Ζωηφόρος

«Λυχνία» Ιούνιος 2014

Μηνιαίο Περιοδικό Ι. Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης Αρ. Φύλλου 371 «Λυχνία» Ιούνιος 2014

«Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ» του Αρχιμ. Β. Λ.   

«ΤΙ ΒΛΕΠΟΥΜΕ;» του Ἀρχιμ. Ν. Κ.

«ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ» του Πρωτ. Δ. Μ.

«ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΛΩΣΣΩΔΗΣ!» του Ἀρχιμ. Π. Ἀ

 

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

            Πενήντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάστασή Του ὁ Κύριος, ἔστειλε στούς μαθητές του τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα.

            Ἔπρεπε νά ἔλθει; Ὁ Κύριος λέγει:

            «Σᾶς συμφέρει ἐγώ νά φύγω· γιατί ἄν δέν φύγω Ἐγώ, ὁ Παράκλητος δέν θά ἔλθει σέ σᾶς· ἐάν Ἐγώ φύγω καί πάω (στόν Πατέρα), τότε θά σᾶς Τόν στείλω» (Ἰωάν. 16,7).

            Δέν μᾶς ἄφησε, λοιπόν, ὁ Κύριος ὀρφανούς. Ἀφοῦ Ἐκεῖνος τό ἔργο τό ὁποῖο τοῦ ἀνέθεσε ὁ Πατέρας Του, τό ἐτελείωσε, ἔπρεπε νά πάει ἐκεῖ πού ἦταν πρίν τήν ἐνανθρώπησή Του. «Τετέλεσται» ἦταν ἡ τελευταία Του λέξη ἐπάνω στό σταυρό.

            Καί τήν «ἡμέρα τήν μεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς, ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» κατέρχεται στούς μαθητές, στόν καθένα ξεχωριστά, τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί ἐκεῖνοι γίνονται μέλη τοῦ «σώματος τοῦ Χριστοῦ». Φωτίζονται. Ἁγιάζονται. Θεοῦνται.

            Ἐκκλησία εἶναι «τό σῶμα τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ», κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο. Κεφαλή ὁ Χριστός καί μέλη ἐκεῖνοι πού ἀγωνίζονται νά γίνουν τοῦ Χριστοῦ.

            Σκοπός τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἦταν: νά ὁδηγήσει τήν Ἐκκλησία «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν».

            Τί σημαίνει ὅμως ὅτι ὁ Χριστός «ἔστειλε» σέ ὡρισμένη χρονική στιγμή, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τό Ἅγιο Πνεῦμα;

            Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι:

            Ὁ Πατήρ εἶναι ἀγέννητος. Ἀρχή καί αἰτία ὅλων.

            Ὁ Υἱός γεννᾶται ἀπό τόν Πατέρα ἀχρόνως, μέ ἀκατάληπτο τρόπο, ὅπως μόνο γνωρίζει ὁ τῶν ὅλων Θεός.

            «Ὁμοίως πιστεύουμε καί σέ ἕνα Πνεῦμα Ἅγιο, τό Κύριο καί ζωοποιό, τό ὁποῖο ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί ἀναπαύεται στόν Υἱό, καί προσκυνεῖται καί δοξάζεται μαζί μέ τόν Υἱό  ὡς ὁμοούσιο καί συναΐδιο (συναιώνιο), τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ,.... κατά πάντα ὅμοιο μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό, πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί διά μέσου τοῦ Υἱοῦ μεταδίδεται καί μεταλαμβάνεται ἀπό ὅλη τήν κτίση καί κτίζει τό Ἴδιο καί δίνει ὕπαρξη στά σύμπαντα καί τά ἁγιάζει καί τά συγκρατεῖ» (ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, κεφ. 8, ΕΠΕ, τ. 1, σελ. 97, ἐπιλογή).

            Πῶς ὅμως καί ἀπό ποῦ κατέρχεται στούς μαθητές ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι «πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν»;

            Τήν κάθοδο πρέπει νά τήν ἑρμηνεύσουμε ὡς ἐνοίκηση. Ἔρχεται στούς δικούς Του ἀνθρώπους, στούς ἁγίους, σ᾿ ἐκείνους πού φροντίζουν νά μοιάσουν στό Ἅγιο Πνεῦμα καί «σκηνώνει» σ᾿ αὐτούς· τούς κάνει πνευματοφόρους· τούς κάνει σῶμα Χριστοῦ καί μετόχους τῆς Βασιλείας Του.Γι᾿ αὐτό λέμε σ᾿ ἕνα τροπάριο τῆς Πεντηκοστῆς: «Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἀποστολικάς καρδίας κτίζει καθαράς» (α΄ κανόνας ἑορτῆς, εἰρμός ε΄ ὠδῆς).

            Αὐτό     τό ἅγιον Πνεῦμα παρακαλοῦμε καί ἐμεῖς νά ἔλθει καί νά σκηνώσει καί σέ μᾶς καί νά μᾶς καθαρίσει ἀπό κάθε κηλίδα ἁμαρτίας καί ἔτσι νά σώσει τίς ψυχές μας.

Ἀρχιμ. Π. Ἀ.

Η ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

Τὸ 325 μ.Χ. συγκροτήθηκε ἡ A΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μὲ σκοπὸ νὰ ἐξετάσει τὴ διδασκαλία τοῦ αἱρετικοῦ πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρείας Ἀρείου.

Ὁ Ἄρειος ἀδυνατώντας νὰ κατανοήσει λογικά τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πῶς δηλαδὴ εἶναι δυνατόν ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἕνας κατὰ τὴν οὐσία καὶ ταυτόχρονα τρία πρόσωπα, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα, δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα. Δὲν εἶναι Θεός. Ἀλλὰ δημιούργημα. Κτίσμα. Τὸ πρῶτο καὶ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ὅμως Θεός, ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα. Ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς δὲν ὑπῆρχε, ἔλεγε ὁ Ἄρειος.

Ἡ Σύνοδος, στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος μεγάλοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (οἱ ἅγιοι Ἀθανάσιος, Σπυρίδων, Νικόλαος κ.ἄ.), διατυπώνοντας τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ “Πιστεύω” μας, προσδιόρισε ξεκάθαρα τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι κτίσμα τοῦ Θεοῦ, δὲν πλάστηκε ὅπως τὰ ἄλλα δημιουργήματα. Ἀλλὰ εἶναι Υἱὸς μονογενής, γεννημένος ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ὄχι πλασμένος ὅπως ἐμεῖς. Φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινός, ὁμοούσιος, ἴσος καὶ συνάναρχος μὲ τὸν Πατέρα. “Σφραγίς ἰσότυπος” ποὺ φανερώνει “ἐν ἑαυτῷ” τὸν Πατέρα (Θ. Λειτ. Μεγ. Βασιλείου).

Τὸ λάθος τοῦ Ἀρείου καὶ ὅλων τῶν αἱρετικῶν εἶναι ὅτι ἐπιχειροῦν μὲ βάση τὴν ἀνθρώπινη λογική νὰ κατανοήσουν τὸ Θεό. Ὅ,τι ὅμως ἀφορᾶ τὸ Θεὸ δὲν ὑπόκειται σὲ λογική ἀνάλυση καὶ ἑρμηνεία. Ἡ πίστη μας δὲν ἀνακαλύφθηκε ἀπὸ ἀνθρώπινα μυαλά. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτό του στὸν κόσμο “πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως” (Ἑβρ. 1, 1). Πολλὲς φορὲς καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους. Διὰ μέσου τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἁγίων. Ἡ τέλεια ἀποκάλυψη ὅμως τοῦ Θεοῦ ἔγινε διὰ μέσου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, “ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσα  Μᾶς γνώρισε τὰ πάντα γιὰ τὸν Θεό, ὅταν ἔλαβε σάρκα καὶ “ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν” (Ἰω. 1, 14-18).

Ἡ ἀλήθεια περὶ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ἀποκαλύφθηκε διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Ὅσα ἀφοροῦν τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπέρλογα. Καλούμαστε ἁπλῶς ἐν ταπεινώσει νὰ τὰ πιστέψουμε. Δὲν μπορεῖ ἡ πεπερασμένη λογική μας νὰ χωρέσει, νὰ ἀναλύσει καὶ νὰ ἐξηγήσει τὸν ἄπειρο Θεό. Ἡ λογική μας εἶναι χρήσιμη γιὰ τὴν ἐνδοκοσμικὴ γνώση. Καὶ ἐν μέρει κατανοεῖ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, τὸν τρόπο δηλαδὴ μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς σχετίζεται μὲ τὸν κόσμο. Ἀλλὰ καὶ γι᾿ αὐτὲς πλήρη γνώση θὰ ἔχουμε, ὅταν, ξεπερνώντας τὸ φράγμα τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, βρεθοῦμε “πρόσωπον πρὸς πρόσωπον” ἐνώπιόν Του (Α΄ Κορ. 13, 12).

Μέχρι τότε κάθε “λογική κατασκευή”, κάθε συλλογιστικὴ τεκμηρίωση, κάθε ἀνθρώπινος στοχασμός γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι μιὰ μάταιη, ἀλαζονικὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐξηγήσει τὸ ὑπέρλογο (Μητροπ. Νικοπόλεως Μελετίου, Ἡ Ε΄ Οἰκ. Σύνοδος, σελ. 25 ἑξ.). Ἡ πίστη χρειάζεται ταπείνωση καὶ ὑπακοή.

                        Πρωτ. Δ. Μ.

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ

Δέν πρέπει νά ἀκούγεται ὀξύμωρο τό σχῆμα «τό προνόμιο τῆς ἀπελπισίας». Ἡ λέξη ἀπελπισία, βέβαια, ἔχει ἀρνητική σημασία. Πῶς μπορεῖ νά εἶναι προνομιοῦχος ἕνας ἀπελπισμένος ἄνθρωπος;

Καί ὅμως ὑπάρχει μιά ὑγιής ἀπελπισία, πού ὄχι ἁπλῶς ἀποτελεῖ προνόμιο, ἀλλά εἶναι ἡ βασική προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας. Πρόκειται γιά τήν ἀπελπισία - ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία στηρίζεται στά λόγια Του: «Ὅς ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὅς δ’ ἄν ἀπολέσει τήν ψυχήν αὐτοῦ ἔνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν» (Ματθ. 16, 25). Γιά νά «ἀπολέσει» κάποιος τήν ψυχή του ἕνεκεν τοῦ Χριστοῦ, σημαίνει ὅτι πρέπει νά πάψει νά στηρίζει τήν ἐλπίδα του στό αὐτοθεωμένο «ἐγώ» του, νά ἀπελπιστεῖ ἀπό τόν ἐγωιστή ἑαυτό του, καί νά στηρίξει τήν ἐλπίδα του στό Θεό καί στό θέλημά Του. Νά γκρεμίσει δηλαδή τό «παραμύθι» ὅτι εἶναι αὐτόφωτος, αὐτόνομος καί αὐτάρκης, νά πάψει νά πιστεύει σέ αὐτοσωτηρία, αὐτολύτρωση, αὐτοθεραπεία, καί νά καταλάβει ὅτι εἶναι ἑτερόφωτος, ἑτερόνομος καί ὅτι σώζεται διά τοῦ Χριστοῦ. Τότε μόνο ὁ ἄνθρωπος «εὑρίσκει τήν ψυχή του». Τότε μόνο ζεῖ τό ψαλμικό: «Κύριος ποιμαίνει με καί οὐδέν με ὑστερήσει· ...[καί Κύριος] τήν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν...».

   Αὐτήν τήν εὐλογημένη ἀπελπισία ἐξυμνεῖ καί ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, μέ τά λόγια: «Τίποτε δέν εἶναι πιό δυνατό ἀπό αὐτή τήν ἀπόγνωση. Τίποτε δέν μπορεῖ νά νικήσει τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνον, πού ἔκοψε τήν ἐλπίδα του στόν ἑαυτό του καί στά ὁρατά, καί τήν στήριξε στό Θεό. Διότι, τότε μόνο νιώθει ὁ ἄνθρωπος τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ θαυμαστό τρόπο, ὅταν βρεθεῖ σέ δύσκολες συνθῆκες, πού τοῦ κόβουν τήν ἐλπίδα στά ἐπίγεια... Γιατί ποτέ δέν μπορεῖ νά μάθει ὁ ἄνθρωπος τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, ‘ἐν ἀναπαύσει καί πλατυσμῷ’ (ὅταν τοῦ πᾶνε ὅλα καλά)» (λόγος ΙΘ΄).

   Προλαβαίνουμε κάποιες παρεξηγήσεις:

   α. Δέν εἶναι «κακό» νά μᾶς πηγαίνουνε «ὅλα καλά». Οὔτε πρέπει μαζοχιστικά νά ἐπιδιώκουμε τίς δοκιμασίες. Στήν προσευχή μας λέμε «μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», ἐννοώντας τίς ἀκούσιες θλίψεις. Τό κακό εἶναι ὅτι, ὅταν μᾶς πηγαίνουν «ὅλα καλά», τότε εὔκολα ξεχνᾶμε τόν Θεό καί μεγαλώνει ἄρρωστα καί ἐπικίνδυνα ἡ ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας καί στά ὑποτιθέμενα χαρίσματά μας.

   β. «Ἀπελπίζομαι ἀπό τόν ἑαυτό μου» δέν σημαίνει «πηδάω ἀπό τήν ταράτσα» καί ἄλλες αὐτοκαστροφικές, δῆθεν «παλληκαρίσιες λύσεις». Δέν σημαίνει ἐπίσης ὅτι πάσχω ἀπό χαμηλή αὐτοεκτίμηση ἤ χαμηλή αὐτοπεποίθηση. «Ἀπελπίζομαι ἀπό τόν ἑαυτό μου» σημαίνει ἀναζητῶ ἀκριβῶς τήν πιό ἀληθινή ἐκτίμηση τοῦ ἑαυτοῦ μου, δηλαδή παλεύω γιά ὅσο τό δυνατόν πιό γνήσια αὐτογνωσία. Ἔτσι παύω νά πιστεύω στίς δῆθεν «ἐξαίρετες» ἀντοχές καί ἱκανότητες τοῦ ἑαυτοῦ μου καί «προσγειώνομαι» στήν παραδοχή τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας μου.

Τέλος γ. «Στηρίζω τήν ‘πᾶσαν ἐλπίδα’ μου στό Χριστό» δέν σημαίνει ὅτι σταυρώνω τά χέρια μου καί περιμένω νά «βρέξει» λύσεις στά ἀδιέξοδά μου. Ἀντίθετα σημαίνει ὅτι ἐνεργοποιῶ καί ἀξιο¬ποιῶ στό ἔπακρο τίς δωρεές καί τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ (νοῦ, κρίση, θέληση, σωματική ὑγεία, ἐπιστήμη, ὑλικά μέσα καί τόσα ἄλλα) ὥστε νά συνεργαστῶ μέ τόν Θεό γιά τήν σωτηρία μου. «Σύν Ἀθηνᾷ καί χεῖρα κίνει», πού ἔλεγαν καί οἱ ἀρχαῖοι.

Ὑγιής λοιπόν ἀπελπισία ἀπό τά γήινα καί κτιστά σημαίνει ἁπλῶς ὅτι δέν τά ἀπολυτοποιῶ καί δέν τά αὐτονομῶ ἀπό τόν Κτίστη καί Δωρεοδότη Θεό, ἀλλά τά χρησιμοποιῶ θεοφιλῶς γιά τήν σωτηρία μου.

Ἀρχιμ. Β. Λ.

Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ

Ἁγ. Ἰωάννου Κροστάνδης

Ἐπιστήμη ἐπιστημῶν εἶναι ὁ ἀγώνας πού κάνει ὁ ἄνθρωπος γιά ὑπερνίκηση τοῦ κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν πού κατοικοῦν μέσα του.

Σοφία εἶναι, ὄχι νά γεμίσεις τό κεφάλι σου μέ γνώσεις, ἀλλά:

• νά μή θυμώνεις·

• νά μή σκέφτεσαι τό κακό γιά κανένα· καί ἄν  ἄλλος σέ ἐλύπησε, σέ ἀδίκησε, ἐσύ νά ἀγωνίζεσαι νά τόν δικαιολογεῖς σέ ὅλα·

• νά περιφρονεῖς τίς ἀπολαύσεις· καί νά ἀγαπᾶς τήν ἀνιδιοτέλεια· καί τή λιτότητα στό φαγητό·

• νά μήν κολακεύεις κανένα· νά λέγεις σέ ὅλους τήν ἀλήθεια·

• νά μή γοητεύεσαι ἀπό ὄμορφα πρόσωπα· καί νά τιμᾶς καί νά ἐκτιμᾶς τήν ὀμορφιά τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ πού βρίσκεται μέσα σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, εἴτε εἶναι ὄμορφοι, εἴτε εἶναι ἄσχημοι·

• νά ἀγαπᾶς τόν ἐχθρό σου· καί νά μή θέλεις νά τόν ἐκδικηθεῖς· οὔτε μέ λόγια· οὔτε μέ ἔργα· οὔτε μέ σκέψεις·

• νά μήν μαζεύεις πλούτη γιά τόν ἑαυτό σου· ἀλλά νά σκορπίζεις, ὅσο πιό πολλά μπορεῖς, στούς φτωχούς, γιά νά κερδίσεις θησαυρό ἄφθαρτο στό οὐρανό.

Ἀλλοίμονο! Ἔχομε μάθει κάτι γιά ὅλες τίς ἐπίγειες ἐπιστῆμες καί δέν δείξαμε ἐνδιαφέρον, νά μάθουμε, πῶς νά νικήσουμε τό κακό. Σέ ὅλες τίς ἐπιστῆμες ὁ ἄνθρωπος ἔχει διαπρέψει. Σ᾿ αὐτήν, παρ΄ ὅλο πού αὐτή εἶναι ἡ ἐπιστήμη  ἐπιστημῶν, μένει ἀπρόκοφτος. Τί κρῖμα!

Ἀληθινά σοφοί, πραγματικοί ἐπιστήμονες, ἔγιναν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, γιατί μαθήτευσαν κοντά στόν ἀληθινό διδάσκαλο, τόν Χριστό.

                                                                        Μετ:  Ἀρχιμ. Ἀ. Μ.

 

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration