Ζωηφόρος

«Ο Πατήρ Αρσένιος» - Η Εξομολόγηση

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η Εξομολόγηση

Από το βιβλίο «Ο Πατήρ Αρσένιος»

Έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού

Αργά μια νύχτα ο Σαζίκωφ πήγε να βρει τον π. Αρσένιο. Ήταν φανερά ταραγμένος. Κα­θόταν, σηκωνόταν, στριφογύρι­ζε, μιλούσε μια για το ένα και μια για το άλλο θέμα.

- Πάτερ Αρσένιε, είπε μετά από ώρα. Θέλω να εξομολο­γηθώ! Δεν θ' αργήσει να έρθει το τέλος, και με βαραίνουν αμαρτίες πολλές, πάρα πολλές...

Απέμεναν δυο ώρες ως το εγερτήριο. Αποσύρθηκαν σε μια γωνιά. Ο Σεραφείμ γονά­τισε. Ο π. Αρσένιος έβαλε το χέρι στο κεφάλι του και βυθί­στηκε στην προσευχή.

Πέρασαν μερικά λεπτά. Ο Σεραφείμ ήταν λουσμένος στον ίδρωτα. Αγωνιούσε, ζαλιζόταν, χανόταν... Μιλούσε κοφτά, μπερδεμένα, με μεγάλη δυ­σκολία.

Ο π. Αρσένιος σώπαινε. Δεν τον ρωτούσε, δεν τον βοηθούσε, δεν τον παρηγορούσε. Μόνο άκουγε και προσευχόταν.

Μέσα στο στρατόπεδο είχε εξομολογήσει αρκετούς, πολύ σπάνια όμως γερασμένους βε­τεράνους εγκληματίες. Αυτοί είχαν χάσει όλα τους τα αισθήματα. Η συνείδηση, η αγάπη, η δικαιοσύνη, η πίστη, η ανθρωπιά είχαν νεκρωθεί· είχαν πνιγεί μέσα στο αίμα, τη σκληρότητα, τη διαφθορά. Το παρελθόν, τους τρόμαζε το πα­ρόν, τους απέλπιζε και μέλλον δεν υπήρχε. [...]

Ο Σεραφείμ βασανιζόταν από τις τύψεις. Ήθελε να βά­λει ένα τέρμα σ' αυτόν τον τρό­πο ζωής. Μα δεν μπορούσε να βρει διέξοδο από τον υπόκοσμο προς τον κόσμο, δεν μπορούσε να ξεγλιστρήσει από το σιδε­ρένιο δίχτυ των συντρόφων και συνενόχων, πού ήταν πάντα έτοιμοι να τιμωρήσουν σκληρά κάθε «δειλό», κάθε «προδότη». Και ο καιρός περνούσε...

Η ίδια πάντα ιστορία,  ιστο­ρία πού γνώριζε καλά ο π. Αρσένιος, η ιστορία των εγκληματιών πού γερνούσαν μέσα στην παρανομία - και τι να έκαναν;

Ο Σαζίκωφ έλεγε, έλεγε πολ­λά, μα δεν έκανε εξομολόγηση. Είχε προετοιμαστεί καλά. Έστυψε το μυαλό του· θυμή­θηκε ακόμα και τα πιο μακρι­νά, και τα πιο ασήμαντα περίστατικά της ζωής του· κατέστρωσε ένα σχέδιο. Και τώρα, πού ήρθε η ώρα να εξομολογηθεί, τα έχασε. Πάγωσε. Μπερ­δεύτηκε. Μιλούσε, αλλά τα λό­για του ήταν ανακατωμένα, ο νους του θολωμένος και, πάνω άπ' όλα, η ψυχή του κρύα. Ακό­μα κι όταν κατόρθωσε με πολύ κόπο να βρει την αυτοκυριαρ­χία του και να βάλει σε μια τά­ξη τις σκέψεις του, δεν έκανε παρά μια ξερή αφήγηση γεγο­νότων χωρίς μεταμέλεια, χωρίς συντριβή, χωρίς καμιά ψυχική συμμετοχή.

Ο π. Αρσένιος το έβλεπε και  το κατανοούσε. Το     παρελθόν  του Σαζίκωφ πά­λευε με το παρόν του. Και από την πάλη αυτή θ' άνοιγε ο δρόμος για το μέλλον του.

Έγινε μια μικρή παύση. Ο Σεραφείμ έκλαιγε. Μα η ψυχή του ήταν πάντα το ίδιο παγε­ρή. Ο π. Αρσένιος κατάλαβε ότι χρειαζόταν βοήθεια. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για να επέμβει.

- Για θυμήσου, του είπε, πό­σο σε παρακαλούσε μέσα στο δάσος εκείνη η γυναίκα, πόσο ικέτευε να τη λυπηθείς... Μα εσύ δεν τη λυπήθηκες! Και αργότερα ένιωθες ντροπή και αηδία για τον εαυτό σου...

Ο Σαζίκωφ κεραυνοβολήθη­κε. Μέσα σε μια στιγμή κατά­λαβε: Ο π. Αρσένιος τα ξέρει όλα! Ο π. Αρσένιος τα βλέπει όλα! Δεν υπήρχε λοιπόν λόγος να   ψάχνει  για   λέξεις.   Δεν υπήρχε λόγος να φοβάται ή να ντρέπεται. Θ' άνοιγε απλά την ψυχή του, πού ήταν κιόλας φλογισμέ­νη. Και θ' άφηνε τα πάντα στα χέ­ρια του εξομολόγου και του Θεού. Η εξομολόγηση είχε τελειώσει. Ο Σεραφείμ    ήταν

ακόμα γονατιστός, με το πρό­σωπο λουσμένο στα δάκρυα. Τα είχε πει όλα. Είχε μετανοή­σει για όλα. Και τώρα περίμε­νε. Περίμενε την άφεση ή την καταδίκη.

Ο π. Αρσένιος έσκυψε χαμη­λά. Στο νου του είχε μόνο λό­για προσευχής. Λόγια για τον Σεραφείμ δεν έβρισκε. Μπρο­στά του ήταν ένας άνθρωπος πού εξομολογήθηκε με ειλικρί­νεια, με επίγνωση της αμαρτωλότητάς του, με ψυχική οδύ­νη· μα ήταν συνάμα κι ένας άνθρωπος πού είχε διαπράξει ανατριχιαστικά κακουργήμα­τα, πού είχε σκορπίσει το θά­νατο, τον πόνο, τη συμφορά.

Ο ιερέας Αρσένιος, πού συγ­χωρεί και λύνει τα αμαρτήμα­τα των ανθρώπων στο όνομα του Κυρίου, παλεύει τώρα με τον άνθρωπο Αρσένιο, πού δεν μπορεί να παραβλέψει και να συγχωρήσει μέσα σε μια στιγ­μή τόσα φρικτά εγκλήματα.

«Κύριε και Θεέ μου, δώσε μου φωτισμό για να κατανοήσω και δύναμη για να εκτελέσω το θέλημα Σου! Να δείξω στον Σεραφείμ το δρόμο Σου! Να τον βοηθήσω να συνέλθει, ν' αναγεννηθεί! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε μας και τους δύο, ελέη­σε μας τους αμαρτωλούς!»

Μια μυστική φωνή μίλησε μέσα του, μια φωνή πού τον πληροφόρησε ότι δεν χρειαζό­ταν να πει τίποτα, δεν χρειαζό­ταν καν να βάλει στη ζυγαριά της στενόκαρδης ανθρώπινης δικαιοσύνης τις αμαρτίες ενός βαθιά μετανοημένου ανθρώ­που, πού είχε βρει τον Κύριο.

Σηκώθηκε, έσφιξε στο στήθος του το κεφάλι του Σεραφείμ και είπε:

- Με τη δύναμη και εξουσία πού μου δόθηκε από το Θεό, εγώ, ο ανάξιος ιερεύς Αρσένιος, συγχωρώ και λύνω τα αμαρτή­ματα σου. Από δω και εμπρός να κάνεις το καλό στους ανθρώ­πους, και ο Κύριος θα σε ελεή­σει. Πήγαινε και ζήσε πια ειρηνικά. Ο Θεός θα σου δείξει το δρόμο. Όσο για μένα, θα είμαι παντοτινά κοντά σου, Σεραφείμ!
Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 08 Αυγούστου 2012 22:05
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration