Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και ο θεολογικός διάλογος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως

Παρ' όλες τις δικαιολογημένες επιφυλάξεις που υπάρχουν για την Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39),

κυρίως για τον τρόπο που συνεκλήθη υπό την πίεση της στρατιωτικής απειλής των Τούρκων και τις πιέσεις του Πάπα, αλλά και για την ανειλικρίνεια των προθέσεων αμφοτέρων των πλευρών των προσερχομένων στις συζητήσεις (ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Παλαιολόγος υπελόγιζε στα πολιτικά και στρατιωτικά οφέλη από μία ενδεχόμενη Ένωση και πίεζε προς την κατεύθυνση αυτή, ο Πάπας Ευγένιος ο Δ' υπελόγιζε στο γόητρο που θα αποκτούσε εάν έπειθε τους ''σχισματικούς γραικούς'' να δεχθούν την Ένωση, να υποκύψουν στις παπικές απαιτήσεις για το Πρωτείο και την πρωτοκαθεδρία του Πάπα Ρώμης, και να επιστρέψουν σε ενότητα με την Λατινική Εκκλησία αποδεχόμενοι τις κακοδοξίες της, ιδίως το Πρωτείο και το Φιλιόκβε, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως στην Φερράρα-Φλωρεντία έγινε για πρώτη φορά μετά το Σχίσμα του 1054 μία σοβαρή προσπάθεια, παρ' όλες τις ελλείψεις και τις δυσχέρειες στον διάλογο, να συζητηθούν εις βάθος οι θεολογικές διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, να υπάρξει αμοιβαία γνωριμία και κατανόηση, να ξεπερασθούν προκαταλήψεις και έχθρες του παρελθόντος και να προχωρήσει η Ένωση των Εκκλησιών. Βεβαίως, ο διάλογος δεν προχώρησε διότι και οι δύο πλευρές, ο αυτοκράτωρ και ο Πάπας, επείγοντο και βιάζονταν να υπογραφεί η Ένωση κάτω από πολιτικές πιέσεις και εκβιαστικά διλήμματα, αφήνοντας κατά μέρος τα θεολογικά.

Αυτός υπήρξε ο κυριότερος λόγος, μαζί με την ανειλικρίνεια, την αδιαλλαξία των Λατίνων, που η τελικώς υπογραφείσα Ένωση δεν έγινε αποδεκτή στην Ανατολή, χαρακτηρίστηκε ως ληστρική και ψευδοένωση, τα ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής την απέρριψαν ( Σύνοδοι Ιεροσολύμων 1443 και Κωνσταντινουπόλεως 1482) και ο πιστός λαός κατηγόρησε τους φιλενωτικούς για προδοσία της πίστεως. Θα έπρεπε να περάσουν σχεδόν 550 χρόνια για να επιχειρηθεί ένας εκ νέου θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Επειδή λοιπόν το αίτημα ενός οικουμενικού θεολογικού διαλόγου υπήρξε έντονο κατά τον 20ο αιώνα , πολλά θα μπορούσαμε να διδαχθούμε από την εμπειρία του παρελθόντος και να ωφεληθούμε ώστε να αποφύγουμε τα προηγούμενα  λάθη και τα σφάλματα. Η αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος επί τη βάσει της αληθούς πίστεως , της αποστολικής και αγιοπατερικής της πρώτης χιλιετίας, αποτελεί και σήμερα ένα ζητούμενο για το οποίο εμείς οι Ορθόδοξοι προσευχόμαστε σε κάθε Θεία Λειτουργία ''υπέρ της των πάντων ενώσεως'' και'' της επιστροφής των πεπλανημένων''.

Επειδή ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός υπήρξε ο αδιαφιλονίκητος  πρωταγωνιστής στις συζητήσεις στην Φερράρα-Φλωρεντία, η πανθομολογούμενη από φίλους και αντιπάλους αρετή, αγιότης του βίου, η ευρυμάθεια η φιλοσοφική και θεολογική, η γνώση των θεολογικών συγγραμμάτων των Πατέρων της Εκκλησίας, η συνέπεια στις θέσεις του και η σταθερότητα στην Ορθόδοξο Πίστη, οι τοποθετήσεις του κατά την διάρκεια της Συνόδου υπήρξαν καθοριστικές και καίριες, όλα αυτά τον αναδεικνύουν σε κορυφαία μορφή στο ζήτημα των θεολογικών διαλόγων. Δεν θα επιμείνουμε τόσον στις θεολογικές τοποθετήσεις του Αγίου Μάρκου στην Φερράρα-Φλωρεντία (αυτό θα γίνει εν συνεχεία και σε άλλα κεφάλαια), οι οποίες αποτελούν αδιαμφισβήτητη και σταθερά ομολογία Ορθοδοξίας, αλλά περισσότερον θα επικεντρωθούμε στον τρόπο και την όλη συμπεριφορά και στάση του έναντι του διαλόγου και εν σχέσει με τους Δυτικούς.

Με πάσα νηφαλιότητα και πιστότητα στα ιστορικά δεδομένα και τις γραπτές πηγές θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τον ρόλο που διεδραμάτισε ο Άγιος Μάρκος. Θα χρησιμοποιήσουμε ως πηγή τα Απομνημονεύματα του Συλβέστρου Συροπούλου, αυτόπτου μάρτυρος και μέλους της ελληνικής αντιπροσωπείας ως Μέγας Εκκλησιάρχης, που θεωρούνται ως κατ' εξοχήν αξιόπιστα και αντικειμενικά για τα της Φερράρας-Φλωρεντίας, παραπέμποντας στην έκδοση του V. Laurent, Paris 1971. Σημαντικός επίσης βοηθός στις επισημάνσεις που θα κάνουμε εν συνεχεία απετέλεσε και η μελέτη του κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, καθηγητού του Πανεπιστημίου του Γκρατζ  της Αυστρίας, με τίτλο ''Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ενότητα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως'', εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1999, ιδίως οι σελίδες 51-72.

Ο Άγιος Μάρκος επελέγη ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας εκπροσωπών ταυτοχρόνως τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, για την εγνωσμένη βαθιά θεολογική του κατάρτιση, γνώση των κειμένων και της θεολογίας των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά και της δυτικής σχολαστικής θεολογίας του Θωμά Ακυνάτη μέσω ελληνικών μεταφράσεων, την ικανότητα διεξαγωγής επί ίσοις όροις θεολογικών συζητήσεων με τους Λατίνους, και η ισχυρή του προσωπικότητα, το κύρος και η αγιότητα του βίου του, όπως και η συνέπεια και η μαχητικότητα υπέρ της ορθοδόξου πίστεως τον κατέστησαν κεντρική μορφή των θεολογικών συζητήσεων.

Ο Άγιος Μάρκος έχοντας επίγνωση των κρισίμων στιγμών για την Κωνσταντινούπολη, το έθνος και την Ορθοδοξία, αλλά και την σπουδαιότητα της αξίας ενός θεολογικού διαλόγου, ο οποίος εάν διηξήγετο με ειλικρίνεια και αξιοπιστία, θα μπορούσε να αποφέρει θετικά αποτελέσματα, δηλαδή να οδηγήσει στο θεάρεστο έργο της αποκαταστάσεως της χριστιανικής ενότητος επί τη βάσει της αληθούς και ακαινοτόμητης ευαγγελικής, αποστολικής και αγιοπατερικής πίστεως, δεν απέφυγε να λάβει μέρος στην Σύνοδο, αλλά μάλλον με αίσθημα ευθύνης, προθύμως και εκθύμως, ανέλαβε να προασπίσει την ορθοδοξία και να την εκπροσωπήσει επαξίως στις θεολογικές συζητήσεις με τους Λατίνους. Πίστευε ειλικρινώς ότι κάθε κόπος υπέρ της επιτεύξεως μίας επιθυμητής και εντίμου ενώσεως ήταν αναγκαίος και θεοφιλής. Χαρακτηριστικοί και ενδεικτικοί οι λόγοι του αγίου πατρός ότι '' καταφρονήσαντες και κόπων και κινδύνων προς το διαπραγματεύσασθαι  το θείον έργον της ενώσεως εάν ο Θεός ευδοκήση, πρόδηλόν εστι, και πρόθυμοί εσμεν και ημείς την δυνατήν επιμέλειαν και σπουδήν Θεού χάριτι προς τούτο συνεινεγκείν (=να συνεισφέρουμε), επεί και τούτου χάριν αφίγμεθα (= αφού γι' αυτό έχουμε έρθει)'', (Συλβέστρου Συροπούλου, Απομνημονεύματα V, 7). Υπάκουσε στο κάλεσμα της Εκκλησίας και της Πολιτείας (του αυτοκράτορος) να εκπροσωπήσει επαξίως την Ορθοδοξία στην Φερράρα-Φλωρεντία. Δεν απέφυγε τον διάλογο.

Ο Άγιος Μάρκος επέμενε και ορθώς ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την Ένωση αποτελούσε η σαφής συζήτηση επί συγκεκριμένων θεολογικών θεμάτων, όπως το Φιλιόκβε ή το Παπικό πρωτείο, θεμάτων που χώριζαν τις δύο Εκκλησίες και είχαν προκαλέσει προηγουμένως έντονες τριβές και καχυποψίες (και μέχρι σήμερον εξακολουθούν), διότι θεωρούσε ότι μέσω μίας ανοικτής και ειλικρινούς θεολογικής συζητήσεως θα μπορούσαν να απομακρυνθούν καχυποψίες και αμοιβαίες παρεξηγήσεις επί υπαρκτών και ουσιωδών δογματικών διαφορών και παρεκκλίσεων εκ μέρους των Λατίνων επί της ορθής πίστεως λόγω καινοτομιών και προσθηκών, και να προκύψει συμφωνία. ''ότε διίστανται τινές αλλήλων και ου χωρούσι προς λόγους, δοκεί μείζων είναι και η μετξύ τούτων διαφορά. Ότε δ' εις λόγους συνέλθωσι και εκάτερον μέρον νουνεχώς ακροάσηται τα παρ' εκατέρου λεγόμενα, ευρίσκεται πολλάκις ολίγη η τούτων διαφορά'' (=όταν κάποιοι βρίσκονται σε διάσταση από άλλους και δεν προχωρούν σε διάλογο, τους φαίνεται ότ είναι μεγαλύτερη η μεταξύ τους διαφορά. Όταν όμως προσέλθουν σε κοινό διάλογο και το καθένα μέρος ακούσει με προσοχή και σύνεση τα λεγόμενα της άλλης πλευράς, πολλές φορές βρίσκεται ότι είναι λίγη η διαφορά τους), (Συροπούλου, Απομνημονεύματα V, 28).

Ο Άγιος Μάρκος είχε επίγνωση της σοβαρότητος των θεολογικών διαφορών επί δογματικών και λειτουργικών ζητημάτων που χώριζαν ορθοδόξους και λατίνους, επιθυμούσε όμως ο διάλογος να διεξαχθεί ειρηνικά και με χριστιανική αγάπη, ούτως ώστε να αποφευχθούν εντάσεις, εριστικότητα, αντεγκλήσεις, που σε τίποτε δεν θα συνέβαλαν στην ομαλή εξέλιξη των συζητήσεων. ''χρη μετά αγάπης τους λόγους ποιείσθαι, επεί και περί ειρήνης εστίν ο λόγος και ταύτην κατέλιπεν ο Κύριος ημίν ώσπερ τινα κλήρον. Χρη ουν ημάς ταύτην αεί πραγματεύεσθαι και μάλιστα εν τη παρούση των λόγων ύλη, και απ' αρχής μέχρι τέλους των λόγων την αγάπην τηρείν''  (Συροπούλου, Απομνημονεύματα VI, 27).

Ο Άγιος Μάρκος πίστευε ειλικρινώς ότι στις συνομιλίες με τους Λατίνους συνδιαλεγόταν με φίλους, πατέρες και αγίους αδελφούς, όπως συνήθως τους αποκαλούσε (Συροπούλου, Απομνημονεύματα, VIII, 6), όταν όμως αργότερα αντελήφθη την ανειλικρίνεια των προθέσεων του Πάπα δεν εδίστασε να τους αποκαλέσει αιρετικούς και χριστοκαπήλους (αυτά βεβαίως μετά την υπογραφή της Ενώσεως και όπως αυτή υπεγράφη). Αλλά και ο Πατριάρχης Ιωσήφ, μπροστά στην παράλογη και αλαζονική απαίτηση του Πάπα να του φιλήσει το πόδι, τον επιτιμά και θεωρεί ότι θα έπρεπε η συμπεριφορά των Δυτικών να είναι αδελφική '' ουκ οφείλω εγώ τοιούτον ασπασμόν, αλλ' επειδή αδελφοί εσμέν, δει περιπτύξασθαι και ασπάσασθαι αλλήλους αδελφικώς'' (ό.π. IV, 31). Η αδελφική συμπεριφορά φανερώνεται με λόγους αλλά και εμπράκτως, με αμοιβαία αγάπη, εκτίμηση και σεβασμό.

Ο Άγιος Μάρκος επέμενε ότι για να ρθεί το Σχίσμα και να αποκατασταθεί η ενότητα, πρέπει να επανέλθουμε στην περίοδο εκείνη που η Εκκλησία σε Ανατολή και Δύση ήταν Μία, Ενωμένη, και Ορθόδοξη. Αλλά στέρεα βάση για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, αποτελεί η επιστροφή των Δυτικών στην ορθόδοξο πίστη, όπως αυτή εκφράζεται από τις Επτά Οικουμενικές Συνόδους των Αγίων Πατέρων της πρώτης χιλιετίας. Μόνον επί τη βάσει των Όρων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων και εφ' όσον υπήρχε συμφωνία με το φρόνημα των Αγίων Πατέρων, θεωρούσε ο Άγιος Μάρκος ότι μπορεί να συμβεί αυτό, και γι' αυτό επέμενε στην έναρξη των συνεδριάσεων στην Φερράρα-Φλωρεντία να αναγνωσθούν τα κείμενα και οι Όροι των Οικουμενικών Συνόδων (σε αυτό αντέδρασαν οι Λατίνοι διότι είχαν αλλοιώσει τα πρωτότυπα κείμενα). ''ζητούμεν ουν και παρακαλούμεν επανελθείν εις εκείνον τον καιρόν, καθ' όν ηνωμένοι όντες το αυτό πάντες ελέγομεν και ουκ ην εν ημίν σχίσμα…και ώσπερ ανακαλεσάμεθα την τότε παραληφθείσαν αγάπην, ούτω και τω φρονήματι προς τε ημάς αυτούς ενωθήναι και προς τους πατέρας ημών, τους εν ταις οικουμενικαίς συνόδοις τοις επτά διαλάμψαντας. Πρώτον μεν αναγνωσθήτωσαν οι όροι των αγίων εκείνων συνόδων, ει μη νυν ο καιρός, ίνα δείξωμεν εαυτούς συμφωνούντας εκείνοις και επομένους, ου τη τάξει μόνον, αλλά και τοις φρονήμασιν. Ούτω γαρ έστια και η σύνοδος αύτη ταις προηγουμέναις εκείναις ακόλουθος'' (Πρακτικά της εν Φλωρεντία Συνόδου).

Ο Άγιος Μάρκος έχοντας ως κριτήριον την ορθόδοξο πίστη εξήταζε και ήλεγχε όλα όσα έλεγαν οι Λατίνοι, και όσα εξ αυτών τα εύρισκε σύμφωνα με την ορθοδοξία τα επικροτούσε, όσα απεμακρύνοντο της ορθοδοξίας τα κατεδίκαζε ως παρεκκλίσεις. Έτσι, ανεγνώριζε με πάσαν εντιμότητα και αμεροληψία κάποια στοιχεία της αληθούς πίστεως στην Δυτική Εκκλησία, ήλεγχε όμως αυστηρώς κάθε αιρετική και κακόδοξη διδαχή. ''ό μετά αληθείας λέγηται δεχόμεθά τε και ασμένως περιπτυσσόμεθα, ό δ' αν μη ούτως έχον ημίν δοκή, κατά πόδας και προφανώς ελέγχομεν και αποβαλλόμεθα''  (Συροπούλου, Απομνημονεύματα VIII, 6).

Ο Άγιος Μάρκος επέμενε ότι η Ένωση για να είναι ουσιαστική δεν θα πρέπει να περιορίζεται σε επιφανειακούς συμβιβασμούς ή λεκτικές συμφωνίες εξωτερικές, με ασάφειες και αοριστίες στα χωρίζοντα θεολογικά θέματα. Κάτι τέτοιο θα ταίριαζε σε πολιτικούς και διπλωμάτες, και όχι σε εκκλησιαστικούς άνδρες. Η Ένωση δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα συμβιβασμών, διότι τότε δεν θα έχει στέρεα βάση και διάρκεια. Ο Άγιος Μάρκος  δεν δέχεται οικονομία ή συγκατάβαση σε θέματα πίστεως όπου ο θεολογικός λόγος πρέπει να είναι διάφανος, σαφής, κρυστάλλινος. (''ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της πίστεως''). Η Ένωση γνησίως και ειλικρινώς, μας λέει ο Άγιος Μάρκος, θα πρέπει να αποτελέσει πρωτίστως ένωση καρδιάς και διανοίας. ''την διά γλώττης ομολογίαν οφείλομεν απαιτείν εξ αυτών και αρκείσθαι ταύτη, ου μην δ' εξετάζειν και τας εν βάθει των καρδιών διανοίας'' (Συροπούλου, Απομνημονεύματα VIII, 12).

Ο Καθηγητής Λαρεντζάκης στο βιβλίο του για τον Άγιο Μάρκο (ό.π. σελ.68-70) ολοκληρώει την αποτίμηση της στάσεως και της συνεισφοράς του Αγίου Μάρκου στον θεολογικό διάλογο με τις ακόλουθες επισημάνσεις:

'' Ο Άγιος Μάρκος ήτο απόλυτα διατεθειμένος υπέρ του διαλόγου. Ήταν ειλικρινής, πιστός, άνδρας με καλό χαρακτήρα, ο οποίος ενεργούσε για το καλό ολοκλήρου της Εκκλησίας. Με τα κίνητρα αυτά ήθελε να συμβάλη  στην αποκατάσταση της κοινωνίας και την ομολογία της αυτής πίστεως με την Δυτικήν Εκκλησίαν. Και ακριβώς για τους λόγους αυτούς ετόνιζε απεριφράστως: ''ημείς, ω φίλοι πατέρες, ουκ αντιλέγειν αλλήλοις απλώς ουδέ τα παρ' αλλήλων λεγόμενα ανατρέπειν συνεληλύθαμεν. Τούτο γαρ φιλοτιμίας έχεται μάλλον ή της προς αλήθειαν φερούσης οδού, αλλ' ίνα, κοινή συζητούντες έκαστον των ανακυπτόντων εις μέσον και μετά πάσης ακριβείας ειρηνικώς τε και απλώς και φιλικώς αυτό εξετάσαντες, ούτω τα εξής περαίνομεν, άχρις αν επί το κοινή ζητούμενον αμφότεροι τέλος καταντήσωμεν, όπερ εστίν η της αληθείας εύρεσις'' (ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΣΥΝΌΔΟΥ)…Ο Μητροπολίτης Μάρκος δεν επεδίωκε επιφανειακή και ψεύτικη καταλλαγή ή εκκλησιαστικοπολιτική ή ακόμη και μόνο πολιτική συμβατική συνύπαρξη. Ούτε και ενεργούσε εγωιστικά για να προβληθεί ο ίδιος. Ουδείς λόγος περί υποχωρήσεων, ουδείς λόγος περί υποταγής, ουδείς λόγος περί απεμπολήσεως της αληθείας και της ορθής πίστεως, αλλά επιδιώξεως της συμφωνίας εν αληθεία, για την αποκατάσταση της αρμονίας και της ενότητος των αδελφών διά του Διαλόγου. Δεν επεδίωκε τον Διάλογον για να νικήσει με ισχυρότερα επιχειρήματά του τους αντιπάλους και να θριαμβολογήσει εγωιστικά. Και στο σημείο αυτό καταφαίνεται η αγαθή του πρόθεση και διάθεση που βασιζόταν στο πνεύμα των αρχαίων και μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για το σκοπό των θεολογικών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων αναφέρει τα εξής: ''ου γαρ νικήσαι ζητούμεν, αλλά προσλαβείν αδελφούς, ων τω χωρισμώ σπαρασσόμεθα'' (Λόγος 41, Εις Πεντηκοστήν 8, P.G. 36, 440 B). Εκείνο λοιπόν που έφερε τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό στην Σύνοδο αυτή όπου εσήκωσε το μεγαλύτερο βάρος των διαπραγματεύσεων και του Διαλόγου, ήταν η εκκλησιαστική του συνείδηση και η πεποίθησή του, ότι έπρεπε να πραγματοποιηθή το ιερόν αίτημα της αποκαταστάσεως της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας στην καθόλου Εκκλησία Ανατολής και Δύσεως, η οποία έπρεπε να στηρίζεται στην αγάπη και την αλήθεια της πίστεως. Για τον λόγο αυτό ήταν υπέρ του θεολογικού Διαλόγου, υπέρ του Οικουμενικού Διαλόγου, σήμερα θα λέγαμε με τα χαρακτηριστικά της αντικειμενικότητος,  της αληθείας και της αγάπης'' (Λαρεντζάκης, ό.π., σελ. 68-70 

Σχετικά Άρθρα

©2005-2016 Zoiforos.gr || Σχεδίαση - Ανάπτυξη Lweb.GR