Ζωηφόρος

Η έννοια του πλησίον όπως δεν έχει ακουσθεί, του Ιωάννη Δήμου,

Η έννοια του πλησίον όπως δεν έχει ακουσθείτου Ιωάννη Δήμου

 

από την ιστοσελίδα του: www.sostikalogia.com

Όταν ο νομικός ρώτησε τον Κύριο «και τις εστί μου πλησίον» (Λουκ. ι΄, 29) τότε του έδωσε αφορμή να διδάξει τη γνωστή παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Μέσα από την παραβολή αυτή ξεκαθαρίζεται ποια είναι η έννοια του πλησίον.

Επειδή η παραβολή είναι γνωστή παραμένουμε στα σημεία που έχουν σχέση με το θέμα μας.  «Τις ουν τούτων των τριών πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι του εμπεσόντος εις τους ληστάς;» (Λουκ. ι’,36). Εδώ ο Κύριος με την ερώτηση αυτή φανερώνει ταυτόχρονα ότι πλησίον θεωρείται όχι αυτός που έπεσε στους ληστές αλλά ένας από τους τρεις που τον συνάντησαν και αφήνει τον νομικό να τον βρει.

Έτσι ο νομικός απαντάει «ο ποιήσας το έλεος μετ’ αυτού», δηλαδή ο καλός Σαμαρείτης, πράγμα το οποίο δέχεται και ο Κύριος λέγοντας του «πορεύου και συ ποίει ομοίως (Λουκ. ι΄,37), δηλαδή κάνε ότι έκανε και ο καλός Σαμαρείτης και έτσι θα γίνεις και εσύ πλησίον στους έχοντας ανάγκη.

Είναι όμως γνωστό και κοινά αποδεκτό ότι ο καθ’ αυτό καλός Σαμαρείτης είναι ο ίδιος ο Χριστός. Έτσι καλείται ο νομικός και καθένας, που έχει τη θέληση βέβαια, να γίνει μιμητής και συνεργάτης του Χριστού. Τότε θα είναι και αυτός πλησίον στους άλλους. Αφού όμως θα είναι αυτός πλησίον στους άλλους τότε σε ποιον απευθύνεται η εντολή αγαπήσεις τον πλησίον σου;

Ασφαλώς απευθύνεται σε εκείνους που δέχονται τη βοήθεια από τον καλό Σαμαρείτη που έγινε γι’ αυτούς πλησίον, όπως φάνηκε παραπάνω. Καλούνται λοιπόν όλοι να αγαπήσουν το Χριστό που όπως αναφέρθηκε είναι ο καλός Σαμαρείτης, ο οποίος θεραπεύει τους κακώς έχοντας.

Ποιοι όμως αγαπούν το Χριστό το λέει ο ίδιος. «ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με» (Ιω. Ιδ΄,21). Έτσι λοιπόν ο κάθε πιστός καλείται να κάνει το έργο του καλού Σαμαρείτη με τη σειρά του, και να γίνεται πλησίον στους άλλους, εκφράζοντας την αγάπη του προς το Χριστό και δείχνοντας την πίστη του από τα έργα του, όπως λέει ο Ιάκωβος (Ιακ,β΄, 18).

Άρα η εντολή αγαπήσεις τον πλησίον σου, όπως και κάθε άλλη εντολή, έχει  ως σκοπό και τέλος να βρει ο άνθρωπος το Χριστό (Ρωμ. ι΄,4) και να τον αγαπήσει ποιώντας και αυτός ομοίως (Λουκ. ι΄,37), όπως είπε ο Κύριος στον νομικό, αφού όπως ελέχθη ο Χριστός είναι ο πραγματικός καλός Σαμαρείτης που έγινε πλησίον στον άνθρωπο που έπεσε στους ληστές.

Αφού όμως ο Χριστός είναι ο καλός Σαμαρείτης και Αυτός έγινε πλησίον στον αμαρτωλό άνθρωπο και δικό Του είναι το έργο της σωτηρίας το οποίο εργάζεται επί της γης η Εκκλησία Του, και αφού απόδειξη της προς Αυτόν αγάπης είναι η τήρηση των εντολών Του (Ιω.ι΄,21), και αφού χωρίς Αυτόν δεν μπορεί να κάνει κανείς τίποτε, όπως είπε ο ίδιος  «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε΄,5), τότε ποιος μπορεί να πει ότι από μόνος του αγαπάει το Χριστό και ότι εφαρμόζει την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, αφού ο Χριστός όπως αναφέρθηκε είναι ο καλός Σαμαρείτης ο πραγματικός πλησίον;

Η απάντηση είναι κανείς. Και πράγματι ο νόμος δεν δόθηκε στους ανθρώπους σαν να μπορούν αυτοί να τον εφαρμόζουν και μάλιστα στο πλήρωμα του που είναι η αγάπη, από μόνοι τους, αλλά δόθηκε για να γνωρίσουν αυτοί την αμαρτία τους, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «δια γαρ νόμου επίγνωσης αμαρτίας»  (Ρωμ. γ΄, 20). Έτσι ο νόμος δεν χάνει την αξία του και μάλιστα, όπως τον συμπλήρωσε ο Κύριος στην Καινή Διαθήκη καταργώντας τις τυπικές διατάξεις που αποτελούσαν τη σκιά του νόμου.

Έτσι ο πιστός γνωρίζοντας την αμαρτία του και καθαριζόμενος από αυτή με τα μυστήρια της Εκκλησίας, δεχόμενος τη φροντίδα του καλού Σαμαρείτη και κάνοντας και αυτός στους άλλους έργο του Καλού Σαμαρείτη, δείχνει ότι αγαπάει το Χριστό όχι πλέον ότι ο ίδιος από μόνος του εφάρμοσε το νόμο της αγάπης και έγινε δίκαιος από την εφαρμογή του νόμου, αλλά λόγω της απαλλαγής του από την αμαρτία την οποίαν έκανε γνωστή ο νόμος.

Τότε αφού ο άνθρωπος με το νόμο γνωρίζει την αμαρτία του και από μόνος του δεν μπορεί να τον εφαρμόσει και να γίνει δίκαιος από την εφαρμογή του νόμου, αλλά δεχόμενος τη σωτηρία την οποία του προσφέρει ο καλός Σαμαρείτης ο Χριστός συνεργαζόμενος γι’ αυτή μέσα στην Εκκλησία Του, ποιος είναι αυτός που εφάρμοσε το θέλημα του Θεού και είναι ο δίκαιος ενώπιον του Θεού;

Αυτός είναι ο Υιός του Θεού ο προϋπάρχων Λόγος, ο οποίος έλαβε την ανθρώπινη φύση λέγοντας, «Ιδού ήκω…… του ποιήσαι, ο Θεός, το θέλημα σου»  (Εβρ. ι΄,7).

Αυτός είναι ο δίκαιος, όπως είπε ο Ανανίας στον Σαούλ, δηλαδή στον Παύλον «ο Θεός των πατέρων ημών προεχειρίσατο σε γνώναι το θέλημα αυτού και ιδείν τον δίκαιον και ακούσαι φωνήν εκ στόματος αυτού» (Πρ. κβ’,14).

Αυτός είναι ο καλός Σαμαρείτης που έγινε πλησίον σε όλη την ανθρωπότητα και πρέπει να αγαπιέται από τους πιστούς Του ανθρώπους.

Άρα η αγάπη  προς το Χριστό αυξάνει με τη θεραπεία της ψυχής από τα πάθη και την αμαρτία και εκδηλώνεται με τη συμμετοχή του πιστού στο  έργο του καλού Σαμαρείτη. Έτσι ο πιστός δεν εφαρμόζει τον νόμο του Θεού από μόνος του ώστε να καυχηθεί γι’ αυτό, δηλαδή δεν μπορεί να εφαρμόσει την εντολή της αγάπης προς το Θεό και τον πλησίον, που όπως ελέχθη είναι ο καλός Σαμαρείτης.

Γι’ αυτό ο Κύριος δεν είπε στον νομικό πήγαινε και εσύ και κάνε ότι έκανε αυτός που έπεσε στους ληστές και στην αμαρτία, οπότε δεν θα μπορείς να αγαπήσεις τον πλησίον σου, αλλά του είπε να κάνει και αυτός ότι έκανε ο καλός Σαμαρείτης, δηλαδή να γίνει ο ίδιος πλησίον στους άλλους.

Συμπερασματικά τονίζεται τούτο, ότι δηλαδή πρέπει ο πιστός να συνεργάζεται με τη χάρη του Θεού για τον προσωπικό του αγιασμό και την επιτέλεση της ενεργουμένης αγάπης όχι προσπα­θώντας να στήσει δική του δικαιοσύνη, αλλά υποτασσόμενος στη δικαιοσύνη του Θεού (Ρωμ. ι΄,3) και προσφέροντας και διαθέτοντας τον εαυτό του εργάτη σ’ αυτή και επιζητώντας αυτή, όπως διδάσκει ο Κύριος «ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού» (Ματ.στ΄, 33).

Αν όμως κανείς παραθεωρήσει όλα τα παραπάνω και δεχθεί ότι πλησίον είναι αυτός που έπεσε στους ληστές, δηλαδή η αμαρτωλή ανθρωπότητα και ειδικότερα αυτός που έχει ανάγκη βοηθείας, δηλαδή ο διπλανός μας, τότε πάλι ο Χριστός είναι ο καλός Σαμαρείτης, και πάλι κάθε πιστός καλείται να εργασθεί τα έργα της δικαιοσύνης του Θεού, δηλαδή τα έργα της αγάπης, προκόπτοντας βέβαια πρωτίστως στον προσωπικό του αγιασμό.

Και πάλι η αγάπη αυτή προς τον πλησίον του αναφέρεται προς τον ίδιο το Χριστό, όπως διδάσκει ο Κύριος, «εφ’όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου την ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ.κε΄,40).

Και πάλι δεν μπορεί να κάνει αυτό το έργο χωρίς τη χάρη του Θεού, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Και πάλι αυτό το έργο είναι ανθρώπινη δικαιοσύνη και εφαρμογή του νόμου, όπως φαίνεται από τη στάση του ιερέα και του Λευΐτη της παραβολή, οι οποίοι δεν έκαναν το έργο του Καλού Σαμαρείτη ως τηρητές του νόμου.

Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε που βρίσκεται η διαφορά;

          Η διαφορά βρίσκεται στο εξής. Εάν θεωρήσουμε, όπως διατυπώθηκε στην αρχή, ότι πλησίον είναι και έγινε ο καλός Σαμαρείτης, δηλαδή ο Χριστός, η εντολή αγαπήσεις τον πλησίον σου παίρνει άλλες διαστάσεις και δεν είναι απλή φιλαδελφία αλλά είναι σύνδεσμός αγάπης με το Χριστό, γιατί έτσι μόνο γίνεται κανείς πλησίον στους άλλους.

Εάν όμως θεωρήσουμε ότι πλησίον είναι αυτός που έπεσε στους ληστές τότε οδηγούμαστε στην φιλαδελφία και μόνο, που διαφέρει από την αγάπη προς τον Χριστό που είναι ο νυμφίος της Εκκλησίας.

Ύστερα από αυτά διαφαίνεται ότι καθόλου δεν απορρίπτεται η άποψη ότι πλησίον είναι και ο διπλανός μας, γιατί και αυτό είναι εντολή του Θεού, όπως φαίνεται μάλιστα και από τη συμπλήρωση της που έκανε ο Κύριος λέγοντας, «Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών…..» (Ματ. ε΄, 43-44).

Στην παραβολή όμως του καλού Σαμαρείτη η έννοια του πλησίον παίρνει άλλες διαστάσεις, όπως φάνηκε από τα παραπάνω.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε τα εξής γενικά. Εάν θεωρήσουμε πλησίον τον τραυματισμένον της παραβολής άνθρωπο, τότε την εντολή αγαπήσεις τον πλησίον σου την εφάρμοσε ο Χριστός με το απολυτρωτικό του έργο, βλέποντας όλους μας σαν πλησίον Του, όπως γράφει  ο Απ. Παύλος  «Αλλ’ εν τούτοις πάσιν υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς» (Ρωμ. η΄, 37).

Εάν όμως θεωρήσουμε πλησίον τον καλό Σαμαρείτη, δηλαδή το Χριστό, τότε καλούμαστε όλοι να τον αγαπήσουμε, όχι μόνο, επειδή έγινε πλησίον εις ημάς, εφαρμόζοντας την εντολή αλλά, επειδή είναι Αυτός ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο νυμφίος της Εκκλησίας και το αξίζει από μόνος του.

Και στις δύο παραπάνω θεωρήσεις της έν­νοιας του πλησίον, την αγάπη προς τον οποίον πρέπει να εργασθούμε, γινόμενοι πλησίον στους άλλους αφ’ ενός και αγαπώντας το Χριστό αφ’ ετέρου, απαιτείται  «η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσι ανθρώποις» (Τιτ. β΄, 11), δηλαδή η χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Και κάτι συμπληρωματικό.  Ο κάθε άνθρωπος ως μέλος της Εκκλησίας, που είναι το σώμα του Χριστού, πρέπει να συμμετέχει στο έργο του καλού Σαμαρείτη, ανάλογα με την κλήση και το χάρισμα που έλαβε από το Θεό, και έτσι να προκόπτει στην αγάπη προς τον πλησίον, όπως και αν θεωρηθεί η έννοια του πλησίον. Έτσι υπακούει στην εντολή του Κυρίου «πορεύου και συ ποίει ομοίως» (Λουκ.ι΄,37), οπότε αγαπάει και τον διπλανό του ως πλησίον και το Χριστό περισσότερο από τους άλλους ως καλό Σαμαρείτη και πλησίον όλης της ανθρωπότητας. Έτσι δεν πρέπει να αποδίδει ο πιστός στον εαυτό του την δικαιοσύνη και την αγιότητα παρά μόνο την πτωχία του πνεύματος και την αμαρτία, καθόσον θέτει στον εαυτό του το ερώτημα του Αποστόλου Παύλου «τι δε έχεις ο ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;» (Α Κορ. δ΄,7) και γνωρίζει ότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον από του πατρός των φώτων» (Ιακ. α΄, 17).

Θησαυρός δε κάθε πιστού πρέπει να είναι ο Χριστός που είναι η ανάσταση και η ζωή (Ιω. Ια΄,25), που είναι ο Εμμανουήλ, δηλαδή «μεθ’ ημών ο Θεός»  (Ματ. α΄, 23). Αυτός είναι ο πραγματικός πλησίον και αγαπάει τον κάθε πλησίον και λέει «χωρίς εμού ου  δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε΄, 5).

 

 

 

 

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration