Ζωηφόρος

Με δυο λόγια Θ’ (10)

1. Είναι θεολογικά ακριβές να λέγεται ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος;

Το τέλειος άνθρωπος είναι θεολογικά ακριβές, γιατί γενικά κάθε άνθρωπος είναι ατελής ενώ ο Χριστός είναι τέλειος. Το τέλειος Θεός όμως, ναι μεν είναι  θεολογικά ακριβές, αλλά είναι περιττό, γιατί δεν υπάρχει άλλος θεός που να είναι ατελής ώστε να είναι ανάγκη να διακρίνεται ο Χριστός ως τέλειος Θεός.  Ένας είναι ο Θεός και μάλιστα Τριαδικός, δηλαδή « Μονάς εν Τριάδι   και Τριάς εν Μονάδι ».  Αλλά  και στο Σύμβολο της Πίστεως,  το Οποίο δεν έχει κανείς δικαίωμα να το αλλάξει, ο Χριστός  ονομάζεται   Θεός αληθινός.

2.  « πλούτος εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν »( Ψ 61,11). Αυτό με άλλα λόγια  λέει ότι, εάν ο πλούτος  σαν ποτάμι κυλάει μπροστά σας, μη προσκολλήσετε  σ’ αυτόν τη καρδία σας.  Κάποιος όμως μπορεί να πει, γιατί; Γιατί, αν προσκολληθεί η καρδιά σε κάτι που  ρέει και κυλάει, θα γίνει και αυτή κυλιόμενη  και τότε, την πήρε  το ποτάμι, την πήρε ο ποταμός, και μέσα θα την τρώει ένας πικρός καημός. Αυτό βέβαια μέχρι να βρει μπροστά της κάτι για να πιαστεί,  και έτσι να γλυτώσει απ’ την καταστροφή.  Αυτό το κάτι είναι   ο  Ιησούς Χριστός, που δεν τον παρασύρει κανένας ποταμός.  Όλα τα υλικά του κόσμου είναι  ρευστά και  ασταθή, και τίποτα δε μένει το ίδιο ούτε στιγμή.

3. Ένας χριστιανός που, ενώ  είναι προορισμένος για τα ανώτερα, αυτός προσέχει τα κατώτερα, θυμίζει εκείνον τον καρβουνιάρη ο οποίος, ενώ τον πήγαιναν να τον κάνουν βασιλιά, αυτός στο δρόμο, όταν έβλεπε μεγάλα δένδρα, έλεγε, τι καλά είναι αυτά για κάρβουνα.

4. Ο Πέτρος είπε ότι δε  γνωρίζει το Χριστό. Ο Ιούδας  δεν  είπε ότι δεν τον γνωρίζει, αλλά με το φίλημά  του, τον έδειξε  κιόλας ποιος είναι.  Το αμάρτημα του Πέτρου, όσο μεγάλο και αν ήταν, πάντως ήταν περιστασιακό και περαστικό. Το αμάρτημα του Ιούδα, όσο μεγάλο και αν ήταν, πάντως ήταν προμελετημένο και μόνιμο.

Με βάση αυτά, μπορούμε να πούμε τα εξής, κατά κάποιο τρόπο, σχετικά. Μπορεί κάποιος να κάνει ξαφνικά ένα μεγάλο αμάρτημα, ακόμη και έγκλημα, γιατί, όπως λέγεται, το έφερε η κακή η ώρα. Αυτός όμως στη συνέχεια, μπορεί να κλάψει πικρά, όπως ο Πέτρος, να μετανοήσει, να λάβει συγχώρηση από το Θεό διά του Πνευματικού, και έτσι το αμάρτημά του πλέον να είναι παροδικό και  να μη υπάρχει.

Αντίθετα, μπορεί κάποιος που δεν έχει κάνει κάποιο μεγάλο αμάρτημα, να  μένει  σε μία κακία μόνιμα και  να λέει συνειδητά, εγώ τέτοιος είμαι και δεν αλλάζω, και έτσι η κακία του να  είναι μόνιμη και να υπάρχει.

5. Ένας συνήθιζε να πειράζει   με  ενοχλητικά  και απρόσεκτα  λόγια  κάποιον  φίλο του. Όταν εκείνος κάποτε  φάνηκε ελαφρά ενοχλημένος, για να δικαιολογηθεί αυτός που τον πείραξε του είπε, έλα καημένε, αστεία κάνω, μου αρέσει να σε πειράζω.  Τότε ο φίλος του, αστειευόμενος και αυτός,  του είπε,  για δες μια σύμπτωση, και στο διάβολο αρέσει να με πειράζει. Προσοχή λοιπόν, γιατί όποιος αρέσκεται τους άλλους να πειράζει, υπάρχει κάποιος κίνδυνος, όχι στο Θεό, αλλά  στο διάβολο να μοιάζει, «  ο γαρ Θεός απείραστός  εστι κακών, πειράζει δε αυτός ουδένα »( Ιακ. α’, 13).

6.  Για τη φιλανθρωπία του Θεού.

α) Πρώτα έκανε ο Θεός τον παράδεισο και μετά έβαλε τον άνθρωπο μέσα. « Και εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς και έθετο εκεί τον άνθρωπον, ον έπλασε »( Γεν. β’, 8).

β) Δε διαλέγει ο Θεός τον άνθρωπο για τον τόπο αλλά τον τόπο για τον άνθρωπο.  «  αλλ᾿ ου διά τον τόπον το έθνος, αλλά διά το έθνος τον τόπον ο Κύριος εξελέξατο »(Β’ Μακ. ε’, 19).

γ) Η αργία έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για την αργία. « Το σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά το σάββατον » (  Μαρ. β’, 27).

7. Είναι λάθος να απορρίπτεται η Παλαιά Διαθήκη και γενικότερα  ή ειδικότερα  η προσφορά των Ιουδαίων στη σωτηρία των ανθρώπων, όταν, εκτός των άλλων, ο Ίδιος ο Χριστός  έχει πει  ότι « η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν» ( Ιω. δ’, 22).   Και πώς όχι, αφού ο Σωτήρας του κόσμου ήταν Ιουδαίος, σύμφωνα και με τα λόγια που του είπε η Σαμαρείδα, «πώς συ Ιουδαίος ων παρ' εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος;»( Ιω. δ’, 9);

8. « ούτως απολούνται  οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού. και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν »(Ψ.67, 3-4). Εδώ είναι αξιοπρόσεκτο το ότι δε  χρησιμοποιείται  πρώτο πρόσωπο. Δε λέει δηλαδή  ούτε εμείς οι αμαρτωλοί θα χαθούμε, ούτε εμείς οι δίκαιοι θα σωθούμε, αλλά λέει γενικά, διδακτικά και προφητικά,  τι θα γίνει με τους αμαρτωλούς και τι με  τους δικαίους, χωρίς να αναφέρεται καθόλου  το εμείς. Χρειάζεται λοιπόν γενικότερα προσοχή στο πώς  χρησιμοποιείται  από κάποιον ή από κάποιους  το εγώ, το εμού, το εμείς, το εμάς, όπως  και ο  μαμωνάς.

9. Μακάρι να ήταν άγιοι όλοι οι κληρικοί. Πόσοι και ποιοι είναι, ο Θεός το γνωρίζει.  Αν κάποιος το γνωρίζει και αυτός, ας πει ότι, εγώ είμαι άγιος, και δεν είμαι σαν τους άλλους.  Ευτυχώς κανένας κληρικός  δε λέει τέτοια λόγια για τον εαυτό του. Έτσι ο καθένας « τω ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει· σταθήσεται δε· δυνατός γαρ εστιν ο Θεός στήσαι αυτόν »( Ρω.ιδ’, 4). Ό, τι λοιπόν είναι, και όποιος  και αν είναι ένας κληρικός, αν βέβαια είναι κανονικός, τα Μυστήρια που τελεί είναι κανονικά και τα ίδια. Η Θεία Κοινωνία, για παράδειγμα, δεν διαφοροποιείται από την αγιότητα ή μη του Ιερέα.

10. Όποιος αγαπάει  αληθινά το Χριστό  του παραχωρεί άνευ όρων όλη την καρδιά του, γιατί  στο κάτω κάτω της γραφής,  αυτή είναι δικιά Του. Όλοι οι άλλοι που ζητούν μεσ’ στην  καρδιά κάποιου να μπουν  είναι ανάξιοι γι’ αυτό, μηδενικά μπρος στο Χριστό. Αυτός μονάχα είναι το φως  που διώχνει το σκοτάδι, και που στα χέρια Του κρατά και τα κλειδιά του άδη, όπως δηλώνουν ακριβώς τα  παρακάτω λόγια, «    εγώ ειμι ο πρώτος και ο έσχατος  και ο ζων, και εγενόμην νεκρός, και ιδού ζων ειμι εις τους αιώνας των αιώνων, και έχω τας κλεις του θανάτου και του άδου »(Απ. α’, 17-18).

 του Ιωάννη Δήμου

 

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Με δυο λόγια Η’ (10) Με δυο λόγια Ι’ (10) »

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration