Ζωηφόρος

Παράδοση: τροφός του μέλλοντος

Ά μέρος

 

Eν αρχή παραπομπή σ’ έναν μύθο του Αισώπου, ας έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν ότι «μύθος εστί λόγος ψευδής εικονίζων την αλήθειαν», ο μύθος εξεικονίζει, υποδηλώνει μια αληθινή κατάσταση.

Πρώτα το αρχαίο κείμενο, για να απολαύσουμε την αειφεγγή προγονική γλώσσα και κατόπιν η νεοελληνική απόδοση:

«Όνος άλας γέμων ποταμόν διέβαινεν. Ολισθήσας δε ως κατέπεσεν εις το ύδωρ, εκτακέντος του αλός, κουφότερος εξανέστη. Ησθείς δε επί τούτω, επειδή ύστερον σπόγγους εμπεφορτισμένος, κατά τινά ποταμόν εγένετο, ωήθη ότι, εάν πάλιν πέση, ελαφρότερος διεγερθήσεται. Και δη εκών ωλίσθησε. Συνέβη δε αυτόν των σπόγγων ανασπασάντων το ύδωρ, μη δυνάμενον εξανίστασθαι, εν τούτω αποπνιγήναι». Δηλαδή: «Ένας γάιδαρος φορτωμένος αλάτι περνούσε ένα ποτάμι, αλλά γλίστρησε κι έπεσε στο νερό. Επειδή έλιωσε το αλάτι σηκώθηκε ελαφρότερος. Χάρηκε μ’ αυτό κι έτσι μια άλλη φορά που περνούσε φορτωμένος σφουγγάρια ένα ποτάμι, σκέφτηκε ότι, αν πέσει πάλι, θα σηκωθεί ελαφρότερος. Πράγματι γλίστρησε σκόπιμα. Τότε όμως τα σφουγγάρια ρούφηξαν το νερό, βάρυναν και ο γάιδαρος πνίγηκε».

Το πάθημα του γαιδάρου, το πάθαμε κι εμείς ως λαός και δεν εννοώ ότι έχουμε κάποια σχέση με το άκακο ζώο. Αν και ο Γ.Σουρής, ποιητής κλαυσιγελώτων, όπως τους ονόμαζαν οι αρχαίοι λέει για τους πολιτικούς: "Ω Ελλάς ηρώων χώρα/τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα".

Κουβαλούσαμε, λοιπόν, ως λαός στους ώμους μας αλάτι. Το αλάτι ήταν και είναι πολύτιμο. Ο Όμηρος το αποκαλεί «θείον» και χαρακτηρίζει βάρβαρους τους λαούς που δεν το χρησιμοποιούν. «Ουδέ θ’ άλασσι μεμιγμένον είδαν έδουσι». (Όδ. Λ, 123) «και ούτε καν αλατισμένο φαγητό τρώνε». «Υμείς εστέ το άλας της γης», εσείς είστε το αλάτι της γης, λέει ο Κύριος στους μαθητές του, όλων των αιώνων. Το αλάτι, παλιότερα, το χρησιμοποιούσαν όπως σήμερα το ψυγείο. Μες στο αλάτι η τροφή δεν σαπίζει. Έτσι είναι και η πίστη του Χριστού, συντηρεί τον κόσμο, τον σώζει και νοστιμίζει την ζωή, της δίνει νόημα. Αλάτι είναι η παράδοσή μας. Τι είναι παράδοση; Σύμφωνα με την ετυμολογία της, παράδοση δεν είναι ό,τι παραλαμβάνει κανείς (αλλιώς θα λεγόταν παραλαβή) αλλά ό,τι θα παραδώσει. (Από το ρήμα παραδίδωμι). Παράδοση είναι η ζωντανή φωνή των κεκοιμημένων. Δεν είναι στροφή προς το παρελθόν, αλλά τροφή για το μέλλον. "Ελλάδα είσαι γεννημένη από τους πεθαμένους" λέει ο ποιητής Τ. Λειβαδίτης, Ποτάμι είναι οι σειρήνες της καλοπέρασης, της υλοφροσύνης, του εύκολου και άκοπου πλουτισμού, αυτό που λέμε Νέα Εποχή, που θέλει τη ζωή μας να μοιράζεται μεταξύ δύο συσκευών: της τηλεόρασης και του ψυγείου. Να βλέπουμε τι θα φάμε και να τρώμε βλέποντας. Γι’ αυτό και μας ονομάζουν καταναλωτές και όχι πολίτες. Καταναλωτές είναι τα ζώα. Λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «Άνθρωπος γάρ εστίν ουκ όστις χείρας και πόδας έχει ανθρώπου, ούδ’ όστις εστί λογικός μόνον, άλλ’ όστις ευσέβειαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί». (Ε.π. 49, 423).

Βουλιάξαμε σ’ αυτό το ύπουλο ποτάμι, έλιωσε το άλας, χάσαμε και ξεχάσαμε την παράδοσή μας και νιώσαμε ελεύθεροι. Με γλώσσα ανάπηρη - έλεγε σοφός Ρώσος γλωσσολόγος, "όταν οι εχθροί σου θα έχουν ξεμάθει την ορθογραφία τους, να ξέρεις ότι η νίκη πλησιάζει"- αφιλόπατροι και, κυρίως, χωρίς την αμώμητο πίστη μας, χωρίς Χριστό και «χωρίς Χριστό, όλα επιτρέπονται», κατά την αειθαλή ρήση του Ντοστογιέφσκι.

Φορτωθήκαμε σφουγγάρια, είχαμε τζιβαϊρικόν πολυτίμητο και πήραμε ασκιά γιομάτ’ αγέρα και κούφια καρύδια, όπως θα έλεγε ο Μακρυγιάννης.

Όμως, ας μην απελπιζόμαστε. Ένας σύγχρονος γέροντας, ο πατήρ Ανανίας Κουστένης, λέει: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει. Τώρα είμαστε στο ξαπόσταμα». Ποιά είναι η λύση. Να γυρίσουμε πίσω: «Όλα τα έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να βαδίσουν εμπρός, πλην του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω», έλεγε ο σοφός αθηναιογράφος, Δημήτρης Καμπούρογλου. Σ’ αυτό το διαμαντένιο πέλαγος, την παράδοσή μας θα βουτήξω και θα ανασύρω λίγα τιμαλφή και πολύτιμα για να δούμε τι μας πρέπει. Τώρα είμαστε σαν τον άρρωστο, όμως δεν είμαστε μόνοι μας. «Ιδού, ο Χριστός που γέρνοντας/ στου πόνου το κρεββάτι / σου σιάζει το προσκέφαλο / και σε παρηγορά», γράφει ο Σολωμός σ’ ένα εξαιρετικό του ποίημα.

Κατά εποχές κάποιες λέξεις, καταλαμβάνουν πρωτεύουσα θέση στο λεξιλόγιό μας. Τώρα η επίζηλη λέξη είναι η κρίση. Κατ’ εμέ η κρίση, για μας τους Ρωμηούς τουλάχιστον, είναι ένα προσωπείο πίσω από το οποίο βρίσκεται ένα πρόσωπο, ο τωρινός Έλληνας, η σημερινή Ελληνίδα, που νοσταλγούν. Η κρίση για μας είναι μια πολύ οδυνηρή νοσταλγία. Η λέξη νοσταλγία, δεν είναι λέξη ελληνική, το σωστότερο είναι να πούμε ότι μιλάει ελληνικά. Όπως, έλεγε ο μεγάλο Ευρωπαίος φιλόσοφος, Χάιντεγγερ, «αυτό που χωρίζει την ελληνική γλώσσα από κάθε άλλη ανθρώπινη γλώσσα, είναι ότι οι λέξεις δεν παραπέμπουν στα πράγματα, αλλά εικονίζουν τα πράγματα. Απαντά η κάθε λέξη στο ερώτημα «τι εστίν». Νόστος είναι η επάνοδος, η επιστροφή στην πατρίδα, η παλιννόστηση. Άλγος είναι ο πόνος. Τις «παντρεύει» ωραιότατα αυτές τις δύο λέξεις η γλώσσα μας, και... τι τίκτεται; Η νοσταλγία, ο πόνος, ο πόθος της επιστροφής στην πατρίδα. Παραπέμπω σ’ ένα έξοχο κείμενο του τροπαιούχου νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη. «Όσο προχωρεί ο καιρός», έλεγε το 1936, «και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα• πώς αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά, δεν είναι ο τόπος μας, αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα με μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό...». Εμείς οι Έλληνες, οι Ρωμηοί, οι Γραικοί, και τα τρία δικά μας είναι-ένα μοιρολόι της Άλωσης της Πόλης, του Ματθαίου, Μυρέων, έγραφε: «Αλλοίμονον, αλλοίμονον στο γένος των Ρωμαίων / Ω! Πώς εκαταστάθηκε το γένος των Ελλήνων / Σ’ εμάς εις όλους τους Γραικούς / να έλθη τούτ’ η ώρα» - την πίκρα, την οδύνη αυτή, την καταργούμε με δύο δυνάμεις: την πίστη και την μνήμη. Το αγιασμένο πετραχήλι του Πατροκοσμά δίδασκε ψυχή και Χριστό. Το ίδιο πράγμα είναι. Πρέπει να βρούμε την ψυχή μας – αν και δεν μου αρέσουν τα «πρέπει», «να γδάρω το πρέπει από το γιώτα και να το φτάσω μέχρι το πι» έλεγε ο Ελύτης – έχουμε χρέος να ανακαλύψουμε πάλι το χρυσοφόρο κοίτασμα της Παράδοσής μας. Κυρίως οι νέοι.

«Να μην βαριέστε το ψάξιμο / και να μην κουράζεστε στο σκάψιμο». Έτσι αποκρίθηκε ο Παλαμάς σε φοιτητική συντροφιά που τον επισκέφτηκε την μεγάλη ημέρα της 28ης Οκτωβρίου του 1940. Και μέθυσαν εκείνα τα παιδιά με το «αθάνατο κρασί του ‘21».

Και από αυτό το διαμαντοφόρητο πέλαγος της παράδοσής μας, που φιλοξενεί τα προσανάμματα που εφώτισαν όλη την Οικουμένη θα βγάλω λίγα κοσμήματα από μια περίοδο της ιστορίας μας, που δεν την πολυτιμούμε. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τότε που έλαμπε το μυστήριον της ευσεβείας, η Πονεμένη Ρωμηοσύνη. Σήμερα δεν ζούμε μια νέα Τουρκοκρατία, ύπουλη και δολερή, όπως έλεγε ο Μάνος Χατζηδάκις; Όπως και τότε έτσι και τώρα οι φίλοι μας οι Ευρωπαίοι μας μέμφονται ότι δεν είμαστε απόγονοι Ελλήνων. Όταν κάποτε ένας Φράγκος ρώτησε τον Σεφέρη «μα πιστεύετε σοβαρά ότι είστε πραγματικά απόγονοι του Λεωνίδα και του Θεμιστοκλή» απάντησε:

«Όχι, είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας, που μας μίλησε ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που μας νανούρισέ με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον μαρμαρωμένο βασιλιά και τον Παπαφλέσσα και ένιωθε την ψυχή της να βουρκώνει την Μεγάλη Παρασκευή, μπροστά στο ξόδι του Θεανθρώπου».

Και να ‘ταν μονάχα οι ξένοι; Έχουμε και τους δικούς μας Γραικύλους της σήμερον, όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης. Ένας παλιός θυμόσοφος επίσκοπος έλεγε για κάποιους μεταμοντέρνους εκκλησιομάχους «αν δώσεις μια οδοντογλυφίδα σε έναν Νεοέλληνα, ιδίως απ’ αυτούς που ξεκινά το επίθετό του με το "παπά", τότε στα δόντια του θα ανακαλύψεις ψίχουλα από τα πρόσφορα, που έφαγε και μεγάλωσε η οικογένειά του»…

Παράδοση: τροφός του μέλλοντος

Β’ μέρος

«Ήμασταν 400-500 χρόνια σκλάβοι, κάτω από την πιο φρικτή και βάρβαρη δουλεία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Και όμως «ιδού ζώμεν» Αλλά πώς; Στα μέσα του 17ου αι. ένας Γάλλος Ιησουίτης ονόματι Ρισάρντ, περιηγείται την σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιστρέφοντος στη χώρα του έγραψε ένα βιβλίο. Αποσπώ μια εντύπωσή του.

«Πολλές φορές απορώ πως κατόρθωσε να επιβιώση η χριστιανική πίστη στην Τουρκία και πώς υπάρχουν στην Ελλάδα 1.200.000 Ορθόδοξοι. Και να σκεφτή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία... Και όμως οι Έλληνες είναι ευτυχισμένοι που παραμένουν Χριστιανοί. Νομίζω πως αυτό οφείλεται στην λατρεία που τρέφουν στην Παναγία... Σε όλα τα σπίτια βλέπεις εικόνες της Παναγίας. Είναι ο φρουρός ή καλύτερα η νοικοκυρά του σπιτιού. Σ’ αυτήν την εικόνα στρέφουν το βλέμμα, όταν τους συμβή κάτι κακό, ικετεύοντάς την βοήθειά της. Σ’ αυτήν απευθύνονται για να ευχαριστήσουν τον Θεό, αν με τη δική της μεσολάβηση έλθη κάτι καλό στο σπιτικό τους...

Ο ίδιος διαπίστωσα με πόση φυσικότητα, με πόση ευγλωττία και συγκίνηση μιλούν στις οικογενειακές τους κουβέντες γι’ αυτή τη βασίλισσα των Ουρανών». Θαύμα της Θεομάνας μας ήταν η σωτηρία του Γένους. Ταις πρεσβείας της Θεοτόκου Σώτερ σώσον ημάς, έψαλλαν οι ηρωικοί ραγιάδες. Μόνο αυτό το ρουσφέτι μας επιτρέπεται. Η εκκλησία μας, ο Κυρηναίος του Γένους, στάθηκε ελληνοσώτειρα στα χρόνια της σκλαβιάς. «...Σωστά τόπανε, πως σε πολλές κρίσιμες ώρες το ράσο στάθηκε η εθνική σημαία της Ελλάδας στα χρόνια της σκλαβιάς. Αν υπάρχουμε σήμερα σαν ελληνική φυλή, είναι γιατί κρατηθήκαμε από το άμφιο της θρησκείας μας όλα αυτά τα χρόνια» διαλαλεί ο λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης. Και στα σπίτια των Ρωμηών έστεκαν ολόρθες οι μάνες. Απ’ όλα τα λαλούμενα / κάλλιο λαλεί η καμπάνα / κι από όλα τα μυρωδικά / κάλλιο μυρίζει η μάνα» λέει ο λαός μας. Σήμερα στα βιβλία γλώσσας του Δημοτικού – τα περιοδικά ποικίλης ύλης, όπως απροκάλυπτα τα ονομάζω – ζητούν από τα παιδιά να γράψουν, να βρουν ένα νανούρισμα για... χταπόδια. Λέει ένας πατήρ της Εκκλησίας μας "έκαστος ερμηνεύει τα πράγματα κατά το ίδιον νόσημα". Η παράδοσή μας δεν περιέχει τέτοιες εξοργιστικές ανοησίες. Μεταφέρω ένα ωραίο νανούρισμα από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

«Κάμε, Χριστέ και Παναγιά / και θρέψε το παιδί μου / να μεγαλώση να θραφή / καλό παιδί να γίνη. / Τύχη χρυσή ας του δίνεται / και φώτιση μεγάλη / να μάθη γράμματα πολλά /και φρόνιμο να γίνη / γιά να κερδίζη χρήματα / παντού καλά να κάμνη / ένα και είκοσι σχολειά / μ’ αληθινούς δασκάλους / να μάθουν γράμματα οι φτωχοί / ανθρώποι να γενούνε / να μάθουν πως ορφανέψαμε / από τους άρχοντάς μας / να μάθουν πως ξεχάσαμεν του γένους μας τα φρένα / πώς ο καθείς μας χρεωστεί / βοήθειαν να δίνη / εις τα σχολειά στις εκκλησιές / και τα ορφανεμένα».

Στο σπίτι έπαιρναν τα παιδιά αγωγή αγιότητας. Είναι ευαγγελική επιταγή: «Άγιοι γίγνεσθε» λέει ο Κύριος. Και μετά πηγαίνανε στα «Κρυφά Σχολειά», «όπου μέσα τους χιονισμένο, βρεγμένο συνάζονταν όλο το Έθνος. Και το κιτρινισμένο ράσο του παπαδάσκαλου, μύριζε σμύρνα από κείνη που οι μάγοι οδοιπορούντες επήγαν και φιλέψανε τον Ιησού», γράφει όμορφα ο Νικ. Βρεττάκος. Κι αν πάμε σε εκείνη την έσχατη γωνιά της Ρωμηοσύνης, την Κύπρο, θα βρούμε γύρω στα 1600 τον Νεόφυτο Ροδινό να γράφει λόγια σπουδαία και επίκαιρα: «Δύο πράγματα από όλα περισσότερον μου φαίνεται και είναι ο άνθρωπος χρεώστης εις την ζωήν του, να αγαπά, να τιμά και να διαφενδεύει• ήγουν την πίστιν του και την πατρίδα του. Την πίστιν του, διότι διά μέσου αυτής της πίστεως όπου κρατεί εβγαίνοντας από τούτην την ζωήν, ελπίζει να έχει ανταμοιβήν και πλερωμήν, καθότι έζησεν εις εκείνην. Την πατρίδα χρεωστεί κάθε εις να την αγαπά και να την τιμά και να πολεμά διά εκείνην, διότι εβγάζοντας την παλαιάν παραγγελίαν όπου νουθετά και λέγει μάχου υπέρ πατρίδος, πολέμα διά την πατρίδα σου, είναι ακόμη και ηθικός μάλιστα φυσικός νόμος, κάθε ένας να αντιστέκεται και να υπερμαχεί της πατρίδος του, καν τε καλή και ονομαστή είναι, καν τε αχαμνή (= αδύνατη) και εις τους πολλούς αγνώριστη». Η πατρίδα μας σήμερα είναι «αχαμνή και αγνώριστη», αλλά την αγαπάμε, ας φτώχυνε, δεν φτύνουμε τη μάνα μας όταν είναι αναγκεμένη. «Φίλει την πατρίδα καν άδικος ή», έλεγε ο Πλάτων. Και ο πατριδοφύλακας στρατηγός Μακρυγιάννης, που έγραφε με το σπαθί του και όχι με το κοντύλι, μας κανοναρχεί όλους εμάς που λιποψυχήσαμε γιατί έπεσε το κατά κεφαλήν εισόδημα: «Όταν μου πειράζουν την πατρίδα μου και θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα ‘νεργήσω κι ό,τι θέλουν ας μου κάμουν». Και μια και είμαστε στο ’21, την "αγιασμένη Επανάσταση" που έλεγε ο Κόντογλου, θα αναφερθώ και σ’ άλλο ένα λιοντάρι, στον θρυλικό «Γέρο του Μοριά», τον Θοδωρή Κολοκοτρώνη. Το 1838, μετά από πρόσκληση του Δασκάλου του Γένους, Γ. Γεννάδιου, ανεβαίνει στην Πνύκα και μιλά στους νέους των Αθηνών, στους νέους της Ελλάδας και τότε και τώρα. Ας ακούσουμε τον γερο-καπετάνιο. Αφού προτάσσει την μεγάλη αλήθεια που δεν μπορούν να χωνέψουν οι τωρινοί εκκλησιομάχοι «πρέπει να φυλάξετε την πίστι σας, και να την στερεώνετε, διότι, όταν επιάσαμε τ’ άρματα, είπαμε πρώτα, υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος», λέει:

«Παιδιά μου, να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και εις τα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τας σπουδάς σας και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους, ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθήτε εις τα γράμματά σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και, κατά την παροιμία, μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε. Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνη σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κυττάζη το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας». Η μόνη σκλαβιά που μας αξίζει είναι στα γράμματα. Αλλά στα «γράμματα» που διαβάζουν οι αγράμματοι κι αγιάζουνε», στα γράμματα των Τριών Ιεραρχών, των αγίων, των ηρώων. Ο αγράμματος, αλλά βαθιά μορφωμένος Κολοκοτρώνης, με τα τελευταία του λόγια επαναλαμβάνει έναν από τους γοναίγους της ανθρωπότης, τον Θουκυδίδη. Γράφει στο Β’, 60. «Καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ’ εαυτόν, διαφθειρομένης της πατρίδος, ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται κακοτυχών δε, εν ευτυχούση, πολλώ μάλλον διασώζεται». Μεταφράζει ο Ελ. Βενιζέλος. «Διότι ο άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τα ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφεί, χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ πιθανόν ότι θα σωθεί, εάν κακοτυχεί μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχεί». Μεγάλα λόγια. Το «εμείς μας σώζει», το «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» της αρχιερατικής προσευχής. Έλεγε χαριτωμένα ο άγιος Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης. «Κλείνουμε λάθος την αντωνυμία. Λέμε εγώ, εσύ αυτός. Να λέμε αυτός, εσύ, εγώ». Ξέρετε πότε να λέμε εγώ, λέει ένας άλλος γέροντας, «όταν εξομολογούμαστε την αμαρτία, «εγώ φταίω», και όταν ομολογούμε Χριστό, την πίστι μας. "Χριστιανός ειμί" έλεγαν οι μάρτυρες. Και πίστη είναι λέει ένας άλλος ποιητής, που ύμνησε τον Ποιητή των όλων, ο Γεώργιος Δροσίνης «Πίστη είναι όταν / όσο αλόγιστο και πλάνο / ο νους κι αν το ξέρη. / Ήλιο προσμένει τα μεσάνυχτα / κι αστροφεγγιά το μεσημέρι». Ναι, να ομολογούμε την αμώμητο πίστη μας. Σήμερα η πατρίδα, η Εκκλησία δεν θέλει δεινούς συζητητές, αλλά ατρόμητος ομολογητές. Να ομολογούμε την πίστη μας, να ομολογούμε την φιλοπατρία μας. Ήταν νέο παιδί, 18 χρονών δροσιά ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, προτείνουν οι Άγγλοι στη μάνα του να προδώσει να τον πείσει. Απαντά η αγέρωχη Ρωμηά. «Εγώ δεν εγέννησα παιδίν να το λαλούν προδότην. Χαλάλι της πατρίδας μου το γαίμαν του παιδιού μου». Έτσι έγινε, πήρε, ο αντρειωμένος Ευαγόρας, την ανηφοριά, τα σκαλοπάτια, που παν στην λευτεριά. Σήμερα που φτώχυνε η πατρίδα μας, που παρέπεσε η μάνα μας, θέλει να την σηκώσουμε στα χέρια. Δεν ηττηθήκαμε. «Ημείς νικώμεν, νικώντων των άλλων», λέει ο άγιος Ν. Καβάσιλας. Μας ποδοπατούν οι Φράγκοι ηγεμόνες μας λοιδορούν, μας πομπεύουν. Τα ίδια έλεγαν και για εκείνα τα λιοντάρια, με τα λερά ρούχα και τα σκελετωμένα κορμιά, του Εικοσιένα. Και τους απαντούσε ο γερο-Μακρυγιάννης "...του κάκου κοπιάζετε. Αν δεν υπάρχει σ' εσάς αρετή, υπάρχει η δικαιοσύνη του μεγάλου Θεού, του αληθινού βασιλέα. Ότι εκείνου η δικαιοσύνη μας έσωσε και θέλει μας σώσει• κι όλοι οι τίμιοι Έλληνες δεν θέλει κανένας ούτε να σας ακούσει ούτε να σας ιδεί, ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας".

Όταν εγίναμε κράτος, όταν η οικονομία του Θεού το επέτρεψε – η οικονομία των σημερινών χαλασσοχώρηδων πάει να ακυρώσει το ’21 – οι πατέρες μας αποφάνθηκαν, στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας «Κάλλιον να μην υπάρχει Έλλην εις τον κόσμον, παρά να ατιμάζει το κατ’ εικόνα Θεού και ομοίωσιν». Το πρόβλημα μας είναι αποκλειστικά πνευματικό. Δηλαδή πρόβλημα που έχει να κάνει με τη στάση απέναντι στο Θεό και κατά συνέπεια τους ανθρώπους και τα πράγματα. Δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να μιλώ για ελευθερία, πατρίδα, πολιτισμό, αν δεν ξεκαθαρίσω επιτέλους ως ληστής που υφίσταται τις συνέπειες της βιοτής του, τί θα πω στον Εσταυρωμένο Κύριο, που εκουσίως μαρτυρεί δίπλα μου: Θα πω «μνησθητί μου, Κύριε» ή «εαυτόν ου δύναται σώζειν». Με το «μνήσθητι» υπάρχω και σώζομαι με την διαβολή, ατιμάζω το κατ’ εικόνα.

Ας μην ακούμε τον μάταιο αυτό κόσμο. Ο κόσμος σήμερα πλανάται. Ένας από τους τελευταίους Γεροντάδες του Γένους, ο μακαριστός Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός έλεγε ότι άκουσε μία μάνα να λέει στην κόρη της: «Άκουσε, κόρη μου, εγώ σαν μεγαλύτερη θα πεθάνω, και οι μέρες που έρχονται είναι πολύ δύσκολες. Μπορεί να έρθει μία περίοδος όπως τότε στους Εβραίους της Π.Δ. και να χαθούν οι γραφές και τα Ευαγγέλια. Όπως και ήρθε αυτή η περίοδος επί Ιωσίου του ευσεβούς Βασιλέως. Αν λοιπόν έλθει μια περίοδος τέτοια, της λέει, και δεις ότι δεν υπάρχει το Ευαγγέλιο και έτσι δεν θα ξέρετε τι να κάνετε, τότε να κοιτάς τι κάνει ο κόσμος κι εσύ να κάνεις το αντίθετο. Και αυτό θα είναι το Ευαγγέλιο».Με άλλα λόγια αυτό είναι η Επανάσταση… 

Δημήτρης Νατσιός

Δάσκαλος - Κιλκίς 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration