Ζωηφόρος

«Λυχνία» Μάιος 2014

Μηνιαίο Περιοδικό Ι. Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης Αρ. Φύλλου 370 «Λυχνία» Μάιος 2014

«Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ» του Αρχιμ. Β. Λ.   

«ΤΙ ΒΛΕΠΟΥΜΕ;» του Ἀρχιμ. Ν. Κ.

«ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ» του Πρωτ. Δ. Μ.

«ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΛΩΣΣΩΔΗΣ!» του Ἀρχιμ. Π. Ἀ.

 

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ἡ Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν θά γίνει, εἴτε κάποιος τήν πιστεύει καί τήν περιμένει, εἴτε ὄχι. Δέν μᾶς ρώτησε ὅλους ὁ Χριστός, δέν πῆρε «τήν ἄδειά μας», γιά νά εἰσβάλει μέ τήν ἀγάπη Του μέσα στήν ἱστορία, καί νά κατέλθει «μέχρις ἅδου ταμείων», γιά νά μᾶς ἀναστήσει. Τοῦ ἦταν ἀρκετό τό «ΝΑΙ» μιᾶς ἀσήμαντης – κατά ἄνθρωπον - κοπέλλας ἀπό ἕνα ἄσημο χωριό τῆς Ἰουδαίας: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου»!

Τά λόγια αὐτά τῆς Παναγίας, ἡ ἐλεύθερη ὑπακοή της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ Πρώτη Ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἀνάσταση δική Της καί δική μας. Μόνον ἐφ’ ὅσον ἔχει προηγηθεῖ ἡ «πρώτη μας Ἀνάσταση», τό δικό μας ἐλεύθερο «ΝΑΙ» στήν κλήση τοῦ Χριστοῦ, μόνον τότε ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων μας (ἡ δεύτερη Ἀνάσταση) θά ἀποτελέσει ὁλοκλήρωση τῆς σωτηρίας μας.

Ἡ «ὑποχρεωτική» ἀνάσταση τῶν σωμάτων μας δέν καταργεῖ τήν ἐλευθερία μας. Ἴσα-ἴσα εἶναι μέγιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ἀναδεικνύει τήν ἐλευθερία μας. Ἐξαρτᾶται, πῶς ὁ καθένας ἐλεύθερα θά ἀξιοποιήσει αὐτό τό δῶρο: Γιά ὅποιον προ-σμένει τήν ἀνάσταση «ξύπνιος» καί μέ λαχτάρα («προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν»), θά γίνει «εἰς ἀνάστασιν ζωῆς» καί αἰώνιας σωτηρίας. Ἐνῶ γιά ὅποιον «τό ρίχνει στόν ὕπνο» ἐπιμένοντας νά κλείνει τά μάτια του στό Φῶς τῆς Ἀναστάσεως, θά γίνει «εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» καί αἰώνιας καταδίκης.

*    *    *

Στό λόγο «Περί μνήμης θανάτου», ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀναφέρει τήν περίπτωση κάποιου μοναχοῦ Ἡσυχίου Χωρηβίτου, πού «ξύπνησε» μέ θαυμαστό τρόπο, γιά νά ἐργαστεῖ γιά τήν «πρώτη» του ἀνάσταση.

«Αὐτός», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, «ζοῦσε ἀμελέστατα χωρίς τό παραμικρό ἐνδιαφέρον γιά τήν ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη νά ἀσθενήσει βαρύτατα καί νά φθάσει στό σημεῖο, ὥστε ἐπί μία ὥρα ἀκριβῶς νά φαίνεται ὅτι πέθανε. Συνῆλθε ὅμως πάλι! Καί τότε μᾶς ἱκέτεψε ὅλους νά φύγουμε ἀμέσως.

»Καί ἀφοῦ ἔκλεισε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, ἔμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, χωρίς νά μιλήσει καθόλου μέ κανένα καί χωρίς νά τρώει τίποτε ἄλλο, ἐκτός ἀπό ψωμί καί νερό. Καθόταν μόνο ἐκστατικός μπροστά σέ ἐκεῖνα πού εἶχε δεῖ τήν ὥρα πού φάνηκε ὅτι «πέθανε», χύνοντας ἀθόρυβα καί συνεχῶς θερμά δάκρυα. Μόνο ὅταν πλησίασε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ἀποφράξαμε τήν πόρτα καί μπήκαμε μέσα. Καί ἀφοῦ πολύ τόν παρακαλέσαμε, εἶπε μόνο τά λόγια: «Συγχωρεῖστε με, ἀδελφοί. Αὐτός πού γνώρισε τί σημαίνει μνήμη θανάτου, δέν θά μπορέσει ποτέ πλέον νά ἁμαρτήσει».

»Ἐμεῖς θαυμάζαμε βλέποντας τόν ἄλλοτε ἀμελέστατο νά ἔχει μεταμορφωθεῖ τόσο πολύ μέ τήν μακαριστή αὐτή ἀλλαγή. Καί ἀφοῦ τόν θάψαμε στό κοιμητήριο, ὕστερα ἀπό μερικές μέρες ἀναζητήσαμε τό ἅγιό του λείψανο, ἀλλά δέν τό βρήκαμε. Μέ τό θαυμαστό αὐτό σημεῖο ὁ Κύριος μᾶς πληροφόρησε πόσο εὐάρεστα δέχθηκε τήν ἐπιμελημένη μετάνοιά του».

Μακάριος ὁ Γέροντας Ἡσύχιος, πού πρόλαβε νά ζήσει τήν πρώτη ἀνάσταση τῆς μετανοίας του τόσο δυνατά καί τόσο θεάρεστα. Μᾶς δίδαξε ὅτι «μνήμη θανάτου» δέν σημαίνει σκοτάδι ἀπελπισίας καί ψυχοπλάκωμα. Ὑγιής «μνήμη θανάτου» σημαίνει: γεμάτη ἐλπίδα προσδοκία τῆς δεύτερης Ἀνάστασης. Σημαίνει χειροπιαστή ἐμπειρία συνάντησης - ἀπό ἐδῶ - μέ τόν Ἀναστάντα Χριστό. Καί συνεχής καί συνεπής προετοιμασία γιά καλή ἀπολογία - ἐκεῖ - στό φοβερό Του βῆμα.

Ἀρχιμ. Β. Λ.

ΤΙ ΒΛΕΠΟΥΜΕ;

            Ἕνας ἄνθρωπος, σέ μᾶλλον μεγάλη ἡλικία ἔμαθε νά ζωγραφίζει. Παράλληλα διάβαζε καί βιβλία γιά τούς μεγάλους ζωγράφους καί τά ἔργα τους. Ἔτσι, ἄρχισε νά κάνει, κυρίως στούς φίλους καί γνωστούς του, τόν κριτικό ἔργων τέχνης! Ἐκεῖνοι, φυσικά, τόν ἄκουγαν μέ θαυμασμό, ἀφοῦ δέν εἶχαν καθόλου τέτοιες γνώσεις.

            Κάποια φορά, λοιπόν, πῆγε μέ τήν παρέα του σέ μιά ἔκθεση ζωγραφικῆς. Μόλις μπῆκαν, ἄρχισε ὁ κριτικός μας νά σχολιάζει ἕναν μεγάλο πίνακα. Τό ὅτι εἶχε μεγάλη μυωπία καί δέν φοροῦσε τά γιαλιά του δέν τόν ἐμπόδιζε ἀπό τό ἀγαπημένο του ἔργο, τῆς καλλιτεχνικῆς κριτικῆς! Ὅμως, ὅση ὥρα μιλοῦσε, οἱ φίλοι του χαμογελοῦσαν μέ ἀμηχανία! Ἐνῶ ἡ γυναίκα του τόν τραβοῦσε ἀπό τό χέρι. Ἐπιτέλους, τόν πῆρε στήν ἄκρη καί τοῦ εἶπε, συγχυσμένη:

            -Μά, δέν βλέπεις ὅτι εἶσαι μπροστά σ᾿ ἕνα καθρέφτη; (!!)

            Ὁ ἄνθρωπος σχολίαζε τόν ἑαυτό του ὅπως τόν «ἔβλεπε» στόν καθρέφτη! Γιατί τόν πέρασε γιά ζωγραφικό πίνακα!

*            *            *

            Πόσες φορές, δέν βλέπουμε τήν πραγματικότητα, ἀλλά αὐτά πού ἐμεῖς θέλουμε καί ἐπιθυμοῦμε! Βλέπουμε αὐτά πού μᾶς ὑπαγορεύουν τά πάθη μας καί οἱ ἀδυναμίες μας. Καί ἔτσι σχολιάζουμε, κρίνουμε καί κατακρίνουμε πρόσωπα καί καταστάσεις, ἐπειδή ἡ πνευματική μας ὅραση εἶναι μυωπική! Ἁπλᾶ, δέν βλέπουμε καθαρά! Τί πρέπει νά κάνουμε γι᾿ αὐτό;

            Σαράντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάστασή Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὁδήγησε τούς μαθητές του ἔξω ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ ὥς τήν Βηθανία. Ὕψωσε τά χέρια Του καί τούς εὐλογοῦσε. Καθώς τούς εὐλογοῦσε, ἄρχισε νά ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτούς καί νά ἀνεβαίνει στόν οὐρανό. Αὐτοί τότε, ἀφοῦ τόν προσκύνησαν, ἐπέστρεψαν στήν πόλη μέ μεγάλη χαρά (Λουκ. 24, 50-52).

            Τά βλέμματα τῶν ἀποστόλων ἦταν προσηλωμένα στόν Χριστό. Καθώς ὁ Χριστός ἀνερχόταν ἔβλεπαν τά χέρια του νά τούς εὐλογοῦν. Καί, φυσικά, ἔβλεπαν καί τά σημάδια ἀπό τά καρφιά στούς καρπούς τῶν χεριῶν. Νά, λοιπόν, ποῦ πρέπει ἰδιαίτερα, νά προσηλώσουμε τό βλέμμα τῶν ματιῶν μας καί κυρίως τοῦ νοῦ μας:

            Στά τρυπημένα χέρια τοῦ Χριστοῦ. Γιατί μόνον τότε θά καταλάβουμε

•           τήν ἀγάπη Του γιά τό ἀνθρώπινο γένος,

•           καί ὅτι ἡ ἀπαλλαγή μας ἀπό τήν ἁμαρτία ἀπαιτεῖ κόπο καί θυσία.

            Γι᾿ αὐτό καί λέμε στόν «οἶκο» (τροπάριο) τῆς ἑορτῆς τῆς Ἄναλήψεως τοῦ Κυρίου:

            -Ἄς ἐγκαταλείψουμε τίς φροντίδες τῶν ἐπιγείων πραγμάτων· ἄς ἀφήσουμε αὐτά πού φθείρονται στή γῆ· Ἐλᾶτε, ἄς ἀνανήψουμε (=ἄς συνέλθουμε) καί ἄς ὑψώσουμε μάτια καί νοήματα· βλέμματα καί αἰσθήσεις. Σάν νά εἴμαστε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καί ἀπό ἐκεῖ νά ἀτενίζουμε τόν Λυτρωτή μας νά ἀνέρχεται ἐπί νεφέλης. Ἐκεῖ ὁ Κύριος διένειμε στούς ἀποστόλους τίς δωρεές του εὐλογώντας τους, καί λέγοντας πρός αὐτούς: Δέν σᾶς ἀποχωρίζομαι· Ἐγώ εἶμαι μαζί σας καί συνεπῶς κανείς ἐναντίον σας.

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ

Μετὰ τὸν κατακλυσμό ὁ Νῶε ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖ τὴ γῆ. Φύτεψε ἀμπελώνα, ἔβγαλε κρασὶ καὶ ἤπιε. Ἄπειρος ὅμως στὴ χρήση του, ξεπέρασε τὸ μέτρο. Μέθυσε καὶ πάνω στὴ μέθη του γυμνώθηκε μέσα στὴ σκηνή του. Ὁ μικρότερος γιός του, ὁ Χάμ, τὸν εἶδε γυμνὸ καὶ ἔτρεξε νὰ φωνάξει τ᾿ ἀδέλφια του γιὰ νὰ τὸν περιπαίξουν καὶ νὰ γελάσουν μαζί του. Μὰ ὁ Σὴμ καὶ ὁ Ἰἀφεθ δὲν γέλασαν καθόλου. Ἀντιθέτως! Ἔνοιωσαν ὅτι ἡ ντροπὴ τοῦ πατέρα τους εἶναι καί δική τους ντροπή. Πῆραν ἀμέσως ἕνα μανδύα, τὸν ἅπλωσαν στὶς πλάτες τους καὶ βαδίζοντας πρὸς τὰ πίσω, μὲ τὰ νῶτα στραμμένα πρὸς τὸν πατέρα τους, τὸν τύλιξαν καὶ σκέπασαν τὴ γύμνωσή του. Δὲν τόλμησαν νὰ στρέψουν τὰ πρόσωπά τους καὶ νὰ δοῦν τὴ γύμνωσή του. Ἡ μέθη ὅμως πέρασε καὶ κάποτε ὁ Νῶε συνῆλθε. Ἔμαθε αὐτὰ ποὺ ἔκανε ὁ νεώτερος γιός του. Τὰ θεώρησε μεγάλη ἀσέβεια. Καὶ καταράστηκε τὴ γενιὰ τοῦ Χὰμ νὰ γίνουν δοῦλοι στὸν Σὴμ καὶ τὸν Ἰάφεθ (Γεν. 9, 20-27).

Στὸ πρόσωπο τῶν γονέων ὀφείλεται πάντοτε τιμὴ ἀπὸ τὰ τέκνα. Ἀκόμα κι ὅταν ἡ συμπεριφορά τους δὲν εἶναι ὀρθή. Ὡς ἄνθρωποι θὰ σφάλουν καὶ αὐτοί. Θὰ βγοῦν ἴσως κάποτε ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς εὐπρέπειας. Μπορεῖ καὶ ἐπὶ μονίμου βάσεως κάποιοι νὰ εἶναι κακοὶ γονεῖς. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ὅμως σὲ καμμιὰ περίπτωση δὲν δικαιολογεῖ ἄσχημη συμπεριφορὰ στὸ πρόσωπό τους. “Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου”, γιὰ νὰ ζήσεις καλὰ καὶ νὰ εἶσαι μακροχρόνιος πάνω στὴ γῆ, εἶναι μιὰ ἀπ᾿ τὶς βασικὲς ἐντολές του (Ἐξ. 20, 12).

Δὲν λέει ὁ Θεὸς τίμα τὸν καλὸ πατέρα καὶ τὴν καλὴ μητέρα μόνο, ἀλλὰ τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου ἀδιακρίτως, ὅποιοι κι ἂν εἶναι, γιὰ τὸ γεγονὸς καὶ μόνο ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ γονεῖς σου. Ἀκόμα κι ἂν διαφωνεῖς σὲ κάποια θέματα, ἀκόμα κι ἂν ἡ γνώμη τους σὲ κάτι εἶναι ἀποδεδειγμένα λανθασμένη. Τίποτε δὲν σὲ δικαιολογεῖ νὰ ἀσεβήσεις ἀπέναντί τους, νὰ τοὺς ἐξευτελίσεις, νὰ τοὺς μειώσεις, νὰ τοὺς παραδώσεις στὴν περιφρόνησή σου, ἤ, διακόπτοντας κάθε ἐπαφή, νὰ εἶσαι σὲ ἐχθρικὴ σχέση μαζί τους. Εἶναι τόσο ἀπεχθὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μιὰ τέτοια συμπεριφορά, ποὺ ὁ ἅγιος πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀνδρέας ὁ Κρήτης δὲν διστάζει νὰ ὀνομάσει “τὸν Χὰμ ἐκεῖνον πατραλοίαν” (Μέγας Κανών, ὠδὴ γ΄). Οὔτε λίγο οὔτε πολὺ πατροκτόνο δηλαδή!

Τέτοιο καὶ μεγαλύτερο ἀκόμη κακὸ θεωρεῖται ἡ παρόμοια συμπεριφορὰ καὶ πρὸς τοὺς πνευματικούς μας πατέρες. Δὲν χωράει ἀσέβεια, περιφρόνηση, ἀνυπακοὴ ἀπέναντι σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀγρυπνοῦν γιὰ τὶς ψυχές μας καὶ θὰ δώσουν λόγο στὸν Θεὸ γιὰ μᾶς (Ἑβρ. 13, 17). Καὶ αὐτοὶ μοχθοῦν καὶ περνοῦν ὠδῖνες μέχρι νὰ γεννηθεῖ καὶ νὰ πάρει μορφὴ μέσα μας ὁ Χριστὸς (Γαλ. 4, 19).

Κάποιος μοναχὸς ποὺ βρισκόταν σὲ ἀταξία καὶ ἀνυπακοὴ πρὸς τὸν πνευματικό του πατέρα, συνέβη νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ἔβαλαν τὸ λείψανό του σὲ λάρνακα καὶ τὸ τοποθέτησαν στὸ Ἅγιο Βῆμα τῆς Ἐκκλησίας. Συνέβαινε ὅμως τὸ ἑξῆς καταπληκτικό: Κάθε φορὰ ποὺ γινόταν ἡ Θ. Λειτουργία, στὴν ἐκφώνηση τοῦ διακόνου “Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε”, ἡ λάρνακα μετακινιόταν μόνη της ἀπὸ τὸ Ἱερὸ στὸν Νάρθηκα. Μὲ τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ἐπανερχόταν στὸ Ἱερό. Τὸ πράγμα ἔβαλε σὲ ἀπορία τοὺς πάντες, ὥσπου ἐρευνώντας ἔγιναν γνωστὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν μοναχό. Καὶ μόνο ὅταν βρέθηκε ὁ πνευματικός του καὶ τοῦ διάβασε συγχωρητικὴ εὐχή, σταμάτησε ἡ μετακίνηση τοῦ λειψάνου του. Ἂν καὶ μάρτυρας Χριστοῦ, ἡ μὴ σωστὴ σχέση του μὲ τὸν πνευματικό του πατέρα τὸν ζημίωνε καίρια (Γεροντικό).

Ἂς δείχνουμε λοιπὸν τὴν ἁρμόζουσα τιμὴ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τίμησε πρῶτος ὁ Θεός, κάνοντάς τους πατέρες μας, εἴτε σαρκικούς, εἴτε πνευματικούς.

            Πρωτ. Δ. Μ.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΛΩΣΣΩΔΗΣ!

            Ἄνθρωπος γλωσσώδης δέν θά ὀρθοποδήσει στή ζωή του ἐπάνω στή γῆ (Ψαλμ. 139,12). Ἑρμηνεύοντας ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τόν στίχο αὐτό τοῦ ψαλμοῦ λέγει:

            «Ἀκόμη καί μόνη της αὐτή ἡ κακία εἶναι ἱκανή νά καταστρέψει αὐτούς πού τήν ἔχουν. Δέν εἶναι μικρό αὐτό τό εἶδος τῆς πονηρίας: τό νά εἶναι κάποιος αὐθάδης καί νά μήν συγκρατεῖ τήν γλώσσα του. Ἄνθρωπος γλωσσώδης εἶναι ὁ ὑβριστής, ὁ φλύαρος, ὁ κακολόγος (=λοίδορος)· αὐτός πού συνεχῶς μιλᾶ σάν νά γαυγίζει! Αὐτός πού σέ τίποτε δέν εἶναι καλύτερος ἀπό τόν σκύλο (στήν συμπεριφορά)!

            Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν θά ὀρθοποδήσει στήν ζωή του. Θά καταστραφεῖ. Εἶναι ἐχθρός μέ ὅλους, προκαλεῖ ἀηδία σέ ὅλους. Γίνεται φορτικός σέ ὅλους». (Εἰς τόν ψαλμόν 139, δ΄, P.G. 55, σ. 425).

            Τί λοιπόν; Μήπως δέν πρέπει νά μιλᾶμε καθόλου; Κάθε ἄλλο! Εἴτε μιλᾶμε εἴτε ὄχι, ὁ νοῦς μας καί ἡ ψυχή μας δέν πρέπει νά ἔχουν πονηρίες καί κακίες, οὔτε νά  φλυαροῦμε ἐσωτερικά! Καί τό στόμα μας καί ἡ καρδιά μας νά στάζουν μέλι!

            Βέβαια, τό στόμα μας δέν πρέπει νά εἶναι τελείως κλειστό· οὔτε πάλι νά ἀνοίγει πρός τόν καθένα· ἀλλά νά γνωρίζει τήν κατάλληλη στιγμή πού πρέπει νά μιλήσουμε σέ κάθε περίσταση.

            Γι᾿ αὐτό καί μᾶς δίνει ἐντολή γενική ὁ Κύριος: «Νά εὐλογεῖτε ἐκείνους πού σᾶς καταρῶνται, νά προσεύχεσθε γι᾿ αὐτούς πού σᾶς κακομεταχειρίζονται καί σᾶς καταδιώκουν, γιά νά γίνετε παιδιά τοῦ οὐράνιου Πατέρα Σας» (Ματθ. 5, 44-45).

            Σύμφωνος σ᾿ ὅλα αὐτά ὁ προφήτης Δαυΐδ ἔλεγε: «Βάλε, Κύριε, φρουρά στό στόμα μου καί θύρα πού νά ἀσφαλίζει τά χείλη μου» (Ψαλμ. 190,3).

            Ποιά εἶναι ἡ φρουρά πού πρέπει νά τεθεῖ στό στόμα μας;

            «Φρουρά εἶναι ὁ φοβερός λογισμός-σκέψη πού πάντα θά θυμίζει τήν φωτιά πού θά κατακαίει ἐκείνους πού ἀπερίσκεπτα χρησιμοποιοῦν τή γλώσσα τους.

            Αὐτόν τόν λογισμό νά τοποθετήσουμε θυρωρό καί φύλακα πού νά ἀπειλεῖ τή συνείδησή μας καί ποτέ δέν θά ἀνοίξει σέ ἀκατάλληλη στιγμή τήν θύρα τῶν χειλέων μας. Ἀλλά μόνον ὅταν πρέπει· καί τότε θά ὑπάρχει ὠφέλεια καί πολλά ἄλλα ἀγαθά. Διότι εἶπε κάποιος: “Πάντοτε νά θυμᾶσαι τό τέλος τῆς ζωῆς σου καί δέν θά ἁμαρτήσεις ποτέ” (Ἐκκλ. 7, 40)» (ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, εἰς τόν ψαλμόν 140, στ΄, P.G.  55, σ. 436).

            Τέλος, ποτέ νά μήν ξεχνᾶμε ὅτι «ἀπό τήν πολυλογία εἶναι ἀδύνατο νά ἀποφύγουμε τήν ἁμαρτία» (Παροιμ. 10,19).

 

Ἀρχιμ. Π. Ἀ.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration