Ζωηφόρος

Συνέντευξη Πρωθιερέα Νικολάου Μπαλασώφ, της Πέγκυ Ντόκου,

Αποκαλυπτική συνέντευξη

Πρωθιερέα Νικολάου Μπαλασώφ

της Πέγκυ Ντόκου

Μια αποκαλυπτική και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη, μας παραχώρησε ο αντιπρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, Πρωθιερέας

Νικόλαος Μπαλασώφ όπου μιλάει για μια σειρά από σοβαρά θέματα τα οποία θέτει ευθέως το Πατριαρχείο της Μόσχας.

Όντας ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες του Ρωσικού Πατριαρχείου (επικεφαλής του οποίου είναι πλέον ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ. Κύριλλος και ο  Αρχιεπίσκοπος Βολοκολάμσκ και Πρόεδρος του Τμήματος, Ιλαρίωνας) ο π. Νικόλαος Μπαλασώφ ξεκαθαρίζει στην συνέντευξή του τις θέσεις της Ρωσικής Εκκλησίας σχετικά με:

α) Το αντικείμενο της ομάδας εργασίας του Μοσχοβίτικου Πατριαρχείου για  τα 'Πρωτεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας

β) Την εξέλιξη του διαλόγου μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών

γ) Την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης

δ) Τις εξελίξεις μετά την Πανορθόδοξη Διάσκεψη στο Σαμπεζύ της Ελβετίας

ε) Τις σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους

Ο π. Νικόλαος εμφανίζεται αισιόδοξος για την εξέλιξη του διορθόδοξου διαλόγου, αλλά και των σχέσεων μεταξύ των Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Εκκλησιών - αν και δεν ξεχνάει να αναφερθεί στο αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των Πατριαρχείων Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως με αφορμή την ανακήρυξη της αυτονομίας της Εσθονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, θέμα που αποτέλεσε σημείο τριβής στις σχέσεις τους γι' αρκετό διάστημα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι διευκρινίσεις που δίνει σχετικά με την ομάδα εργασίας η οποία έχει συγκροτηθεί και μελετά τα 'Πρωτεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γεγονός που είχε δημιουργήσει έντονη περιρρέουσα ατμόσφαιρα σχετικά με την σκοπιμότητά της.

Επίσης, ο π. Νικόλαος προβαίνει και σε μια εκτίμηση σχετικά με την πρόθεση της Τουρκίας να επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, την οποία συνδέει -ορθώς- με την προσπάθεια της Τουρκικής κυβέρνησης να αλλάξει την εικόνα της διεθνώς.

Τέλος, οι απόψεις που εκφράζει σχετικά με το περίφημο και πολυσυζητημένο εδώ στην χώρα μας θέμα για τις σχέσεις Εκκλησίας - Πολιτείας, είναι σαφείς αλλά και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες από κάθε προσέγγιση - αν και η Ρωσική Εκκλησία έχει μια αποκλειστικά δική της ιστορική πορεία στις σχέσεις της με την Πολιτεία, η οποία πέρασε 'δια πυρός και σιδήρου' μέχρι και την σημερινή της κατάσταση.

Η συνέντευξη στην συνεργάτιδα της «Romfea.gr» κα Πέγκυ Ντόκου:

-Π. Νικόλαε, θα ήθελα κατ' αρχήν να μας μιλήσετε σχετικά με το πώς εξελίσσεται ο Διορθόδοξος Διάλογος ανάμεσα στα Ορθόδοξα Πατριαρχεία; Πριν από λίγο καιρό υπήρξε και η σχετική απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας να ιδρύσει ομάδα εργασίας η οποία θα μελετήσει για τα «Πρωτεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας». Σε τι αποσκοπεί αυτή η κίνηση από την δική σας πλευρά;

Κατά την γνώμη μου, ο διάλογος των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, τόσο σε διμερές επίπεδο, όσο και από την πανορθόδοξη άποψη τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται με πιο ενεργό τρόπο απ΄ όσο ήταν πριν.

Χάρη στις κοινές προσπάθειες επιτεύχθηκε η αναζωογόνηση της παγωμένης για μια δεκαπενταετία διαδικασίας προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Νομίζω, αυτό οφείλεται, ειδικώς, στην απόφαση που ελήφθη κατά τη Σύναξη των Προκαθημένων και εκπροσώπων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Κωνσταντινούπολη το φθινόπωρο του 2008, για την περαιτέρω συμμετοχή στις πανορθόδοξες Διασκέψεις μόνο των αυτοκέφαλων Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Επομένως, επιτεύχθηκε η διέξοδος από τη δυσχερή κατάσταση στην οποία περιήλθε η πανορθόδοξη διαδικασία ως αποτέλεσμα της μονομερούς ανακηρύξεως του αυτονόμου της Εσθονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Όπως είναι γνωστό, η συγκεκριμένη Μητρόπολη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται ως αυτόνομη Εκκλησία όχι μόνο από το Πατριαρχείο Μόσχας, στο κανονικό έδαφος του οποίου ιδρύθηκε, αλλά και από την πλειοψηφία των άλλων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Η αξίωση συμμετοχής στην πανορθόδοξη διαδικασία μιας Εκκλησίας η οποία δεν έχει πανορθόδοξη αναγνώριση, κατά τη διάρκεια μιας σειράς ετών δημιουργούσε ανυπέρβλητα κωλύματα στη συνέχιση των πανορθοδόξων διαβουλεύσεων.

Χάρη, όμως, στη σοφή απόφαση, η οποία ελήφθη στην Κωνσταντινούπολη, τώρα καταφέραμε να προσπεράσουμε το εμπόδιο αυτό.

Τον περασμένο Ιούνιο στο Κέντρο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Ελβετία, πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η Δ΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκε ένα από τα πιο περίπλοκα θέματα της ημερησίας διατάξεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, δηλαδή της Ορθόδοξης Διασποράς.

Αυτή τη στιγμή κάνουμε προετοιμασίες για τη συνεδρία της Διορθόδοξης Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, η οποία συνέρχεται τον προσεχή Δεκέμβριο στο ίδιο τόπο, στο Σαμπεζύ.

Συνεπώς, έχουμε κάθε λόγο να προσβλέπουμε στο μέλλον με αισιοδοξία. Παρά τις διαφορές απόψεων σχετικά με ορισμένα ζητήματα των διορθοδόξων σχέσεων, διατηρούμε την ικανότητα  της επιτυχούς εξευρέσεως της αλληλοκατανόησης, πράγμα, το οποίο αποδείχθηκε ιδιαιτέρως με την καρποφόρα επίσκεψη του Αγιωτάτου Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών Κυρίλλου στα όρια του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως το περασμένο καλοκαίρι.

Όσον αφορά την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αναφέρατε, σχετικά με την συγκρότηση μιας ομάδας εργασίας για τη μελέτη του θέματος των πρωτείων μέσα στην Οικουμενική Εκκλησία, η απόφαση ελήφθη το Μάρτιο του 2007 και δημοσιεύθηκε αμέσως.

Στη συνέχεια, το ίδιο χρόνο 2007, η Συνοδική Θεολογική Επιτροπή με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Μινσκ και Σλούτσκ κ. Φιλάρετο, τον Πατριαρχικό Έξαρχο πάσης Λευκορωσίας, προέβη στην ίδρυση μίας ομάδας εργασίας υπό την προεδρία του Επισκόπου Εγκόργιεφσκ Μάρκου.

Στο διάστημα που πέρασε, διεκπεραιώθηκε ένα μεγάλο έργο για τη συσσώρευση και την ανάλυση υλικού, το οποίο διαφωτίζει την κάλυψη του θέματος των πρωτείων από την εκκλησιαστική παράδοση των δυο χιλιετηρίδων, συμπεριλαμβανομένων και διάφορων πτυχών, όπως ιστορικής, κανονικής και εκκλησιολογικής, δηλ. καθεαυτή θεολογικής.

Η εξέταση του θέματος διεξάγετο επίσης και μέσα στα πλαίσια της μελέτης του υλικού που συνδέεται με τους διομολογιακούς διαλόγους οι οποίοι πραγματοποιούνται σήμερα.

Άλλωστε η προτροπή για την επισταμένη ενασχόληση με το θέμα από την Ιερά Σύνοδο, αποτελούσε πρώτα από όλα ο διεξαγόμενος κατά το παρόν διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Και ένα από τα καίρια σημεία αυτού του διαλόγου είναι ακριβώς η διαφορά απόψεων σχετικά με τη φύση του πρωτείου στην Εκκλησία, με το λειτούργημα του πρώτου εκ των επισκόπων.

Όμως κατά τις συνεδρίες της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Καθολικών, αποδείχθηκε πως ακόμα και οι ορθόδοξοι συμμέτοχοι ενίοτε διατυπώνουν επί του θέματος απόψεις οι οποίες όχι και πολύ ταυτόσημες μεταξύ τους.

Όλα αυτά ώθησαν τη Ρωσική Εκκλησία να αναλάβει μια βαθιά μελέτη επί του θέματος, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά απόψεων, οι οποίες υπάρχουν γι' αυτό, με σκοπό τα πορίσματα της μελέτης να παρουσιαστούν στην Ιερά Σύνοδο, ενώ οι εκπρόσωποί μας σε διάφορες συνομιλίες θα μπορούσαν να εκφράσουν την τεκμηριωμένη θέση, η οποία έτυχε αποδοχής από ένα αυθεντικό εκκλησιαστικό όργανο.

Το έργο των επιστημόνων της Εκκλησίας σε αυτόν τον τομέα αποδείχθηκε πολύ ενδιαφέρον αλλά και πολύ κοπιώδες, πράγμα, το οποίο μπορώ να επιβεβαιώσω ως εις εκ των συμμετεχόντων.

Οι συμμέτοχοι της ομάδας εργασίας, της οποίας, κατόπιν προτάσεως του Αγιωτάτου Πατριάρχη Κυρίλλου, από το Μάιο του 2009 ηγείται ο νέος Πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας Αρχιεπίσκοπος Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνας, συνεχίζουν το έργο τους.

-Εκτιμάτε ότι είναι αναγκαίο να επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αλλά και πόσο είναι αυτό εφικτό από την στιγμή που θεωρείται καθαρά πολιτική απόφαση η οποία επαφίεται στην βούληση της τουρκικής κυβέρνησης;

Όπως γνωρίζετε, στη διάρκεια πολλών δεκαετιών, η Εκκλησία μας δεχόταν πολύ σοβαρούς περιορισμούς της παροχής της θεολογικής μόρφωσης σε όσους την επιθυμούσαν. Για το λόγο αυτό, με βαθιά κατανόηση αντιμετωπίζουμε την κατάσταση αυτή.

Χαιρετίζουμε εκείνες τις κινήσεις οι οποίες επιχειρούνται κατά τη διάρκεια του διαλόγου μεταξύ του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και των τουρκικών κρατικών οργάνων.

Στα πλαίσια της επισκέψεως του στην Τουρκία τον περασμένο Ιούλιο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου, η οποία παραχωρήθηκε στις εγκαταστάσεις της Κρατικής Διοίκησης της Τουρκίας για υποθέσεις των θρησκειών στην Άγκυρα και αμέσως μετά από τη συνάντηση του με τον επικεφαλής αυτού του οργανισμού τον κ. Αλί Μπαρντακόγλου, ο Πατριάρχης Κύριλλος επισήμανε, ότι οι θετικές κινήσεις που παρατηρούνται σε αυτόν τον τομέα, φέρνουν ελπίδα στη Ρωσική Εκκλησία και δέχονται από αυτήν με ικανοποίηση.

Θεωρούμε, ότι η επαναλειτουργία της Σχολής θα συνέβαλε στην αύξηση του τουρκικού γοήτρου στο διεθνές επίπεδο.

Ο Αγιώτατος Πατριάρχης Κύριλλος και η Ιερά Σύνοδος με επιμέλεια παρακολουθούν τις σχετικές εξελίξεις.

-Θα ήθελα να μας μιλήσετε για την θέση της Ρωσικής Εκκλησίας, στο ζήτημα της Διασποράς. Γνωρίζουμε ότι αποτέλεσε θέμα στην Διάσκεψη που έγινε στο Σαμπεζύ. Έκτοτε υπάρχουν εξελίξεις στο ζήτημα; Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η κατάσταση με δεδομένες τις θέσεις του Πατριαρχείου Μόσχας;

Κρίνω, ότι η επιτυχία της Πανορθόδοξης Διάσκεψης στο Σαμπεζύ, αφιερωμένης στο θέμα της Ορθόδοξης Διασποράς, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εκδηλωθείσα κατά την πορεία της Πανορθόδοξης Προπαρασκευαστικής Διάσκεψης προθυμία εκ μέρους των εκπροσώπων των Εκκλησιών να αναγνωρίσουν το γεγονός, ότι μέσα στην παγκόσμια ορθόδοξη οικογένεια υπάρχουν διάφορες απόψεις επί του θέματος.

Και πριν επιτευχθεί η πανορθόδοξη συναίνεση επί του θέματος αυτού, ουδεμία από αυτές δεν μπορεί να θεωρείται ως υποχρεωτική για όλους.

Όμως και κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι πολύ εφικτό και ακόμα ευχής έργον, αποτελεί η σύσφιξη της συνεργασίας μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών σε όλες τις περιοχές, όπου έχουν την υπό διαποίμανσή τους διασπορά.

Τα κείμενα που έτυχαν της έγκρισης στο Σαμπεζύ, αντικατοπτρίζουν το πραγματικό επίπεδο της επιτευχθείσης πανορθόδοξης συνεννοήσεως και  προτείνουν τα πρακτικά μέτρα, η εφαρμογή των οποίων, σύμφωνα με την πεποίθηση μου, θα αποβαίνει προς το όφελος του ποιμνίου μας.

Η δημιουργία των επισκοπικών συνελεύσεων θα βελτιώσει τη συνεργασία μεταξύ των αρχιερέων, θα ενισχύσει την κοινή μαρτυρία της Ορθοδοξίας, χωρίς να μειώσει ταυτόχρονα το όγκο των αυτοτελών αρμοδιοτήτων του κάθε επισκόπου.

Κατά το παρόν, στις διάφορες περιοχές του κόσμου, οι οποίες προβλέπονται από την απόφαση, που ενεκρίθη στο Σαμπεζύ, διεξάγονται οι προετοιμασίες για τη σύγκλιση των πρώτων επισκοπικών συνελεύσεων πάνω στις βάσεις, οι οποίες επεξεργάστηκαν από την Πανορθόδοξη Διάσκεψη.

Τον προσεχή Φεβρουάριο μια τέτοια συνέλευση σχεδιάζεται στη Νότια Αμερική, το Μάιο στη Βόρεια Αμερική. Οι επίσκοποι της Ρωσικής Εκκλησίας στις σχετικές περιοχές έχουν προετοιμαστεί καταλλήλως για να συμμετέχουν στο έργο αυτό.

-Στην Ελλάδα, παραμένει ανοικτό το θέμα της 'διαμάχης' για το διαχωρισμό κράτους - εκκλησίας. Κατά την άποψή σας, μπορούν αυτά τα δύο να λειτουργήσουν ανεξάρτητα;

Οι αντιλήψεις του Πατριαρχείου Μόσχας για τις πιο αποτελεσματικές σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας διατυπώθηκαν στις «Αρχές του Κοινωνικού Δόγματος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας», οι οποίες ενεκρίθησαν από τη Σύνοδο Ιεραρχίας το 2000.

Στο κείμενο αυτό δίνεται η απάντηση από την Εκκλησία σε κρίσιμες ερωτήσεις της σύγχρονης εποχής με βάση τη μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση.

Ένα μέρος της εκκλησιαστικής παράδοσης αυτής αποτελεί, βεβαίως, και το τραγικό βίωμα της Ρωσικής Εκκλησίας του Κ΄ αιώνα, οπότε μέσα από τους διωγμούς από το άθεο καθεστώς ανέδειξε τη χορεία των Ρώσων νεομαρτύρων.

Το απαράδεκτο της αναμείξεως της Πολιτείας στη ζωή της Εκκλησίας, στη διοίκηση της, στη λατρευτική ζωή, στη διδασκαλία, στην πνευματική πατρότητα κ.λ.π. τεκμηριώνεται στο κείμενο αυτό, συγκεκριμένα, με τη διαφορά της φύσεως της Εκκλησίας και της Πολιτείας.

Η Εκκλησία δημιουργήθηκε από τον Θεό. Η Πολιτεία είναι ένας ανθρώπινος θεσμός. Η Πολιτεία αποβλέπει στην γήινη ευημερία και στην ασφάλεια των πολιτών της. Ο σκοπός της Εκκλησίας είναι η αιώνια σωτηρία των ψυχών.

Έχοντας διάφορες φύσεις, η Εκκλησία και η Πολιτεία για την επίτευξη των σκοπών τους μεταχειρίζονται και τα διάφορα μέσα. Η Πολιτεία στηρίζεται, κυρίως, στην υλική δύναμη, συμπεριλαμβανομένης και της δυνάμεως του εξαναγκασμού.

Η Εκκλησία για την καθοδήγηση του ποιμνίου της καταφεύγει μόνο στα θρησκευτικά και ηθικά μέσα.

Στην ιστορία της Ρωσικής Εκκλησίας υπήρχε μια περίοδος η οποία διήρκεσε μέχρι την Επανάσταση του 1917, όταν αποτελούσε ουσιαστικά ένα μέρος του κρατικού μηχανισμού.

Για μας προτιμότερη είναι η σημερινή της κατάσταση, όταν αυτή, ακολουθώντας να είναι η ελεύθερη φωνή της συνειδήσεως του λαού, δύναται αυτοτελώς να προβαίνει στις θρησκευτικές και τις ηθικές αξιολογήσεις αυτών ή άλλων φαινομένων στη ζωή της κοινωνίας, ακόμα και της δράσεως της Πολιτείας.

Όμως, όπως η Πολιτεία δεν πρέπει να αναμιγνύεται στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας, ούτως και η Εκκλησία δεν πρέπει να αναλαμβάνει τις λειτουργίες, που αρμόζουν στην Πολιτεία.

Η Εκκλησία δεν πρέπει να επιδιώκει τη χρήση των κοσμικών εξουσιαστικών αρμοδιοτήτων ή αναλαμβάνει τις λειτουργίες, που αρμόζουν στην κρατική εξουσία.

Όλα αυτά, φυσικά, δε σημαίνουν, ότι μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας δεν πρέπει να υπάρχει και τίποτε κοινό. Καλούνται και οι δυο στην ελεύθερη, βασισμένη στην αλληλοκατανόηση συνεργασία για το καλό του λαού τους.

Στις «Αρχές του Κοινωνικού Δόγματος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» έχει προσδιορισθεί ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, πάνω στα οποία η Εκκλησία μας κρίνει τη συνεργασία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας χρήσιμη και απαραίτητη.

Η ειρηνευτική δράση μεταξύ λαών και κρατών, η φροντίδα για τη διατήρηση της ηθικής μέσα στην κοινωνία, η πνευματική, η πολιτισμική και η ηθική αγωγή, η φιλανθρωπία, η προστασία της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, η πνευματική μέριμνα για τους στρατιώτες και η διαποίμανση των φυλακισμένων, η επιστήμη, η υγεία, ο πολιτισμός, η δράση των ΜΜΕ, η προστασία του περιβάλλοντος και άλλα πολλά αποτελούν τομείς όπου η αλληλοκατανόηση και η συνεργασία Εκκλησίας και Πολιτείας είναι πολύ επιθυμητή.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν τομείς στη ζωή της Πολιτείας, όπου οι κληρικοί και τα εκκλησιαστικά όργανα δε μπορούν να συμπαρίστανται στην Πολιτεία και να συνεργάζονται με αυτήν.

Π.χ. είναι ο πολιτικός αγώνας και η προεκλογική προπαγάνδα. Άλλωστε τα πολιτικά κόμματα κατ΄ ορισμό, εκπροσωπούν συμφέροντα μονάχα μιας ορισμένης ομάδας των ανθρώπων, ενώ η Εκκλησία ενώνει τους πιστούς ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους αντιλήψεις.

Συνοψίζοντας την εμπειρία της Ρωσικής Εκκλησίας, που βίωσε, μπορούμε να διαπιστώσουμε: πληρώσαμε ακριβά την ελευθερία μας και δεν είμαστε διατεθειμένοι να τη δώσουμε πίσω εύκολα.

Η Εκκλησία δε θέλει πλέον να γίνει ένα μέρος του κρατικού μηχανισμού. Ο σκοπός μας είναι η Βασιλεία η οποία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.

-π. Νικόλαε σας ευχαριστώ 

πηγή: http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3498&Itemid=1

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration