Ζωηφόρος

Στάρετς Βαρσανούφιος, Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως & Πρέβεζης,

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Στάρετς Βαρσανούφιος

Τεύχος Γ' (Εκλεκτές Διηγήσεις και Διδαχές)

Μετάφραση: Άρχιμ. Άλκίσων Μιχαήλ

Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως Πρέβεζα 2008

Ακολουθούν εκτεταμένα αποσπάσματα από το βιβλίο.

Τίτλος πρωτοτύπου: Elder Barsanuphius of Optina by Victor Afanasiev

(Επιλογή αποσπασμάτων από:

Μέρος Ι - The Prime Vita of Elder Barsanuphius

Μέρος ΙΙ - The Life of Elder Barsanuphius

Μέρος ΙΙΙ - Talks with spiritual children)

© St. Herman of Alaska Brotherhood, 2000

Μετάφραση: Άρχμ. Αλκίσων Μιχαήλ

© Για την Ελληνική γλώσσα: Ιερά Μητρόπολις Νικοπόλεως

Έκδοση Α', Πρέβεζα 2008

Εκτύπωση - Βιβλιοδεσία:

Γραφικές Τέχνες «Μέλισσα»

Ασπροβάλτα Θες/νίκης. Τηλ. (23970) 23313

ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ

Κεντρική Διάθεση:

Βιβλιοπωλείο Ιεράς Μητροπόλεως

Εθνικής Αντιστάσεως 105, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ.: (26820) 25847, Fax: (26820) 21073

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.">Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Προλογικό Σημείωμα

Είναι ευχάριστο, ότι λόγια αγίων της περιωπής του οσίου στάρετς Βαρσανουφίου της Όπτινα προσφέρονται στον λαό μας.

O όσιος Βαρσανούφιος είναι ένας από τους σοφώτερους αγίους της Εκκλησίας μας. Ιδίως οι ομιλίες του προκαλούν στις ψυχές σεισμό πού οδηγεί σε μετάνοια και επίγνωση.

O λόγος του είναι γεμάτος σοφία πνευματική. Χρησιμοποιεί παραδείγματα ζωντανά πού αγγίζουν την ψυχή· και προβληματισμούς πού ταρακουνάνε και τον πιο αδιάφορο. Είναι όργανο του αγίου Πνεύματος. Εφάμιλλος των μεγάλων νηπτικών πατέρων μας.

Γι αυτό με χαρά βλέπομε την έκδοση ενός ακόμη τεύχους με υπέροχα παραδείγματα και με πέντε ομιλίες του.

Συγχαίρομε τον πανοσιολ. άρχιμ. κ. Αλκίσωνα Χ. Μιχαήλ για την γλαφυρή μετάφραση και για την προσφορά του αυτή· γλυκασμό και δροσιά για τις ψυχές μας.

Πρέβεζα, 19 Ιανουαρίου 2008

Μνήμη τον οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου

o Ν. Μ.

* Πληροφορίες για την ζωή του Στάρετς Βαρσανονφίου μπορεί ο αναγνώστης να βρει στα βιβλία μας:

  Στάρετς Βαρσανούφιος Α', Βίος και Διδαχές.

  Στάρετς Βαρσανούφιος Β', Υποθήκες προς μοναχούς.

   Ρήματα Ζωής, Ημερολόγιο Όσιου Στάρετς Νίκωνος.

* Με απόφαση της Εκκλησίας της Ρωσσίας ανεκηρύχθη όσιος. Και η μνήμη τον ορίσθη να τελείται στις 8 Φεβρουαρίου.

* Παράλληλα, στις 24 Οκτωβρίου τε­λείται η σύναξη όλων των οσίων γερόντων της Όπτινα.

Α' ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

1. Ένα τραγούδι

Όταν βρισκόμουν ακόμη στον κόσμο, έτυχε κάποτε να βρεθώ σε σπίτι αριστοκρατών. Οι καλε­σμένοι ήσαν πολλοί. Οι συζητήσεις ανούσιες· ανια­ρές· βαρετές. Όλα εστρέφοντο γύρω από το θέα­τρο και τις ειδήσεις της ημέρας. Μερικοί, με όχι τόσο ευγενική ψυχή, έδειχναν ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι. Άλλοι, γεμάτοι πλήξη, άρχισαν το χασμουρητό. Ένας από τους φιλοξενουμένους γύρισε στην κόρη του οικοδεσπότη και της ζήτησε να παίξει κάτι στο πιάνο. Εκείνη, αφού σηκώθη­κε από το κάθισμα της, προχώρησε προς το μέ­ρος του πιάνου. Πω, πω! Μα τί πιάνο ήταν αυτό! Προορισμένο μόνο για κονσέρτο. Ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Το κορίτσι, αφού ακούμπησε τα δάχτυλα του στα πλήκτρα, άρχισε να τραγουδάει: «Ένας άγγελος ανέβαινε στον νυχτερινό ουρανό και ενώ πετούσε, τραγουδούσε απαλά...».

Όλα αυτά έγιναν έξω στην μεγάλη βεράντα του σπιτιού. Από το παράθυρο έβλεπες τον παλαιό αρχοντικό κήπο, να φωτίζεται από το αργυρόχρωμο φεγγάρι. Έρριξα το βλέμμα μου στα πρόσωπα των καλεσμένων. Και εκεί έβλεπα, άλλοτε κατάνυ­ξη, άλλοτε αυτοσυγκέντρωση και άλλοτε βαθειά περισυλλογή.

Ένας από τους καλεσμένους είχε σκεπάσει με τα χέρια του το πρόσωπο του και έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Ποτέ άλλοτε δεν τον είχα ιδεί να κλαίει. Γιατί άραγε; Τον συγκίνησε τόσο πολύ αυτό το τραγούδι; Πιστεύω, πώς τα λόγια του είχαν τέτοια δύναμη, πού για μία στιγμή αποτράβηξαν τους ανθρώπους από την πεζότητα της καθημερινότητας και έστρε­ψαν την προσοχή τους στον Θεό. Στην πηγή του κάθε κάλου. Ο συνθέτης του συγκεκριμμένου τρα­γουδιού είναι ο Λέρμοντωφ. Άνθρωπος αμαρτωλός. Μα και η κοπέλλα πού το τραγουδούσε, δεν ήταν φυσικά κάποια «αγία». Και όμως! Τα λόγια του ποιήματος ενεργούσαν δυνατά στην ψυχή όλων.

Σκέφτηκα: Αν, ένα τραγούδι, με συνθέτη ένα «τέτοιο» άνθρωπο και με εκτελεστή ένα συνηθι­σμένο κορίτσι, έχει τέτοια δύναμη, πού έστω και για λίγο σε πηγαίνει κοντά στον Θεό, τί θα πρέπει να συμβαίνει με μια προσευχή; με έναν ύμνο;

2. Το καλό βιβλίο

Μελετώντας την ματαιότητα του κόσμου, σταδιακά αποσυρόμουν στην μόνωση μου. Σταμάτησα τις επισκέψεις στα αριστοκρατικά σπίτια. Απόφευ­γα τις δεξιώσεις των συναδέλφων μου, πού πάντοτε γίνονταν με δικά μας έξοδα, και πού την διοργά­νωση τους την είχα αναλάβει εγώ. Μερικές φορές συνέβαινε, ενώ κατέβαλλα την συνδρομή μου, δεν έδινα και το «παρών» μου. Και αυτό το έκανα, για να μη δίνω αφορμή σε εκείνους πού ψάχνουν για αφορμή. Έτσι, τον ελεύθερο χρόνο τον αφιέρωνα στην μελέτη, διαβάζοντας σύγχρονη λογοτεχνία.

Κάποια φορά, ένας φίλος μου με έπεισε να διαβάσω το μυθιστόρημα του Σπίλχαγκεν «Από το σκοτάδι στο φως» (Ο Φρ. Σπίλχαγκεν, γερμανός λογοτέχνης του ΙΘ' αιώνα, γο­ήτευε τους ναρόντνικους, αριστερίστικο κίνημα του ιδίου αιώνα με πολύ δυναμική παρουσία στην ζωή της Ρωσσίας τότε). Στο διήγημα αυτό, ο συγ­γραφέας, χρησιμοποιώντας δυνατές (διάβασε κα­λύτερα δαιμονικές) προσωπικότητες, περιγράφει, με ζωηρά χρώματα, τον ελεύθερο έρωτα. Εκφράζει την ελπίδα, πώς μια ημέρα ο κόσμος θα ξυπνήσει «από τον ατιμωτικό λήθαργο, στον όποιον βρίσκε­ται, με την αιματηρή αυγή της επανάστασης».

Ξεκίνησα το διάβασμα. Μα δεν άργησε να μου έλθει ή πλήρης απογοήτευση. Παντού, σε όλες τις σελίδες συναντούσες σκοτάδι. Μόνο σκοτάδι. Ήρωας και ηρωίδα γεμάτοι μελαγχολία. Έλεγα στον εαυτό μου: καλά, και πότε τέλος πάντων θα έρθει το φως; Συνεχίζω το διάβασμα με την ελπίδα μήπως και αδράξω κάποια - ελάχιστη αχτίδα φω­τός. Διαβάζω. Ξαναδιαβάζω. Το πολυπόθητο φως πουθενά! Σε όλες τις σελίδες του βιβλίου κυριαρ­χούσε σκοτάδι. Μόνο σκοτάδι. Δεν άντεξα άλλο! Το πέταξα στην άκρη, χωρίς να το τελειώσω.

Μετά από αυτήν την απογοήτευση, μπαίνο­ντας στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας (πού έτυχε να είναι εκείνος πού μου το δάνεισε) τον βρήκα να κοιμάται επάνω στο γραφείο του. Τράβηξε τότε την προσοχή μου ένα μικρό βιβλια­ράκι ακουμπισμένο σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο γραφείο. Πλησίασα να ιδώ τον τίτλο. Ήταν ο βίος του αγίου Φιλάρετου του Ελεήμονα. Αμέσως μου κίνησε την περιέργεια. Αφού ξύπνησα τον αξιωμα­τικό, -μήπως έλθει κανείς ξαφνικά και τον βρει να κοιμάται και την «πληρώσωμε» και οι δυο μας-, αρπάζω το βιβλίο και τρέχω στον κήπο, οπού θα μπορούσα να το διαβάσω ανενόχλητα.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Έκλαιγα ασταμά­τητα. Και μονολογούσα:

-  Θεέ μου, τί ωραία λόγια είναι αυτά. Όλα φως! Σκοτάδι, πουθενά!

Κάθε λέξη έμπαινε στην καρδιά μου. Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα (γιατί διάβαζα σχετικά γρήγορα) το είχα διαβάσει ολόκληρο.

Όταν το ετελείωσα το επέστρεψα στον κάτο­χο του. Εκείνος, με ένα ερευνητικό μειδίαμα με ερώτησε:

-  Και λοιπόν; Σου άρεσε το βιβλίο;

— Ναί, πάρα πολύ. Το εδιάβασα ολόκληρο-μονορούφι- με μεγάλη ευχαρίστηση. Προσπάθησα να διαβάσω και το δικό σας βιβλίο, εκείνο πού μου προτείνατε. Πώς τον λένε τον συγγραφέα; Σπιελ... Σπιελ... δεν μπορώ να το προφέρω...

-  Σπίλχαγκεν. Και σου άρεσε;

-  Τί να μου αρέσει! Ίσα πού κατάφερα να διαβάσω, με πολύ κόπο, μερικές σελίδες και τίποτα δεν κατάλαβα. Το πέταξα στην άκρη και ησύχασα.

-  Έχεις δίκαιο. Ούτε σε εμένα άρεσε.

-  Τότε γιατί το διάβασες;

-  Κάποιος μου το επρότεινε σαν καλό βιβλίο, πού δεν έπρεπε να χάσω την ευκαιρία να το δια­βάσω. Τελικά κατάλαβα, ότι δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτα.

Και, πράγματι, είχε δίκαιο. Σκέφθηκα, και

είπα στον εαυτό μου: Αλήθεια, τί μπορεί να κάμει η ανάγνωση ενός βιβλίου!

3. Γιατί μας φθονούν τα δαιμόνια;

Κάποτε με είχε επισκεφθεί ένας μεγαλόσχημος μοναχός από το άγιο Όρος. Ήταν 7 το απόγευμα. Έδειχνε άνθρωπο τρομοκρατημένο. Λες και είχε ιδεί φάντασμα. Πράγματι, δεν είχα πέσει και πολύ έξω.

Όπως προχωρούσε η συζήτηση, Ισχυρίζετο πώς οι δαίμονες έχουν την ικανότητα να παρου­σιάζονται στους ανθρώπους ακόμη και αισθητά.

-  Και τους έχετε ιδεί; Τον ερώτησα.

-  Ναί. Ναί. Τους είδα με τα ίδια μου τα μάτια, όπως βλέπω τώρα εσένα. Μετά την θεία λειτουρ­γία γύρισα στο κελλί μου. Είπα να ξαπλώσω για λίγο, μέχρι να σημάνει ή ώρα για φαγητό. Η πόρ­τα του κελλιού μου ήταν κλειστή και κλειδωμένη. Και, να σου, ξαφνικά, βλέπω δύο μαύρες φιγούρες να στέκονται μέσα στο κελλί μου. Από που τάχα μπήκαν; σκέφτηκα. Και άκουσα τον ένα να λέγει στον άλλο: «Έλα, έλα γρήγορα, να τον σκοτώσου­με, τώρα πού είναι μόνος του!» Κατατρομαγμένος ανοίγω διάπλατα τα μάτια, μήπως και ονειρεύομαι. «Μα είναι ξύπνιος», είπε ο άλλος. «Και τί πειράζει; Φέρε το γρήγορα εδώ». Τους είδα να μεταφέρουν ένα τεράστιο σεντόνι. «Γρήγορα ρε, ρίξε το επάνω του. Θα νομίσουν ότι πέθανε από ασφυξία». Στα λόγια αυτά ανασηκώθηκα. Έκαμα τον σταυρό μου και φώναξα, όσο άντεχαν τα πνευμόνια μου:

«Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησε με!»

Την ίδια στιγμή, λες και τους χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, τα δαιμόνια εκτινάχθηκαν στην άλλη άκρη του κελλιού. Αφού επήρα θάρρος, τους ερωτάω:

-  Τί θέλετε από έμενα, ταλαίπωροι; Γιατί τό­σο μίσος εναντίον των χριστιανών;

-   Σάς φθονούμε, γιατί ο Θεός είναι άδικος. Γιατί θέλετε να μας πάρετε την θέση!

-  Τί; Την θέση; Ποια θέση;

-   Βέβαια, τώρα μας κάνεις και τον ανίδεο! Από την μια διαπράττετε ένα σωρό αμαρτίες και από την άλλη τρέχετε κάτω από το «βρωμοπετραχήλι» του παπά. Σάς μουρμουρίζει κάτι λόγια ακα­ταλαβίστικα· και όλα συγχωρούνται και σβήνουν!

-   Και εσείς, άμα το θελήσετε, έχετε την δυνατότητα να σας συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας. Αυτό αρκεί, για να καταλάβετε την προηγούμενη θέση σας, από την όποια ξεπέσατε.

-  Και πώς;

-  Ταπεινωθείτε! Πηγαίνετε, ακόμη και τώρα, μπροστά στην εικόνα του Χρίστου και ζητήστε Του συγγνώμη και άφεση.

-  Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ! Ακούς, τί λέω; Με κανένα τρόπο! Ποτέ! Ποτέ! Ουδέποτε!!!

-  Ε, τότε είστε άξιοι της τύχης σας.

Ω! πόσο αληθινά είναι τα λόγια της αγίας Γραφής: «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Ο υπερήφανος βλέπει τον Θεό σαν αντίπαλο του. Μα και για τον Θεό ο υπερήφανος είναι εχθρός Του. Δηλαδή, ξένος και αποξενωμένος από το έλεος και την αγάπη του Θεού.

Αντίθετα, ό ταπεινός είναι άξιος της χάρης και του ελέους του Θεού. Άξιος να αποκατασταθεί στην προηγούμενη δόξα του.

4. Αρχικά βήματα

Κάποια ημέρα, λαϊκός ακόμη, ενώ διέσχιζα την κεντρική αγορά του Καζάν με τον μοναχό π. Αθανάσιο, εκείνος χαμογέλασε. Τον ερώτησα:

-  Γιατί γελάς, πάτερ;

-  Βλέπεις όλους αυτούς τους ανθρώπους πού τώρα τρέχουν πέρα-δώθε; Μέσα σε 100 χρόνια θα έχουν όλοι πεθάνει. Ακόμη και τα βρέφη πού βλέ­πεις στην αγκαλιά της μητέρας τους.

-   Ναι, το ξέρω. Μα δεν το θεωρώ σωστό συ να γελάς μαζί τους. Δεν μπορούν όλοι να γίνουν μοναχοί!

-  Και συ θα γίνεις μοναχός, είπε.

-  Τώρα μάλιστα. Εγώ καλόγερος! Ούτε πού μου πέρασε ποτέ από το μυαλό.

-   Σε διαβεβαιώνω. Και συ θα γίνεις μονα­χός-

Από τότε, χωρίς ακόμη να το έχω καλά-καλά συνειδητοποιήσει, βάδιζα όλο και πιο κοντά στην εκπλήρωση των προφητικών λόγων του π. Αθα­νασίου....

20. Η υπόθεση του Λέοντος Τολστόη

Στις 22 Φεβρουαρίου 1901 η Ιερά Σύνοδος

της Εκκλησίας της Ρωσσίας είχε αφορίσει τον πε­ρίφημο λογοτέχνη κόμητα Λέοντα Τολστόη για τις αιρετικές - βλάσφημες δοξασίες του.

Στις 28 Οκτωβρίου 1910 προς το απόγευμα ο Λ. Τολστόη κατέφθασε στον ξενώνα της μονής της Όπτινα. Στο χρονικό της Σκήτης αναγράφεται σχετικά το έξης:

Ο μεγάλος λογοτέχνης κόμης Λέων Τολστόη έφτασε στο μοναστήρι της Όπτινα. Κατά την πα­ραμονή του στον ξενώνα ερώτησε τον αρχοντάρη π. Μιχαήλ, εάν η επίσκεψη ενός «αφορισμένου» αποτελούσε πρόβλημα για την αδελφότητα. Έχω έρθει, είπε, με σκοπό να κουβεντιάσω με τους γέ­ροντες σας. Αύριο αναχωρώ για το Σαμορντίνο.

Το απόγευμα επισκέφθηκε το αρχονταρίκι. Το ενδιαφέρον του για το μοναστήρι και τους αδελ­φούς ήταν φανερό. Ιδιαίτερα ενδιαφέρθηκε για την υγεία του π. Ιωσήφ και ρώτησε αν δεχόταν επισκέψεις. Την επομένη βγήκε δυο φορές για πε­ρίπατο. Τον είδαν να κατευθύνεται προς την Σκήτη. Μα ούτε στην Σκήτη μπήκε ούτε τους γέρο­ντες είδε. Στις 3 το απόγευμα αναχώρησε για το Σαμορντίνο. Ο προεστώς αμέσως ενημέρωσε τον επιχώριο επίσκοπο της Καλούγας.

Για την επίσκεψη του στο γυναικείο μοναστή­ρι του Σαμορντίνο έχομε τις εξής πληροφορίες:

Συναντήθηκε με την αδελφή του, μοναχή Μαρία. Στην επικοινωνία του μαζί της ο Τολστόη εκμυστηρεύθηκε τον πόθο της ψυχής του, να ενδυ­θεί το ταπεινό ράσο του μοναχού και να μείνει μια για πάντα στην Όπτινα με την προϋπόθεση να μην τον «ζορίζουν» με τις ακολουθίες. Η αδελ­φή του τον ενημέρωσε, πώς πρώτα θα πρέπει να αποβάλει τις διδασκαλίες του, γιατί οι γέροντες δεν θα του το επιτρέψουν ποτέ να κάνει έργο διδασκαλίας, ούτε σε πατέρες, ούτε σε προσκυ­νητές. Εκείνος της είπε πώς εδώ θα έρθει για να καταταχθεί στην τάξη του μαθητή και όχι του δασκάλου.

Για το Σαμορντίνο είπε καλά λόγια. Μάλιστα εξέφρασε την επιθυμία ότι δεν θα τον ενοχλούσε να κλεινόταν για την υπόλοιπη ζωή του μέσα σε ένα κελλί προετοιμαζόμενος για τον θάνατο. Την επομένη ημέρα είχε προγραμματίσει να επισκεφθεί τους γέροντες. Δεν πρόλαβε. Εντελώς απροσδόκη­τα, ήρθε η κόρη του και τον επήρε μαζί της!

Όταν φτάσανε στον σιδηροδρομικό σταθμό στο Αστάποβο, ο Τολστόη αρρώστησε βαρεία. Η Ιερά Σύνοδος, έχοντας υπόψη της την επιθυμία του κόμητα για συζήτηση με τους γέροντες της Όπτι­να, αρχικά εξουσιοδότησε τον π. Ιωσήφ να τον επισκεφθεί. Επειδή όμως, λόγω υγείας ο π. Ιωσήφ δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει, εστάλη ο π. Βαρσανούφιος. Μόλις ανεχώρησε ο π. Βαρσανούφιος, ο π. Ιωσήφ έστειλε τηλεγράφημα στον διευθυντή του

σιδηροδρομικού σταθμού, θέλοντας να μάθει περισ­σότερες πληροφορίες για τον κόμητα Τολστόη. Η απάντηση πού έλαβε ήταν κατηγορηματική: Ο κό­μης δεν δέχεται καμμία επίσκεψη, από κανένα.

Εν τω μεταξύ ο π. Βαρσανούφιος φθάνοντας στο Αστάποβο με τον νοσοκόμο της μονής π. Πα­ντελεήμονα (μετέπειτα Ιερομάρτυρα) έλαβε μήνυ­μα από την Αλεξάνδρα Λβόβνα - κόρη του Τολ­στόη, πώς ο πατέρας της δεν δέχεται επισκέψεις. Ο π. Βαρσανούφιος της έγραψε επιστολή με την παράκληση να του επιτραπεί να ιδεί τον ετοιμο­θάνατο. Η Αλεξάνδρα αρνήθηκε. Η επιθυμία του πατέρα της, έλεγε, ήταν γι' αυτήν υπόθεση ιερή. Ο π. Βαρσανούφιος της απάντησε:

- Ευχαριστώ την εξοχότητά σας για την επιστολή. Σέβομαι την τοποθέτηση σας, ότι η επιθυμία του πατέρα σας κατέχει την πρώτη θέση στην ζωή σας και ολόκληρης της οικογένειας. Σας πληροφο­ρώ όμως, πώς ο ίδιος ο κόμης εξέφρασε στην αδελ­φή του, θεία σας μοναχή Μαρία, την επιθυμία, να μας ιδεί και να συζητήσωμε· αλλά για κάποιο λόγο η επιθυμία του αυτή δεν πραγματοποιήθηκε τότε.

Η Αλεξάνδρα τελικά αποδείχθηκε ανένδοτη. Ο π. Βαρσανούφιος στο τηλεγράφημα του προς τον επίσκοπο Καλούγας Βενιαμίν έγραφε: Ο κόμης Λέων Τολστόη εκοιμήθη σήμερα 7 Νοεμβρίου στις 6 το πρωί. Απέθανε αμετανόητος. Δεν με εκάλεσαν ούτε στην κηδεία. Επιθυμία του ήταν να μετα­φερθεί η σορός του στην Γιάσναγια Πολιάνα και να ταφή χωρίς καμμία εκκλησιαστική τελετή στον κήπο του κτήματος του.

Με βαρεία καρδιά, έλεγε στην συνέχεια ο π. Βαρσανούφιος, επέστρεψα στην Όπτινα, με το πικρό παράπονο, ότι χάθηκε μια ψυχή μέσα από τα χέρια μου! Άχ, και να το ήξερα. Έφτασε μέχρι την πόρτα μας και κανείς δεν βρέθηκε να τον σπρώξει να μπή μέσα!

Έτσι, οι συγγενείς του στάθηκαν εμπόδιο στο να σβήσει μια για πάντα «ο Τολστοϊσμός», η θρη­σκεία χωρίς Θεό!

Αυτό ήταν, δυστυχώς, το πικρό τέλος του μεγάλου λογοτέχνη κόμητα Λέοντος Τολστόη.

Κάπως διαφορετική ήταν η τύχη του αδελφού του Σεργίου.

Σε όλη του τη ζωή ο Σέργιος ήταν κάτω από την επιρροή του Λέοντος, ο όποιος ασκούσε φοβερή γοητεία επάνω του. Φαίνεται όμως, πώς ο Σέργιος είχε ξεπεράσει τον αδελφό του στην αθεΐα και στην ασέβεια.

Όταν ο Σέργιος έπεσε στο κρεβάτι βαρεία άρρωστος, ζήτησε να ειδοποιήσουν τα αδέλφια του: την μοναχή Μαρία του Σαμορντίνο και τον Λέοντα πού τότε βρισκόταν στην Γιάσναγια Πολιάνα.

Λίγο πριν πεθάνει, μέσα στην ψυχή του συντελείτο μία «αλλοίωση». Κάποια στιγμή γύρισε στον αδελφό του και του είπε:

-Αδελφέ, τί λες, να μεταλάβω;

-Καλά θα έκανες. Όσο πιο γρήγορα, τόσο πιο καλά. Ήταν η απάντηση, πού έδωκε ο Λέων.

Ο ίδιος ο Λέων έδωσε εντολή να φωνάξουν τον ιερέα της ενορίας. Μόλις εξομολογήθη και κοι­νώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, ο Σέργιος πα­ρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του.

Ο Λέων, όταν ακούσε την αδελφή του να λέ­ει ότι χάρηκε πού ο αδελφός της κοινώνησε, γιατί έτσι τουλάχιστο δεν θα είχαν να αντιμετωπίσουν τις γκρίνιες των Ιερέων, οργίστηκε και της έβαλε τις φωνές:

— Μόνο αυτό σε ενδιαφέρει; Δεν έχεις ακόμη καταλάβει τί σημαίνει θεία κοινωνία και εξομολό­γηση;

Στην κηδεία του αδελφού του δεν παραβρέθηκε, γιατί σε αφορισμένο δεν επέτρεπαν την είσοδο στην εκκλησία. Και έτσι έφυγε αμέσως για το σπίτι του.

Η μοναχή Μαρία, όταν γύρισε στο μοναστήρι της, στο Σαμορντίνο, είδε στον ύπνο της κάτι πού κυριολεκτικά την συγκλόνισε:

«Είδα, διηγείται, τον αδελφό μου Λέοντα, να κάθεται ακουμπισμένος στο γραφείο του. Στο πρόσωπο του ήταν ζωγραφισμένη η απελπισία. Το υπόλοιπο δωμάτιο, εκτός από το γραφείο επάνω στο όποιο ήταν τοποθετημένη μία λάμπα, ήταν όλο βυθισμένο στο σκοτάδι. Το σκοτάδι ήταν τόσο πυ­κνό πού νόμιζε κανείς ότι είχε υλοποιηθεί. Και να! Ξαφνικά, βλέπω το ταβάνι να ανοίγει, και από ψη­λά ένα εκτυφλωτικό φως να διοχετεύεται σε όλο το δωμάτιο. Μέσα σ' αυτό το άκτιστο φως, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, με την ίδια μορφή πού Τον βλέ­πομε στην εικόνα του αγίου μάρτυρος Λαυρεντίου του αρχιδιακόνου Ρώμης. Τα πανάχραντα χέρια Του απλώνονταν προς το μέρος του Λέοντος, σαν να ήθελε να πάρει κάτι από τα χέρια του δημίου. Το απερίγραπτο αυτό φως όλο και χυνόταν επάνω στον Λέοντα, μα εκείνος έδειχνε πώς δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Εγώ τότε φώναξα:

- Λέων! Λέων, κύτταξε προς τα επάνω!

Ξαφνικά από πίσω του είδα με φρίκη να ξεχωρίζει η σιλουέτα μιας φιγούρας· από τον φόβο μου άρχισα να τρέμω ολόκληρη. Η φιγούρα αυτή άπλωσε τα χέρια της και κάλυψε τα μάτια του Λέοντος για να μη βλέπει το θαυμαστό εκείνο φως. Εκείνος προσπαθούσε απελπισμένα και μά­ταια, να απομακρύνει τα ξένα χέρια από τα μά­τια του...

Σ' αυτό το σημείο ξύπνησα. Και μόλις πού άνοιξα τα μάτια μου άκουσα μία φωνή πού έλεγε:

«Φως Χρίστου φαίνει πάσι».

21. Γιατί δεν εκκλησιάζεσαι;

Στις μέρες μας είναι γενική διαπίστωση ότι πολλοί άνθρωποι δεν εκκλησιάζονται. Η πιο συνηθισμένη δικαιολογία πού ακούμε είναι πώς δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τα όσα λέγονται, γιατί η γλώσσα πού χρησιμοποιείται στην λατρεία είναι πλέον ακαταλαβίστικη.

Αντί για απάντηση θα αναφερθώ σε μια περίπτωση πού έτυχε να γνωρίσω προσωπικά.

Έτυχε και γνώρισα έναν κοινωνικά καταξιωμένο άνθρωπο, ο οποίος είχε την έξης συνήθεια. Κάθε φορά πού θα πήγαινε εκκλησία, την προηγούμενη ημέρα μάζευε όλα τα μέλη της οικογένειας του στο σαλόνι. Εκεί, ο ίδιος, έπαιρνε κάποιο εκκλησιαστι­κό - λειτουργικό βιβλίο και τους εξηγούσε τα συγεκριμένα τροπάρια πού θα άκουγαν την επομένη ήμερα στην εκκλησία. Το αποτέλεσμα;

Όσοι φυσικά πρόσεχαν σ' αυτά πού τους επεξηγούσε, σε όλη την διάρκεια της ακολουθίας, όχι μόνο παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή τα ψαλλόμενα, αλλά και στέκονταν όρθιοι από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να κουράζονται. Γιατί, με την συμμετοχή τους στην ακολουθία, δεν συνει­δητοποιούσαν πότε περνούσε η ώρα. Τόσο πολύ ήταν απορροφημένοι από την προσευχή.

Αυτό λοιπόν πού μας λείπει είναι λίγη φιλοτιμία, λίγη καλή προσπάθεια να φροντίσωμε να μάθωμε τί λένε τα λόγια των ακολουθιών. Το ίδιο συμβαίνει και στην καθημερινή μας ζωή. Όταν κα­ταπιανόμαστε με μια τέχνη, μια εργασία πού στην αρχή - τί πιο φυσικό - δεν γνωρίζομε, δείχνομε ενδι­αφέρον και ζήλο να την μάθωμε. Και καλά κάνομε. Σάς ερωτώ: δεν είναι κρίμα και αδικία μεγάλη, για τον εαυτό μας, να μη θέλομε να φιλοτιμηθούμε λιγάκι, να μάθωμε αυτό πού είναι, και πρέπει να είναι, για μας ή ζωή μας; ή λατρεία του Θεού;

22. Μήπως είσαι νερόβραστος;

Κάποτε ένας γιατρός πού είχε κλονισθεί η πίστη του στον Θεό, μου έλεγε με παράπονο:

— Πώς είναι δυνατό, πάτερ, να πιστεύει κα­νείς σήμερα στον Θεό, όταν ή σύγχρονη κοινωνία έχει αναγάγει σε ιδεολογία την αθεΐα; Μα και αυτοί πού λένε ότι πιστεύουν στον Θεό, φοβούνται να ανοίξουν το στόμα τους. Τρέμουν μήπως πέ­σουν στην δυσμένεια των μεγάλων. Λιώνουν μπρο­στά στην ειρωνεία και στον χλευασμό! Είναι αυτοί χριστιανοί ή καρικατούρες· ανθρωπάκια της κα­κομοιριάς;

- Έχεις δίκιο, του είπα. Χριστιανός, πού ντρέπεται να ομολογεί στην ζωή του, με λόγια και με έργα, τον Χριστό, ουσιαστικά δεν έχει πι­στέψει. Δεν είναι άξιος να φέρει το Όνομα Του. Είναι άνθρωπος, πού σκέπτεται και συμπεριφέρεται με επίγειους υπολογισμούς. Όποιος δεν έχει το θάρρος να υπερασπιστεί την πίστη του, ανήκει στην κατηγορία εκείνων, για τους οποίους λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο: «Εκείνον πού θα ντραπεί να μιλήσει για Μένα και για τα λόγια Μου, και ο Υιός του ανθρώπου θα τον ντραπεί όταν θα έλθει (την Δευτέρα Παρουσία) με την δόξα του Πατέρα Του και με τους αγίους αγγέλους, να μιλήσει γι' αυτόν» (Μάρκ.8,38). Και ο Χριστός, όταν έλεγε τα λόγια αυτά, φυσικά, δεν αστειευόταν!

Ο άνθρωπος, μας λέει η Αποκάλυψη, οφείλει σε ψυχική διάθεση να είναι ή ψυχρός ή ζεστός.

Και πότε ό άνθρωπος είναι ζεστός; Όταν φλέγεται από την αγάπη του Θεού και αγωνίζεται στην ζωή του να εφαρμόζει τις εντολές και το άγιο θέλημα Του- χωρίς να υπολογίζει την γνώμη του κόσμου, τί θα ειπούν γι' αυτόν. Όταν κριτήριο στην ζωή του έχει μόνο την γνώμη του Χριστού.

Και ψυχρός πότε είναι; Όταν στα πνευματικά θέματα είναι κρύος και αδιάφορος. Στην περίπτω­ση αυτή όμως υπάρχει κάτι το ελπιδοφόρο. Όταν ο λόγος του Θεού, σαν άλλη σπίθα τον ακουμπή­σει, εκεί πού προηγουμένως η διάθεση του ήταν ξερά φρύγανα, τώρα γίνεται όλος φωτιά. Και από εκεί και μετά προχωρεί στον δρόμο του Θεού με σταθερότητα.

Υπάρχει και μία άλλη κατάσταση πολύ επικίνδυνη. Η μέση κατάσταση της χλιαρότητας. Για τον χλιαρό, λέει η Αποκάλυψη, ότι ο Θεός θα τον κάνει εμετό! Και πότε ο άνθρωπος είναι χλιαρός; Όταν έχει αυταρέσκεια. Όταν έχει την εντύπωση ότι είναι καλός άνθρωπος και δεν έχει ανάγκη κανένα! Όταν αισθάνεται ευχαριστημένος

και ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Όταν πιστεύει, πώς βαδίζει σωστά! Έτσι ξεκινάει το πνευματικό κατρακύλισμα! Σαν άλλος φαρισαίος συγκρίνει τον εαυτό του με τους συνανθρώπους του, κακολογώντας και περιφρονώντας όσους δεν έχουν φθάσει στο δικό του πνευματικό επίπεδο! Ο Θεός να μας φυλάει από τέτοιο κατάντημα.

23. Η «προαγωγή»!

Όταν μπήκε στο μυαλό του επισκόπου Σεραφείμ να με διώξει από την Όπτινα βρήκε για δικαιολογία ότι θα έπρεπε πλέον να προαχθώ σε ανώτερη σφαίρα δραστηριότητας, γιατί με την πολύχρονη παραμονή μου στην Σκήτη, έλεγε, κόντευα να καταντήσω «ξυνισμένο ψωμί» για τους αδελφούς. Μα αυτό ακριβώς ήταν και η δική μου επιθυμία, να «ξυνίσω» στην Σκήτη. Γιατί όσο το ψωμί είναι άζυμο, κι όχι ξυνό, δεν είναι κατάλληλο για φαγητό, γιατί είναι άνοστο. Αυτό δεν λέει και η Ευαγγελική παραβολή; «Ή βασιλεία των ουρανών μοιάζει με ζύμη, πού την επήρε μια γυναίκα και την ανακάτεψε σε τρία σάτα (36 κιλά) αλεύρι, πού τελικά ζυμώθηκε όλο» (Ματθ, 13,33)! Η ζύμη, δόξα τω Θεώ, μπήκε στην Σκήτη, μα εγώ ήθελα να «ξυνίσω» εδώ, όπως και οι μεγάλοι γέροντες μας: Λεωνίδας, Μακάριος, Αμβρόσιος, Ανατόλιος, Ίλαρίων... δηλ. να κυριαρχήσω στα πάθη μου. Τελικά όμως, Κύριος οίδε, δεν τα κατάφερα.

Έτσι λοιπόν κατέφθασε η απόφαση της Συνόδου: Ο ιερομόναχος π. Βαρσανούφιος προχειρίζεται αρχιμανδρίτης και ορίζεται ηγούμενος στην Μονή του Σταρο-Γκολούτβιν.

Από που άραγε ήρθε αυτή η προαγωγή;

Κάποιοι είχαν παράπονα εναντίον του αρχιμανδρίτη π. Ξενοφώντα. Του είχαν προσάψει την κατηγορία ότι ήταν υπεύθυνος για την καταστροφή του δάσους. Η Σκήτη παρέμεινε αμέτοχη σε όλη την υπόθεση, γιατί το θέμα αυτό αφορούσε το μοναστήρι. Οι καταγγελίες αποδείχθηκαν τελικά ανυπόστατες. Το δάσος στεκόταν στην θέση του, απείραχτο. Όλη η Σκήτη, όπως ήταν φυσικό, στεκόταν στο πλευρό του π. Ξενοφώντα. Αυτό όμως δεν άρεσε στον «αρχαίο πτερνιστή». Βλέποντας, ο εχθρός, τα σχέδια του να διαλύονται σαν ιστός αράχνης, στράφηκε εναντίον του αμαρτωλού Βαρσανουφίου.

Την διεξαγωγή των ανακρίσεων ανέλαβε ένας δεσπότης από ξένη μητρόπολη. Και ποια παρακαλώ ήταν η καταγγελία; Κάποιοι μοναχοί εξέφρασαν στον δεσπότη το παράπονο ότι αρκετά «ωφελήθηκαν» από τον θεσμό των γερόντων με τελευταίο τον π. Βαρσανούφιο. Και ο δεσπότης, με την πρόφαση ότι ο θεσμός της πνευματικής καθοδογήσης πρέπει να μεταλαμπαδευθεί και σε άλλες περιοχές, απεφάσισε να μεταφέρει τον αμαρτωλό Βαρσανούφιο στην Κολόμνα, σε ένα μοναστήρι από χρόνια εγκαταλελειμμένο.

Τους εκλιπαρούσα να με αφήσουν να παραμείνω στην Σκήτη έστω με την ιδιότητα του απλού μονάχου. Δεν ηθέλησαν. Το αποδέχθηκα σαν θέλημα του Θεού. Και έτσι υπέκυψα στην εντο­λή της Συνόδου, έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι υπακούω στο άγιο θέλημα του Κυρίου. Και να, τώρα είμαι γεμάτος ειρήνη.

24. Δώστε μου πίσω, τον σύζυγο μου!

Ο Λ. ήταν λέκτορας του Πανεπιστημίου Μόσχας. Παρέδιδε μαθήματα αστρονομίας και μαθηματικά. Μελετώντας τις φυσικές επιστήμες και ατενίζοντας το μεγαλείο της δημιουργίας υποκλινόταν μπροστά στην μεγαλωσύνη του Δημιουργού Θεού.

Ένας φίλος του καθηγητής μαζί με την σύζυγο του - διδάκτορα της ιατρικής - γελούσαν εις βάρος του. Ο Λ. είχε το ευτύχημα να έχει καθηγητή τον περίφημο Λέμπεντιεφ. Η σύζυγος του Λ. εργαζόταν σε κλινική. Εκεί ερωτεύθηκε κάποιον καθηγητή. Και έφυγαν για το Παρίσι παίρνοντας μαζί τους και τα παιδιά. Ο Λ. συντετριμμένος από την συμφορά πού τον βρήκε, ήρθε στο μοναστήρι μας να βρει λίγη πα­ρηγοριά στον πόνο του.

Κατά την παραμονή του εδώ αρρώστησε βαρεία από πνευμονία. Ήταν ολοφάνερο ότι βάδιζε ολοταχώς προς το μοιραίο. Του πρότεινα, να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να ενδυθεί το ταπεινό σχήμα των μο­ναχών. Η μεγαλύτερη του θλίψη ήταν ότι, από τότε πού τον εγκατέλειψαν η σύζυγος και τα παιδιά του, δεν είχε λάβει καμμία είδηση για την οικογένεια του. Μετά από την κούρα του σε μοναχό εκοιμήθη. Τώρα βρίσκεται ανάμεσα στις χορείες των αγγέλων.

Δεν πέρασαν μερικοί μήνες από τον θάνατο του και να, μια ημέρα παρουσιάστηκε μια κυρία, πού με τα στριγκλίσματά της αναστάτωσε όλη την Σκήτη:

- Δώστε μου πίσω τον σύζυγο μου! φώναζε.

Στην αρχή δεν κατάλαβα, τί ήθελε. Μετά, υπέθεσα ότι εννοούσε τον Λ. Της είπα, πώς ο σύζυγος της δεν βρίσκεται πια σ αυτόν εδώ τον μάταιο κόσμο αλλά στις χορείες των αγγέλων. Εκνευρισμένη ζήτησε

να ιδεί τον τάφο του. Την ενημέρωσα ότι αυτό πού ζητούσε ήταν αδύνατο, γιατί απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος των γυναικών στην Σκήτη. Εκείνη με ύφος εκατό καρδιναλίων άρχισε να μου προβάλει την προσ­ωπικότητα της:

-   Το ξέρεις, πώς είμαι κάτοχος δώδεκα πτυχίων ξένων γλωσσών; Δεν υπάρχει άνθρωπος στο εξωτερικό πού να μην έχει ακούσει το όνομα μου...

Η ταλαίπωρη, είχε την εντύπωση, πώς τα επιστημονικά της προσόντα θα της άνοιγαν τις πόρτες της Σκήτης. Πόσο όμως έπεσε έξω!

-   Υπάρχει και μία άλλη γλώσσα, πού όπως φαί­νεται δεν την γνωρίζεις, της είπα.

-   Και τί γλώσσα είναι αυτή; ρώτησε ειρωνικά. - Για να την μάθεις θα πρέπει να διαβάσεις την

αγία Γραφή.

Εκείνη δήλωσε, πώς ο σκοπός της εδώ τελείωσε-και ότι θα έφευγε αμέσως για το εξωτερικό, όπου την περίμεναν στο Πανεπιστήμιο της Ελβετίας να δώσει διαλέξεις. Πριν φύγει, της είπα πώς θα ξαναερχόταν ακόμη μία φορά στην Όπτινα· και ότι σε οποιαδήποτε τυχόν αντιξοότητα στην ζωή της βρεθεί, εγώ θα είμαι στην διάθεση της. Εκείνη γέλασε και έφυγε.

Από τότε είχαν περάσει μερικοί μήνες, όταν έλα­βα το πρώτο της γράμμα. Η ζωή της στην Ελβε­τία δεν ήταν και τόσο ιδανική. Ο αγαπημένος της άρπαξε τα παιδιά της και έφυγε σε άλλη χώρα. Με την συμβουλή μου ξεκίνησε να διαβάζει το Ευαγγέ­λιο. Οι απορίες ήσαν πολλές. Για την λύση τους της πρότεινα να έλθει στην Όπτινα. Έμεινε κοντά μας αρκετό διάστημα. Σιγά-σιγά από αδιάφορη και άθεη πού ήταν προηγουμένως, τώρα έγινε μια υποδειγ­ματική χριστιανή. Την τεράστια περιουσία της την μοίρασε όλη στους φτωχούς. Για τον εαυτό της δεν κτράτησε σχεδόν τίποτα.

Είδατε αλλοίωση; Αλλοίωση, πού μόνο η δεξιά του Υψίστου μπορεί να επιφέρει, μέσα από τον ζω­οποιό Του λόγο. «Η γαρ σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστίν» (Α' Κοριν. 3,19).

25. Ο Τούρκος διοικητής, μάρτυρας!

Ένας άλλος κρυμμένος θησαυρός στο κοιμητήριο της Σκήτης είναι και ο μοναχός Νικόλαος, πιο γνωστός στους πατέρες με το υποκοριστικό όνομα «ο Τούρκος», λόγω της προφοράς του και της μελαγχρινής του όψης. Την πραγματική του καταγωγή γνώριζαν μόνο οι πατέρες Αμβρόσιος, Ανατόλιος και η ελαχιστότητά μου, πού είχα το ευτύχημα να είμαι και ο πνευματικός του πατέρας.

Ο Γιουσούφ Όγλού ήταν κάποτε πασάς, στρατηγός και διοικητής των Τουρκικών Δυνάμεων. Ποιος θα το περίμενε ποτέ ότι ένας τέτοιος άνθρωπος θα τελείωνε την ζωή του όχι άπλα στην Ρωσσία, αλλά, σε μοναστήρι σαν μοναχός, και μάλιστα σαν νεομάρτυρας; Πιστεύω ούτε και ο ίδιος.

Κατά την διάρκεια του Ρωσσο - Τούρκικου πολέμου (1853-1856) ήταν διοικητής του Τούρκικου στρατού. Οι Τούρκοι υπέβαλλαν τους αιχμαλώτους σε φρικτά βασανιστήρια. Ο πασάς, πού σαν θεατής παρακολουθούσε από κοντά τα διαδραματιζόμενα, κυριολεκτικά θαύμαζε την αντοχή και την σταθερό­τητα των νεαρών αυτών Ρώσσων στρατιωτών. Ρώτησε να μάθει, γιατί νέα παιδιά προτιμούσαν όχι απλώς να πεθάνουν με ένα τόσο φρικτό θάνατο, αλλά τον δέχονταν με χαρά, - παρά να αρνηθούν την χριστανική τους πίστη, για να χαρούν την ομορφιά της ζωής. Και επειδή φαίνεται, πώς ήταν άνθρωπος με καλή διάθεση, ζήτησε να γνωρίσει καλύτερα την χριστια­νική πίστη.

Το αποτέλεσμα;

Μια ήμερα φώναξε έναν Ορθόδοξο ιερέα και τον εβάπτισε στα κρυφά. Στην συνέχεια έφυγε για την Περσία. Οι Τούρκοι μόλις έμαθαν ότι επρόδωσε το Ισλάμ έψαχναν να τον σκοτώσουν. Τελικά τον συνέ­λαβαν ζωντανό· και με αιχμηρά αντικείμενα - λεπίδες και ξυραφάκια - εχάραξαν σταυρούς σε όλο το μήκος της πλάτης και του στήθους του. Στο τέλος για να τον αποτελειώσουν του τσάκισαν ένα προς ένα όλα τα κόκκαλα. Μέσα σε αυτούς τους φρικτούς πόνους ο Γιουσούφ σωριάστηκε λιπόθυμος. Νομίζοντας τον για νεκρό τον πέταξαν τροφή στα σκυλιά. Ο Κύριος όμως τον προστάτευε. Ανάκτησε τις αισθήσεις του. Από το μέρος εκείνο έτυχε να διαβαίνουν Ρούσσοι έμποροι και τον περιμάζεψαν. Εκείνος τους είπε πώς του επιτέθη­καν ληστές. Από συμπόνια τον έφεραν μαζί τους στον Καύκασο και τον παρέδωκαν σε μια ευσεβή γυναίκα να τον φροντίσει. Έγινε καλά. Άλλα ήταν πλέον αγνώ­ριστος. Σε όλη του την ζωή παρέμεινε διπλωμένος στα δύο. Ντυμένος φτωχικά και με ένα μπαστούνι στο χέρι κατάφερε και πέρασε στην Οδησσό. Από εκεί ταξίδευ­σε σε όλα τα προσκυνήματα της Ρωσσίας μέχρι πού τα βήματα του τον οδήγησαν στην Όπτινα.

Κατά την παραμονή του εδώ αρρώστησε και οι πατέρες τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της Μονής. Επειδή ρωσσικά λίγα ήξερε, ζήτησε να του φέρουν κάποιον πού να μιλάει τα γαλλικά, γιατί ήθελε να εξο­μολογηθεί. Την εποχή αυτή, αν και ζούσα έγκλειστος, κάνοντας υπακοή δέχθηκα να τον εξομολογήσω.

Αφού μου εξιστόρησε όλη του την ζωή, στο τέλος με ύφος αυστηρό, ζήτησε, όσο ακόμη βρισκόταν στην ζωή, να μην εκμυστηρευθώ σε κανένα το παραμικρό γεγονός πού είχε σχέση με την ζωή του. Μέσα σε λίγο χρόνο ανέκτησε την υγεία του και αμέσως μετά έγινε η κούρα του σε μοναχό με το όνομα Νικόλαος.

Ήταν ένας άνθρωπος ασυνήθιστος: πάντοτε σιω­πηλός· ντροπαλός- φιλάσθενος· τους απόφευγε όλους. Σαν άλλος μαγνήτης, σε τραβούσε, χωρίς να το θέλεις, να τον αγαπήσεις. Ποτέ δεν επήγαινε στα κελλιά των πατέρων ούτε την ημέρα· πολύ περισσότερο την νύ­χτα. Αξιώθηκε από τον Θεό, όπως ο όσιος Ανδρέας, να αρπαγεί στον παράδεισο και να ιδεί τα σκηνώματα των δικαίων· σαν αμοιβή για όλα όσα υπέφερε στην ζωή του για τον Χριστό.

Δεν θα το λησμονήσω ποτέ, όταν κάποια ημέρα ενώ περπατούσαμε μαζί, γύρισε και μου είπε:

-   Γέροντα, δεν ακούς κάτι;

-   Όχι! Τίποτα. Τί είναι; Τί ακούς;

-   Δεν ακούς τους αγγέλους να ψάλλουν; Ω, τί ωραία μελωδία! Τί ευτυχία! Τί χαρά!

Εγώ δεν άκουγα τίποτα. Και εκείνος μέσα στην απλότητα του έμεινε κατάπληκτος με την κουφαμάρα μου.

Έζησε στην Σκήτη μόνο δύο χρόνια. Στις 18 Αυ­γούστου 1893, αρρώστησε χωρίς ελπίδα ανάρρωσης. Εκοιμήθη σε ηλικία 65 χρονών. Όταν οι πατέρες ετοίμαζαν το σώμα του για την ταφή βρέθηκαν μπρο­στά σε ένα θέαμα πού έκαμε το αίμα στις φλέβες τους να παγώσει. Όλο του το σώμα ήταν μια πληγή· ακρωτηριασμένο· στιγματισμένο από μαχαιρώματα. Ήταν ένας αληθινός μάρτυρας του Χριστού. Και το πιο παράξενο: μέχρι σήμερα στο μονοπάτι πού οδηγεί

στον τάφο του δεν έχει φυτρώσει ούτε το ελάχιστο χορταράκι! Καθαρό, ελεύθερο στους διαβάτες! Για όσους επιθυμούν να προσκυνήσουν στον τάφο του.

26. Ο Θεός ου μυκτηρίζεται

α. Σε μία συγκέντρωση ενός χωριού, ο ιερέας μαζί με τους ενορίτες του κουβέντιαζαν για την ανα­γκαιότητα να χτίσουν μία αίθουσα για τα παιδιά του κατηχητικού. Ενώ η κουβέντα προχωρούσε ειρηνικά και θετικά, σε συμφωνία, ένας νεαρός, γνωστός για τις αναρχικές του ιδέες και για την γκρίνια του για κάθε καλό έργο, άρχισε να βρίζει Εκκλησία και κλη­ρικούς. Στο λεξιλόγιο του φυσικά δεν παρέλειψε και τον Θεό. Όποτε ένας ηλικιωμένος γέροντας σηκώθηκε επάνω και του λέγει επιτιμητικά:

-   Τί είναι αυτά πού λες, νεαρέ μου; Τί κουβέντες είναι αυτές; Δεν ντρέπεσαι; Δεν φοβάσαι; Πήγαινε γρήγορα να εξομολογηθείς. Μετανόησε για αυτή την φοβερή αμαρτία πού ξεστόμισες, μην πέσει κεραυνός και μας τιμωρήσει όλους για την βρωμερή σου γλώσσα! Πρόσεξε, ταλαίπωρε, γιατί ο Θεός δεν μυκτηρίζεται.

-   Σιγά! Και τί θα μου κάνει ο Θεός σας; Αν ο Θεός σας υπάρχει, πού είναι; Τέτοιες κουβέντες πού είπα, θα έπρεπε μέχρι τώρα να μου έχει κόψει την γλώσσα. Άλλα και την γλώσσα (βγάζοντας την έξω σαν λυσσασμένο σκυλί) την έχω ολόκληρη και το υπόλοι­πο σώμα μου. Βλάκες! Ανόητοι! Επειδή είστε χαζοί γι' αυτό και οι παπάδες και ο κάθε τεμπελάκος και κηφήνας σας εκμεταλλεύονται και σας χορεύουν στο ταψί! Σάς κάνουν ό,τι θέλουν! Ντροπή σας!

-   Πήγαινε γρήγορα να εξομολογηθείς, του είπε ό γέροντας, πριν είναι πολύ αργά! Θα την έχεις άσχη­μα.

Στα λόγια αυτά, ο νεαρός βλάσφημος έφτυσε στο πάτωμα. Και χρησιμοποιώντας χυδαία γλώσσα ξεκίνησε για το σπίτι του γεμάτος οργή.

Ο δρόμος για το σπίτι του διέσχιζε τις γραμμές του τραίνου. Ή από αφηρημάδα - χαμένος στις σκέ­ψεις του, ή γιατί κάτι είχε προσελκύσει την προσοχή του, δεν ακούσε το τραίνο πού πλησίαζε με ιλιγγιώ­δη ταχύτητα. Και πριν καλά - καλά δρασκελίσει την πρώτη ράγα, τον παρέσυρε. Όλα τα βαγόνια πέρα­σαν από επάνω του!

Το σώμα του βρέθηκε αποκεφαλισμένο! Το κεφά­λι, παραμορφωμένο, σε κάποια απόσταση μακριά από το υπόλοιπο σώμα, με την ασυνήθιστα μεγάλη γλώσσα του να κρέμεται έξω - από το πλάι του στόματος!

β. Υπάρχει μία διήγηση για έναν ληστή ο οποίος, μετά από πολλά εγκλήματα ήρθε σε συναίσθηση και μετενόησε. Μετά την εξομολόγηση έτυχε να συναντή­σει στον δρόμο έναν πλούσιο. Μέσα του ξύπνησε το παλαιό του επάγγελμα. Ο διάβολος τον παρώτρυνε: «Δουλειά δεν έχεις και χρήματα δεν έχεις! Πώς θα ζήσεις; Σκότωσε για τελευταία φορά. Και ζήσε την υπόλοιπη ζωή σου ήρεμα και με μετάνοια». Και αφού λοιπόν τον σκότωσε, πήρε το πορτοφόλι του, και κάθισε στην όχθη του πόταμου να μετρήσει τα «λάφυρα» του. Εκεί πού τα μετρούσε βλέπει ένα μπουλούκι από χωριάτες να τρέχουν προς το μέρος του. Εκείνος τρομοκρατήθηκε. Νόμιζε ότι έγινε γνωστό το έγκλημα του και έτρεχαν να τον συλλάβουν. Χωρίς δεύτερη σκέψη το έβαλε στα πόδια. Μα δεν πρόλαβε να ξεμακρύνει. Μια λυσσασμένη αλεπού όρμησε επάνω του και τον κατεσπάραξε.

Ο Θεός είναι οικτίρμων και πολυέλεος. Δεν υπάρχει αμαρτία, πού να νικάει το έλεος του Θεού. Όταν όμως ο άνθρωπος σκέπτεται υστερόβουλα, παροργίζει τον Θεό. Και ο Θεός τον τιμωρεί. Γιατί είναι και δίκαιος.

27. Μάγισσες και μάγια

α. Η ημερομηνία του γάμου, για τα νεαρά παιδιά, ορίστηκε για τον επόμενο μήνα. Οι προετοιμασίες προχωρούσαν πυρετωδώς. Φαινομενικά όλα πήγαιναν καλά. Και όλοι μακάριζαν τα τυχερά παιδιά. Να όμως πού μία φίλη της νύμφης είχε ερωτευθεί τον γαμπρό! Και για να τον κάνει δικό της πρόστρεξε για βοήθεια σε μια μάγισσα. Η μάγισσα για αμοιβή αντί για χρή­ματα της ζήτησε μερικές τρίχες από τα μαλλιά της. Η νεαρή κοπέλλα χωρίς να υποψιαστεί τίποτε συμφώ­νησε. Φεύγοντας, η μάγισσα της είπε: «Πήγαινε και σύντομα ο γαμπρός θα είναι δικός σου!»

Από εκείνη την ημέρα η κοπέλλα εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία να συναντιέται με τον ανυποψίαστο γαμπρό. Δεν χρειάστηκε και πολύ μαεστρία εκ μέρους της, για να τον κερδίσει. Ο γαμπρός παθιασμένος από τον ερωτά της ζήτησε να παντρευτούν το συντομό­τερο. Και μέσα σε ένα μήνα παντρεύτηκαν. Για ένα ολόκληρο χρόνο όλα ήσαν μέλι και γάλα. Η ευτυχία τους όμως αύτη δεν κράτησε για πολύ. Η κοπέλλα χωρίς καμμία αιτία αισθάνθηκε ένα παράξενο γαργάλισμα στον λαιμό της. Οι γιατροί σήκωσαν ψηλά τα χέρια. Δεν μπορούσαν να βρουν άκρη. Ημέρα με την ημέρα η κατάσταση της επιδεινωνόταν. Τώρα έπασχε και από δύσπνοια. Μέσα σε λιγότερο από έξι μήνες πέθανε. Από τί πέθανε; Από τα ίδια της τα μαλλιά πού είχε την ανοησία να τα δώσει στην μάγισσα. Τί κατάλαβε; Τί κέρδισε; Πόσες καρδιές πλήγωσε;

β. Μία 19χρονη κοπέλλα μου γράφει:

«Ένα βράδυ στις 4 το πρωί αισθάνθηκα κάποιον να με ξυπνάει και να μου λέει: «Σήκω γρήγορα επάνω και προσευχήσου γονατιστή». Δεν είχα καλά - καλά γονατίσει μπροστά στην εικόνα του Σωτήρα Χρίστου -το άγιο Μανδήλιο -, όταν άκουσα σε κάποια απόσταση ένα τρομακτικό θόρυβο πού έμοιαζε με νιαουρίσματα γάτας. Ξαφνικά, όλα τα έπιπλα μέσα στο δωμάτιο μου όργισαν να μετακινούνται. Το κρεβάτι να σηκώνεται στον αέρα και μετά να πέφτει με πάταγο στο πάτωμα. Τραπέζι, καρέκλα και γραφείο πήγαιναν πέρα - δώθε! Η ατμόσφαιρα γέμισε από ουρλιαχτά· χειροκροτήματα· σφυρίγματα. Μετά από αρκετή ώρα όλα σταμάτησαν. Την επομένη ημέρα πάλι τα ίδια. Τρομοκρατημένη, εκοιμήθηκα στο δωμάτιο της αδελφής μου».

Την συμβούλευσα να πάρει Μεγάλο Αγιασμό και να ραντίσει τρεις φορές το δωμάτιο της λέγοντας: «Ανάστα ο Θεός, κρίνον την γην...» (Ψαλμ. 67,1). Οι δαιμονικές ενέργειες αμέσως σταμάτησαν.

γ. Αλήθεια, τί ξεπεσμός! Την σημερινή εποχή της επιστήμης να βλέπεις ανθρώπους μορφωμένους πού για να βρουν θεραπεία στην αρρώστια τους καταφεύγουν, όχι στην ιατρική επιστήμη, αλλά σε κάτι αυτοδιαφημιζόμενες «γυναικούλες», ότι δήθεν έχουν ιαματικές ικανότητες! Και με κάτι «επικλήσεις», υπόσχονται θαυμα­τουργικά αποτελέσματα! Γι' αυτές μάλιστα, δεν υπάρχει, λένε, πάθος ανίατο! Ακόμη και σε εκείνα, πού οι γιατροί σηκώνουν τα χέρια, αυτές πίσω δεν κάνουν!

Ελατέ τώρα, αδελφοί μου, να κάνουμε μια ακτι­νογραφία της ζωής μιας τέτοιας «θεραπεύτριας». Την είδατε ποτέ στην εκκλησία; ΠΟΤΕ! Πόσες φορές την είδατε να συμμετέχει στα σω­στικά και αγιαστικά μυστήρια της Εκκλησίας; ΚΑΜΜΙΑ!

Και αν τυχόν για μια στιγμή την έκοψε η άκρη του ματιού σας, αυτό το κάνει με σκοπιμότητα: για να κερδίσει την εμπιστοσύνη σας.

Και όταν ανοίγει το στόμα της, είναι γεμάτο δηλητήριο και κακία. Και ή προσωπική της ζωή δεν είναι και τόσο άμεμπτη.

Και να τώρα το ερώτημα:

Με ποιου την βοήθεια κάνει τις θεραπείες;

Δεν θέλει και πολλή σκέψη. Με του διαβόλου. Οι προσευχές και οι επικλήσεις της γίνονται μόνο για τα μάτια των αφελών. Γιατί, όπως ο ψαράς, για να πιά­σει ψάρια δεν ρίχνει το αγκίστρι στην θάλασσα γυ­μνό, αλλά βάζει στην άκρη του ένα μεζεδάκι-δόλωμα, έτσι και ο διάβολος, για να σε εξαπατήσει, βάζει στην άκρη της -γλώσσας του υπηρέτη του ονόματα αγίων και λόγια προσευχών.

Έχεις μήπως την εντύπωση, πώς ο σατανάς, πού πείραξε τον Κύριο στην έρημο χρησιμοποιώντας λό­για από την αγία Γραφή, θα διστάσει να ειπεί και σε σένα δυο κουβεντούλες (προσευχές) παραπάνω, προκειμένου «να σε βάλει στην τσέπη του»; Αδελφέ, μην είσαι αφελής!

Τέτοιου είδους προσευχές δεν είναι θεάρεστες· είναι διαβολικές. Αυτό εννοεί και ο Δαβίδ, όταν λέει: «η προσευχή αυτού γενέσθω εις αμαρτίαν» (Ψαλμ.108, 7). Δηλαδή. Η τέτοια προσευχή ενός τέτοιου ανθρώ­που, είναι αμαρτία· μετριέται σαν αμαρτία!!! Όχι σωτηρία· όχι θεραπεία.

Ο Θεός να μας λυτρώνει από τέτοιες συμφορές!...

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 08 Αυγούστου 2012 22:05
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration