελφοί μου;

            Μέ ἕνα δωμάτιο, πού εἶναι κλειδωμένο, κλειστό, σκοταδιασμένο. Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ἅμα τό ἀνοίξει, θά τό βρεῖ γεμάτο μούχλα, μαζί μέ τό σκοτάδι. Μούχλα καί τό πιθανότερο καί κατσαρίδες.

            Ἔτσι καταντάει καί ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου πού ἀπομονώνεται καί κλειδώνεται στόν ἑαυτό του. Στό πάθος τοῦ διαβόλου.

            Τί ἦταν ὁ διάβολος; Ἀρχάγγελος.

            Ἔξυπνος; Πολύ.

            Ἅγιος; Πολύ. Πόσο πολύ; Σάν τόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ καί ὅλους τούς ἄλλους ἀγγέλους.

            Καί ἐπειδή κλειδώθηκε στόν ἑαυτό του, πῆγε τόσο χαμηλά, πού χειρότερο κακό, δέν μπορεῖ νά φτάσει ἄνθρωπος, ἀπό ἐκεῖνο στό ὁποῖο κατάντησε ὁ ἐκπεσών μεγάλος ἄγγελος. Ὁ ἐκπεσών χερουβίμ.

            Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Ὅλες οἱ βρῶμες τῆς φύσης, εἴτε ἀπό ψοφίμι, εἴτε ἀπό κακή μυρουδιά ζώου, εἴτε ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο, γίνονται ἀνεκτές καί ὑποφέρονται. Ἡ δυσωδία τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀπουσίας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό χειρότερο κακό πού μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά φανταστεῖ καί στό ὁποῖο νά καταντήσει.

            Καί ὅποιος σιγά-σιγά καταντάει νά τήν χαίρεται αὐτή τήν μυρωδιά, κατάπτωση, καταντάει σάν τήν χελώνα καί σάν τό σαλιγκάρι. Ἅμα τό τσιγκλίσεις γιά νά βγεῖ παραέξω, ἀντί νά βγεῖ, μπαίνει πιό μέσα καί δέν κουνιέται, δέν μπορεῖ νά τοῦ κάνεις ἀπολύτως τίποτε. Ἡ κάθε ἐνόχληση, τό κάνει νά κλείνεται μέσ΄ στό καύκαλό του.

            Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη ὅταν ἦταν κοσμική κοπέλλα, εἶχε ἕνα ὅραμα. Νά γίνει μεγάλη. Γι’ αὐτό διάβαζε πολλά. Ἔμαθε πολλά. Ἔγινε πάνσοφη. Ἀνθρώπινα πάνσοφη. Παρότι ἦταν κοπέλλα, μέ τίς σπουδές καί τίς μελέτες πού εἶχε κάνει, μέ τίς πλάτες τοῦ μπαμπᾶ της, ἦταν πάνσοφη.

            Τό «πάνσοφη» εἶναι καί κατά τήν ἀνθρώπινη μόρφωση καί κατά τήν μόρφωση πού ἀπόκτησε στή συνέχεια, τήν θεϊκή.

            Ἐφρόντισε νά εἶναι τεχνίτισσα, εἰς τήν ἐπικοινωνία. Τί σημαίνει τεχνίτισσα εἰς τήν ἐπικοινωνία;

            Ὅταν ἐπικοινωνοῦσε μέ κάποιον ἄλλο ἄνθρωπο, νά ξέρει νά τόν κάνει τοῦ χεριοῦ της. Ἔξυπνη κοπέλλα. Μέ τί τρόπο; Εὐγενέστατο. Εὐγενέστατο. Τόν ἔβαζε στήν τσέπη της τόν κάθε ἄνθρωπο. Παράλληλα ἦταν πολύ ὡραία καί ὄμορφη κοπέλλα. Καί πολύ σεμνή κοπέλλα.

            Πῶς ὅμως ὁ Θεός, ὁ πάνσοφος Θεός, πού προσπαθεῖ νά μᾶς φέρει σέ λογαριασμο, γιά νά μᾶς σώσει, ἔσωσε τήν Αἰκατερίνα;

            Τῆς ἔδειξε ἕνα ὅραμα. Βλέπει ξαφνικά μπροστά της ἡ Αἰκατερίνη, σ’ αὐτή τήν κατάσταση τήν πνευματική πού εἴπαμε, πού δέν ἔβλεπε τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τόν ἑαυτό της, βλέπει μπροστά της, τήν Παναγία νά κρατάει τόν Χριστό στήν ἀγκαλιά της. Καί λέει ἡ Παναγία στόν Χριστό:

            -Βλέπεις Υἱέ μου, τήν δούλη σου Αἰκατερίνη τί ὄμορφο κορίτσι πού εἶναι;

            Ἀπαντάει ὁ Χριστός:

            -Καθόλου ὄμορφη, μητέρα. Εἶναι ἄσχημη.

            -Μά εἶναι σοφή.

            -Ἀνόητη εἶναι. Καθόλου σοφή. Καμιά ἐξυπνάδα καί σοφία δέν ἔχει.

            -Εἶναι εὐγενέστατη.

            -Ἀγενέστατη εἶναι. Παληανθρωπίστικη εἶναι ἡ συμπεριφορά της, λέει ὁ Χριστός.

            Ὅτι ἔλεγε ἡ Παναγία, ὁ Χριστός τά ἀνέτρεψε.

            -Ψέματα εἶναι αὐτά. Ἔξω (ἐξωτερικά). Φᾶτε μάτια ψάρια, κοιλιά περίδρομος. Μέσα τίποτε.

            Γιά τόν ἑαυτό της καί γιά τήν αἰώνια ζωή, τίποτε.

            Καί ἡ ἁγία Αἰκατερίνη πού εἶχε τήν ἰδέα ὅτι εἶναι τό κέντρο τοῦ κόσμου, ἔπεσε πού λέμε ἀπό τά σύνεφα.

            Τί γίνεται δωπέρα; Σκέφτηκε. Τί εἶναι αὐτά;

            Καί ἄρχισε νά ψάχνεται. Καί ὅσο ψαχνόταν, τόσο ψάχνει νά βρεῖ κάποιον ἄνθρωπο πού θά τῆς ἐξηγήσει, σημαίνει τάχα αὐτό τό ὅραμα;

            Καί ἔπεσε σέ κάποιον καλό παπά, γράφει ὁ βίος της, πού τῆς ἔξήγησε ὅτι ὑπάρχει ἕνα κάλλος ἐξωτερικό καί ἕνα κάλλος ἐσωτερικό.

            Ὑπάρχει μιά σοφία ἀνθρώπινη, διανοητική τοῦ νοῦ, καί ὑπάρχει καί μιά σοφία ἐσωτερική.

            Καί ὑπάρχει καί μιά συμπεριφορά εὐγενέστατη ἀλλά ἐγωκεντρική γιά νά κάνει τούς ἄλλους νά λένε: «Πώ, πώ, πώ, (τί εἶναι αὐτή!..)

            Καί περισσότερα ἀπό αὐτό τό «Πώ, πώ, πώ..» δέν τήν ἐνδιαφέρει (καί δέν τόν ἐνδιαφέρει τόν ἄνθρωπο) οὔτε νά χαμογελάσει, οὔτε νά κάνει τίποτε.

            Καί ὑπάρχει εὐγένεια τοῦ Θεοῦ πού ἀγαπάει εἰλικρινά καί θέλει νά ταπεινώνεται ὁ ἴδιος, γιά νά βοηθήσει τόν ἄλλο. Αὐτό τό δεύτερο εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἀνθρωπιᾶς. Καί σιγά-σιγά, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου δούλου τοῦ Θεοῦ, ἔπιασε τόπο. Καί ἡ ἁγία Αἰκατερίνη ἡ μέχρι τότε ἐγωκεντρική κοπέλλα, ἄρχισε νά πετάει κάτι ἀπό τόν ἑαυτό της καί νά μαζεύεται.

            Ποτέ ἀρχίζει νά μαζεύεται ὁ ἄνθρωπος;

            Ἡ ἀπάντηση εἶναι: Ὅταν ἀρχίσει νά καταλαβαίνει ὅτι κάτι πάει στραβά καί μετά ὅταν στρέφεται πρός τόν Θεό καί λέει: «Φώτισέ με Θεέ μου. Ἅπλωσε τό χέρι σου. Πιάσε με ἀπό τό χέρι μου. Τράβα με πρός τό μέρος σου. Ὁδήγησέ με, Θεέ μου νά ἔλθω κοντά σου».

            Αὐτό ἔκανε λοιπόν ἡ ἁγία Αἰκατερίνη.

            Εἴπαμε προηγουμένως, ἤρθαμε ἐδῶ νά φᾶμε. Νά φᾶμε ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τό φωτεινό παράδειγμα τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης. Νά τήν γεμίσομε τήν κοιλιά μας πρέπει· καλά. Νά φᾶμε γιά μερικές ἡμέρες ἄν μή καί γιά μῆνες καί γιά χρόνια. Ποτέ τρῶμε γιά χρόνια ἀδελφοί μου;

            Θυμᾶστε, ἡ γκαμήλα ἔχει ἀπό πάνω ἕναν ὗβο (καμπούρα), ἐπάνω στήν πλάτη της. Τό γεμίζει λίπος. Μπορεῖ νά μείνει, μῆνες ὁλόκληρους νηστική καί φτάνει ἐκεῖνο γιά νά τρέφεται. Ἔχει αὐτή τήν ἀντοχή. Νά περάσει ἔρημο ὁλόκληρη. Ἕνα μήνα νά περπατάει καί νά τρέφεται μέ κεῖνο τό λίπος πού εἶχε βάλει πάνω στήν πλάτη της. Ἔτσι χρειάζεται καί ἐμεῖς. Νά βάζομε καί νά τό ἀποθηκεύομε ὄχι στήν πλάτη μας, νά φαίνεται πρήσιμο, ἀλλά μέσα στήν καρδιά μας.

            Γιά νά τό φτάσομε ὅπως εἴπαμε πρός τά ἐκεῖ χρειαζόμαστε νά κάνομε μιά στροφή. Νά γυρίσομε νά κοιτάξομε μέσα μας. Πρῶτα εἴπαμε ἡ ἁγία Αἰκατερίνη κοίταζε ἔξω, τόν καθρέφτη. Ἤθελε νά δεῖ τί γνώμη ἔχει ὁ καθρέφτης γι’ αὐτήν καί ὁ ἄλλος καθρέφτης ὁ νοητός, οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τί λένε γι’ αὐτή.

            Νά μήν ἐξαρτώμαστε ἀπό αὐτό, ἀλλά νά κοιτάξομε μέσα μας νά καταλάβομε τί σκέπτεται καί τί λέει γιά μᾶς ὁ Θεός. Ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια. Γιατί διαφορετικά καταντᾶμε, ἅμα συγκεντρωνόμαστε στόν ἑαυτό μας, κινδυνεύομε νά καταντήσομε «κλωνοποιημένοι ἀδελφοί τοῦ διαβόλου». Κλωνοποιημένα ἀδελφάκια τοῦ διαβόλου. Ὅταν κοιτάζομε μόνο τόν ἑαυτό μας, γινόμαστε κλωνοποιημένα ἀδελφάκια τοῦ διαβόλου. Τό χειρότερο κακό πού μποροῦμε νά πάθομε.

            Ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ γιά νά προσφέρει τόν ἑαυτό του γιά μᾶς. Εἶπε καί χίλια-δυό λόγια. Τό Εὐαγγέλιο εἶναι γεμάτο. Ἕνα παράδειγμα, ὁ ἑαυτός του ὁλόκληρος. Κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, γιά νά σώσει ἐμᾶς. Ἀπό ἀγάπη.

            Ὅλη του τή ζωή μᾶς ὑπηρετοῦσε. Στό τέλος σταυρώθηκε γιά μᾶς. Τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιό δυνατό, ἀπό ὅλη τήν Ἁγία Γραφή. Καί μᾶς λέει, τό πρῶτο πού πρέπει νά φροντίσομε νά ἔχομε, εἶναι ὄχι γύρισμα πρός τόν ἑαυτό μας, ἀλλά γύρισμα πρός τούς ἄλλους. Πρός τόν Θεό μέ ἀγάπη, μέ τήν καρδιά μας, πρός τόν πλησίον, πρός τόν ἀδελφό μας, πρός τήν ἀδελφή μας, πρός τήν μητέρα μας, πρός τά παιδιά μας, πρός τούς γνωστούς μας, πρός τούς συγγενεῖς μας.

            Ἔτσι γίνεται ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου.

            Ἔτσι ξεκίνησε καί ἡ ἁγία Αἰκατερίνη καί ἔτσι ἔψαχνε ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, μέ τήν βοήθεια τοῦ παπᾶ, νά ξεχωρίσει τά πράγματα καλά.

            Καί στό τέλος, τί ἔγινε;

            Εἶδε πάλι ἡ ἁγία Αἰκατερίνη τήν Παναγία νά κρατάει τόν Χριστό στήν ἀγκαλιά της.

            Ἡ Παναγία ἄρχισε πάλι τά ἴδια λόγια, γιά νά διδαχθοῦμε. Γιατί ἡ Παναγία εἶναι γεμάτη καλωσύνη.

            -Υἱέ μου, τήν βλέπεις τήν δούλη σου τήν Αἰκατερίνη, πόσο εἶναι ὄμορφη;

            -Ναί, Μητέρα. Ὄμορφη εἶναι τώρα.

            -Τήν βλέπεις πόσο εἶναι σοφή;

            -Ναί, Μητέρα. Εἶναι σοφή κοπέλλα τώρα.

            -Τήν βλέπεις πόσο εἶναι εὐγενική;

            -Ναί, Μητέρα. Εὐγενέστατη εἶναι. Γεμάτη καλωσύνη.

            Εἶχε ἀλλάξει ἡ ἁγία Αἰκατερίνη. Τί εἶχε γίνει;

            Εἶχε γίνει δούλη τοῦ Θεοῦ. Εἶχε βάλει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μέσα στήν καρδιά της. Εἶχε πιά πόθο της νά συμμορφώσει τόν ἑαυτό της, τόν τόν ἐσωτερικό της ἑαυτό· νοῦ, σκέψη καί πράξη μέ τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νά γίνει δούλη του.

            Καί ἔγινε ὄχι μόνο δούλη του, ὥστε νά ἀξιωθεῖ νά πάει κοντά του στόν Παράδεισο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός στή Μητέρα του: «Ναί, μητέρα καί τώρα θά τήν κάνω νύφη μου. Θά τήν πάρω μαζί μου γιά πάντα».... Ἀλλά ἔγινε ἀκόμη εὐεργέτης ὅλου τοῦ κόσμου. Τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλο τόν κόσμο.

            Καί τό ἔχομε χαρά μας καί καύχημά μας, νά ἔχομε ἔστω καί μιά εἰκόνα της, νά μᾶς θυμίζει τήν ἁγία Αἰκατερίνη, διότι τέτοια παραδείγματα, ὅσο πιό πολύ τά ἔχει κανείς στό νοῦ του, τόσο περισσότερο χορταίνει καί ἁγιάζεται.

            Ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους μουσικούς τοῦ κόσμου ἦταν ὁ Μότσαρτ. Ἦταν αὐστριακός. Ὁ Μότσαρτ, πέθανε σέ ἡλικία 35 ἐτῶν. Πίσω του, ἄφησε ἕναν γυιό, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν ἀσχολήθηκε μέ τήν μουσική.

            Ὅταν λοιπόν πέρασαν μερικά χρόνια καί κεῖνος εἶχε γίνει ὥριμος ἄνθρωπος, μεγάλοι θιασῶτες τῆς μουσικῆς τοῦ Μότσαρτ, τρέχαν νά «προσκυνήσουν» τό σπίτι του, νά τό δοῦν σάν ἀξιοθέατο κτλ. Καί ἀνεζήτησαν τούς συγγενεῖς του. Γιά νά τούς ἀκουμπήσουν νά πάρουν καί αὐτοί χάρη μουσικῆς. Ἔτσι τό παθαίνουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Ἔχομε μερικές φορές, τέτοιες ἀνθρωπολατρικές διαθέσεις.

            Ἐπῆγε λοιπόν ἕνας ἐπισκέπτης καί βρῆκε τόν γυιό τοῦ Μότσαρτ, γιά τόν ὁποῖο φανταζόταν ὅτι θά δεῖ ἕνα μεγάλο μουσικό πνεῦμα, μιά μουσική ἰδιοφυία, σάν τόν πατέρα του.           Μά ἐκεῖνος δέν καταλάβαινε οὔτε τί σημαίνει νότα.

            Ἀπογοητεύτηκε ὁ ἐπισκέπτης καί τοῦ εἶπε:

            -Μά πῶς τά κατάφερες ἐσύ καί δέν εἶσαι μουσικός. Δέν εἶσαι γυιός ἐκείνου;

            Ἀδελφοί μου. Δέν ἀρκεῖ νά εἶναι κανείς συγγενής κάποιου μεγάλου μόνο ἀπό τά γονίδια. Πρέπει κάνει τήν προσπάθειά του γιά τήν ἀρετή προθυμία του, διάθεσή του, ἀγώνισμά του μακρό καί σταθερό.

            Διαφορετικά ὅπως μᾶς λέει ἡ πείρα, οὔτε τό Δημοτικό βγάζεις, οὔτε σέ Γυμνάσιο πᾶς, οὔτε τέχνη μαθαίνεις, οὔτε τίποτε... Οὔτε νά περπατᾶς δέν μαθαίνεις.

            Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός, νά μήν φανταζόμαστε ὅτι μιά καί γίναμε παιδιά του μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, πήραμε καί τήν ἁγιωσύνη ὅλη. Κινδυνεύομε νά πάθομε πολλές ζημιές, ἄν δέν μοιάσομε τοῦ Πατέρα μας καί τῶν ἁγίων ἀδελφῶν μας, ὅπως εἶναι ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς Αἰκατερίνη πού σήμερα ἑορτάζομε.

            Νά μᾶς ξυπνάει μέ τήν ἁγία κλήση: «Τρέξε, τρέξε στήν Ἐκκλησία, ἐκεῖ θά βρεῖς κάτι καλό νά χορτάσεις. Τό ἔχεις ἀνάγκη».

            Καί ἐμεῖς βέβαια νά κάνομε γιά τήν ψυχή μας, ὅτι καλύτερο μποροῦμε γιατί ὅπως εἶπε ὁ Χριστός: «Τί θά ὠφεληθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἄν περάσει ἀπό τήν γῆ καί δέν πάει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»;

            Πόση εἶναι ἡ ζωή; Ποιός τήν θυμᾶται;

            Μερικούς ἀπό μᾶς πεθαίνοντας, οὔτε τά ἀδέλφια, οὔτε τά παιδιά μας δέν μᾶς θυμοῦνται. Μᾶς ξεχνᾶνε. Τόση εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Τόσο φτωχή.

            Καί σύ θέλεις νά γίνεις τό κέντρο τοῦ κόσμου;

            Κάνε κέντρο σου τόν Θεό, πού εἶναι τό ἀληθινό κέντρο τοῦ κόσμου. Νά σέ κάνει καί ὁ Θεός κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντός του, νά σέ πάρει κοντά του, γιά νά εἶσαι αἰώνια εὐτυχισμένος, νά ἔχεις ἀξία στήν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

ὁμιλία πού ἔγινε στόν Ψαθάκι στίς 24/11/2004.

Σχετικά Άρθρα

©2005-2016 Zoiforos.gr || Σχεδίαση - Ανάπτυξη Lweb.GR